Wednesday, 14 September 2016

Κοινότητα Μαρωνιτών της Κύπρου - Ιστορία - Χωριά - Εκκλησίες - Τοπία - Maronite Community of Cyprus - History - Villages - Churches - Landscape

Photos by George Konstantinou
See also

Το κατεχόμενο Μαρωνίτικο Χωρίο Κορμακίτης - Kormakitis village - Cyprus





ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ ΚΟΡΜΑΚΙΤΗΣ

Εκκλησία της Παναγίας στο χωριό Κορμακίτης

Το ξωκλήσι Αγίου Γεωργίου του Σπόρου στον Κορμακίτη. Στην τοποθεσία Κόρνος.

ΤΟ ΜΑΡΩΝΙΤΙΚΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΜΠΥΛΗ

Τα βουνά της Τουρκίας απο το Ακρωτήριο Κορμακίτη - The mountains of Turkey from Cape Kormakitis


Tulipa cypria - Κυπριακή Τουλίπα

Ακρωτήριο Κορμακίτη - Akrotírio Kormakíti - Cape Kormakitis



Θέα προς τα ανατολικά από το ύψωμα Βίκλα στον Κορμακίτη

The view from Livera village towards Kormakitis,Orka and Vassilia villages - Η θέα απο το χωρίο Λιβερά προς τα χωρία Κορμακίτης,Όρκα και Βασίλεια

Σύντομο Ιστορικό
Η Μαρωνιτική Εκκλησία

Οι Μαρωνίτες ανήκουν στο Ανατολικό Χριστιανικό Δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας το οποίο εδρεύει στην Αντιόχεια. Πήραν το όνομά τους από τον Άγιο Μάρωνα (350-410μ.Χ.) ο οποίος έζησε στην περιοχή της Απάμειας στη Συρία. Το χάρισμα της θεραπείας από τον Άγιο Μάρωνα προσέλκυσε ένα μεγάλο πλήθος και πολλοί απ’ αυτούς τον ακολούθησαν επιδιώκοντας τη ζωή της  προσευχής και της ταπείνωσης κάτω από τη δική του πνευματική καθοδήγηση. Η φήμη του Αγίου εξαπλώθηκε σε όλη τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο  Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος του απέστειλε μια επιστολή γύρω στο 405μ.Χ. εκφράζοντας το σεβασμό του και του ζητούσε να προσευχηθεί γι’ αυτόν. Μετά το θάνατό του το 410μ.Χ. χτίστηκε ένας ναός και αφιερώθηκε στη μνήμη του. Οι μαθητές του σχημάτισαν τον πυρήνα της Μαρωνιτικής Εκκλησίας και ίδρυσαν μια Μονή που της δόθηκε το όνομά του. Αυτή η Μονή αναπτύχθηκε ταχύτατα και κατέστη η κεφαλή του κορμού των μοναστηριών που επεκτείνονταν σ’ όλη τη Συρία και το Λίβανο.

 Μέχρι τον 7ο αιώνα οι Μαρωνίτες αποτελούσαν μια ξεχωριστή κοινότητα η οποία μιλούσε και προσευχόταν στην Αραμαϊκή γλώσσα, τη διάλεκτο της Έδεσσας. Αραμαϊκή ήταν η γλώσσα του Χριστού και σ’ αυτή τη γλώσσα συνεχίζουν να προσεύχονται οι Μαρωνίτες. Η κατάκτηση της περιοχής της Συρίας από τους Άραβες και η απόφαση της Κωνσταντινούπολης να αποσυρθούν οι Χριστιανοί από την περιοχή για σκοπούς ασφαλείας, οδήγησε τους Μαρωνίτες να εκλέξουν το δικό τους Αρχιεπίσκοπο. Έτσι γεννήθηκε η Μαρωνιτική Εκκλησία, η ιστορία της οποίας χαρακτηρίζεται από την απομόνωση και τις συνεχείς διώξεις των μελών της. Λόγω των συνεχών διώξεων πολλοί Μαρωνίτες έφτασαν και στην Κύπρο.

