Translate

Sunday, 1 November 2026

Ευκάλυπτοι – Eucalyptus και Corymbia – Καταγωγή, είδη, καλλιέργεια, χρήσεις και η ιστορία της εισαγωγής τους στην Κύπρο - Eucalypts – Eucalyptus and Corymbia – Origins, Species, Cultivation, Uses and Their Introduction to Cyprus

 See also

Flora of Cyprus - ORGANIZED LINKS - Χλωρίδα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ Κεντρική πύλη προς τους καταλόγους, τα άρθρα και τις φωτογραφικές ενότητες της κυπριακής χλωρίδας. / Central gateway to catalogues, articles and photographic sections on Cyprus flora.

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο

Photos George Konstantinou 

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Οι ευκάλυπτοι αποτελούν σήμερα γνώριμο στοιχείο του κυπριακού τοπίου. Ψηλά δέντρα με αρωματικά φύλλα, χαρακτηριστικούς κορμούς και άνθη γεμάτα στήμονες συναντώνται σε πάρκα, δεντροστοιχίες, αγροτικές περιοχές και παλιές φυτείες. Παρότι η παρουσία τους έχει συνδεθεί με τις αναμνήσεις και την καθημερινότητα πολλών γενεών, δεν είναι ιθαγενή δέντρα της Κύπρου. Η εξάπλωσή τους στο νησί συνδέεται ιδιαίτερα με τη βρετανική διοίκηση, τις προσπάθειες βελτίωσης των υγειονομικών συνθηκών και την αναζήτηση ταχυαυξών δέντρων για σκιά, ξυλεία και φυτεύσεις στις πεδινές περιοχές.

Καταγωγή και φυσική εξάπλωση

Η μεγάλη πλειονότητα των ευκαλύπτων κατάγεται από την Αυστραλία, όπου αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο πολλών δασών και αραιών δενδρωδών σχηματισμών. Υπάρχουν είδη προσαρμοσμένα σε υγρά δάση, ορεινά περιβάλλοντα, περιοχές με εποχικές πλημμύρες και ξηρότερες εκτάσεις. Επομένως, η λέξη «ευκάλυπτος» δεν περιγράφει ένα δέντρο με ενιαίες απαιτήσεις, αλλά μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη ομάδα.

Ορισμένα είδη έχουν φυσική εξάπλωση και έξω από την Αυστραλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Eucalyptus deglupta, γνωστός για τον πολύχρωμο φλοιό του, με φυσική εξάπλωση από τις Φιλιππίνες έως την Παπουασία. Πρόκειται για είδος υγρών τροπικών περιοχών, με απαιτήσεις πολύ διαφορετικές από εκείνες των ευκαλύπτων που καλλιεργούνται σε ξηρά μεσογειακά περιβάλλοντα.

Πόσα είδη υπάρχουν και τι σημαίνει το όνομα

Οι ευκάλυπτοι ανήκουν στην οικογένεια Myrtaceae – Μυρτίδες. Με την ευρεία χρήση του όρου περιλαμβάνονται κυρίως τα συγγενικά γένη Eucalyptus, Corymbia και Angophora, τα οποία συνολικά αριθμούν πολλές εκατοντάδες είδη. Ο ακριβής αριθμός μεταβάλλεται με νέες περιγραφές και ταξινομικές αναθεωρήσεις.

Το όνομα Eucalyptus προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «ευ» και «καλυπτός», αναφερόμενο στο κάλυμμα που προστατεύει το άνθος πριν ανοίξει. Το κάλυμμα αυτό, γνωστό ως πώμα ή operculum, αποβάλλεται κατά την άνθηση.

Αρκετά δέντρα που εξακολουθούν να πωλούνται ή να αναφέρονται ως ευκάλυπτοι κατατάσσονται σήμερα στο γένος Corymbia. Τέτοια παραδείγματα είναι η Corymbia citriodora, παλαιότερα Eucalyptus citriodora, και η Corymbia ficifolia, παλαιότερα Eucalyptus ficifolia.

Μορφολογία και αναγνώριση

Οι περισσότεροι ευκάλυπτοι είναι αειθαλή δέντρα ή θάμνοι. Ορισμένοι αναπτύσσουν έναν κυρίαρχο κορμό, ενώ άλλοι σχηματίζουν πολλούς βλαστούς από τη βάση. Το ύψος διαφέρει εντυπωσιακά: από μικρούς θάμνους έως δέντρα που συγκαταλέγονται στα ψηλότερα ανθοφόρα φυτά του κόσμου.

Ο φλοιός μπορεί να είναι λείος και να απολεπίζεται σε λωρίδες ή πλάκες, αλλά και τραχύς, ινώδης ή βαθιά σχισμένος. Τα νεαρά φύλλα συχνά διαφέρουν από τα ενήλικα: μπορεί να είναι πλατύτερα, σχεδόν στρογγυλά και αντίθετα, ενώ τα ώριμα φύλλα γίνονται συνήθως μακρόστενα και εναλλασσόμενα. Οι αδένες αιθέριων ελαίων ευθύνονται για τη χαρακτηριστική οσμή.

Το εντυπωσιακό μέρος του άνθους είναι κυρίως οι πολυάριθμοι στήμονες. Τα άνθη μπορεί να είναι λευκά, κρεμ, κιτρινωπά, ρόδινα, πορτοκαλί ή κόκκινα. Οι καρποί είναι ξυλώδεις κάψες με μικρά σπέρματα. Για αξιόπιστη αναγνώριση χρειάζονται συνδυαστικά ο φλοιός, τα φύλλα, τα μπουμπούκια, η διάταξη των ανθέων και οι ώριμοι καρποί. Το χρώμα των ανθέων από μόνο του συνήθως δεν αρκεί.

Άνθηση, επικονίαση και κύκλος ζωής

Η εποχή άνθησης εξαρτάται από το είδος, το κλίμα και την κατάσταση του δέντρου. Η ομάδα συνολικά περιλαμβάνει είδη που ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές, ενώ ορισμένα μπορούν να παρουσιάζουν παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη άνθηση.

Πολλά είδη προσφέρουν νέκταρ και γύρη και προσελκύουν έντομα και, στις περιοχές της φυσικής τους εξάπλωσης, νεκταροφάγα πουλιά και άλλα ζώα. Μετά την επικονίαση αναπτύσσονται οι κάψες, μέσα στις οποίες ωριμάζουν τα σπέρματα. Η διατήρηση των καρπών πάνω στο δέντρο και ο χρόνος απελευθέρωσης των σπερμάτων διαφέρουν μεταξύ των ειδών.

Ο κύκλος ζωής περιλαμβάνει τη βλάστηση, την εγκατάσταση του νεαρού φυτού, τη νεανική και ενήλικη ανάπτυξη, την άνθηση και την καρποφορία. Η ταχύτητα ανάπτυξης και η ηλικία πρώτης άνθησης δεν είναι ίδιες για όλους τους ευκαλύπτους. Πολλά είδη αναβλαστάνουν μετά από ζημιές, αλλά η ικανότητα αυτή δεν αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό.

