Translate

Wednesday, 18 May 2016

Silkworm - Bombyx mori (Linnaeus, 1758) - Μεταξοσκώληκας - Καματερόν - (Photos of Life Cycle) - Cyprus

See also

Insects of Cyprus - ORGANIZED CHECKLIST - Έντομα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
Κεντρική σελίδα με οργανωμένους συνδέσμους για τις ομάδες εντόμων της Κύπρου. / Main page of organized links for the insect groups of Cyprus.

Photos Geri by George Konstantinou


Below in English

Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου

Μεταξοσκώληκας – ένα από τα σημαντικότερα εξημερωμένα έντομα στην ιστορία του ανθρώπου

Ο μεταξοσκώληκας, Bombyx mori (Linnaeus, 1758), είναι η εξημερωμένη νυχτοπεταλούδα από την οποία παράγεται το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού μεταξιού που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος. Ανήκει στην οικογένεια Bombycidae και η σχέση του με τον άνθρωπο είναι τόσο μακρόχρονη και στενή, ώστε σήμερα το εξημερωμένο B. mori εξαρτάται ουσιαστικά από την ανθρώπινη φροντίδα για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του. Η εξημέρωση και η τεχνητή επιλογή άλλαξαν σημαντικά τη συμπεριφορά, τη μορφολογία, την παραγωγή μεταξιού και πολλές άλλες ιδιότητές του.

Ο μεταξοσκώληκας έχει εξαιρετική οικονομική, ιστορική και πολιτιστική σημασία, επειδή αποτελεί τη βάση της σηροτροφίας, δηλαδή της εκτροφής μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού. Παράλληλα, είναι ένας από τους σημαντικότερους οργανισμούς-μοντέλα για τη μελέτη των Λεπιδόπτερων και χρησιμοποιείται σε έρευνες γενετικής, γονιδιωματικής, φυσιολογίας, ανάπτυξης, ανοσολογίας και βιοτεχνολογίας.

Ονομασία στην Κύπρο – Καματερόν και πουμπουρία

Στην Κύπρο ο μεταξοσκώληκας είναι παραδοσιακά γνωστός και ως καματερόν. Στην παλαιότερη καταγραφή του Biodiversity of Cyprus η ονομασία συνδέεται με τη λέξη «κάματος», δηλαδή μόχθος ή κοπιαστική εργασία, σε αναφορά στη συνεχή δραστηριότητα του μεταξοσκώληκα και στην παραγωγή του μεταξιού.

Στην ίδια κυπριακή καταγραφή αναφέρεται ως πουμπουρία η ενήλικη νυχτοπεταλούδα που προκύπτει από το κουκούλι. Αναφέρεται επίσης μια ιδιαίτερη παλαιότερη πρακτική: οι νεκρές πουμπουρίες που απέμεναν μετά το βράσιμο των κουκουλιών φυλάσσονταν και χρησιμοποιούνταν ως δόλωμα στο ψάρεμα.

Προέλευση και εξημέρωση

Το Bombyx mori προήλθε μέσω εξημέρωσης από άγριους ασιατικούς πληθυσμούς του στενά συγγενικού Bombyx mandarina. Η εξημέρωσή του πραγματοποιήθηκε στην Κίνα και η σχέση του με τον άνθρωπο εκτείνεται για περισσότερα από 5.000 χρόνια. Σύγχρονες γονιδιωματικές μελέτες επιβεβαιώνουν τη στενή εξελικτική σχέση μεταξύ B. mori και B. mandarina, αλλά η ακριβής δημογραφική ιστορία της εξημέρωσης είναι πολύπλοκη και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.

Η τεχνητή επιλογή επί χιλιάδες χρόνια δημιούργησε πολυάριθμες φυλές και γενετικές γραμμές με διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως χρώμα και μορφή κουκουλιού, ποσότητα και ποιότητα μεταξιού, αριθμό γενεών ανά έτος, ταχύτητα ανάπτυξης, αντοχή σε ασθένειες και προσαρμογή σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες. Περισσότερες από χίλιες εξημερωμένες γενετικές γραμμές έχουν αναφερθεί διεθνώς.

Από το άγριο Bombyx mandarina στο εξημερωμένο Bombyx mori

Η μακροχρόνια εξημέρωση επέφερε βαθιές αλλαγές. Σε σύγκριση με τον άγριο συγγενή του, το εξημερωμένο B. mori παρουσιάζει χαρακτηριστικά που ευνοούν την εκτροφή από τον άνθρωπο, όπως μεγαλύτερη ανοχή στον συνωστισμό και στον χειρισμό, μεταβολές στην ανάπτυξη και σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας του κουκουλιού. Οι ενήλικες μορφές των περισσότερων εξημερωμένων φυλών έχουν χάσει την αποτελεσματική ικανότητα πτήσης.

Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα τεχνητής επιλογής: ένα λεπιδόπτερο μεταμορφώθηκε μέσα από χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης εκτροφής σε οργανισμό εξαιρετικά προσαρμοσμένο σε ένα ανθρωπογενές περιβάλλον.

Περιγραφή του ενήλικου

Το ενήλικο Bombyx mori είναι σχετικά εύρωστη, τριχωτή νυχτοπεταλούδα. Συνήθως έχει υπόλευκο έως κρεμ χρωματισμό, αν και η εμφάνιση μπορεί να διαφέρει μεταξύ φυλών. Το σώμα είναι πυκνά καλυμμένο με τρίχες και οι πτέρυγες είναι σχετικά πλατιές.

Τα θηλυκά είναι συνήθως ογκωδέστερα, ιδιαίτερα όταν η κοιλιά είναι γεμάτη αυγά. Τα αρσενικά διακρίνονται μεταξύ άλλων από τις περισσότερο ανεπτυγμένες, πτεροειδείς κεραίες, οι οποίες είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές στην ανίχνευση της φερομόνης του θηλυκού.

Το ενήλικο στάδιο έχει εντελώς διαφορετικό βιολογικό ρόλο από την προνύμφη: η προνύμφη είναι το στάδιο έντονης διατροφής και ανάπτυξης, ενώ το ενήλικο είναι προσανατολισμένο κυρίως στην αναπαραγωγή.

Διατροφή – η στενή σχέση με τη μουριά

Η διατροφή των προνυμφών συνδέεται πρωτίστως με τις μουριές (Morus), και ιδιαίτερα με τη λευκή μουριά, Morus alba. Η στενή αυτή σχέση μεταξύ μεταξοσκώληκα και μουριάς αποτέλεσε τη βιολογική βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η σηροτροφία.

Η Morus alba είναι ασιατικής προέλευσης και εισήχθη στην Κύπρο. Η παρουσία μουριών στο νησί συνδέεται ιστορικά και με τη σηροτροφία, καθώς τα φύλλα τους χρησιμοποιούνταν για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων. Η οικογένεια Moraceae στην Κύπρο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις καλλιεργούμενες ή εγκλιματισμένες Morus alba και Morus nigra.

**Οικογένεια Moraceae στην Κύπρο – Moraceae Family in Cyprus**

Ο πλήρης κύκλος ζωής

Το Bombyx mori είναι ολομετάβολο έντομο και περνά από τέσσερα θεμελιώδη στάδια:

αυγό → προνύμφη (μεταξοσκώληκας) → νύμφη μέσα στο κουκούλι → ενήλικη νυχτοπεταλούδα.

Η προνυμφική περίοδος διαρκεί συνήθως περίπου 25–30 ημέρες, αν και η συνολική διάρκεια κάθε σταδίου εξαρτάται από τη φυλή, τη θερμοκρασία, τη φωτοπερίοδο, τη διατροφή και τις συνθήκες εκτροφής.

Αυγό

Μετά το ζευγάρωμα, το θηλυκό αποθέτει μεγάλο αριθμό μικρών αυγών. Στις φυλές με διάπαυση, η ανάπτυξη του εμβρύου μπορεί να ανασταλεί και τα αυγά να παραμένουν σε κατάσταση διάπαυσης μέχρι να επικρατήσουν κατάλληλες συνθήκες.

Ο αριθμός των γενεών ανά έτος αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό των διαφορετικών φυλών. Παραδοσιακά διακρίνονται σε μονοβολτινικές, διβολτινικές και πολυβολτινικές, ανάλογα με το αν ολοκληρώνουν μία, δύο ή περισσότερες γενεές αντίστοιχα μέσα σε ένα έτος. Η διάπαυση των αυγών αποτελεί βασική προσαρμογή που σχετίζεται με αυτόν τον εποχικό κύκλο, και σύγχρονες γονιδιωματικές μελέτες έχουν εξετάσει τη γενετική της βάση.

Εκκόλαψη και νεαρή προνύμφη

Με την εκκόλαψη εμφανίζεται μια πολύ μικρή προνύμφη, αρκετά διαφορετική στην εμφάνιση από τον μεγάλο, υπόλευκο μεταξοσκώληκα των τελευταίων σταδίων. Αμέσως αρχίζει η διατροφή με τρυφερά φύλλα μουριάς.

Η διατροφή αποτελεί την κυρίαρχη δραστηριότητα της προνυμφικής ζωής. Καθώς μεγαλώνει, η προνύμφη καταναλώνει ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες φυλλώματος και αυξάνει εντυπωσιακά το μέγεθος και τη μάζα της.

Τα πέντε προνυμφικά στάδια και οι τέσσερις εκδύσεις

Η ανάπτυξη του μεταξοσκώληκα πραγματοποιείται συνήθως μέσα από πέντε προνυμφικά στάδια (instars), τα οποία χωρίζονται από τέσσερις εκδύσεις.