 Οι Μαρωνίτες της Κύπρου – Ιστορική Αναδρομή

Οι Μαρωνίτες της Κύπρου υπάγονται στο Ανατολικό Χριστιανικό Δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας. Έχουν Μαρωνίτη αρχιεπίσκοπο ο οποίος εκλέγεται από την Ιερά Σύνοδο της Μαρωνιτικής Εκκλησίας στο Λίβανο και επικυρώνεται από την Αυτού Αγιότητα του Πάπα.

 Ιστορικοί οι οποίοι μελέτησαν την ιστορία των Μαρωνιτών της Κύπρου, έχουν χωρίσει την Μαρωνιτική άφιξη στο νησί σε τέσσερα κύματα μετανάστευσης μεταξύ του 8ου και του 13ου αιώνα μ.Χ.:

Η πρώτη εμφάνιση των Μαρωνιτών στην Κύπρο υπολογίζεται στα τέλη του εβδόμου αιώνα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του δεύτερου. Αυτό το κύμα μετανάστευσης προκλήθηκε κυρίως από την Ισλαμική κατάκτηση και τις συγκρούσεις μεταξύ των Ιακωβιτών και των Βυζαντινών, οι οποίοι βιαιοπραγούσαν ενάντια στους Μαρωνίτες (Cirilli 189:5).
Η δεύτερη μαζική μετανάστευση προς την Κύπρο ακολούθησε την καταστροφή της μονής του Αγίου Μάρωνα στον Ορόντη ποταμό, γύρω στο 938μ.X. (Αssamarani1979:17). Η καταστροφή αυτή αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τους Μαρωνίτες, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει μεγάλο αριθμό κοινοτήτων στις περιοχές κοντά στη Μονή. Την ίδια περίοδο μεγάλο κύμα προσφύγων Μαρωνιτών, καθώς επίσης και το Πατριαρχείο, κατέφυγαν στις ορεινές περιοχές του Λιβάνου.
Η τρίτη - και μεγαλύτερη- μετανάστευση έγινε στα τέλη του δωδέκατου αιώνα, όταν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος πούλησε την Κύπρο στο βασιλιά των Ιεροσολύμων Guy de Lusignan, το 1191μ.χ (Cirilli1898:6).
Το τελευταίο κύμα μετανάστευσης παρατηρείται στα τέλη του 13ου αιώνα με την υπεράσπιση από τους Σταυροφόρους της Τρίπολης και των Αγίων Τόπων (Cirilli 1898:6).
Επίσημη παρουσία οργανωμένης Μαρωνιτικής Κοινότητας στην Κύπρο παρατηρείται γύρω στον 11ο αιώνα, μέσα από χειρόγραφη επιστολή προς το Μαρωνίτικο Πατριαρχείο, στην οποία ο μοναχός ονόματι Σεμάν αναφέρει ότι έχει διοριστεί υπεύθυνος του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη στον Κουτσοβέντη της Κύπρου, που ιδρύθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα, για να εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες των Μαρωνιτών που κατέφυγαν στα βουνά της οροσειράς του Πενταδακτύλου. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, υπάρχουν τρία ακόμη χειρόγραφα έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν το πιο πάνω. Διαθέσιμα ιστορικά έγγραφα επιβεβαιώνουν επίσης ότι υπήρχαν τον 12ο αιώνα 60 περίπου Μαρωνίτικα χωριά που αριθμούσαν σε 50 000, ιδίως στην οροσειρά Πενταδακτύλου, ξεκινώντας από το κατεχόμενο σήμερα Μαρωνίτικο χωριό Κορμακίτης και φθάνοντας μέχρι και την Καρπασία.

