Translate

Thursday, 22 October 2026

Common lantana – Lantana camara L. – Λαντάνα – Cyprus

   See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο


Flora of Cyprus - ORGANIZED LINKS - Χλωρίδα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Κεντρική πύλη προς τους καταλόγους, τα άρθρα και τις φωτογραφικές ενότητες της κυπριακής χλωρίδας. / Central gateway to catalogues, articles and photographic sections on Cyprus flora.

Photos 11 Νοεμβρίου 2011 by George Konstantinou
 Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου

Ένας θάμνος με πολύχρωμες ταξιανθίες

Η λαντάνα, Lantana camara, είναι πολυετής καλλωπιστικός θάμνος, γνωστός για τις πυκνές ταξιανθίες του, στις οποίες συχνά συνδυάζονται διαφορετικά χρώματα. Κίτρινα, πορτοκαλί, ρόδινα και κόκκινα άνθη μπορούν να συνυπάρχουν πάνω στην ίδια ανθοφόρα κεφαλή, δημιουργώντας την εντύπωση μικρού πολύχρωμου μπουκέτου.

Στις φωτογραφίες παρουσιάζονται διαφορετικές καλλιεργούμενες χρωματικές μορφές. Οι ονομασίες των ποικιλιών τους παραμένουν απροσδιόριστες.

Βοτανική ταυτότητα και ονομασία

Η Lantana camara L. περιγράφηκε από τον Κάρολο Λινναίο το 1753 και ανήκει στην οικογένεια Verbenaceae. Στα αγγλικά ονομάζεται Common lantana ή Shrub verbena.

Το όνομα χρησιμοποιείται συχνά με ευρεία έννοια για ένα σύνθετο σύνολο καλλιεργούμενων μορφών. Η ταξινομική μεταχείριση ορισμένων κηποτεχνικών λαντανών διαφέρει μεταξύ πηγών, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται υβρίδια. Η κυπριακή χλωριδική βάση χρησιμοποιεί το όνομα Lantana camara, το οποίο ακολουθείται και εδώ.

Καταγωγή και εξάπλωση

Η φυσική εξάπλωση του είδους εκτείνεται από το Μεξικό έως την τροπική Αμερική. Μέσω της καλλωπιστικής καλλιέργειας μεταφέρθηκε σε πολλές θερμές περιοχές του κόσμου.

Η εξάπλωσή του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα φυτού που μπορεί να έχει διαφορετική συμπεριφορά σε διαφορετικά περιβάλλοντα: καλλωπιστικό μέσα σε έναν κήπο, εγκατεστημένο ξενικό έξω από την καλλιέργεια ή επιθετικά εισβλητικό σε περιοχές όπου οι συνθήκες ευνοούν τη γρήγορη επέκτασή του.

Περιγραφή και αναγνώριση

Είναι διακλαδιζόμενος θάμνος με ξυλώδη βάση. Οι νεαροί βλαστοί είναι συχνά τετραγωνικής διατομής, ενώ ορισμένες μορφές φέρουν αγκαθωτές προεξοχές.

Τα φύλλα είναι συνήθως αντίθετα, ωοειδή, με οδοντωτό περιθώριο και τραχιά, ανάγλυφη επιφάνεια. Όταν τριφτούν απελευθερώνουν χαρακτηριστική οσμή.

Τα μικρά σωληνοειδή άνθη συγκεντρώνονται σε πυκνές, περίπου ημισφαιρικές ταξιανθίες πάνω σε μίσχους. Στις φωτογραφίες διακρίνονται καθαρά οι προεξέχοντες λοβοί της στεφάνης και οι διαφορές χρώματος μεταξύ γειτονικών ανθέων.

Οι καρποί είναι μικρές σαρκώδεις δρύπες, αρχικά πράσινες και αργότερα σκουρόχρωμες. Η παραγωγή καρπών διαφέρει μεταξύ καλλιεργούμενων μορφών.

Γιατί αλλάζουν χρώμα τα άνθη;

Η πολυχρωμία δεν οφείλεται πάντοτε στην παρουσία διαφορετικών φυτών. Σε πολλές λαντάνες το ίδιο άνθος αλλάζει χρώμα καθώς εξελίσσεται.

Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι η επικονίαση μπορεί να προκαλέσει ή να επιταχύνει αυτή τη μεταβολή. Ανάλογα με τη μορφή, ένα νεαρό κίτρινο άνθος μπορεί αργότερα να γίνει πορτοκαλί, ρόδινο ή κόκκινο.

Η αλλαγή συνδέεται και με την επικοινωνία με τους επικονιαστές. Σε μελετημένους πληθυσμούς, το χρώμα αντιστοιχεί σε διαφορές στην ποσότητα ή στην ποιότητα της διαθέσιμης τροφής. Η παραμονή παλαιότερων ανθέων διατηρεί παράλληλα μια μεγάλη, ευδιάκριτη ταξιανθία.

Η ακριβής ακολουθία χρωμάτων δεν είναι ίδια σε όλες τις ποικιλίες.

Η λαντάνα στην Κύπρο

Η Flora of Cyprus – A Dynamic Checklist κατατάσσει τη Lantana camara ως:

Εγκλιματισμένο μη εισβλητικό ξενικό είδος – Naturalized non-invasive (NN).

Δεν είναι ενδημικό ούτε ιθαγενές φυτό της Κύπρου. Ο εγκλιματισμός σημαίνει ότι έχει εγκατασταθεί και έξω από την άμεση φροντίδα της καλλιέργειας. Οι φωτογραφίες της παρούσας ανάρτησης παρουσιάζουν καλλιεργούμενες μορφές.

Η κυπριακή βάση αναφέρει περίοδο ανθοφορίας Φεβρουάριο–Αύγουστο. Η ανθοφορία φυτών σε αρδευόμενους κήπους μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την ποικιλία και το μικροκλίμα.

Το είδος περιλαμβάνεται και στον οργανωμένο κατάλογο της χλωρίδας της Κύπρου.

Κύκλος ζωής και αναπαραγωγή

Η λαντάνα ζει για περισσότερα από ένα χρόνια και ανανεώνει τους βλαστούς της από την πολυετή βάση. Κατά την ενεργό περίοδο παράγει φύλλα, νέες ανθοφόρες ταξιανθίες και, στις γόνιμες μορφές, καρπούς και σπέρματα.

Σε θερμές θέσεις μπορεί να διατηρεί φύλλωμα, ενώ το ψύχος μπορεί να προκαλέσει φυλλόπτωση ή νέκρωση νεαρών βλαστών.

Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο ή μοσχεύματα. Τα μοσχεύματα διατηρούν τα χαρακτηριστικά μιας επιλεγμένης μορφής, ενώ τα σπορόφυτα δεν είναι απαραίτητα όμοια με το μητρικό φυτό.

Τα πουλιά που καταναλώνουν τους σαρκώδεις καρπούς μπορούν να μεταφέρουν τα σπέρματα σε νέες θέσεις. Η λαντάνα μπορεί επίσης να αναβλαστάνει μετά την κοπή, ενώ τμήματα βλαστών είναι δυνατόν να ριζώσουν όταν βρεθούν σε κατάλληλο υγρό υπόστρωμα.

Επικονιαστές και οικολογικές σχέσεις

Οι ταξιανθίες προσελκύουν πεταλούδες, μέλισσες και άλλα ανθόφιλα έντομα. Οι σωληνοειδείς στεφάνες προσφέρουν πρόσβαση στο νέκταρ σε επισκέπτες με κατάλληλα στοματικά μόρια.