Ο εξωσκελετός των εντόμων δεν μπορεί να μεγαλώνει συνεχώς. Έτσι, όταν η προνύμφη φτάσει στο όριο που επιτρέπει το παλιό της περίβλημα, διακόπτει προσωρινά τη διατροφή, προετοιμάζεται για έκδυση και αποβάλλει τον παλιό εξωσκελετό.

Με κάθε έκδυση εισέρχεται στο επόμενο στάδιο και συνεχίζει την ταχεία ανάπτυξή της. Το πέμπτο και τελευταίο προνυμφικό στάδιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την παραγωγή μεταξιού, καθώς τότε η προνύμφη καταναλώνει μεγάλες ποσότητες φύλλων και οι μεταξογόνοι αδένες αναπτύσσονται εντυπωσιακά.

Οι μεταξογόνοι αδένες

Το μετάξι παράγεται από ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο ζεύγος μεταξογόνων αδένων της προνύμφης. Οι αδένες αυτοί είναι τροποποιημένοι χειλικοί/σιελογόνοι αδένες και κατά το τελευταίο προνυμφικό στάδιο καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος του σώματος.

Οι κύριες πρωτεϊνικές συνιστώσες του μεταξιού είναι η φιβροΐνη (fibroin), που αποτελεί τον βασικό δομικό πυρήνα της ίνας, και η σερικίνη (sericin), η οποία λειτουργεί ως συγκολλητικό υλικό γύρω από τις ίνες φιβροΐνης.

Το υγρό πρωτεϊνικό υλικό εξέρχεται από τον μεταξογόνο μηχανισμό και στερεοποιείται σχηματίζοντας τη χαρακτηριστική συνεχή ίνα.

Η κατασκευή του κουκουλιού

Όταν η ώριμη προνύμφη ολοκληρώσει την ανάπτυξή της, σταματά να τρέφεται και αναζητά κατάλληλο σημείο για να κατασκευάσει το κουκούλι. Στερεώνει αρχικά μεταξωτές ίνες στο γύρω υπόστρωμα και στη συνέχεια, με συνεχείς επαναλαμβανόμενες κινήσεις του κεφαλιού, δημιουργεί γύρω από το σώμα της ένα ολοένα πυκνότερο προστατευτικό περίβλημα.

Το κουκούλι του μεταξοσκώληκα αποτελείται από μία εξαιρετικά μεγάλη συνεχή μεταξωτή ίνα. Η παλιά καταγραφή του Biodiversity of Cyprus αναφέρει μήκος περίπου 300–900 m ανά κουκούλι.

Το κουκούλι δεν δημιουργείται για ανθρώπινη χρήση· βιολογικά αποτελεί προστατευτική κατασκευή μέσα στην οποία πραγματοποιείται ένα από τα πλέον ευάλωτα στάδια της ζωής του εντόμου.

Νύμφωση

Μέσα στο ολοκληρωμένο κουκούλι η προνύμφη μεταμορφώνεται σε νύμφη. Εξωτερικά φαίνεται σχεδόν ακίνητη, αλλά στο εσωτερικό πραγματοποιείται η εκτεταμένη αναδιοργάνωση των ιστών που χαρακτηρίζει την πλήρη μεταμόρφωση των Λεπιδόπτερων.

Κατά τη μεταμόρφωση δημιουργούνται οι δομές του ενήλικου εντόμου: πτέρυγες, κεραίες, αναπαραγωγικό σύστημα και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της νυχτοπεταλούδας.

Έξοδος της ενήλικης νυχτοπεταλούδας

Εάν το κουκούλι δεν χρησιμοποιηθεί για παραγωγή συνεχούς μεταξωτής ίνας, ολοκληρώνεται η μεταμόρφωση και το ενήλικο τελικά εξέρχεται.

Για να βγει από το κουκούλι, το έντομο διασπά τοπικά τη μεταξωτή κατασκευή. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό για τον κύκλο ζωής του, αλλά κόβει τη μακριά συνεχή ίνα σε μικρότερα τμήματα και επομένως μειώνει σημαντικά την αξία του κουκουλιού για την παραδοσιακή αναπήνιση μεταξιού. Αυτός είναι ο λόγος που στην εμπορική σηροτροφία τα κουκούλια που προορίζονται για παραγωγή συνεχούς νήματος υποβάλλονται σε διαδικασία που θανατώνει τη νύμφη πριν εξέλθει το ενήλικο.

Ζευγάρωμα και αναπαραγωγή

Μετά την εμφάνιση των ενηλίκων, τα θηλυκά απελευθερώνουν τη σεξουαλική φερομόνη bombykol. Τα αρσενικά διαθέτουν πολύ ανεπτυγμένες πτεροειδείς κεραίες, οι οποίες φέρουν πολυάριθμους οσφρητικούς αισθητήρες και τους επιτρέπουν να ανιχνεύουν τη φερομόνη.

Το Bombyx mori έχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της χημικής οικολογίας: το bombykol αποτέλεσε την πρώτη φερομόνη εντόμου που ταυτοποιήθηκε χημικά.