 Οι Μαρωνίτες αποτελούσαν πάντα μια ήσυχη και εργατική κοινότητα, με κύρια ασχολία τη γεωργία και την κτηνοτροφία και πιστοί στην θρησκευτική τους ιδιαιτερότητα και παραδόσεις. Ωστόσο η καταδυνάστευση από τα κατά καιρούς θρησκευτικά τάγματα καθώς επίσης και οι συχνά εμφανιζόμενες φυσικές και επιδημικές καταστροφές οδήγησαν στην φθορά της Μαρωνιτικής παρουσίας στο νησί. Ιστορικά έγγραφα αποδεικνύουν ότι ανάμεσα στο 1224μ.Χ. (Λατινική ηγεμονία) και το 1571μ.Χ. (Οθωμανική κυριαρχία) ο αριθμός των Μαρωνίτικων χωριών μειώθηκε από 60 σε 33.

 Με την Οθωμανική κατοχή της Κύπρου οι Μαρωνίτες είχαν 33 χωριά και ο Επίσκοπός τους διέμενε στο Μοναστήρι του Ιδαλίου στην περιοχή της Καρπασίας. Κατά το 1596, 25 χρόνια από τότε που οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί, ο συνολικός αριθμός των Μαρωνίτικων χωριών μειώθηκε στα 19. Οι  Οθωμανοί, μετά την προσάρτηση της Κύπρου, επέβαλλαν βαριούς φόρους στο λαό, συμπεριλαμβανομένων και των Μαρωνιτών. Επίσης, πολλοί Μαρωνίτες είχαν σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της άμυνας του νησιού. Ο κατατρεγμός που υπέστησαν είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του αριθμού τους και τη μεταφορά  της  έδρας της ηγεσίας της Εκκλησίας τους στο Λίβανο (Palmieri 1905).

 Από το 1636 η κατάσταση των χριστιανών της Κύπρου είχε καταστεί ανυπόφορη και κάποιες μεταστροφές στον Μουσουλμανισμό άρχισαν. «Μια και κανείς δεν μπορούσε ν’ αντέξει τις πιέσεις της νέας κατάστασης, εκείνοι που δεν μπορούσαν να αντισταθούν στον εξισλαμισμό γίνονταν κρυπτοχριστιανοί. Οι Μαρωνίτες που ασπάστηκαν τον ισλαμισμό έμεναν κυρίως στη Λουρουτζήνα της επαρχίας της Λευκωσίας. Εντούτοις, οι Μαρωνίτες  οι οποίοι είχαν εξισλαμισθεί πάνω στην απόγνωσή τους, δεν απαρνήθηκαν την χριστιανική τους πίστη. Κράτησαν βαθιά τις αρχές και τα πιστεύω τους ελπίζοντας να απαρνηθούν την μεταστροφή τους μόλις θα έφευγαν οι Οθωμανοί. Για παράδειγμα βάπτιζαν και δήλωναν τα παιδιά τους σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση αλλά ασκούσαν την περιτομή σύμφωνα με την ισλαμική πρακτική. Επίσης έδιναν δύο ονόματα στα παιδιά τους. Ένα χριστιανικό και ένα μουσουλμανικό»(Hackett 1901 και  Palmieri 1905)

 Η πολυτάραχη ιστορία της Κύπρου ήθελε όπως κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία, και συγκεκριμένα μετά το 1750, η Μαρωνιτική Εκκλησία της Κύπρου να είναι κάτω από τη δικαιοδοσία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Όμως, το 1840 το Πατριαρχείο των Μαρωνιτών στο Λίβανο πέτυχε να αποσπάσει ένα φιρμάνι με το οποίο μετακινούνταν οι Μαρωνίτες από τους κανονισμούς των ορθοδόξων επισκόπων και επαναφέρονταν κάτω από τη δική τους θρησκευτική ηγεσία. Το Γαλλικό Προξενείο που υπηρετούσε στην Κύπρο κατά την ίδια περίοδο, συνέδραμε έντονα στις προσπάθειες για την επίτευξη αυτής της αλλαγής.