Η προσέλκυση επικονιαστών αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της λαντάνας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για συνολική αξιολόγηση της οικολογικής της επίδρασης. Σε περιοχές όπου σχηματίζει εκτεταμένες εισβολές, η αντικατάσταση της φυσικής βλάστησης μπορεί να υπερκαλύπτει το όφελος από την προσφορά ανθέων.

Καλλιέργεια και φροντίδα

Προτιμά ηλιόλουστες θέσεις και έδαφος με καλή αποστράγγιση. Αντέχει στη ζέστη και, όταν εγκατασταθεί, σε περιόδους ξηρασίας. Η αντοχή αυτή δεν σημαίνει ότι ένα νεοφυτεμένο φυτό ή μια γλάστρα δεν χρειάζεται πότισμα.

Η μέτρια άρδευση κατά την ανάπτυξη υποστηρίζει την ανθοφορία. Αποφεύγονται η μόνιμη κατάκλυση και η υπερβολική λίπανση. Σε περιοχές με παγετό επιλέγεται προστατευμένη θέση.

Χρησιμοποιείται σε παρτέρια, χαμηλούς φράκτες, δοχεία και φυτεύσεις εδαφοκάλυψης, ανάλογα με τη μορφή. Το κλάδεμα περιορίζει το μέγεθος και ανανεώνει τη βλάστηση, ενώ τα τμήματα με καρπούς δεν πρέπει να απορρίπτονται σε φυσικούς οικοτόπους.

Ποικιλίες και περιορισμός της διασποράς

Υπάρχουν όρθιες και χαμηλές μορφές, μονόχρωμες ή πολύχρωμες, καθώς και ποικιλίες με μειωμένη γονιμότητα. Έχουν αναπτυχθεί και τεκμηριωμένα στείρες κηποτεχνικές επιλογές για περιορισμό της αναπαραγωγής.

Η στειρότητα δεν αναγνωρίζεται από το χρώμα. Η απουσία καρπών σε μία χρονική στιγμή επίσης δεν αποδεικνύει ότι ένα φυτό δεν μπορεί να παράγει βιώσιμα σπέρματα.

Τοξικότητα και χρήσεις

Η κύρια χρήση της είναι καλλωπιστική. Η παρατεταμένη ανθοφορία και η ποικιλία χρωμάτων την καθιστούν δημοφιλές φυτό κήπου.

Δεν είναι φυτό για κατανάλωση. Το φύλλωμα και ιδιαίτερα οι άγουροι καρποί μπορούν να προκαλέσουν δηλητηρίαση. Στα παραγωγικά ζώα έχουν καταγραφεί σοβαρές επιπτώσεις, ενώ η επαφή με το φυτό μπορεί να ερεθίσει ευαίσθητο δέρμα.

Το γεγονός ότι ορισμένα πουλιά τρώνε τους καρπούς δεν αποδεικνύει ασφάλεια για ανθρώπους ή κατοικίδια. Φυτά και υπολείμματα κλαδέματος διατηρούνται μακριά από χώρους βόσκησης και δεν χρησιμοποιούνται για αυτοθεραπεία.

Εχθροί, ασθένειες και εξάπλωση

Αλευρώδεις και τετράνυχοι μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα, ιδιαίτερα σε προστατευμένες καλλιέργειες. Υπό κατάλληλες συνθήκες μπορεί να εμφανιστεί και ωίδιο. Η αντιμετώπιση αρχίζει με αναγνώριση της αιτίας και βελτίωση των καλλιεργητικών συνθηκών.

Σε χώρες όπου η λαντάνα είναι εισβλητική σχηματίζει πυκνή βλάστηση και αναβλαστάνει μετά την κοπή. Η κυπριακή κατάταξη ως NN πρέπει να διακρίνεται από αυτές τις περιφερειακές αξιολογήσεις. Η αποφυγή ανεξέλεγκτης διασποράς και η παρακολούθηση νέων εγκαταστάσεων παραμένουν χρήσιμες πρακτικές.

Ταξινομία

  • Βασίλειο: Plantae
  • Αγγειόσπερμα – Ευδικοτυλήδονα
  • Τάξη: Lamiales
  • Οικογένεια: Verbenaceae
  • Γένος: Lantana
  • Είδος: Lantana camara L., 1753
  • Χρήση ονόματος εδώ: Με την ευρεία έννοια για τις φωτογραφημένες καλλιεργούμενες μορφές
  • Κατάσταση στην Κύπρο: Εγκλιματισμένο μη εισβλητικό ξενικό – NN
  • Ενδημισμός: Μη ενδημικό

Πηγές


Common lantana – Lantana camara L. – Λαντάνα – Cyprus

Text by George Konstantinou
Photographs: George Konstantinou

A shrub with multicoloured flowerheads

Common lantana, Lantana camara, is a perennial ornamental shrub known for its dense flowerheads, which frequently combine several colours. Yellow, orange, pink and red flowers can occur within the same head, creating the appearance of a small multicoloured bouquet.

The photographs show different cultivated colour forms. Their cultivar names remain unidentified.

Botanical identity and name

Lantana camara L. was described by Carl Linnaeus in 1753 and belongs to Verbenaceae. English names include Common lantana and Shrub verbena.

The name is frequently used broadly for a complex assemblage of cultivated forms. Taxonomic treatment of some garden lantanas differs between sources, particularly where hybrids are involved. The Cypriot flora database uses Lantana camara, the name followed here.

Origin and distribution

The species’ native range extends from Mexico through tropical America. Ornamental cultivation has transported it to many warm regions.

Its spread illustrates how a plant can behave differently between environments: an ornamental within a garden, an established alien outside cultivation, or an aggressive invader where conditions favour rapid expansion.

Description and identification

It is a branching shrub with a woody base. Young stems are often square in cross-section, and some forms bear prickles.

The leaves are usually opposite and egg-shaped, with toothed margins and a rough, textured surface. Rubbing them releases a characteristic smell.

Small tubular flowers form dense, approximately hemispherical heads on stalks. The photographs clearly show the projecting corolla lobes and colour differences between neighbouring flowers.

The fruits are small fleshy drupes, initially green and later dark-coloured. Fruit production varies between cultivated forms.

Why do the flowers change colour?

The multicoloured display does not always indicate different plants. In many lantanas, an individual flower changes colour as it develops.

Experimental studies have shown that pollination can trigger or accelerate this change. Depending on the form, a young yellow flower may subsequently become orange, pink or red.

The change also relates to communication with pollinators. In studied populations, colour corresponds to differences in the quantity or quality of available food. Retaining older flowers also maintains a large, conspicuous flowerhead.

The precise colour sequence is not identical in every cultivar.

Lantana in Cyprus

Flora of Cyprus – A Dynamic Checklist classifies Lantana camara as:

Naturalized non-invasive (NN).

It is neither endemic nor indigenous to Cyprus. Naturalisation means that it has established outside direct cultivation. The photographs accompanying this post show cultivated forms.

The Cypriot database gives a flowering period of February–August. Flowering in irrigated gardens may differ according to cultivar and microclimate.

The species is also included in the organised checklist of the flora of Cyprus.

Life cycle and reproduction

Lantana lives for several years, renewing its shoots from its perennial base. During active growth it produces leaves, new flowerheads and, in fertile forms, fruits and seeds.

It may retain foliage in warm locations, while cold can cause leaf fall or damage young shoots.

Propagation is by seed or cuttings. Cuttings retain the characteristics of a selected form, whereas seedlings do not necessarily resemble the parent.