Μετά τον εντοπισμό του θηλυκού πραγματοποιείται το ζευγάρωμα και ακολουθεί η ωοτοκία, ολοκληρώνοντας τον κύκλο ζωής.

Μονοβολτινικές, διβολτινικές και πολυβολτινικές φυλές

Η μακραίωνη εκτροφή σε διαφορετικές περιοχές δημιούργησε φυλές προσαρμοσμένες σε διαφορετικά κλίματα και παραγωγικά συστήματα.

Οι μονοβολτινικές φυλές παράγουν μία γενεά ετησίως και συνδέονται ιδιαίτερα με εύκρατες περιοχές. Οι διβολτινικές μπορούν να παράγουν δύο γενεές, ενώ οι πολυβολτινικές, που σχετίζονται κυρίως με θερμότερα και τροπικά κλίματα, μπορούν να ολοκληρώνουν περισσότερες γενεές.

Η διάπαυση, η θερμοκρασία και η φωτοπερίοδος αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που ρυθμίζουν τον ετήσιο κύκλο.

Η σηροτροφία

Η σηροτροφία είναι η οργανωμένη εκτροφή μεταξοσκωλήκων με σκοπό την παραγωγή μεταξιού. Προϋποθέτει όχι μόνο τη διατήρηση των εντόμων αλλά και την καλλιέργεια ή εξασφάλιση μεγάλης ποσότητας κατάλληλων φύλλων μουριάς.

Η επιτυχία της εκτροφής εξαρτάται από την ποιότητα των φύλλων, τη θερμοκρασία, την υγρασία, τον αερισμό, την υγιεινή του χώρου και την προστασία από παθογόνους οργανισμούς. Η τεράστια ποσότητα φυλλώματος που καταναλώνουν οι προνύμφες προς το τέλος της ανάπτυξής τους καθιστά τη σταθερή παροχή μουρόφυλλων καθοριστικό παράγοντα.

Από το κουκούλι στο μετάξι

Μετά τη συλλογή, τα κουκούλια που προορίζονται για παραγωγή συνεχούς μεταξωτής ίνας υποβάλλονται σε επεξεργασία πριν προλάβει να εξέλθει η νυχτοπεταλούδα. Στη συνέχεια χρησιμοποιείται θερμό νερό για να μαλακώσει η σερικίνη και να καταστεί δυνατή η εύρεση και το ξετύλιγμα της ίνας.

Επειδή μία μεμονωμένη ίνα είναι εξαιρετικά λεπτή, ίνες από περισσότερα κουκούλια συνδυάζονται κατά την αναπήνιση για τη δημιουργία νήματος κατάλληλου για περαιτέρω επεξεργασία και ύφανση.

Ηθική διάσταση της παραδοσιακής παραγωγής μεταξιού

Η συμβατική παραγωγή συνεχούς μεταξωτής ίνας προϋποθέτει συνήθως τη θανάτωση της νύμφης πριν το ενήλικο ανοίξει το κουκούλι. Για τον λόγο αυτό η σηροτροφία έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης σχετικά με την ευζωία των ζώων.

Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι στις οποίες επιτρέπεται πρώτα η έξοδος του ενήλικου, όμως επειδή η ίνα έχει πλέον κοπεί, το υλικό δεν έχει τις ίδιες ιδιότητες με το παραδοσιακό συνεχές μετάξι.

Ο μεταξοσκώληκας στην Κύπρο

Η παρουσία του Bombyx mori στην Κύπρο είναι ανθρωπογενής και συνδέεται με την εκτροφή του και τη χρήση της μουριάς. Δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται όπως ένα αυτοφυές άγριο είδος της κυπριακής πανίδας. Πρόκειται για πλήρως εξημερωμένο έντομο του οποίου η παρουσία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον άνθρωπο. Η παλιά ανάρτηση του Biodiversity of Cyprus τεκμηριώνει τόσο την εκτροφή όσο και την κυπριακή λαϊκή ονομασία «καματερόν».

Η ιστορική παρουσία της λευκής μουριάς στην Κύπρο συνδέεται επίσης με τη σηροτροφία. Στον οργανωμένο κατάλογο της οικογένειας Moraceae του Biodiversity of Cyprus, η Morus alba καταγράφεται ως ξενικό ή εγκλιματισμένο taxon και επισημαίνεται ειδικά η ιστορική χρήση των φύλλων της για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων.

Ασθένειες και ευαισθησία στην εκτροφή

Οι μεταξοσκώληκες μπορούν να προσβληθούν από ιούς, βακτήρια, μύκητες και μικροσπορίδια. Επειδή στη σηροτροφία μεγάλος αριθμός προνυμφών εκτρέφεται σε περιορισμένο χώρο, η υγιεινή και ο έλεγχος των συνθηκών είναι κρίσιμης σημασίας.

Ιστορικά, οι ασθένειες του μεταξοσκώληκα είχαν τεράστιες οικονομικές συνέπειες για περιοχές που εξαρτώνταν από τη σηροτροφία και αποτέλεσαν σημαντικό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.