Πότε και πώς έφτασαν στην Κύπρο

Η οργανωμένη εισαγωγή και διάδοσή τους τεκμηριώνεται ήδη από την αρχή της βρετανικής διοίκησης, το 1878. Η ιστορία αυτή περιλαμβάνει κρατικές αποφάσεις, προμήθειες φυτών, αποστολές σπόρων και πειραματικές φυτεύσεις.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1878, ο βοτανικός Ferdinand von Mueller, εργαζόμενος στη Βικτώρια της Αυστραλίας, έγραψε στον William Odgers ότι είχε πληροφορηθεί την πρόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να δημιουργήσει εκτεταμένες φυτείες ευκαλύπτων στην Κύπρο. Προσφέρθηκε να διαθέσει σπόρους περίπου 20 ειδών. Οι συνοδευτικές αρχειακές σημειώσεις καταγράφουν ότι η αποστολή εγκρίθηκε και οι σπόροι παραδόθηκαν για προώθηση τον Οκτώβριο του 1878.

Υπάρχει επίσης συγκεκριμένη μαρτυρία για εισαγωγή φυτών μέσω ευρωπαϊκών προμηθειών. Η εφημερίδα Cyprus, στις 24 Ιανουαρίου 1881, δημοσίευσε δικαστική υπόθεση μεταξύ της κυβέρνησης και των E. και J. Mucci της Λάρνακας. Η υπόθεση αφορούσε συμβόλαιο της 21ης Νοεμβρίου 1878 για 10.000 ευκαλύπτους, καθώς και συμφωνία για κυβερνητικό φυτώριο. Στο δημοσίευμα περιλαμβάνεται επιστολή του Μαρτίου 1879 που αναφέρει 5.518 φυτεμένα δέντρα σε κατάσταση ανάπτυξης.

Τα τεκμήρια αυτά δείχνουν ότι η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε μέσα από περισσότερες από μία διαδρομές: σπόρους από βοτανικά δίκτυα και φυτά μέσω εμπορικών προμηθευτών. Η αποστολή σπόρων δεν αποδεικνύει, βέβαια, ότι εγκαταστάθηκαν επιτυχώς όλα τα είδη που περιλάμβανε.

Ποιοι συνέβαλαν στη διάδοσή τους

Κεντρικό ρόλο είχαν η βρετανική αποικιακή διοίκηση και οι δασικές της υπηρεσίες, με τη συνεργασία βοτανικών, τεχνικών και προμηθευτών. Ο Ferdinand von Mueller συνέβαλε στην προσφορά σπόρων, ενώ οι E. και J. Mucci τεκμηριώνονται ως πρώιμοι συμβεβλημένοι προμηθευτές φυτών.

Στη μελέτη και στις δοκιμές ειδών συνδέεται επίσης ο Γάλλος δασολόγος P. G. Madon. Η ιστορική έρευνα καταγράφει τις προσπάθειές του να αξιολογήσει ευκαλύπτους για τις κυπριακές συνθήκες. Η μεταφορά φυτών, όμως, δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με επιτυχία: ψυχροί χειμώνες, ξηρασία και ακατάλληλα εδάφη δυσκόλευαν την εγκατάσταση.

Οι δοκιμές συνεχίστηκαν και αργότερα. Το Τμήμα Δασών καταγράφει πειραματικές φυτείες διαφορετικών ειδών και προελεύσεων, μεταξύ άλλων στον Διόριο, στη Λακοβούναρα, στον Ξερό Πάφου και σε άλλες τοποθεσίες. Το 1954 εκδόθηκε η ειδική μελέτη της Esther F. Chapman, “Cyprus Eucalypts”, για τα είδη που καλλιεργούνταν στο νησί το 1953.

Γιατί φυτεύτηκαν: ελονοσία, σκιά και ξυλεία

Ένα βασικό κίνητρο των πρώτων φυτεύσεων ήταν η βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών. Τον 19ο αιώνα επικρατούσαν ακόμη θεωρίες που συνέδεαν τους πυρετούς με τα «μιάσματα» των ελών. Οι ευκάλυπτοι θεωρούνταν χρήσιμοι τόσο για την απομάκρυνση νερού από υγρά εδάφη μέσω της διαπνοής όσο και για την υποτιθέμενη εξυγίανση της ατμόσφαιρας.

Παράλληλα, η γρήγορη ανάπτυξη ορισμένων ειδών ενθάρρυνε τη χρήση τους για σκιά, ανεμοφράκτες, καυσόξυλα, πασσάλους και άλλες μορφές ξυλείας. Οι πεδινές φυτεύσεις εξυπηρετούσαν περισσότερους από έναν σκοπούς.

Η εξάλειψη της ελονοσίας στην Κύπρο δεν επιτεύχθηκε από τους ευκαλύπτους. Η οργανωμένη εκστρατεία καταπολέμησης των ανωφελών κουνουπιών άρχισε το 1946, με σημαντική συμβολή του Mehmed Aziz και των συνεργατών του. Η επιτυχία της ανακοινώθηκε επίσημα στις 10 Ιανουαρίου 1950. Η φύτευση ενός ευκαλύπτου δεν προστατεύει από τα τσιμπήματα ούτε υποκαθιστά την αντιμετώπιση των εστιών αναπαραγωγής κουνουπιών.

Είδη με τεκμηριωμένη παρουσία στην Κύπρο

ΕίδοςΧαρακτηριστικά και σχέση με την Κύπρο
Eucalyptus camaldulensis Dehnh.River red gum. Μεγάλο δέντρο, φυσικά συνδεδεμένο με ποτάμια συστήματα της Αυστραλίας. Από τους ευρύτερα φυτεμένους ευκαλύπτους στην Κύπρο. Τα άνθη του είναι συνήθως λευκά ή κρεμ· το αγγλικό «red» δεν αναφέρεται στο χρώμα των ανθέων.
Eucalyptus gomphocephala A.Cunn. ex DC.Tuart. Είδος της δυτικής Αυστραλίας, με ιστορική χρήση στην Κύπρο για σκιά, δεντροστοιχίες και ξυλεία. Αντέχει σε ξηρότερες θέσεις και σε κάποιο βαθμό αλατότητας.
Eucalyptus tereticornis Sm.Forest red gum. Αναφέρεται στις ιστορικές κυπριακές φυτεύσεις και με την παλαιότερη ονομασία E. umbellata.
Eucalyptus occidentalis Endl.Περιλαμβάνεται σε ιστορικές φυτεύσεις και μεταγενέστερα δασικά πειράματα, με ενδιαφέρον για ορισμένες δύσκολες εδαφικές συνθήκες.
Eucalyptus sideroxylon A.Cunn. ex WoollsΕίδος με τραχύ, σκούρο φλοιό, καταγεγραμμένο σε παλαιότερες κυπριακές δασικές φυτεύσεις.
Eucalyptus torquata Luehm.Coral gum. Μικρότερο καλλωπιστικό δέντρο, με χαρακτηριστικά μπουμπούκια και συνήθως ρόδινη έως κοραλλί ανθοφορία. Το Τμήμα Δασών διαθέτει ειδικό πρωτόκολλο παραγωγής του.
Eucalyptus grandis W.HillΠεριλαμβάνεται σε τεκμηριωμένες πειραματικές φυτείες του Τμήματος Δασών.
Eucalyptus astringens*, E. brockwayi και *E. sargentiiΚαταγράφονται σε κυπριακές δοκιμές ειδών. Η πειραματική παρουσία τους δεν σημαίνει ότι είναι συνηθισμένα σε όλο το νησί.