Birds eating the fleshy fruits can transport seeds to new locations. Lantana can also regrow after cutting, and stem fragments may root when they encounter suitable moist substrate.

Pollinators and ecological relationships

Flowerheads attract butterflies, bees and other flower-visiting insects. Their tubular corollas provide access to nectar for visitors with suitable mouthparts.

Attracting pollinators is an important characteristic of lantana, but it does not alone establish its overall ecological impact. Where extensive invasions develop, the replacement of natural vegetation can outweigh the benefit of providing flowers.

Cultivation and care

Lantana prefers sunny positions and freely draining soil. It tolerates heat and, once established, periods of drought. This does not mean that newly planted specimens or container plants need no watering.

Moderate irrigation during growth supports flowering. Permanent waterlogging and excessive fertilisation should be avoided. A protected position is appropriate in frost-prone areas.

Depending on its form, lantana is used in borders, low hedges, containers and groundcover plantings. Pruning controls size and renews growth, while fruit-bearing material should not be discarded in natural habitats.

Cultivars and limiting dispersal

Cultivated lantanas include upright and low-growing forms, single-coloured and multicoloured selections, and cultivars with reduced fertility. Documented sterile selections have also been developed to limit reproduction.

Sterility cannot be identified by colour. An absence of fruit at one particular time does not establish that a plant cannot produce viable seeds.

Toxicity and uses

Its principal use is ornamental. Prolonged flowering and colour diversity make it a popular garden plant.

It is not a plant for consumption. Foliage and especially unripe fruits can cause poisoning. Serious effects have been recorded in livestock, and contact may irritate sensitive skin.

Some birds eating the fruit does not demonstrate safety for people or pets. Plants and pruning waste should be kept away from grazing areas and should not be used for self-treatment.

Pests, diseases and spread

Whiteflies and spider mites can cause problems, particularly under protected cultivation. Powdery mildew may also develop under suitable conditions. Management begins with identifying the cause and improving growing conditions.

In countries where lantana is invasive, it forms dense vegetation and regrows after cutting. Its Cypriot NN classification must be distinguished from those regional assessments. Preventing uncontrolled dispersal and monitoring new establishments remain useful practices.

Taxonomy

  • Kingdom: Plantae
  • Angiosperms – Eudicots
  • Order: Lamiales
  • Family: Verbenaceae
  • Genus: Lantana
  • Species: Lantana camara L., 1753
  • Name usage here: Broadly applied to the photographed cultivated forms
  • Status in Cyprus: Naturalized non-invasive alien – NN
  • Endemism: Non-endemic

Sources

 


Canna lily – Canna sp. – Κάννα – Cyprus

  See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο


Flora of Cyprus - ORGANIZED LINKS - Χλωρίδα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Κεντρική πύλη προς τους καταλόγους, τα άρθρα και τις φωτογραφικές ενότητες της κυπριακής χλωρίδας. / Central gateway to catalogues, articles and photographic sections on Cyprus flora.

Photos by Fani Konstantinou

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Φωτογραφίες: Fani Konstantinou

Τροπική εμφάνιση και εντυπωσιακά άνθη

Οι κάννες είναι πολυετή καλλωπιστικά φυτά με μεγάλα φύλλα και εντυπωσιακά άνθη, που προσθέτουν έντονο χρώμα σε κήπους, αυλές και υδάτινες

φυτεύσεις. Στις φωτογραφίες παρουσιάζονται διαφορετικές καλλιεργούμενες μορφές: μία με κόκκινα άνθη και πορφυρές αποχρώσεις στο φύλλωμα και άλλες με κόκκινα–πορτοκαλί άνθη, κίτρινα περιθώρια και πράσινα φύλλα.

Τα φυτά καταγράφονται ως Canna sp., χωρίς απόδοση συγκεκριμένου είδους ή ονόματος ποικιλίας. Οι κηποτεχνικές κάννες περιλαμβάνουν πολυάριθμα υβρίδια, των οποίων η ασφαλής αναγνώριση δεν βασίζεται αποκλειστικά στο χρώμα.


Βοτανική ταυτότητα και προέλευση

Το γένος Canna L. ανήκει στην οικογένεια Cannaceae και στην τάξη Zingiberales. Έχει φυσική εξάπλωση στην τροπική και υποτροπική Αμερική και το όνομά του δημοσιεύθηκε από τον Λινναίο το 1753.

Παρότι στα αγγλικά χρησιμοποιείται η ονομασία Canna lily, οι κάννες δεν ανήκουν στα πραγματικά κρίνα του γένους Lilium. Είναι ιδιαίτερη ομάδα μονοκοτυλήδονων φυτών με χαρακτηριστικά φύλλα και ασύμμετρα άνθη.

Η ένδειξη sp. σημαίνει ότι το είδος παραμένει απροσδιόριστο. Δεν αποτελεί όνομα ποικιλίας.

Φύλλα, βλαστοί και ριζώματα

Τα φύλλα είναι μεγάλα, πλατιά, με έντονη κεντρική νεύρωση και πολυάριθμες πλευρικές νευρώσεις. Οι βάσεις τους περιβάλλουν τους όρθιους βλαστούς. Ανάλογα με την καλλιεργούμενη μορφή, το φύλλωμα μπορεί να είναι πράσινο, χαλκόχρωμο, πορφυρό ή ποικιλόχρωμο.

Κάτω από το έδαφος αναπτύσσονται ριζώματα: τροποποιημένοι βλαστοί που αποθηκεύουν αποθέματα και φέρουν οφθαλμούς. Από αυτά παράγονται νέοι βλαστοί και ρίζες, επιτρέποντας στο φυτό να ανανεώνεται και να σχηματίζει μεγαλύτερες συστάδες.

Το ύψος διαφέρει σημαντικά μεταξύ ποικιλιών. Υπάρχουν συμπαγείς μορφές κατάλληλες για δοχεία και


ψηλότερες για μεγάλες φυτεύσεις.

Η ιδιαίτερη κατασκευή των ανθέων

Οι ταξιανθίες εμφανίζονται στις κορυφές των βλαστών. Το εντυπωσιακό μέρος των ανθέων σχηματίζεται κυρίως από στημονώδη, δηλαδή στείρους στήμονες που έχουν αποκτήσει πλατιά, πεταλοειδή μορφή.

Υπάρχει ένας γόνιμος στήμονας, ενώ το άνθος παρουσιάζει έντονη ασυμμετρία. Η ιδιόμορφη αυτή κατασκευή αποτελεί χαρακτηριστικό του γένους.


Στις φωτογραφημένες δίχρωμες μορφές το κόκκινο και το πορτοκαλί συνδυάζονται με καθαρά κίτρινα περιθώρια. Τα χαρακτηριστικά αυτά περιγράφουν την εμφάνισή τους, χωρίς να αρκούν για ονομασία ποικιλίας.

Ευδοκιμούν και μέσα σε νερό

Οι κάννες που παρουσιάζονται εδώ, σύμφωνα με την παρατήρησή μου, ευδοκιμούν και μέσα σε νερό. Σε τέτοιες φυτεύσεις, το ρίζωμα και οι ρίζες βρίσκονται στο υγρό υπόστρωμα, ενώ οι βλαστοί, τα φύλλα και τα άνθη αναπτύσσονται πάνω από την επιφάνεια.


Η καλλιέργεια αυτή συνδέεται ιδιαίτερα με τις λεγόμενες υδρόφιλες κάννες – water cannas. Επιλεγμένες ποικιλίες μπορούν να αναπτύσσονται σε δοχεία τοποθετημένα σε ρηχό νερό κατά τη θερμή περίοδο.