Οικονομική και πολιτιστική σημασία

Λίγα έντομα επηρέασαν τον ανθρώπινο πολιτισμό όσο ο μεταξοσκώληκας. Το μετάξι έγινε πολύτιμο εμπορικό αγαθό και συνέβαλε στις εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική σημασία του αποτυπώνεται ακόμη και στην ονομασία του Δρόμου του Μεταξιού.

Η σηροτροφία επηρέασε την αγροτική οικονομία, την καλλιέργεια της μουριάς, την υφαντουργία, την ενδυμασία, τις οικοτεχνικές δραστηριότητες και το διεθνές εμπόριο.

Το Bombyx mori ως οργανισμός-μοντέλο

Η σημασία του είδους σήμερα υπερβαίνει κατά πολύ την παραγωγή μεταξιού. Το Bombyx mori αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οργανισμούς-μοντέλα για τη βιολογία των Λεπιδόπτερων.

Πλεονεκτήματά του είναι η σχετικά εύκολη εκτροφή, το μεγάλο μέγεθος των προνυμφών, ο σύντομος κύκλος γενεάς, η μεγάλη παραγωγή απογόνων, οι πολυάριθμες γενετικές γραμμές και μεταλλάξεις και η δυνατότητα πειραματικού χειρισμού.

Έχει χρησιμοποιηθεί για έρευνα στη γενετική, τη φυσιολογία των εντόμων, τις ορμόνες, τη μεταμόρφωση, τη νευροβιολογία, την ανοσία, τη βιολογία των φερομονών, την παραγωγή μεταξιού και τη μοριακή βιολογία.

Γονιδίωμα και σύγχρονη γενετική έρευνα

Το Bombyx mori υπήρξε από τα πρώτα Λεπιδόπτερα των οποίων το γονιδίωμα μελετήθηκε σε μεγάλη κλίμακα. Σύγχρονη υψηλής ποιότητας telomere-to-telomere συναρμολόγηση του γονιδιώματος έχει μέγεθος περίπου 450 εκατομμύρια ζεύγη βάσεων, οργανωμένα σε 28 χρωμοσώματα, και περιλαμβάνει περισσότερα από 18.000 προβλεπόμενα πρωτεϊνοκωδικά γονίδια.

Μεγάλης κλίμακας γονιδιωματικές μελέτες έχουν πλέον εξετάσει εκατοντάδες φυλές και γενετικές γραμμές, αποκαλύπτοντας γονίδια και γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με την εξημέρωση, την απόδοση και λεπτότητα του μεταξιού, τη διάπαυση και άλλους σημαντικούς χαρακτήρες.

Βιοτεχνολογία και βιοϊατρική

Ο μεταξοσκώληκας χρησιμοποιείται πλέον και ως βιοτεχνολογική πλατφόρμα. Η δυνατότητα γενετικού μετασχηματισμού του επιτρέπει την έκφραση ξένων πρωτεϊνών, ενώ οι μεταξογόνοι αδένες μπορούν να αξιοποιηθούν ως βιολογικά συστήματα παραγωγής πρωτεϊνών και νέων βιοϋλικών.

Οι πρωτεΐνες του μεταξιού, ιδιαίτερα η fibroin, μελετώνται επίσης ως βιοϋλικά λόγω των μηχανικών και βιολογικών ιδιοτήτων τους.

Επικινδυνότητα για τον άνθρωπο

Το Bombyx mori δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Η προνύμφη δεν διαθέτει κεντρί ή δηλητηριώδη μηχανισμό και δεν είναι επιθετική. Το ενήλικο επίσης δεν κεντρίζει και δεν αποτελεί απειλή.

Η άμεση επαφή στο πλαίσιο της συνηθισμένης εκτροφής θεωρείται γενικά ακίνδυνη. Όπως όμως συμβαίνει με διάφορα έντομα και ζωικά προϊόντα, επαγγελματική ή επαναλαμβανόμενη έκθεση σε σκόνη, λέπια, εκκρίσεις ή άλλα βιολογικά υλικά μπορεί σε ευαίσθητα άτομα να συνδέεται με αλλεργική ευαισθητοποίηση.

Κατάσταση διατήρησης

Η έννοια της κατάστασης διατήρησης έχει περιορισμένη εφαρμογή στο Bombyx mori, επειδή πρόκειται για πλήρως εξημερωμένο οργανισμό που διατηρείται από τον άνθρωπο σε τεράστιο αριθμό γενετικών γραμμών. Δεν πρέπει να συγχέεται η κατάσταση του εξημερωμένου B. mori με εκείνη άγριων συγγενικών πληθυσμών. Σε διαθέσιμες πηγές εμφανίζεται ως Not Evaluated στην IUCN.