 Κάτω από τη Βρετανική κυριαρχία η Μαρωνιτική κοινότητα γνώρισε μια μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη μαζί με μια αύξηση στον πληθυσμό. Οι Μαρωνίτες εδραίωσαν τα θρησκευτικά και πολιτικά τους δικαιώματα και έχτισαν τις δικές τους εκκλησίες και τα δικά τους σχολεία. Τα δημοτικά σχολεία και στα τέσσερα χωριά επιτηρούνταν από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Αν και το αναλυτικό πρόγραμμα ήταν το ίδιο με εκείνο των άλλων ελληνοκυπριακών δημοτικών σχολείων, οι Μαρωνίτες μαθητές έπαιρναν επιπρόσθετα  μαθήματα σε θέματα όπως: η Αγία Γραφή, εκκλησιαστικοί ύμνοι, αραβική γλώσσα, παραδοσιακοί χοροί και τραγούδια κλπ. Τα σχολεία αυτά ήταν ανοιχτά σε όλες τις κοινότητες αλλά οι μαθητές που τα παρακολουθούσαν καθώς επίσης και οι δάσκαλοι ήταν κατά κύριο λόγο Μαρωνίτες.

 Με την πρώτη απογραφή που διεξήχθη από τη νεοϊδρυθείσα Κυπριακή Δημοκρατία το 1960, οι Μαρωνίτες που ζούσαν στην Κύπρο ήταν κατά προσέγγιση 2.752, κυρίως στα τέσσερα εναπομείναντα χωριά του Κορμακίτη, του Ασωμάτου, της Καρπάσιας και της Αγίας Μαρίνας αλλά επίσης και σε άλλα μέρη.

 Αν και με βάση τους νόμους του Διεθνούς Δικαίου, οι Μαρωνίτες της Κύπρου συνθέτουν μια εθνοτική μειονότητα, η οποία διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως είναι η ξεχωριστή θρησκεία, η κουλτούρα, τα ήθη, τα έθιμα και η γλώσσα, κατά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, είχαν να επιλέξουν να ανήκουν είτε στην Ε/Κ είτε στη Τ/Κ Κοινότητα. Τότε, επέλεξαν να ανήκουν στην Ε/Κ Κοινότητα με την οποία τους έδεναν περισσότερα κοινά στοιχεία όπως η γλώσσα, η κουλτούρα και η θρησκεία.

 Η Μαρωνιτική κοινότητα σήμερα

Μετά από μια περίοδο ακμής, με την εισβολή του 1974 η Μαρωνιτική κοινότητα της Κύπρου δέχτηκε σοβαρό πλήγμα. Το 80% των Μαρωνιτών προσφυγοποιήθηκε ενώ οι υπόλοιποι έμειναν εγκλωβισμένοι στα 3 μαρωνίτικα χωριά, τον Κορμακίτη, την Καρπάσια και τον Ασώματο. Το 1975 υπήρχαν 979 εγκλωβισμένοι Μαρωνίτες. Σήμερα, στον Κορμακίτη υπάρχουν 120 ηλικιωμένοι εγκλωβισμένοι, στην Καρπάσια 11 εγκλωβισμένοι και στον Ασώματο μόνο 2 ογδοντάχρονες γριές. Η πρόσβαση στον Ασώματο είναι δύσκολη για τους κατοίκους και τις οικογένειες των εγκλωβισμένων γιατί το χωριό αποτελεί στρατιωτική βάση και οι κάτοικοι έχουν το δικαίωμα να το επισκέπτονται μόνο την Κυριακή για δύο ώρες, για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Το Μαρωνίτικο χωριό Αγία Μαρίνα αποτελεί επίσης στρατιωτική βάση και είναι αδύνατη η παρουσία των κατοίκων στο χωριό, στους οποίους δεν έχει δοθεί ποτέ η άδεια – παρόλες τις διευκολύνσεις που παρατηρούνται μετά από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων – να επισκεφτούν το χωριό ή την εκκλησία του. Τούρκοι στρατιωτικοί μένουν επίσης σε αρκετές κατοικίες στο χωριό Καρπάσια.