Ο κατάλογος είναι ενδεικτικός και δεν αποτελεί πλήρη απογραφή όλων των ιστορικά εισαχθέντων ή σημερινών καλλωπιστικών ευκαλύπτων. Επίσης, καλλιεργούμενο είδος δεν σημαίνει αυτομάτως εγκλιματισμένο ή εισβλητικό είδος.

Άλλα γνωστά είδη και καλλωπιστικές επιλογές

Ο Eucalyptus globulus είναι ιδιαίτερα γνωστός διεθνώς για τη δασική χρήση και την παραγωγή αιθέριου ελαίου. Ο Eucalyptus gunnii χρησιμοποιείται στην κηποτεχνία για το γλαυκό νεανικό φύλλωμα, ενώ η Corymbia citriodora διακρίνεται για τη λεμονώδη οσμή των φύλλων. Η Corymbia ficifolia καλλιεργείται για την εντυπωσιακή ανθοφορία της.

Χρειάζεται διάκριση μεταξύ είδους, υποείδους και καλλιεργούμενης ποικιλίας. Τα διαφορετικά είδη δεν είναι απλώς «ποικιλίες του ίδιου δέντρου». Καλλιεργούμενες επιλογές είναι, για παράδειγμα, η Eucalyptus gunnii AZURA (‘Cagire’) και η SILVERANA (‘Lon40’). Οι εμπορικές ονομασίες δεν εγγυώνται από μόνες τους καταλληλότητα για τις θερμές, ξηρές και συχνά ασβεστολιθικές θέσεις της Κύπρου.

Καλλιέργεια και επιλογή θέσης

Η σωστή επιλογή αρχίζει από την ταυτοποίηση του είδους και το τελικό του μέγεθος. Η αντοχή στην ξηρασία, στον παγετό, στην αλατότητα και στην προσωρινή κατάκλυση διαφέρει σημαντικά. Τα περισσότερα καλλωπιστικά είδη χρειάζονται άφθονο ήλιο και καλή αποστράγγιση.

Τα νεαρά φυτά χρειάζονται νερό κατά την εγκατάσταση, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν το πρώτο κυπριακό καλοκαίρι. Η ανθεκτικότητα ενός ώριμου δέντρου στην ξηρασία δεν σημαίνει ότι ένα νεοφυτεμένο δενδρύλλιο μπορεί να μείνει χωρίς φροντίδα. Η υπερβολική λίπανση δεν είναι αναγκαία και μπορεί να ενθαρρύνει δυσανάλογη βλαστική ανάπτυξη.

Τα μεγαλόσωμα είδη χρειάζονται επαρκή χώρο μακριά από κτίσματα και υποδομές. Η απόσταση φύτευσης καθορίζεται από το είδος, το έδαφος και τη χρήση του χώρου, όχι από έναν ενιαίο κανόνα για όλους τους ευκαλύπτους.

Πολλαπλασιασμός και παραγωγή φυταρίων

Η σπορά αποτελεί βασική μέθοδο πολλαπλασιασμού. Οι ώριμες κάψες συλλέγονται και αφήνονται να ανοίξουν, ώστε να απελευθερωθούν τα σπέρματα. Χρειάζονται καθαρό υπόστρωμα, καλός αερισμός και προσεκτική διαχείριση της υγρασίας.

Για τον Eucalyptus torquata, το κυπριακό πρωτόκολλο του Τμήματος Δασών αναφέρει συλλογή καρπών τον Σεπτέμβριο–Οκτώβριο και σπορά τον Οκτώβριο–Νοέμβριο, χωρίς αναγκαία προμεταχείριση. Αναφέρει επίσης παραγωγή στα φυτώρια Αθαλάσσας και Φασουρίου και παρουσία σε φυτείες της Λευκωσίας, της Λάρνακας και αλλού, σε υψόμετρα 0–300 μέτρων. Αυτά είναι ειδικά στοιχεία για το συγκεκριμένο είδος.

Η αναπαραγωγή από σπόρο δεν διατηρεί πάντοτε πιστά τα χαρακτηριστικά μιας ονομαστικής καλλιεργούμενης ποικιλίας. Για τέτοιες επιλογές απαιτείται κατάλληλο, πιστοποιημένο πολλαπλασιαστικό υλικό.

Κλάδεμα και ασφάλεια

Το κλάδεμα εξαρτάται από τον στόχο: διαμόρφωση νεαρού δέντρου, απομάκρυνση προβληματικών κλάδων ή διατήρηση νεανικού φυλλώματος σε κατάλληλα είδη. Η πρεμνοβλάστηση εφαρμόζεται σε ορισμένους ευκαλύπτους, αλλά δεν αποτελεί ασφαλή γενική συνταγή για κάθε μεγάλο δέντρο.

Οι βαριές επεμβάσεις σε ώριμους κορμούς και βραχίονες χρειάζονται εξειδικευμένη αξιολόγηση. Σε πάρκα, δρόμους και χώρους στάθμευσης έχει σημασία ο τακτικός έλεγχος για ξηρούς κλάδους, ρωγμές, κοιλότητες, σήψεις και προβλήματα στήριξης. Η διατήρηση ενός μεγάλου δέντρου σε ακατάλληλο χώρο με επαναλαμβανόμενες δραστικές κοπές δεν υποκαθιστά τη σωστή αρχική επιλογή.

Χρήσεις

Ξυλεία και ενέργεια: Διαφορετικά είδη παρέχουν ξυλεία για κατασκευές, δάπεδα, έπιπλα, πασσάλους, χαρτοπολτό και καύσιμο. Η πυκνότητα, η ανθεκτικότητα και η συμπεριφορά κατά την ξήρανση διαφέρουν, επομένως δεν είναι όλα κατάλληλα για την ίδια χρήση.