Ταξινομική ιστορία

Ο Carl Linnaeus περιέγραψε το είδος το 1758 με το όνομα Phalaena mori. Το αποδεκτό σύγχρονο όνομα είναι Bombyx mori (Linnaeus, 1758). Η χρήση παρενθέσεων γύρω από το όνομα του συγγραφέα και το έτος δηλώνει ότι το είδος περιγράφηκε αρχικά σε διαφορετικό γένος από εκείνο στο οποίο κατατάσσεται σήμερα.

Η στενή σχέση του με το Bombyx mandarina είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της εξελικτικής και εξημερωτικής ιστορίας του. Σύγχρονες γενετικές και γονιδιωματικές μελέτες έχουν εξετάσει εκτενώς τη διαφοροποίηση των εξημερωμένων και άγριων πληθυσμών.

Ταξινομία

Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Arthropoda
Κλάση: Insecta
Τάξη: Lepidoptera
Υπεροικογένεια: Bombycoidea
Οικογένεια: Bombycidae
Υποοικογένεια: Bombycinae
Γένος: Bombyx
Είδος: Bombyx mori (Linnaeus, 1758)
Αρχικός συνδυασμός: Phalaena mori Linnaeus, 1758
Αγγλικά κοινά ονόματα: Silkworm, Domestic silkworm, Silk moth
Ελληνικό κοινό όνομα: Μεταξοσκώληκας
Κυπριακή ονομασία: Καματερόν
Κατάσταση: πλήρως εξημερωμένο είδος, εξαρτώμενο από τον άνθρωπο
Κύριο φυτό τροφής: Morus alba και άλλες μουριές (Morus spp.)
IUCN: Not Evaluated (NE)

Πηγές

Biodiversity of Cyprus – Silkworm – Bombyx mori – Μεταξοσκώληκας – Καματερόν

NCBI Taxonomy – Bombyx mori

Annual Review of Entomology – The Genetics and Genomics of the Silkworm, Bombyx mori

High-resolution silkworm pan-genome – Nature Communications/PMC

Complete Resequencing of 40 Genomes Reveals Domestication Events and Genes in Silkworm

The T2T Genome of the Domesticated Silkworm Bombyx mori

Silkworm: A Promising Model Organism in Life Science




























































































Silkworm – Bombyx mori (Linnaeus, 1758) – Life Cycle – Cyprus

Text and photos: George Konstantinou

The silkworm – one of the most important domesticated insects in human history

The silkworm, Bombyx mori (Linnaeus, 1758), is the domesticated moth responsible for most natural silk produced for human use. It belongs to the family Bombycidae, and its association with humans has become so close through thousands of years of domestication that domestic B. mori is essentially dependent on human care for its survival and reproduction. Artificial selection profoundly altered its behaviour, morphology, silk production and many other characteristics.

Its enormous economic, historical and cultural importance arises primarily from sericulture, the rearing of silkworms for silk. At the same time, B. mori has become one of the principal model organisms for Lepidoptera and is widely used in genetics, genomics, physiology, developmental biology, immunology and biotechnology.

Traditional names in Cyprus – Kamateron and poumpouria

In Cyprus the silkworm is traditionally also known as kamateron (καματερόν). The earlier Biodiversity of Cyprus account relates this name to the Greek word kamatos, meaning toil or laborious work, referring to the silkworm's continuous activity and production of silk.

The same Cypriot account records poumpouria (πουμπουρία) as a name for the adult moth emerging from the cocoon. It also preserves an interesting traditional practice: dead poumpouria remaining after cocoons had been boiled were stored and subsequently used as fishing bait.

Origin and domestication

Bombyx mori arose through domestication from Asian wild silkworm populations closely related to Bombyx mandarina. Domestication occurred in China and the species has been associated with humans for more than 5,000 years. Modern genomic research confirms the extremely close evolutionary relationship between B. mori and B. mandarina, although the detailed demographic history of domestication is complex and remains an active field of research.

Thousands of years of artificial selection produced numerous breeds and genetic lines differing in cocoon colour and morphology, silk yield and quality, voltinism, developmental rate, disease resistance and climatic adaptation. More than a thousand domesticated lines have been reported worldwide.

From wild Bombyx mandarina to domestic Bombyx mori

Long-term domestication caused profound changes. Compared with its wild relative, domestic B. mori shows characteristics favourable to human husbandry, including greater tolerance of crowding and handling, altered growth characteristics and greatly enhanced cocoon productivity. Adults of most domestic breeds have lost effective flight ability.

It therefore represents an extraordinary example of artificial selection transforming a lepidopteran into an organism highly adapted to a human-controlled environment.

Adult description

The adult Bombyx mori is a robust, hairy moth, usually whitish to cream, although appearance varies among breeds. The body is densely hairy and the wings are relatively broad.

Females are generally bulkier, particularly when their abdomen is filled with eggs. Males can be distinguished partly by their more strongly developed, feathery antennae, which are extraordinarily efficient at detecting the female sex pheromone.

The adult has a fundamentally different biological role from the larva. The caterpillar is the principal feeding and growth stage, whereas the adult is primarily devoted to reproduction.