 Σήμερα, η κοινότητα των Μαρωνιτών της Κύπρου είναι μια μικρή κοινότητα που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Κυπριακού λαού αλλά την ίδια στιγμή συνεχίζει να υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα. Η Μαρωνιτική κοινότητα αποτελεί σήμερα την δεύτερη μεγαλύτερη χριστιανική κοινότητα της Κύπρου και αριθμεί γύρω στους 6.000 Μαρωνίτες, εκ των οποίων το 75% ζει στην Ανθούπολη, τον Άγιο Δομέτιο και τη Λευκωσία, 15% στη Λεμεσό, 5% στη Λάρνακα, και οι υπόλοιποι στο Μαρκί, τον Κοτσιάτη και την Πάφο.

Αν και οι Μαρωνίτες μορφώνονται σε ελληνικά σχολεία και μιλούν με ευχέρεια τα ελληνικά, έχουν τη δική τους γλώσσα, εφαρμόζουν τη δική τους Μαρωνιτική και Καθολική λατρεία, χρησιμοποιούν την αραμαϊκή γλώσσα στη λειτουργία τους και έχουν τα δικά τους έθιμα και παραδόσεις. Οι Μαρωνίτες έχουν τη δική τους ιερή τέχνη, τις εικόνες τους, την αρχιτεκτονική τους, την μουσική τους και την ιστορία τους.

 Για τους Μαρωνίτες, τα χωριά είναι άμεσα συνδεδεμένα με την θρησκεία και την παράδοση τους. Γι’ αυτό και παρατηρείται μαζική προσέλευση των Μαρωνιτών στα χωριά τους στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αφού ορισμένα έθιμα, κυρίως θρησκευτικά, αναβιώνουν μόνο στα χωριά τους. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, οι Μαρωνίτες που προέρχονται από τον Κορμακίτη, σε συναντήσεις τους στο χωριό μιλούν μόνο στην Κυπριακή Μαρωνιτική Αραβική, τη γλώσσα του χωριού τους, ενώ όταν βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές μιλούν στην κυπριακή διάλεκτο. Συνεπώς, η επιστροφή των Μαρωνιτών στα χωριά τους, η στήριξη και η αναγκαία ευαισθησία σχετικά με το πιο πάνω θέμα αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο για την διαφύλαξη της πολιτισμικής τους ταυτότητας και προτεραιότητα της πολιτικής που ακολουθεί η κοινότητα.

 Η Μαρωνιτική κοινότητα έχει οργανωθεί για τη διατήρηση της πολιτιστικής της ταυτότητας με διάφορους τρόπους: τη δημιουργία σωματείων και πολιτιστικών ομίλων με απώτερο σκοπό τη συναναστροφή της νεολαίας, τη διοργάνωση κατασκηνώσεων, τη δημιουργία του δημοτικού σχολείου «Άγιος Μάρωνας» και των εθνικών σχολείων «Αγία Μαρία» και «Τέρρα Σάντα», την έκδοση μηνιαίας κοινοτικής εφημερίδας, τη δημιουργία ιστοσελίδων, τη λειτουργία προσκοπικού σώματος, τη συνεργασία με διακεκριμένους ακαδημαϊκούς για τη δημιουργία αλφαβήτου για την Κυπριακή Μαρωνιτική Αραβική και τη διοργάνωση εκδηλώσεων για την ευαισθητοποίηση του κοινού.
Πηγή http://www.maronitesofcyprus.com/cgibin/hweb7f8b.html
Κοινότητα Μαρωνιτών Κύπρου


Short History
The Maronite Community

The Maronites belong to the Eastern Christian cult of the Catholic Church which is based in Antioch. They were named after Saint Maron (350-410 AD) who lived in the region of Apamea in Syria. His gift of healing and his humble way of life attracted many people who pilgrimaged to see him and many of them became his disciples. The reputation of Saint Maron spread all over the Byzantine Empire. Saint John Chrysostom, Patriarch of Constantinople, wrote to Maron in 405 A.D. while he was exiled in Cappadoce expressing his great love and respect and asking him to pray for them. Following Saint Maron’s death his disciples built a monastery after him on the Orontes River and formed the nucleus of the Maronite people and Church.