Η ανοχή διαφέρει ανάμεσα στις μορφές. Η επιτυχία των συγκεκριμένων φυτών δεν σημαίνει ότι κάθε κάννα είναι κατάλληλη για βαθιά ή μόνιμη κατάκλυση. Το κρύο, σε συνδυασμό με υπερβολική υγρασία, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στα ριζώματα.

Κύκλος ζωής και αναπαραγωγή

Η κάννα είναι πολυετής. Κατά την ενεργό περίοδο, οι οφθαλμοί των ριζωμάτων παράγουν νέους βλαστούς, οι οποίοι αναπτύσσουν φύλλα και στη συνέχεια ταξιανθίες. Τα άνθη ανοίγουν διαδοχικά, παρατείνοντας την έγχρωμη εμφάνιση.

Όταν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη ενός βλαστού, αυτός σταδιακά γερνά και αντικαθίσταται από νέα βλάστηση. Σε ψυχρές συνθήκες το υπέργειο τμήμα μπορεί να ξεραθεί, ενώ το ρίζωμα επιβιώνει εφόσον προστατεύεται κατάλληλα.

Όταν σχηματίζονται καρποί, είναι κάψες που περιέχουν σπέρματα. Η παραγωγή σπερμάτων διαφέρει στις


καλλιεργούμενες μορφές και στα υβρίδια.

Ο πολλαπλασιασμός με διαίρεση ριζωμάτων διατηρεί τα χαρακτηριστικά μιας επιλεγμένης μορφής. Κάθε τμήμα χρειάζεται ζωντανό οφθαλμό. Φυτά που προκύπτουν από σπόρο δεν διατηρούν απαραίτητα την ίδια εμφάνιση με το μητρικό φυτό.

Καλλιέργεια και σχέση με την Κύπρο

Οι φωτογραφημένες κάννες αποτελούν καλλιεργούμενα καλλωπιστικά φυτά στην Κύπρο. Η παρουσία τους δεν τεκμηριώνει αυτοφυή πληθυσμό.


Για καλή ανάπτυξη χρειάζονται ζέστη, αρκετό φως, διαθέσιμο νερό και επαρκή θρέψη. Οι μεγάλες φυλλικές επιφάνειες ωφελούνται από προστασία από ισχυρούς ανέμους. Σε περιοχές με παγετό απαιτείται προστασία των ριζωμάτων.

Στις συνηθισμένες φυτεύσεις κήπου το υπόστρωμα διατηρείται υγρό χωρίς παρατεταμένη ασφυξία των ριζών. Για δεξαμενές και λιμνούλες επιλέγονται μορφές με επιβεβαιωμένη ανοχή στην υδάτινη καλλιέργεια.

Οι κάννες εντάσσονται στην ποικιλία των καλλωπιστικών φυτών των κυπριακών κήπων, όπου χρησιμοποιούνται για το άνθος αλλά και για το


φύλλωμά τους.

Χρήσεις και φροντίδα

Φυτεύονται σε ομάδες, παρτέρια, μεγάλα δοχεία και υδάτινους κήπους. Οι ψηλές μορφές δημιουργούν όγκο στο πίσω μέρος μιας φύτευσης, ενώ οι χαμηλότερες ταιριάζουν σε μικρότερους χώρους.

Απομακρύνονται τα ξερά φύλλα και οι ολοκληρωμένοι ανθοφόροι βλαστοί. Οι πυκνές συστάδες μπορούν να διαιρούνται για ανανέωση και πολλαπλασιασμό.

Η χρήση ορισμένων ειδών του γένους ως πηγών αμύλου δεν καθιστά τις άγνωστες καλλωπιστικές μορφές


κατάλληλες για κατανάλωση.

Εχθροί και ασθένειες

Στις κάννες αναφέρονται αφίδες, τετράνυχοι, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες. Μπορούν επίσης να εμφανιστούν ιώσεις με παραμορφώσεις ή μωσαϊκό στο φύλλωμα.

Οι οπές και οι μικρές φθορές στις φωτογραφίες δεν προσδιορίζουν από μόνες τους τον υπεύθυνο οργανισμό. Αντίστοιχα, κάθε χρωματική διαφορά δεν αποτελεί ασθένεια, επειδή πολλές ποικιλίες έχουν φυσιολογικά ποικιλόχρωμα φύλλα.


Η πρόληψη βασίζεται σε υγιές πολλαπλασιαστικό υλικό, καθαρά εργαλεία και παρακολούθηση της νέας βλάστησης. Φυτά με ύποπτα συμπτώματα δεν χρησιμοποιούνται για διαίρεση πριν διερευνηθεί η αιτία.

Ταξινομία

  • Βασίλειο: Plantae

  • Αγγειόσπερμα – Μονοκοτυλήδονα
  • Τάξη: Zingiberales
  • Οικογένεια: Cannaceae
  • Γένος: Canna L.
  • Προσδιορισμός: Canna sp.
  • Κατάσταση της φωτογραφημένης παρουσίας: Καλλιεργούμενες καλλωπιστικές μορφές στην Κύπρο

Πηγές


Canna lily – Canna sp. – Κάννα – Cyprus

Text by George Konstantinou
Photographs: George Konstantinou

Tropical appearance and striking flowers

Cannas are perennial ornamental plants with large leaves and striking flowers, bringing vivid colour to gardens, courtyards and water gardens. The photographs show different cultivated forms: one with red flowers and purple colouring in the foliage, and others with red-orange flowers edged yellow and green leaves.

The plants are recorded as Canna sp., without assigning a particular species or cultivar name. Garden cannas include numerous hybrids that cannot be reliably identified by colour alone.

Botanical identity and origin

The genus Canna L. belongs to Cannaceae and the order Zingiberales. It is native to tropical and subtropical America, and its name was published by Linnaeus in 1753.

Despite the English name Canna lily, cannas are not true lilies of the genus Lilium. They are a distinct group of monocotyledonous plants with characteristic leaves and asymmetric flowers.

The abbreviation sp. indicates that the species remains unidentified. It is not a cultivar name.


Leaves, stems and rhizomes

The leaves are large and broad, with a prominent central vein and numerous lateral veins. Their bases sheath the upright stems. Depending on the cultivated form, foliage may be green, bronze, purple or variegated.

Below ground, rhizomes develop: modified stems that store reserves and bear buds. These produce new shoots and roots, allowing the plant to renew itself and form larger clumps.

Height varies considerably between cultivars. Compact forms suit containers, while taller ones are used in larger


plantings.

The unusual structure of the flowers

Inflorescences develop at the tips of the stems. The conspicuous parts of the flowers consist mainly of staminodes, sterile stamens that have become broad and petal-like.

There is one fertile stamen, and the flower is strongly asymmetric. This unusual construction is characteristic of the genus.

In the photographed bicoloured forms, red and orange combine with distinct yellow margins. These features describe their appearance but do not establish cultivar identity.

They also thrive in water

The cannas featured here, according to my observation, also thrive when cultivated in water. In such plantings, the rhizomes and roots occupy the wet substrate, while stems, leaves and flowers grow above the surface.

This cultivation method is particularly associated with water cannas. Selected cultivars can grow in containers standing in shallow water during the warm season.

Tolerance varies between forms. The success of these particular plants does not mean every canna is suited to deep or permanent flooding. Cold combined with excessive moisture can cause problems for the rhizomes.