Food plant – the intimate association with mulberry

Larval feeding is primarily associated with mulberries (Morus), particularly white mulberry, Morus alba. This intimate biological relationship between silkworm and mulberry formed the foundation upon which sericulture developed.

Morus alba originated in Asia and was introduced into Cyprus. Mulberry cultivation on the island was historically associated with sericulture because the leaves were used to feed silkworms. The Cypriot Moraceae flora includes the cultivated or naturalized Morus alba and Morus nigra.

**Moraceae Family in Cyprus – Οικογένεια Moraceae στην Κύπρο**

Complete life cycle

Bombyx mori is a holometabolous insect and passes through four fundamental stages:

egg → larva (silkworm) → pupa within the cocoon → adult moth.

The larval period typically lasts approximately 25–30 days, although the duration of each stage varies according to breed, temperature, photoperiod, nutrition and rearing conditions.

Egg

After mating, the female lays numerous small eggs. In diapause strains, embryonic development can become arrested, allowing eggs to remain dormant until appropriate environmental conditions occur.

The number of generations per year is an important characteristic of different silkworm breeds. They are traditionally categorized as univoltine, bivoltine and multivoltine according to whether they produce one, two or multiple generations annually. Egg diapause is central to this seasonal life-history system, and modern genomic studies have investigated its genetic basis.

Hatching and young larva

Upon hatching, a tiny larva emerges, markedly different in appearance from the large whitish silkworm of the later stages. It immediately begins feeding on tender mulberry leaves.

Feeding dominates larval life. As development proceeds, the caterpillar consumes progressively larger quantities of foliage and undergoes a dramatic increase in size and mass.

Five larval instars and four moults

Silkworm development normally proceeds through five larval instars, separated by four moults.

Because the insect exoskeleton cannot expand indefinitely, the caterpillar periodically stops feeding, prepares to moult and sheds its old cuticle. Following each moult it enters the next instar and resumes rapid growth.

The fifth and final instar is particularly important for silk production. Food consumption becomes very high and the silk glands develop enormously.

Silk glands

Silk is produced by a highly developed pair of silk glands, which are modified labial glands. During the final larval stage they occupy a substantial proportion of the body.

The principal protein components are fibroin, forming the structural core of the fibre, and sericin, which surrounds and binds the fibroin filaments.

Liquid silk material passes through the spinning apparatus and solidifies to form the characteristic continuous fibre.

Cocoon construction

Once mature, the caterpillar stops feeding and searches for a suitable place to spin. It initially anchors silk to the surrounding structure and then repeatedly moves its head while laying down an increasingly dense envelope around itself.

A silkworm cocoon consists of an exceptionally long continuous silk filament. The earlier Biodiversity of Cyprus account gives a range of approximately 300–900 m for a cocoon.

Biologically, the cocoon is not produced for human use; it is a protective structure within which one of the most vulnerable phases of metamorphosis occurs.

Pupation

Inside the completed cocoon, the larva transforms into a pupa. Although externally almost motionless, extensive tissue reorganisation takes place internally as part of complete metamorphosis.

Adult structures including wings, antennae and the reproductive system develop during this stage.

Adult emergence

If the cocoon is not harvested for continuous silk, metamorphosis is completed and the adult eventually emerges.

To escape, the moth disrupts part of the silk structure. This is entirely natural for the insect but breaks the long continuous filament into shorter lengths, greatly reducing its suitability for traditional silk reeling. Consequently, in conventional sericulture, cocoons intended for continuous filament production are treated so that the pupa is killed before adult emergence.

Mating and reproduction

Female moths release the sex pheromone bombykol. Males possess highly developed plumose antennae carrying numerous olfactory receptors that enable them to detect this chemical signal.

Bombyx mori occupies a special place in the history of chemical ecology because bombykol was the first insect pheromone to be chemically identified.

Mating follows location of the female, after which egg laying completes the reproductive cycle.

Univoltine, bivoltine and multivoltine breeds

Long-term rearing in different regions produced breeds adapted to different climates and production systems.

Univoltine breeds produce one generation annually and are particularly associated with temperate regions. Bivoltine breeds can produce two generations, whereas multivoltine breeds, particularly associated with warmer and tropical climates, can produce several generations.

Diapause, temperature and photoperiod are important regulators of these annual cycles.

Sericulture

Sericulture is the organised rearing of silkworms for silk production. It requires not only maintaining the insects but also cultivating or obtaining large quantities of suitable mulberry foliage.

Successful rearing depends on leaf quality, temperature, humidity, ventilation, hygiene and disease prevention. The enormous quantity of foliage consumed during late larval development makes a reliable supply of mulberry leaves essential.

From cocoon to silk

After collection, cocoons intended for continuous filament production are processed before adult emergence. Hot water is subsequently used to soften the sericin and facilitate locating and unwinding the filament.

Because an individual silk filament is extremely fine, filaments from several cocoons are reeled together to produce a thread suitable for further processing and weaving.