Σκιά και διαμόρφωση χώρων: Χρησιμοποιούνται ως δέντρα πάρκων, ανεμοφράκτες και στοιχεία του αγροτικού τοπίου. Το μέγεθος, η παραγωγή φυλλόστρωσης και η γειτνίαση με υποδομές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Μελισσοκομία: Πολλά είδη αποτελούν αξιόλογες πηγές νέκταρος και γύρης. Η παραγωγή εξαρτάται από το είδος, την ανθοφορία και τις καιρικές συνθήκες.

Αιθέρια έλαια και ανθοδετική: Τα έλαια ορισμένων ειδών χρησιμοποιούνται σε αρωματικά, καλλυντικά και συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα. Το γλαυκό νεανικό φύλλωμα αξιοποιείται στην ανθοδετική. Η χημική σύσταση του ελαίου διαφέρει μεταξύ ειδών και προελεύσεων.

Φαρμακευτικές χρήσεις και προφυλάξεις

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων αναγνωρίζει συγκεκριμένες παραδοσιακές χρήσεις τυποποιημένων παρασκευασμάτων φύλλων και αιθέριου ελαίου ευκαλύπτου για συμπτώματα του κρυολογήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε φύλλο ή σπιτικό εκχύλισμα έχει την ίδια σύνθεση, αποτελεσματικότητα ή ασφάλεια.

Το συμπυκνωμένο αιθέριο έλαιο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση αν καταποθεί, ιδιαίτερα από παιδιά. Η χρήση προϊόντων πρέπει να ακολουθεί τις ενδείξεις και τους ηλικιακούς περιορισμούς τους. Δεν είναι κατάλληλο να χρησιμοποιούνται άγνωστα είδη για αυτοσχέδια θεραπευτικά παρασκευάσματα.

Επίσης, τα αξιολογημένα εντομοαπωθητικά προϊόντα με παράγωγα λεμονώδους ευκαλύπτου δεν ταυτίζονται με ένα απλό αιθέριο έλαιο ή με την παρουσία ενός δέντρου στον κήπο.

Νερό, έδαφος και οικολογική επίδραση

Οι ευκάλυπτοι χρησιμοποιούν νερό μέσω της διαπνοής, όπως όλα τα δέντρα. Σε κατάλληλες συνθήκες, η γρήγορη ανάπτυξη και η μεγάλη φυλλική επιφάνεια μπορούν να συνδέονται με σημαντική κατανάλωση. Η πραγματική επίδραση εξαρτάται από το είδος, την πυκνότητα της φυτείας, τις βροχές, το έδαφος και την πρόσβαση των ριζών σε νερό.

Δεν είναι επιστημονικά ορθό να αποδίδεται γενικά στους ευκαλύπτους η ξηρασία ολόκληρης της Κύπρου. Αντίστοιχα, η τοπική επίδραση μιας πυκνής φυτείας κοντά σε υγρότοπο ή καλλιέργεια δεν πρέπει να αγνοείται.

Η περιορισμένη βλάστηση κάτω από ορισμένες συστάδες μπορεί να σχετίζεται με σκίαση, ανταγωνισμό για νερό, πυκνή φυλλόστρωση και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, χημικές επιδράσεις των φυτικών υπολειμμάτων. Η άποψη ότι όλοι οι ευκάλυπτοι «δηλητηριάζουν το χώμα» αποτελεί υπεραπλούστευση.

Ξενικά δέντρα και κυπριακή βιοποικιλότητα

Οι ευκάλυπτοι είναι ξενικοί στην Κύπρο, αλλά η ξενική προέλευση δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με εισβλητική συμπεριφορά. Η κυπριακή βάση RIS-ky περιγράφει τον Eucalyptus camaldulensis ως ευρέως φυτεμένο, χωρίς τεκμηριωμένη εγκλιματισμένη παρουσία, παρότι εμφανίζονται περιστασιακά νεαρά φυτά. Αντίστοιχα, ο E. gomphocephala καταγράφεται ως καλλιεργούμενος.

Οι ώριμοι ευκάλυπτοι μπορούν να προσφέρουν θέσεις κουρνιάσματος ή φωλιάσματος. Στο Biodiversity of Cyprus υπάρχει καταγραφή Νανόμπουφου με τρία μικρά σε ευκάλυπτο κοντά στη Λευκωσία.

Τα άνθη των ευκαλύπτων προσφέρουν επίσης νέκταρ στον νυχτοπάππαρο (Rousettus aegyptiacus), του οποίου ο κυπριακός πληθυσμός αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές. Παρότι τρέφεται κυρίως με φρούτα, αξιοποιεί και ανθικές πηγές τροφής, μεταξύ αυτών τα άνθη ευκαλύπτου. Η σχέση αυτή προσθέτει μια σημαντική διάσταση στην οικολογική αξία των ανθοφόρων δέντρων για την κυπριακή πανίδα. Περισσότερα στο άρθρο «Ο κυπριακός Νυχτοπάππαρος στα όρια του αφανισμού».

Η χρήση των ευκαλύπτων από την πανίδα δεν σημαίνει ότι μια φυτεία αντικαθιστά οικολογικά ένα φυσικό δάσος ή έναν υγρότοπο. Η διαχείριση χρειάζεται αξιολόγηση ανά θέση: διατήρηση ασφαλών ώριμων δέντρων όπου έχουν αξία και αποφυγή ακατάλληλων νέων φυτεύσεων σε ευαίσθητα φυσικά ενδιαιτήματα.

Ευκάλυπτοι και φωτιά

Τα αιθέρια έλαια, τα ξερά φύλλα και ο αποβαλλόμενος φλοιός μπορούν να συμβάλλουν στην καύσιμη ύλη. Η συμπεριφορά μιας πυρκαγιάς, όμως, εξαρτάται και από τον άνεμο, την υγρασία, την τοπογραφία και τη συνολική δομή της βλάστησης.

Πολλά είδη ανακάμπτουν με βλαστούς από τον κορμό ή από υπόγειες διογκώσεις, ενώ άλλα βασίζονται περισσότερο στην αναγέννηση από σπόρο. Η ικανότητα επιβίωσης μετά τη φωτιά δεν σημαίνει ότι ένα δέντρο εμποδίζει την εξάπλωσή της. Η επιλογή ειδών, οι αποστάσεις και η διαχείριση της ξερής φυτικής ύλης είναι ιδιαίτερα σημαντικές κοντά σε κατοικίες.

Εχθροί, ασθένειες και αντιμετώπιση

Στην Κύπρο έχει αναφερθεί έντονη προσβολή από την ψύλλα του ευκαλύπτου, Glycaspis brimblecombei. Οι νύμφες σχηματίζουν χαρακτηριστικά λευκωπά προστατευτικά καλύμματα στα φύλλα. Μεγάλες προσβολές μπορούν να προκαλέσουν φυλλόπτωση και εξασθένηση.

Η EPPO καταγράφει επίσης την πρώτη κυπριακή αναφορά του ξυλοφάγου ** Phoracantha recurva ** τον Μάιο του 2014, στη Λευκωσία. Οι προνύμφες συγγενικών ξυλοφάγων προσβάλλουν τους ιστούς κάτω από τον φλοιό, με ιδιαίτερο πρόβλημα σε καταπονημένα δέντρα.