Life cycle and reproduction

Cannas are perennial. During active growth, rhizome buds produce new shoots that develop leaves and subsequently inflorescences. Flowers open successively, extending the colourful display.

After a shoot completes its development, it gradually ages and is replaced by new growth. In cold conditions, above-ground parts may die back while the rhizome survives if suitably protected.

Where fruits develop, they are capsules containing seeds. Seed production varies between cultivated forms and hybrids.

Rhizome division preserves the characteristics of a selected form. Each division needs a living bud. Seed-grown plants do not necessarily retain the appearance of the parent.

Cultivation and connection with Cyprus

The photographed cannas are cultivated ornamental plants in Cyprus. Their presence does not document a wild population.

Good growth requires warmth, sufficient light, available water and adequate nutrition. Their large leaves benefit from shelter from strong winds. Rhizomes require protection in frost-prone locations.

In ordinary garden plantings, the substrate is kept moist without prolonged oxygen deprivation around the roots. Forms with established tolerance of aquatic cultivation should be selected for tanks and ponds.

Cannas form part of the diversity of ornamental plants in Cypriot gardens, where both flowers and foliage are valued.

Uses and care

Cannas are planted in groups, borders, large containers and water gardens. Tall forms provide volume towards the back of a planting, while shorter ones suit smaller spaces.

Dead leaves and finished flowering stems are removed. Dense clumps can be divided for renewal and propagation.

The use of certain species as starch sources does not make unidentified ornamental forms suitable for consumption.

Pests and diseases

Reported pests include aphids, spider mites, snails and slugs. Viral diseases can also occur, producing distorted growth or mosaic patterns in the foliage.

The holes and minor damage visible in the photographs do not identify the responsible organism. Equally, not every colour difference indicates disease, since many cultivars naturally have variegated leaves.

Prevention relies on healthy propagation material, clean tools and observation of new growth. Plants showing suspicious symptoms should not be divided for propagation until the cause has been investigated.

Taxonomy

  • Kingdom: Plantae
  • Angiosperms – Monocots
  • Order: Zingiberales
  • Family: Cannaceae
  • Genus: Canna L.
  • Identification: Canna sp.
  • Status of the photographed occurrence: Cultivated ornamental forms in Cyprus

Sources

Grapefruit – Citrus × paradisi Macfad. – Γκρέιπφρουτ – Cyprus

 See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο

Flora of Cyprus - ORGANIZED LINKS - Χλωρίδα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Κεντρική πύλη προς τους καταλόγους, τα άρθρα και τις φωτογραφικές ενότητες της κυπριακής χλωρίδας. / Central gateway to catalogues, articles and photographic sections on Cyprus flora.

Photos by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Φωτογραφία: Γιώργος Κωνσταντίνου

Ένα σημαντικό εσπεριδοειδές της Κύπρου

Το γκρέιπφρουτ είναι αειθαλές καρποφόρο δέντρο, γνωστό για τους μεγάλους, χυμώδεις καρπούς του και τη χαρακτηριστική γλυκόξινη και πικρή γεύση τους. Καλλιεργείται για νωπή κατανάλωση, παραγωγή χυμού και μεταποίηση, ενώ αποτελεί μέρος της εμπορικής εσπεριδοκαλλιέργειας της Κύπρου.

Η φωτογραφία παρουσιάζει δέντρο με πολυάριθμους κίτρινους καρπούς. Το εξωτερικό χρώμα δεν επιτρέπει από μόνο του να προσδιοριστεί η ποικιλία ή αν η σάρκα είναι ανοιχτόχρωμη, ρόδινη ή κόκκινη.

Ονομασία, καταγωγή και ιστορία

Η ονομασία Citrus × paradisi Macfad. δημοσιεύθηκε το 1830 από τον James Macfadyen. Το σύμβολο × δηλώνει υβριδική προέλευση. Το γκρέιπφρουτ θεωρείται ότι προήλθε από φυσική διασταύρωση πομέλου ή φράπας, Citrus maxima, με γλυκό πορτοκάλι.

Η ιστορία του συνδέεται με τις Δυτικές Ινδίες και ιδιαίτερα τα Μπαρμπάντος, με παλαιές αναφορές από τον 18ο αιώνα. Αργότερα η καλλιέργειά του αναπτύχθηκε στην Αμερική και επεκτάθηκε σε άλλες θερμές περιοχές.

Ανήκει στην οικογένεια Rutaceae – Οικογένεια των εσπεριδοειδών, όπως και η νεραντζιά – κιτρομηλιά. Η ταξινόμηση των καλλιεργούμενων εσπεριδοειδών είναι σύνθετη, επειδή περιλαμβάνει επανειλημμένους υβριδισμούς και μακρόχρονη ανθρώπινη επιλογή.

Περιγραφή του δέντρου και του καρπού

Το δέντρο σχηματίζει πυκνή κόμη και μπορεί να αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις όταν αναπτύσσεται ελεύθερα. Το τελικό μέγεθος επηρεάζεται από την ποικιλία, το υποκείμενο και τη διαμόρφωση.

Τα φύλλα είναι πράσινα, γυαλιστερά και σχετικά δερματώδη, με χαρακτηριστικά πτερυγωτό μίσχο. Τα άνθη είναι λευκά και αρωματικά.

Ο καρπός είναι εσπερίδιο, ο ιδιαίτερος τύπος καρπού των εσπεριδοειδών. Περιλαμβάνει εξωτερικό φλοιό με αρωματικούς αδένες, λευκό σπογγώδες στρώμα και εσωτερικές φέτες με χυμοφόρους ασκούς. Η φλούδα είναι συνήθως κίτρινη, ενίοτε με ρόδινες αποχρώσεις, ενώ η σάρκα διαφέρει μεταξύ ποικιλιών.

Η πικρή γεύση συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη ναριγκίνη. Στις ρόδινες και κόκκινες μορφές το χρώμα οφείλεται σε καροτενοειδείς χρωστικές, μεταξύ των οποίων το λυκοπένιο.

Καλλιέργεια και εμπόριο στην Κύπρο

Το γκρέιπφρουτ είναι εισαγμένο καλλιεργούμενο καρποφόρο δέντρο, χωρίς ενδημικό χαρακτήρα στην Κύπρο. Η παρουσία του σε περιβόλια και κήπους συνδέεται με τη γεωργία και όχι με φυσικούς πληθυσμούς της κυπριακής χλωρίδας.

Οι επίσημες εμπορικές πληροφορίες της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρουν ως κύριες ποικιλίες τις White Marsh Seedless, Star Ruby και Rio Red. Η παραγωγή περιλαμβάνει ανοιχτόχρωμους και ερυθρόσαρκους καρπούς για την εγχώρια αγορά και τις εξαγωγές.

Η ποιότητα εξαρτάται από τον συνδυασμό θερμοκρασίας, διαθέσιμου νερού, εδάφους, υποκειμένου και κατάλληλου χρόνου συγκομιδής.

Βασικές ποικιλίες

ΠοικιλίαΒασικά χαρακτηριστικά
White Marsh / Marsh SeedlessΑνοιχτόχρωμη σάρκα, χυμώδεις καρποί και συνήθως λίγα σπέρματα. Σημαντική ιστορικά εμπορική ομάδα.
DuncanΠαλαιά ανοιχτόσαρκη ποικιλία, γνωστή για την ποιότητα του καρπού αλλά και τα πολλά σπέρματα.
Ruby / RedblushΡόδινη σάρκα· συνδέεται με την ιστορία των μεταλλάξεων της ομάδας Marsh.
Star RubyΈντονα χρωματισμένη σάρκα και λίγα ή καθόλου σπέρματα. Σε συγκριτικές παρατηρήσεις εμφανίζει μεγαλύτερες καλλιεργητικές απαιτήσεις.
Rio RedΖωηρή ανάπτυξη, χυμώδεις καρποί και έντονο εσωτερικό χρώμα, μεσοόψιμη έως όψιμη ωρίμαση ανάλογα με την περιοχή.