 By the 7th century, the Maronites were recognized as an independent religious community

which was speaking and praying in the Aramaic language, the Edessa dialect. Aramaic was the language of Jesus Christ and in this language the Maronites continue to pray. The conquest of Syria by the Arabs and the decision of the Byzantine Empire for the Christians to withdraw from the area for safety reasons led the Maronites to appoint their own Archbishop. As a result, the Maronite Church was born. Its history is characterized by seclusion and continuous persecutions; due to this fact, many Maronites came to Cyprus.

The Maronite Community of Cyprus - Historical Background

The Maronites of Cyprus belong to the Eastern Christian cult of the Catholic Church. They have a Maronite Archbishop who is elected by the Holy Synod of the Maronite Church in Lebanon and approved by His Holiness the Pope.

 Historians who studied the history of the Maronites of Cyprus presented four principal migrations of the Maronites in Cyprus, between the 8th and the 13th century A.D.

The first migration is estimated towards the end of the 7th century during the reign of Emperor Justinian the II, following the Islamic conquest of Syria and the crushes between the Jacobites and the Byzantines, who persecuted the Maronites due to religious differences (Cirilli 189:5).
The second migration to Cyprus took place after the destruction of the Monastery of Saint Maron on the Orontes river about 938 A.D. (Assamarani 1979:17).
The third Maronite migration occurred upon the purchase of Cyprus by Guy de Lusignan in 1911 A.C. (Cirilli 1898:6).
The fourth migration occurred at the end of the thirteenth century with the defeat of the Crusaders in Tripoli and the Holy Land (Cirilli 1898:6).
Official presence of the Maronite Community in Cyprus is mentioned in the beginning of the 11th century in a handwritten letter sent to the Maronite Patriarchate, in which a monk named Seman declares that he was given authority over the monks and the Monastery of Saint John Chrysostom at Koutsovendis, which was built during the second half of the 10th century to serve the religious needs of the Maronites. According to historians there are three more handwritten documents which confirm that in the 12th century there were 60 Maronite villages numbering about 50 000 inhabitants, especially on the mountain of Pentadactylos.

 The Maronites consisted always a quiet community, mainly farmers and animal growers, dedicated to their religious beliefs and customs. However, the oppression at times by different religious groups as well as various diseases caused the assimilation and disappearance of the Maronite Community. Historic documents prove that between 1224 A.D. (Latin domination) and 1571 A.D. (Ottoman domination) the number of the Maronite villages went from 60 to 33. 

 Under the Ottoman domination the Maronites had 33 villages and their Archbishop lived in a Monastery in Idalion in the Karpasia area. In 1596, 25 years after the occupation, the total number of Maronite villages dropped to 19. The Ottomans imposed heavy taxes to the people including the Maronites. Also, many Maronites were killed defending the island. The persecution they suffered had as a result their reduction in number and the transfer of their Archbishopric to Lebanon (Palmieri, 1905).

 In 1636 the conditions for the Christians became intolerable and certain Christians decided to become Muslims. According to Palmieri (1905) the Maronites who became Muslims lived mainly in the Nicosia District and «despite the fact that the Maronites turned to Muslims they never gave up their Christian faith and beliefs hoping to become Christians. This is why they baptized their children according to the Christian faith, but they also practiced circumcision. They also gave their children two names, a Muslim and a Christian one».