Διεθνώς υπάρχουν και άλλοι εχθροί, όπως κηκιδόσφηκες και φυλλοφάγα έντομα, καθώς και ασθένειες ριζών και ξύλου. Η παρουσία τους σε άλλες χώρες δεν τεκμηριώνει αυτομάτως παρουσία στην Κύπρο.

Η αντιμετώπιση αρχίζει με σωστή διάγνωση, κατάλληλη επιλογή είδους, περιορισμό της υδατικής καταπόνησης και προστασία των φυσικών εχθρών. Η διαχείριση προσβεβλημένης ξυλείας και οι επεμβάσεις σε μεγάλα δέντρα χρειάζονται ειδικό. Η χημική αντιμετώπιση δεν αποτελεί αυτόματη λύση και πρέπει να περιορίζεται σε εγκεκριμένες χρήσεις, με ιδιαίτερη προσοχή στους επικονιαστές.

Ταξινομία

Βασίλειο: Plantae
Κλάδος: Αγγειόσπερμα – Angiosperms
Κλάδος: Ευδικοτυλήδονα – Eudicots
Τάξη: Myrtales
Οικογένεια: Myrtaceae
Κύριο γένος: Eucalyptus L’Hér.
Συγγενικά γένη που περιλαμβάνονται στην ευρεία χρήση του όρου: Corymbia, Angophora
Κατάσταση στην Κύπρο: Ξενικά, εισαχθέντα δέντρα· η καλλιεργούμενη, περιστασιακά αυτοφυής ή εγκλιματισμένη παρουσία αξιολογείται χωριστά για κάθε είδος.

Πηγές


Eucalypts – Eucalyptus and Corymbia – Origins, Species, Cultivation, Uses and Their Introduction to Cyprus

Text by George Konstantinou

Eucalypts are now a familiar feature of the Cypriot landscape. Tall trees with aromatic leaves, distinctive trunks and flowers filled with stamens occur in parks, avenues, agricultural areas and old plantations. Although their presence is associated with the memories and everyday lives of several generations, they are not native trees of Cyprus. Their spread on the island is particularly connected with British administration, attempts to improve public health and the search for fast-growing trees for shade, timber and lowland planting.

Origins and natural distribution

The great majority of eucalypts originate in Australia, where they dominate many forests and open woodlands. Different species are adapted to wet forests, mountain environments, seasonally flooded areas and drier landscapes. Consequently, “eucalypt” does not describe a single tree with uniform requirements, but an exceptionally diverse group.

Some species also occur naturally outside Australia. A characteristic example is Eucalyptus deglupta, famous for its multicoloured bark, whose native range extends from the Philippines to Papuasia. It belongs to humid tropical environments and has requirements quite different from those of eucalypts grown in dry Mediterranean settings.

How many species are there, and what does the name mean?

Eucalypts belong to the Myrtaceae family. In its broad usage, the term principally includes the related genera Eucalyptus, Corymbia and Angophora, together comprising many hundreds of species. The precise number changes with new descriptions and taxonomic revisions.

The name Eucalyptus derives from Greek words meaning “well covered”, referring to the cap protecting the unopened flower. This cap, known as an operculum, is shed when the flower opens.

Several trees still sold or described as eucalyptus are now classified in Corymbia. Examples include Corymbia citriodora, formerly Eucalyptus citriodora, and Corymbia ficifolia, formerly Eucalyptus ficifolia.

Morphology and identification

Most eucalypts are evergreen trees or shrubs. Some develop a dominant trunk, while others produce multiple stems from the base. Their height varies enormously, from small shrubs to trees ranking among the world’s tallest flowering plants.

The bark may be smooth and shed in strips or plates, or rough, fibrous or deeply fissured. Juvenile foliage often differs from adult foliage: young leaves may be broad, almost rounded and opposite, whereas mature leaves usually become elongated and alternate. Essential-oil glands produce the characteristic scent.

The conspicuous part of the flower consists mainly of numerous stamens. Flowers may be white, cream, yellowish, pink, orange or red. The fruits are woody capsules containing small seeds. Reliable identification requires a combination of bark, leaves, buds, flower arrangement and mature fruits. Flower colour alone is usually insufficient.

Flowering, pollination and life cycle

Flowering time depends on the species, climate and condition of the tree. The group includes species flowering in different seasons, while some can show prolonged or repeated flowering.

Many species provide nectar and pollen, attracting insects and, within their native ranges, nectar-feeding birds and other animals. Following pollination, capsules develop and seeds mature inside them. Fruit retention and the timing of seed release differ between species.

The life cycle includes germination, seedling establishment, juvenile and adult growth, flowering and fruiting. Growth rate and age at first flowering are not uniform. Many species resprout after damage, but this ability is not universal.

When and how they reached Cyprus

Organised introduction and distribution are documented from the beginning of British administration in 1878. This history includes government decisions, plant purchases, seed shipments and experimental planting.

On 13 September 1878, botanist Ferdinand von Mueller, working in Victoria, Australia, wrote to William Odgers that he had learned of the British government’s intention to establish extensive eucalyptus plantations in Cyprus. He offered seeds of approximately 20 species. Accompanying archival notes record that the shipment was approved and the seeds were supplied for forwarding in October 1878.

There is also specific evidence of plants being imported through European supplies. On 24 January 1881, the newspaper Cyprus reported a court case between the government and E. and J. Mucci of Larnaca. It concerned a contract dated 21 November 1878 for 10,000 eucalyptus trees, together with an agreement for a government nursery. The report reproduces a March 1879 letter referring to 5,518 planted trees in growing condition.

These records show that introduction involved more than one route: seeds through botanical networks and plants through commercial suppliers. A seed shipment does not, of course, demonstrate that every species it contained became successfully established.

Who contributed to their spread?

The British colonial administration and its forestry services played a central role, working with botanists, technical specialists and suppliers. Ferdinand von Mueller contributed an offer of seeds, while E. and J. Mucci are documented as early contracted plant suppliers.

French forester P. G. Madon is also associated with species assessment and trials. Historical research records his attempts to evaluate eucalypts for Cypriot conditions. Importation did not always lead to success: cold winters, drought and unsuitable soils hindered establishment.

Trials continued later. The Department of Forests records experimental plantations involving different species and provenances at Diorios, Lakovounara, Xeros in Paphos and other locations. In 1954, Esther F. Chapman’s “Cyprus Eucalypts” was published, examining the species growing on the island in 1953.

Why they were planted: malaria, shade and timber

Improving public health was a major motive behind early planting. During the nineteenth century, theories still associated fevers with marsh “miasmas”. Eucalypts were considered useful both for removing water from wet soils through transpiration and for supposedly purifying the atmosphere.