Οι περιγραφές δεν αποτελούν αναγνώριση της ποικιλίας της φωτογραφίας. Επίσης, το «άσπερμο» δεν εγγυάται απόλυτη απουσία σπερμάτων από κάθε καρπό.

Κύκλος ζωής και αναπαραγωγή

Το γκρέιπφρουτ είναι πολυετές και διατηρεί λειτουργικό φύλλωμα όλο τον χρόνο, εφόσον οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Μέσα στον ετήσιο κύκλο παράγει νέα βλάστηση, άνθη, μικρούς καρπούς και στη συνέχεια καρπούς που αυξάνονται και ωριμάζουν.

Δεν εξελίσσονται όλα τα άνθη σε ώριμους καρπούς. Μέρος των ανθέων και των νεαρών καρπών απορρίπτεται φυσιολογικά. Η τελική παραγωγή επηρεάζεται από την κατάσταση του δέντρου και τις συνθήκες κατά την ανάπτυξη.

Στην εμπορική καλλιέργεια χρησιμοποιείται εμβολιασμός επιλεγμένης ποικιλίας σε κατάλληλο υποκείμενο. Το υποκείμενο επηρεάζει τη ζωηρότητα, την προσαρμογή στο έδαφος, την παραγωγή και την αντοχή σε ορισμένες ασθένειες. Τα σπορόφυτα έχουν μεγαλύτερη νεανική περίοδο και δεν αποτελούν ασφαλή τρόπο διατήρησης μιας συγκεκριμένης ποικιλίας.

Έδαφος, νερό και θρέψη

Χρειάζεται ηλιόλουστη θέση, χώρο για την κόμη και έδαφος που στραγγίζει. Η παρατεταμένη κατάκλυση επιβαρύνει τις ρίζες. Στο ξηρό κυπριακό καλοκαίρι η παραγωγική καλλιέργεια εξαρτάται από επαρκή άρδευση.

Το πότισμα προσαρμόζεται στο μέγεθος και στην ηλικία του δέντρου, στο έδαφος και στον καιρό. Δεν υπάρχει μία σταθερή ποσότητα κατάλληλη για όλα τα περιβόλια.

Η λίπανση είναι αποτελεσματικότερη όταν στηρίζεται σε αναλύσεις και στην κατάσταση της βλάστησης. Η κιτρινισμένη φυλλωσιά μπορεί να συνδέεται με θρεπτική ανισορροπία, προβλήματα ριζών ή άλλες αιτίες και δεν δικαιολογεί αυτομάτως προσθήκη λιπάσματος.

Κλάδεμα και συγκομιδή

Τα εσπεριδοειδή γενικά χρειάζονται περιορισμένο κλάδεμα. Απομακρύνονται ξερά ή προβληματικά κλαδιά, ανεπιθύμητες παραφυάδες και βλαστοί του υποκειμένου. Το υπερβολικό κλάδεμα μπορεί να μειώσει την καρποφορία.

Η ωρίμαση κρίνεται από την εσωτερική ποιότητα και τη γεύση, όχι μόνο από το κιτρίνισμα της φλούδας. Τα εσπεριδοειδή δεν συνεχίζουν να ωριμάζουν όπως η μπανάνα μετά τη συλλογή. Μια δοκιμή αντιπροσωπευτικών καρπών βοηθά στον καθορισμό της κατάλληλης στιγμής.

Η δυνατότητα παραμονής στο δέντρο διαφέρει ανά ποικιλία. Η υπερβολική καθυστέρηση μπορεί να επηρεάσει την υφή και την ποιότητα του καρπού.

Εχθροί και φυτοπροστασία

Στους εχθρούς των εσπεριδοειδών περιλαμβάνονται φυλλορύκτες, αφίδες, κοκκοειδή, ψευδόκοκκοι, ακάρεα και έντομα που προσβάλλουν τους καρπούς.

Ο φυλλορύκτης των εσπεριδοειδών – Phyllocnistis citrella δημιουργεί ελικοειδείς στοές στα νεαρά φύλλα. Η ζημιά έχει μεγαλύτερη σημασία σε νεαρά δέντρα. Οι προνύμφες της πεταλούδας Papilio demoleus χρησιμοποιούν επίσης εσπεριδοειδή ως ξενιστές.

Η μεσογειακή μύγα, Ceratitis capitata, μπορεί να προσβάλει καρπούς που πλησιάζουν στην ωρίμαση. Η παρακολούθηση με παγίδες και η διαχείριση προσβεβλημένων ή πεσμένων καρπών αποτελούν βασικά εργαλεία.

Σημαντική φυτοϋγειονομική εξέλιξη είναι και ο εντοπισμός στην Κύπρο της ασιατικής ψύλλας των εσπεριδοειδών, Diaphorina citri. Απαιτείται παρακολούθηση σύμφωνα με τις οδηγίες του Τμήματος Γεωργίας.

Η ολοκληρωμένη διαχείριση βασίζεται σε υγιές φυτωριακό υλικό, σωστή καλλιέργεια, αναγνώριση του προβλήματος και προστασία των φυσικών εχθρών. Τυχόν φυτοπροστατευτικές εφαρμογές ακολουθούν τις ισχύουσες εγκρίσεις και τις οδηγίες της ετικέτας.

Διατροφή και χρήσεις

Το γκρέιπφρουτ προσφέρει βιταμίνη C και κάλιο. Καταναλώνεται νωπό, σε χυμό, σαλάτες, επιδόρπια και μαρμελάδες. Η σάρκα, οι μεμβράνες και ο φλοιός έχουν διαφορετική ένταση πικρής γεύσης, στοιχείο που αξιοποιείται στη μαγειρική.

Η διατροφική του αξία δεν το μετατρέπει σε θεραπεία ούτε σε αυτόνομο μέσο αδυνατίσματος. Η επιλογή κατανάλωσης χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν λαμβάνονται φάρμακα.

Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα

Ο καρπός και ο χυμός μπορούν να μεταβάλουν τη δράση ορισμένων φαρμάκων. Σε αρκετές περιπτώσεις αυξάνουν την ποσότητα του φαρμάκου στο αίμα, επηρεάζοντας το εντερικό ένζυμο CYP3A4. Σε άλλες μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση.

Αφορά συγκεκριμένα φάρμακα, όχι όλα μιας κατηγορίας. Όποιος λαμβάνει αγωγή χρειάζεται να ελέγχει το φύλλο οδηγιών και να ρωτά γιατρό ή φαρμακοποιό πριν εντάξει γκρέιπφρουτ στη διατροφή του.

Ταξινομία

  • Βασίλειο: Plantae
  • Αγγειόσπερμα – Ευδικοτυλήδονα
  • Τάξη: Sapindales
  • Οικογένεια: Rutaceae
  • Γένος: Citrus
  • Καθιερωμένη ονομασία γκρέιπφρουτ: Citrus × paradisi Macfad., 1830
  • Μεταχείριση στο Kew POWO: συνώνυμο του Citrus × aurantium f. aurantium
  • Κατάσταση στην Κύπρο: Εισαγμένο καλλιεργούμενο καρποφόρο δέντρο

Πηγές


Grapefruit – Citrus × paradisi Macfad. – Γκρέιπφρουτ – Cyprus

Text by George Konstantinou
Photograph: George Konstantinou

An important citrus crop of Cyprus

Grapefruit is an evergreen fruit tree known for its large, juicy fruits and characteristic sweet, sour and bitter flavour. It is grown for fresh consumption, juice and processing and forms part of Cyprus’s commercial citrus production.