 Under the Ottoman domination the Maronite Church was under the Greek Orthodox Church and Maronites were forced to embrace the Greek Orthodox rite and obey the Greek hierarchy. It was not until 1845 that the Maronite Patriarchate was successful in obtaining from the Sublime Porte a firman removing the Maronites from the rule of the Orthodox bishops and restoring them to the rule of the Maronite bishops. The French Consulate assisted a great deal for this achievement.

 Under the British rule the Maronite Community developed a financial and cultural progress, together with an increase in population. The Maronites confirmed their religious rights as well as their political rights and built their churches and their schools. The elementary schools in the four villages were supervised by the Ministry of Education and Culture and additional lessons were offered such as ecclesiastical hymns, Arabic language, traditional dances and traditional songs. These schools were open to all communities but the pupils who attended were mostly Maronites.

 With the census which took place after the establishment of the Republic of Cyprus in 1960 the Maronites living in Cyprus were approximately 2750, living mainly in the four villages of Kormakitis, Asomatos, Karpashia and Ayia Marina but also in various other places.

 Although according to international law the Maronites of Cyprus form a national minority which has special characteristics, with the establishment of the Republic of Cyprus in 1960, they had to choose to belong either to the Greek or the Turkish Cypriot Community. The Maronites opted to join the Greek Cypriot Community as there are more common elements, such as the language and the religion.

The Maronite Community today

Following the Turkish invasion in 1974, the Maronites became refugees whereas a small number remained enclaved in the three Maronite villages of Kormakitis, Asomatos and Karpashia. In 1975 there were 979 enclaved Maronites; today there are 120 enclaved people in Kormakitis, 11 in Karpashia and only two octogenarian women in Asomatos. The village of Asomatos is presently used as a military camp and the Maronites are allowed to visit the village only on Sundays, with limited time restrictions, for mass in the Church of St. Michael the Archangel. The Maronite village of Ayia Marina is also used as a military camp and access is not allowed to the village, despite the relaxations in April 2003. Turkish military personnel live in certain houses in Karpashia.

 The Maronite Community of Cyprus is an integral part of the people of the island living, however, as a distinct entity with its linguistic and religious characteristics. The present Maronite Community of about 6,000 persons represents only a fraction of what used to be a relatively sizeable Community of Maronites living mostly in the Northern part of Cyprus. Today, 75% of Maronites live in Anthoupoli, Ayios Dometios and Nicosia, 15% in Limassol, 5% in Larnaca, and the rest of them in Marki, Kotsiatis and Paphos.

 Although the Maronites are educated in Greek schools and speak fluently the Greek language, they have their own language, practice the Maronite Catholic Religion, use the Aramaic language in the Holy Mass and have their own customs and traditions. The Maronites have their own icons, architecture, music and history.

 For the Maronites the villages are directly connected with their religion and their tradition. For this reason someone notices mass visits of the Maronites to their villages during the festive seasons, since certain customs and traditions take place only in their villages. It is also remarkable that the Maronites originating from Kormakitis in meetings in the village they only speak in the Cypriot Maronite Arabic language whereas when they meet in the free areas of Cyprus they speak the Cypriot dialect. Therefore, the return of the Maronites to their villages is essential for the maintenance of their cultural identity and forms a priority in the policy followed by the Community.

 Away from their villages, properties and churches, the assimilation of the Maronite community into the larger community has been continuously gaining impetus. In order to prevent the assimilation the Maronites are organized in various ways: the creation of clubs and cultural associations aiming to the meetings of young people, the organization of camping, the creation of the elementary school of Saint Maron and the national schools "St Mary’s" and "Terra Santa", the publication of monthly communal newspapers, the creation of websites, the scouts organization, the cooperation with distinguished academics for the adoption of an alphabet for the Cypriot Maronite Arabic language and the organization of cultural events in order to raise awareness and cause the sensibility of the citizens.

Πηγή http://www.maronitesofcyprus.com/cgibin/hwebfdf5.html?-A=841&-V=history
Maronite Community of Cyprus

No comments:

Post a Comment