Ethical aspects of conventional silk production

Conventional continuous-filament silk production normally involves killing the pupa before the adult opens the cocoon. For this reason, sericulture has been discussed in relation to animal-welfare considerations.

Alternative methods allow adult emergence before silk processing, but because the continuous filament has already been broken, the resulting material differs from conventionally reeled silk.

The silkworm in Cyprus

The occurrence of Bombyx mori in Cyprus is anthropogenic and associated with its cultivation and the use of mulberry trees. It should therefore not be treated in the same way as a native wild member of the Cypriot fauna. It is a fully domesticated insect whose occurrence is directly associated with humans. The earlier Biodiversity of Cyprus account documents both its husbandry and the traditional Cypriot name kamateron.

The historical presence of white mulberry in Cyprus is also associated with sericulture. The Biodiversity of Cyprus Moraceae checklist records Morus alba as an alien or naturalized taxon and specifically notes the historical use of its leaves for silkworm rearing.

Diseases and vulnerability in culture

Silkworms are susceptible to viral, bacterial, fungal and microsporidian diseases. Because large numbers of larvae may be maintained close together in sericulture, sanitation and environmental management are particularly important.

Historically, silkworm diseases had major economic consequences in regions dependent upon silk production and became important subjects of scientific investigation.

Economic and cultural importance

Few insects have influenced human civilisation as profoundly as the silkworm. Silk became a highly valuable commodity and contributed to commercial and cultural exchange between East and West. Its historical importance is reflected in the very name of the Silk Road.

Sericulture influenced rural economies, mulberry cultivation, textile production, clothing, household industries and international commerce.

Bombyx mori as a model organism

The importance of B. mori now extends far beyond silk production. It is one of the major model organisms for lepidopteran biology.

Its advantages include comparatively easy laboratory culture, large larvae, a short generation time, large progeny size, numerous genetic strains and mutations, and experimental tractability.

It has contributed to research on genetics, insect physiology, hormones, metamorphosis, neurobiology, immunity, pheromone biology, silk production and molecular biology.

Genome and modern genetic research

Bombyx mori was among the earliest Lepidoptera subjected to large-scale genome research. A recent high-quality telomere-to-telomere genome assembly contains approximately 450 million base pairs across 28 chromosomes and annotates more than 18,000 protein-coding genes.

Large-scale genomic projects have examined hundreds of breeds and genetic stocks, identifying genes and variants associated with domestication, silk yield and fineness, egg diapause and other economically or biologically important characteristics.

Biotechnology and biomedical applications

The silkworm is increasingly used as a biotechnology platform. Genetic transformation allows expression of foreign proteins, while its silk glands can be exploited as biological systems for producing proteins and novel biomaterials.

Silk proteins, particularly fibroin, are also extensively investigated as biomaterials because of their mechanical and biological properties.

Risk to humans

Bombyx mori is not dangerous to humans. The caterpillar has no sting or venom apparatus and is non-aggressive. The adult likewise does not sting and poses no direct threat.

Ordinary contact during rearing is generally harmless. As with various insects and animal-derived materials, however, repeated occupational exposure to dust, scales, secretions or other biological material can cause allergic sensitisation in susceptible individuals.

Conservation status

Conservation assessment has limited relevance to Bombyx mori because it is a completely domesticated organism maintained by humans in a vast number of genetic lines. Its status should not be confused with that of wild related populations. Available sources list it as Not Evaluated by the IUCN.

Taxonomic history

Carl Linnaeus described the species in 1758 as Phalaena mori. Its currently accepted name is Bombyx mori (Linnaeus, 1758). Parentheses around the author's name and year indicate that the species was originally described in a genus different from its current one.

Its close relationship with Bombyx mandarina is central to understanding its evolutionary and domestication history. Modern genetic and genomic studies have extensively investigated differentiation between domestic and wild silkworm populations.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Insecta
Order: Lepidoptera
Superfamily: Bombycoidea
Family: Bombycidae
Subfamily: Bombycinae
Genus: Bombyx
Species: Bombyx mori (Linnaeus, 1758)
Original combination: Phalaena mori Linnaeus, 1758
English common names: Silkworm, Domestic silkworm, Silk moth
Greek common name: Μεταξοσκώληκας
Cypriot name: Καματερόν
Status: fully domesticated species dependent on humans
Principal food plant: Morus alba and other Morus species
IUCN: Not Evaluated (NE)

Sources

Biodiversity of Cyprus – Silkworm – Bombyx mori – Μεταξοσκώληκας – Καματερόν

NCBI Taxonomy – Bombyx mori

Annual Review of Entomology – The Genetics and Genomics of the Silkworm, Bombyx mori

High-resolution silkworm pan-genome

Complete Resequencing of 40 Genomes Reveals Domestication Events and Genes in Silkworm

The T2T Genome of the Domesticated Silkworm Bombyx mori

Silkworm: A Promising Model Organism in Life Science