The rapid growth of some species also encouraged their use for shade, windbreaks, fuelwood, poles and other timber products. Lowland planting therefore served several purposes.

Malaria eradication in Cyprus was not achieved by eucalyptus trees. The organised campaign against Anopheles mosquitoes began in 1946, with a major contribution from Mehmed Aziz and his colleagues. Its success was officially announced on 10 January 1950. Planting a eucalyptus does not protect against mosquito bites or replace the management of mosquito breeding sites.

Species with documented occurrence in Cyprus

SpeciesCharacteristics and connection with Cyprus
Eucalyptus camaldulensis Dehnh.River red gum. A large tree naturally associated with Australian river systems and among the most widely planted eucalypts in Cyprus. Its flowers are usually white or cream; “red” in the common name does not refer to flower colour.
Eucalyptus gomphocephala A.Cunn. ex DC.Tuart. A western Australian species historically used in Cyprus for shade, street planting and timber. It tolerates relatively dry sites and some salinity.
Eucalyptus tereticornis Sm.Forest red gum. Recorded in historical Cypriot plantings, also under the older name E. umbellata.
Eucalyptus occidentalis Endl.Included in historical plantings and later forestry experiments, with potential for certain difficult soil conditions.
Eucalyptus sideroxylon A.Cunn. ex WoollsA rough, dark-barked species recorded in older Cypriot forestry plantings.
Eucalyptus torquata Luehm.Coral gum. A smaller ornamental tree with distinctive buds and usually pink to coral-coloured flowers. The Department of Forests provides a dedicated propagation protocol.
Eucalyptus grandis W.HillIncluded in documented Department of Forests experimental plantations.
Eucalyptus astringens*, E. brockwayi and *E. sargentiiRecorded in Cypriot species trials. Experimental occurrence does not mean that they are common throughout the island.

This is an indicative list rather than a complete inventory of every historically introduced or currently cultivated ornamental eucalypt. Furthermore, cultivated does not automatically mean naturalised or invasive.

Other familiar species and ornamental selections

Eucalyptus globulus is internationally familiar for forestry and essential-oil production. Eucalyptus gunnii is grown for its bluish juvenile foliage, while Corymbia citriodora has lemon-scented leaves. Corymbia ficifolia is cultivated for its spectacular flowers.

A distinction is needed between species, subspecies and cultivated varieties. Different species are not simply “varieties of the same tree”. Examples of cultivated selections include Eucalyptus gunnii AZURA (‘Cagire’) and SILVERANA (‘Lon40’). Commercial names alone do not guarantee suitability for the hot, dry and often calcareous conditions of Cyprus.

Cultivation and site selection

Correct selection begins with species identification and its eventual size. Tolerance of drought, frost, salinity and temporary flooding varies considerably. Most ornamental species require abundant sunlight and good drainage.

Young plants need water during establishment, particularly through their first Cypriot summer. Drought tolerance in a mature tree does not mean that a newly planted seedling can be neglected. Excessive fertilisation is unnecessary and may encourage disproportionate leafy growth.

Large-growing species require sufficient space away from buildings and infrastructure. Planting distances depend on the species, soil and use of the site, rather than one rule applicable to all eucalypts.

Propagation and nursery production

Seed propagation is a principal method. Mature capsules are collected and allowed to open, releasing their seeds. A clean growing medium, good ventilation and careful moisture management are needed.

For Eucalyptus torquata, the Cypriot Department of Forests protocol specifies fruit collection in September–October and sowing in October–November, without necessary pretreatment. It also records production at Athalassa and Fassouri nurseries and occurrence in plantations in Nicosia, Larnaca and elsewhere at elevations of 0–300 metres. These details apply specifically to this species.

Seed propagation does not always reproduce the characteristics of a named cultivar faithfully. Appropriate, certified propagation material is needed for such selections.

Pruning and safety

Pruning depends on the objective: training a young tree, removing defective branches or maintaining juvenile foliage in suitable species. Coppicing is practised with certain eucalypts, but it is not a universally safe prescription for every large tree.

Heavy intervention on mature trunks and major branches requires specialist assessment. In parks, streets and parking areas, regular checks for dead branches, cracks, cavities, decay and anchorage problems are important. Keeping a large tree in an unsuitable space through repeated drastic cutting does not replace correct initial selection.

Uses

Timber and energy: Different species provide wood for construction, flooring, furniture, poles, paper pulp and fuel. Density, durability and drying behaviour vary, so not every species suits the same purpose.

Shade and landscaping: Eucalypts are used as park trees, windbreaks and features of agricultural landscapes. Size, litter production and proximity to infrastructure must be considered.

Beekeeping: Many species are valuable sources of nectar and pollen. Production depends on species, flowering and weather conditions.

Essential oils and floristry: Oils from certain species are used in fragrances, cosmetics and specific medicinal products. Bluish juvenile foliage is used in floral arrangements. Oil composition differs between species and provenances.

Medicinal uses and precautions

The European Medicines Agency recognises specific traditional uses of standardised eucalyptus leaf and essential-oil preparations for symptoms associated with the common cold. This does not mean that any leaf or homemade extract has the same composition, effectiveness or safety.

Concentrated essential oil can cause serious poisoning if swallowed, particularly by children. Products should be used according to their indications and age restrictions. Unidentified species should not be used to prepare improvised remedies.

Likewise, evaluated insect-repellent products containing lemon-eucalyptus derivatives are not equivalent to a simple essential oil or to having a tree in the garden.

Water, soil and ecological effects

Eucalypts use water through transpiration, as all trees do. Under suitable conditions, rapid growth and a large leaf area can involve substantial consumption. Actual effects depend on species, plantation density, rainfall, soil and root access to water.

It is not scientifically sound to attribute drought across Cyprus generally to eucalyptus trees. Equally, the local effects of a dense plantation beside a wetland or agricultural field should not be ignored.

Sparse vegetation beneath some stands may result from shade, competition for water, dense litter and, under particular conditions, chemical effects of plant residues. The claim that all eucalypts “poison the soil” is an oversimplification.

Alien trees and Cypriot biodiversity

Eucalypts are alien to Cyprus, but alien origin does not necessarily imply invasive behaviour. The Cypriot RIS-ky database describes Eucalyptus camaldulensis as widely planted without documented naturalisation, although occasional seedlings occur. Similarly, E. gomphocephala is recorded as cultivated.

Mature eucalypts can provide roosting or nesting sites. Biodiversity of Cyprus includes a record of a Long-eared Owl with three chicks in a eucalyptus near Nicosia.

Eucalyptus flowers also provide nectar for the Egyptian fruit bat (Rousettus aegyptiacus), whose Cypriot population faces serious threats. Although it feeds mainly on fruit, it also uses floral food sources, including eucalyptus flowers. This relationship adds an important dimension to the ecological value of flowering trees for Cypriot wildlife. Read more in “The Cyprus Egyptian Fruit Bat on the Brink of Extinction”.