The photograph shows a tree carrying numerous yellow fruits. External colour alone cannot identify the cultivar or establish whether the flesh is pale, pink or red.

Name, origin and history

The name Citrus × paradisi Macfad. was published in 1830 by James Macfadyen. The × indicates hybrid origin. Grapefruit is considered to have arisen through natural crossing between pummelo, Citrus maxima, and sweet orange.

Its history is associated with the West Indies, particularly Barbados, with early accounts dating from the eighteenth century. Cultivation subsequently developed in America and spread to other warm regions.

It belongs to Rutaceae , alongside bitter orange. Cultivated citrus taxonomy is complex because it involves repeated hybridisation and a long history of human selection.

Description of the tree and fruit

The tree develops a dense canopy and can become large when allowed to grow freely. Its eventual size depends on cultivar, rootstock and training.

The leaves are green, glossy and relatively leathery, with characteristically winged stalks. The flowers are white and fragrant.

The fruit is a hesperidium, the specialised fruit type of citrus. It comprises an outer rind containing aromatic glands, a white spongy layer and internal segments filled with juice vesicles. The rind is usually yellow, sometimes with pink colouring, while flesh colour varies between cultivars.

Bitterness is associated, among other compounds, with naringin. Pink and red forms contain carotenoid pigments, including lycopene.

Cultivation and trade in Cyprus

Grapefruit is an introduced cultivated fruit tree, without endemic status in Cyprus. Its occurrence in orchards and gardens is connected with agriculture rather than natural populations of the island’s flora.

Official trade information from the Republic of Cyprus lists White Marsh Seedless, Star Ruby and Rio Red as principal cultivars. Production includes pale- and red-fleshed fruit for the domestic market and export.

Quality depends on the combination of temperature, available water, soil, rootstock and appropriate harvest timing.

Principal cultivars

CultivarMain characteristics
White Marsh / Marsh SeedlessPale flesh, juicy fruit and usually few seeds. A historically important commercial group.
DuncanAn old pale-fleshed cultivar known for fruit quality but also numerous seeds.
Ruby / RedblushPink flesh; associated with the history of mutations within the Marsh group.
Star RubyIntensely coloured flesh and few or no seeds. Comparative observations indicate more demanding cultivation requirements.
Rio RedVigorous growth, juicy fruit and strong internal colour; mid- to late-season maturity depending on location.

These descriptions do not identify the cultivar in the photograph. “Seedless” also does not guarantee that every fruit contains no seeds.

Life cycle and propagation

Grapefruit is perennial and retains functional foliage throughout the year under suitable conditions. Its annual cycle includes new growth, flowers, young fruit and subsequent fruit enlargement and maturation.

Not every flower develops into a mature fruit. Some flowers and young fruits are shed naturally. Final production depends on tree condition and the environment during development.

Commercial cultivation uses selected cultivars grafted onto suitable rootstocks. Rootstock influences vigour, soil adaptation, production and resistance to certain diseases. Seedlings have a longer juvenile period and are not a reliable way of maintaining a particular cultivar.

Soil, water and nutrition

The tree needs sunlight, room for its canopy and soil that drains well. Prolonged waterlogging damages roots. Productive cultivation during Cyprus’s dry summer depends on adequate irrigation.

Watering must suit tree size and age, soil and weather. No single fixed quantity is appropriate for every orchard.

Fertilisation is more effective when guided by analysis and the condition of the foliage. Yellowing leaves may reflect nutrient imbalance, root problems or other causes and do not automatically justify adding fertiliser.

Pruning and harvesting

Citrus generally requires limited pruning. Dead or problematic branches, unwanted suckers and rootstock shoots are removed. Excessive pruning can reduce cropping.

Maturity should be judged by internal quality and flavour rather than rind yellowing alone. Citrus fruit does not continue ripening like a banana after picking. Sampling representative fruit helps determine harvest timing.

The period fruit can remain on the tree varies between cultivars. Excessive delay can affect texture and quality.

Pests and crop protection

Citrus pests include leafminers, aphids, scale insects, mealybugs, mites and fruit-attacking insects.

The citrus leafminer – Phyllocnistis citrella produces winding tunnels in young leaves. Damage matters particularly on young trees. Caterpillars of Papilio demoleus also use citrus as host plants.

The Mediterranean fruit fly, Ceratitis capitata, can attack fruit approaching maturity. Trap monitoring and management of infested or fallen fruit are fundamental tools.

Another important plant-health development is the detection in Cyprus of the Asian citrus psyllid, Diaphorina citri. Monitoring must follow Department of Agriculture guidance.

Integrated management relies on healthy nursery stock, appropriate cultivation, correct diagnosis and conservation of natural enemies. Any plant-protection treatments must follow current authorisations and label instructions.

Nutrition and uses

Grapefruit provides vitamin C and potassium. It is consumed fresh, juiced and in salads, desserts and marmalades. Flesh, membranes and rind differ in bitterness, a feature used in cooking.

Its nutritional value does not make it a treatment or an independent weight-loss method. Consumption requires particular consideration when medicines are being taken.

Interactions with medicines

Both the fruit and juice can alter the action of certain medicines. In many cases they increase the amount of medicine entering the blood by affecting the intestinal enzyme CYP3A4. In other cases they can reduce absorption.

The interaction concerns particular medicines, not every drug within a category. People taking medication should check the patient leaflet and consult their doctor or pharmacist before including grapefruit in their diet.

Taxonomy

  • Kingdom: Plantae
  • Angiosperms – Eudicots
  • Order: Sapindales
  • Family: Rutaceae
  • Genus: Citrus
  • Established grapefruit name: Citrus × paradisi Macfad., 1830
  • Kew POWO treatment: synonym of Citrus × aurantium f. aurantium
  • Status in Cyprus: Introduced cultivated fruit tree

Sources

Bougainvillea sp. – Βουκαμβίλια – Paperflower – Cyprus

  See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο


Flora of Cyprus - ORGANIZED LINKS - Χλωρίδα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Κεντρική πύλη προς τους καταλόγους, τα άρθρα και τις φωτογραφικές ενότητες της κυπριακής χλωρίδας. / Central gateway to catalogues, articles and photographic sections on Cyprus flora.

Photos 22/10/2026 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου

Τα χρώματα της βουκαμβίλιας

Η βουκαμβίλια είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλωπιστικά φυτά των κυπριακών κήπων. Οι μακριοί, ξυλώδεις βλαστοί της καλύπτουν τοίχους, περιφράξεις και πέργκολες, δημιουργώντας εντυπωσιακές επιφάνειες χρώματος. Στις φωτογραφίες παρουσιάζονται καλλιεργούμενες μορφές με έντονα φούξια και λευκά βράκτια.

Η καταχώριση ως Bougainvillea sp. αφορά αναγνώριση σε επίπεδο γένους. Η ένδειξη sp. αφήνει απροσδιόριστο το είδος, ενώ δεν αποδίδεται όνομα ποικιλίας στις φωτογραφημένες μορφές.