The use of eucalypts by wildlife does not mean that a plantation ecologically replaces a natural forest or wetland. Management requires assessment of each site: retaining safe mature trees where they have value and avoiding inappropriate new planting in sensitive natural habitats.

Eucalypts and fire

Essential oils, dry leaves and shed bark can contribute to fuel loads. Fire behaviour also depends on wind, moisture, topography and the overall structure of vegetation.

Many species recover through shoots from the trunk or underground woody swellings, while others depend more heavily on seed regeneration. The ability to survive fire does not mean that a tree prevents its spread. Species selection, spacing and management of dry plant material are particularly important near homes.

Pests, diseases and management

Severe infestations of the red gum lerp psyllid, Glycaspis brimblecombei, have been reported in Cyprus. Its nymphs form characteristic whitish protective coverings on leaves. Heavy infestations can cause defoliation and weaken trees.

EPPO also records the first Cypriot report of the wood-boring beetle Phoracantha recurva in May 2014, in Nicosia. Larvae of related eucalyptus borers attack tissues beneath the bark, particularly affecting stressed trees.

Other pests internationally include gall wasps and leaf-feeding insects, alongside root and wood diseases. Their occurrence elsewhere does not automatically establish their presence in Cyprus.

Management begins with correct diagnosis, suitable species selection, reduction of water stress and protection of natural enemies. Infested wood management and work on large trees require specialist input. Chemical treatment is not an automatic solution and should be restricted to authorised uses, with particular attention to pollinators.

Taxonomy

Kingdom: Plantae
Clade: Angiosperms
Clade: Eudicots
Order: Myrtales
Family: Myrtaceae
Principal genus: Eucalyptus L’Hér.
Related genera included in the broader term: Corymbia, Angophora
Status in Cyprus: Alien, introduced trees; cultivated, casual or naturalised occurrence must be assessed separately for each species.

Sources


Η Κύπρος στο National Geographic του 1928 – Το ιστορικό αφιέρωμα «Unspoiled Cyprus» του Maynard Owen Williams - Cyprus in National Geographic in 1928 – Maynard Owen Williams’s Historic Feature “Unspoiled Cyprus”

 See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Η Κύπρος του Μεσοπολέμου, με τα χωριά, τις παραδοσιακές ενδυμασίες, τις αγροτικές εργασίες και τα ιστορικά της μνημεία, αποτέλεσε το αντικείμενο ενός εκτενούς αφιερώματος του περιοδικού National Geographic τον Ιούλιο του 1928. Με τίτλο «Unspoiled Cyprus», το αφιέρωμα του Maynard Owen Williams παρουσίασε στο διεθνές αναγνωστικό κοινό όψεις ενός νησιού που βρισκόταν υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση και συνδύαζε παλαιότερους τρόπους ζωής με τις αλλαγές της σύγχρονης εποχής.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, οι εικόνες διατηρούν ιδιαίτερη ιστορική αξία. Καταγράφουν ανθρώπους, κτίσματα, ενδυμασίες και τοπία, ενώ συγχρόνως αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο ένας ξένος ταξιδιώτης και ένα διεθνές περιοδικό επέλεγαν να παρουσιάσουν την Κύπρο στον υπόλοιπο κόσμο.

Το αρχικό δημοσίευμα

Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο The National Geographic Magazine, τόμος LIV, αριθμός 1, Ιούλιος 1928, σελίδες 1–56. Πρόκειται για εκτενές εικονογραφημένο ταξιδιωτικό κείμενο και όχι απλώς για μια ανεξάρτητη συλλογή φωτογραφιών.

Ο τίτλος «Unspoiled Cyprus» μπορεί να αποδοθεί ως «Ανόθευτη Κύπρος» ή, πιο ελεύθερα, «Παρθένα Κύπρος». Ο υπότιτλος συνέδεε το νησί με τη μυθική γενέτειρα της Αφροδίτης και το παρουσίαζε ως έναν από τους λιγότερο επηρεασμένους από τη νεωτερικότητα τόπους της Μεσογείου.

Ο Ιούλιος του 1928 είναι η επιβεβαιωμένη ημερομηνία έκδοσης του τεύχους. Δεν προσδιορίζει από μόνος του τον ακριβή χρόνο λήψης κάθε φωτογραφίας ή τη διάρκεια της παραμονής του δημιουργού στο νησί.

Ο Maynard Owen Williams και η απόδοση των φωτογραφιών

Ο Maynard Owen Williams ήταν συγγραφέας, φωτογράφος και ανταποκριτής του National Geographic. Το όνομά του συνδέεται βιβλιογραφικά με το «Unspoiled Cyprus», ενώ ακαδημαϊκές μελέτες αποδίδουν σε αυτόν φωτογραφίες του αφιερώματος και εξετάζουν τις επιλογές του ως δημιουργού.

Σε μεταγενέστερα διαδικτυακά δημοσιεύματα δημιουργήθηκε σύγχυση με το όνομα Jan Willemsen, στον λογαριασμό του οποίου στο Flickr αναρτήθηκαν σαρώσεις από το περιοδικό. Η διαδικτυακή ανάρτηση ενός ιστορικού τεκμηρίου, όμως, διαφέρει από την αρχική δημιουργία του. Η ορθή βιβλιογραφική αναφορά του αφιερώματος είναι στον Maynard Owen Williams και στο National Geographic του Ιουλίου 1928.

Οι άνθρωποι και οι τόποι

Οι φωτογραφίες παρουσιάζουν όψεις της αγροτικής και αστικής ζωής, παραδοσιακές ενδυμασίες, μετακινήσεις με ζώα, κληρικούς, παιδιά και κατοίκους σε καθημερινές δραστηριότητες. Παράλληλα, καταγράφουν ιστορικά κτίσματα και τοπία που επιτρέπουν ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με τη σημερινή Κύπρο.

Στις ψηφιοποιημένες εικόνες συναντούμε το κάστρο της Κερύνειας, την Πύλη Κερύνειας στη Λευκωσία και τον Μουτουλλά στην περιοχή της Μαραθάσας. Η ποικιλία των θεμάτων αναδεικνύει το ενδιαφέρον του αφιερώματος τόσο για τα μνημεία όσο και για την ανθρώπινη παρουσία.

Η αξία των εικόνων βρίσκεται συχνά στις μικρές λεπτομέρειες: στον τρόπο μεταφοράς φορτίων, στα υλικά των κτισμάτων, στην ενδυμασία, στη διαμόρφωση των δρόμων και στη σχέση των ανθρώπων με τον χώρο τους. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν χρήσιμες μαρτυρίες για την κοινωνική ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού.

Μια ιστορική καταγραφή μέσα από επιλεγμένη ματιά

Το αφιέρωμα δεν αποτελεί ουδέτερη ή εξαντλητική αποτύπωση της κυπριακής κοινωνίας. Ο τίτλος, η επιλογή θεμάτων και οι λεζάντες συγκροτούν μια συγκεκριμένη αφήγηση, στην οποία κυριαρχούν η παράδοση, η αγροτική ζωή και η εικόνα ενός τόπου που υποτίθεται ότι παρέμενε έξω από τη σύγχρονη εποχή.

Ακαδημαϊκές μελέτες επισημαίνουν ότι ορισμένες λήψεις περιλάμβαναν σκηνοθεσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί φωτογραφία δύο νεαρών γυναικών από το Λευκόνοικο: σύμφωνα με τη λεζάντα που εξετάζουν οι ερευνητές, ο δημιουργός τις έπεισε να φορέσουν παλαιότερες παραδοσιακές ενδυμασίες.

Η πληροφορία αυτή δεν αναιρεί την ιστορική αξία της φωτογραφίας. Δείχνει, όμως, ότι η ενδυμασία και η στάση των προσώπων δεν πρέπει πάντοτε να ερμηνεύονται ως αυθόρμητη καθημερινή σκηνή. Η φωτογραφία καταγράφει συγχρόνως τους ανθρώπους της εποχής και τη συνάντησή τους με τον φωτογράφο.

Οι 57 φωτογραφίες της διαδικτυακής παρουσίασης

Στις 13 Ιανουαρίου 2017, το CITY δημοσίευσε παρουσίαση με τίτλο «57 σπάνιες φωτογραφίες του National Geographic από την Κύπρο του 1928», συμβάλλοντας στη διάδοση του υλικού στο κυπριακό κοινό. Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι οι εικόνες εντοπίστηκαν μέσω αναρτήσεων του Jan Willemsen.

Ο αριθμός 57 αφορά τη συγκεκριμένη διαδικτυακή επιλογή και δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ο συνολικός αριθμός εικόνων του αρχικού αφιερώματος. Βιβλιογραφική περιγραφή πρωτότυπου τεύχους αναφέρει 66 εικονογραφήσεις, ενώ ακαδημαϊκή διατριβή αναφέρεται σε 63 φωτογραφίες. Οι διαφορετικές καταμετρήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ισοδύναμες, καθώς οι «εικονογραφήσεις» μπορεί να περιλαμβάνουν και άλλα στοιχεία πέρα από φωτογραφίες.

Η σημασία του αφιερώματος σήμερα

Το «Unspoiled Cyprus» αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για τη μελέτη της Κύπρου του Μεσοπολέμου και της διεθνούς εικόνας της. Μπορεί να αξιοποιηθεί για την εξέταση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, της ενδυμασίας, της εργασίας και των μεταβολών του τοπίου.

Η πληρέστερη ανάγνωσή του προκύπτει όταν οι εικόνες εξετάζονται μαζί με τις αρχικές λεζάντες, το συνοδευτικό κείμενο και άλλες ιστορικές πηγές. Έτσι διατηρείται τόσο η αξία της οπτικής μαρτυρίας όσο και η επίγνωση ότι κάθε φωτογραφικό αφιέρωμα αποτελεί μια επιλογή από την πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα μιας εποχής.

Πηγές και προέλευση του υλικού


Cyprus in National Geographic in 1928 – Maynard Owen Williams’s Historic Feature “Unspoiled Cyprus”

Text by George Konstantinou

Interwar Cyprus, with its villages, traditional clothing, agricultural work and historic monuments, was the subject of an extensive feature published in National Geographic in July 1928. Entitled “Unspoiled Cyprus”, the feature by Maynard Owen Williams introduced international readers to aspects of an island under British colonial administration, where older ways of life coexisted with the changes of the modern era.

Almost a century later, the images retain considerable historical value. They record people, buildings, clothing and landscapes, while also revealing how a foreign traveller and an international magazine chose to present Cyprus to the wider world.

The original publication

The feature appeared in The National Geographic Magazine, Volume LIV, Number 1, July 1928, pages 1–56. It was an extensive illustrated travel account rather than simply an independent collection of photographs.

The title “Unspoiled Cyprus” conveyed the idea of an island whose character remained largely unchanged. Its subtitle associated Cyprus with the mythical birthplace of Aphrodite and presented it as one of the Mediterranean’s places least affected by modernity.

July 1928 is the confirmed publication date of the issue. It does not, by itself, establish the precise date of each photograph or the duration of the author’s stay on the island.

Maynard Owen Williams and the attribution of the photographs

Maynard Owen Williams was a writer, photographer and National Geographic correspondent. Bibliographical records identify him as the author of “Unspoiled Cyprus”, while academic studies attribute photographs from the feature to him and examine his creative choices.

Later online publications introduced confusion involving Jan Willemsen, whose Flickr account hosted scans from the magazine. Uploading a historical document, however, is different from creating the original work. The correct bibliographical attribution of the feature is to Maynard Owen Williams and the July 1928 issue of National Geographic.

People and places

The photographs depict aspects of rural and urban life, traditional clothing, transport using animals, clergy, children and residents engaged in everyday activities. They also record historic buildings and landscapes that invite revealing comparisons with present-day Cyprus.

Digitised images include Kyrenia Castle, the Kyrenia Gate in Nicosia and Moutoullas in the Marathasa area. The variety of subjects demonstrates the feature’s interest in both monuments and the human presence.

The images’ value often lies in small details: how loads were carried, building materials, clothing, street layouts and people’s relationship with their surroundings. These elements provide useful evidence for the island’s social history and cultural heritage.

A historical record shaped by a selective perspective

The feature is not a neutral or comprehensive representation of Cypriot society. Its title, choice of subjects and captions construct a particular narrative dominated by tradition, rural life and the image of a place supposedly standing outside the modern world.

Academic studies note that some photographs involved staging. A characteristic example shows two young women from Lefkoniko: according to the caption examined by researchers, the photographer persuaded them to wear older traditional costumes.

This information does not negate the photograph’s historical value. It does show, however, that the subjects’ clothing and poses should not always be interpreted as a spontaneous everyday scene. The photograph records both the people of the period and their encounter with the photographer.

The online selection of 57 photographs

On 13 January 2017, CITY published a presentation entitled “57 rare National Geographic photographs from Cyprus in 1928”, helping bring the material to a wider Cypriot audience. The publication states that the images were located through Jan Willemsen’s online uploads.

The number 57 refers to that particular online selection and should not automatically be treated as the total number of images in the original feature. A description of an original issue lists 66 illustrations, while an academic dissertation refers to 63 photographs. These counts are not necessarily equivalent, since “illustrations” may include elements other than photographs.

The feature’s significance today

“Unspoiled Cyprus” is an important document for studying interwar Cyprus and its international representation. It can inform research into traditional architecture, clothing, work and landscape change.

The fullest understanding comes from examining the photographs alongside their original captions, the accompanying text and other historical sources. This preserves the value of the visual evidence while recognising that every photographic feature presents a selection from the much more complex reality of its time.

Sources and provenance of the material