Βοτανική ταυτότητα και προέλευση

Το γένος Bougainvillea Comm. ex Juss. ανήκει στην οικογένεια Nyctaginaceae και κατάγεται από τη Νότια Αμερική. Η επίσημη δημοσίευση του ονόματος του γένους έγινε το 1789.

Οι καλλιεργούμενες βουκαμβίλιες συνδέονται κυρίως με είδη όπως τα Bougainvillea glabra, B. spectabilis και B. peruviana, καθώς και με υβρίδια. Η μεγάλη ποικιλία καλλωπιστικών μορφών εξηγεί γιατί το χρώμα μόνο δεν αρκεί για προσδιορισμό είδους.

Η ιστορία του ονόματος

Το όνομα τιμά τον Γάλλο θαλασσοπόρο Louis-Antoine de Bougainville. Η γνωριμία της ευρωπαϊκής βοτανικής με το φυτό συνδέεται με την αποστολή του γύρω από τον κόσμο κατά τον 18ο αιώνα και με το έργο του φυσιοδίφη Philibert Commerson.

Στην ίδια ιστορία σημαντική θέση έχει η Jeanne Baret, συνεργάτιδα του Commerson, η οποία συμμετείχε στη συλλογή φυτικού υλικού. Η βουκαμβίλια συνδέει έτσι την ιστορία των καλλωπιστικών φυτών με τις εξερευνητικές αποστολές και τη συμβολή ανθρώπων των οποίων το έργο δεν αναγνωρίστηκε πάντοτε ισότιμα.

Περιγραφή και αναρριχώμενη ανάπτυξη

Οι συνηθισμένες καλλωπιστικές βουκαμβίλιες είναι πολυετείς ξυλώδεις θάμνοι με μακριούς βλαστούς που στηρίζονται σε άλλα αντικείμενα. Πολλές μορφές φέρουν ισχυρά αγκάθια.

Τα φύλλα είναι απλά, εναλλασσόμενα, συνήθως ωοειδή έως ελλειπτικά, με οξεία κορυφή. Το μέγεθος, το τρίχωμα και η υφή τους διαφέρουν ανάμεσα στα είδη και στις ποικιλίες.

Δεν προσκολλώνται σε τοίχους με εναέριες ρίζες. Για την επιθυμητή διαμόρφωση χρειάζονται κατάλληλα στηρίγματα και καθοδήγηση των βλαστών. Οι ζωηρές μορφές μπορούν να αποκτήσουν μεγάλες διαστάσεις, ενώ υπάρχουν και συμπαγείς ποικιλίες για γλάστρες.

Τα χρωματιστά μέρη δεν είναι πέταλα

Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό είναι τα βράκτια, δηλαδή τροποποιημένα φύλλα που περιβάλλουν τα μικρά άνθη. Η λεπτή, σχεδόν χάρτινη υφή τους εξηγεί την αγγλική ονομασία Paperflower.

Τα πραγματικά άνθη είναι μικρά και σωληνοειδή. Στην κοντινή φωτογραφία διακρίνεται καθαρά το ανοιχτόχρωμο άκρο τους ανάμεσα στα φούξια βράκτια.

Στις καλλιεργούμενες μορφές τα βράκτια μπορεί να είναι λευκά, ρόδινα, φούξια, πορφυρά, κόκκινα, πορτοκαλί ή κίτρινα. Το ίδιο χρώμα μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικές ποικιλίες και υβρίδια.

Κύκλος ζωής και ανθοφορία

Η βουκαμβίλια ζει για πολλά χρόνια και ανανεώνει σταδιακά τη βλάστησή της. Σε θερμές συνθήκες μπορεί να διατηρεί φύλλωμα, ενώ το ψύχος ή άλλες καταπονήσεις μπορούν να προκαλέσουν φυλλόπτωση.

Κατά την ενεργό περίοδο παράγει νέους βλαστούς και πάνω στη νέα ανάπτυξη σχηματίζονται οι ανθοφόρες ομάδες. Η έγχρωμη εμφάνιση διαρκεί περισσότερο από τη ζωή κάθε μικρού άνθους, χάρη στην παραμονή των βρακτίων.

Η ανθοφορία συχνά εμφανίζεται σε διαδοχικά κύματα. Η διάρκειά της επηρεάζεται από την ποικιλία, την ηλιοφάνεια, τη θερμοκρασία, το πότισμα και το κλάδεμα.

Σχέση με την Κύπρο

Η βουκαμβίλια αποτελεί φυτό νοτιοαμερικανικής προέλευσης που καλλιεργείται στην Κύπρο για καλλωπιστικούς σκοπούς. Οι φωτογραφίες αφορούν καλλιεργούμενες μορφές και δεν τεκμηριώνουν αυτοφυή πληθυσμό.

Η καλλιέργειά της ευνοείται σε θερμές, προστατευμένες θέσεις. Σε ψυχρότερες περιοχές η έκθεση στον παγετό αποτελεί σημαντικό περιορισμό. Ένας ηλιόλουστος τοίχος μπορεί να προσφέρει στήριξη και ευνοϊκό μικροκλίμα, αλλά οι ανάγκες μεταβάλλονται ανάλογα με τη θέση και τη μορφή του φυτού.

Φύτευση, πότισμα και λίπανση

Για καλή ανθοφορία χρειάζεται άφθονο φως και στραγγιζόμενο υπόστρωμα. Η αντοχή στην ξηρασία αφορά κυρίως καλά εγκατεστημένα φυτά· ένα νεοφυτεμένο άτομο ή μια γλάστρα χρειάζεται προσεκτικότερη παρακολούθηση.

Το υπερβολικό πότισμα μπορεί να επιβαρύνει τις ρίζες. Παράλληλα, η υπερβολική αζωτούχος λίπανση μπορεί να ευνοήσει την παραγωγή φύλλων εις βάρος της ανθοφορίας. Η λύση σε ένα φυτό που δεν ανθίζει δεν είναι πάντοτε περισσότερο νερό ή λίπασμα.

Πριν από οποιαδήποτε παρέμβαση εξετάζονται η ηλιοφάνεια, η αποστράγγιση και η συχνότητα του κλαδέματος.

Κλάδεμα και πολλαπλασιασμός

Το κλάδεμα διατηρεί το επιθυμητό μέγεθος, απομακρύνει ξερούς βλαστούς και βοηθά στη διαμόρφωση του σκελετού. Επειδή τα άνθη σχηματίζονται στη νέα ανάπτυξη, τα συνεχή κορφολογήματα μπορούν να αφαιρούν βλαστούς πριν προλάβουν να ανθίσουν.

Η βασική διαμόρφωση γίνεται σε κατάλληλη περίοδο πριν από τη ζωηρή ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη τον τοπικό κίνδυνο παγετού. Ελαφρύτερες διορθώσεις μπορούν να γίνονται μετά από κύμα ανθοφορίας. Στον χειρισμό των αγκαθωτών βλαστών χρειάζονται ανθεκτικά γάντια.

Ο πολλαπλασιασμός γίνεται συχνά με μοσχεύματα. Ο βλαστητικός πολλαπλασιασμός διατηρεί τα χαρακτηριστικά μιας επιλεγμένης καλλωπιστικής μορφής, ενώ η επιτυχία ριζοβολίας εξαρτάται από το υλικό και τις συνθήκες.

Διαφορές ειδών και ποικιλιών

Η B. glabra και η B. spectabilis μπορεί να μοιάζουν πολύ. Στη διάκρισή τους χρησιμοποιούνται χαρακτηριστικά όπως το τρίχωμα και η μορφή του ανθικού σωλήνα. Η παρουσία υβριδίων δυσκολεύει επιπλέον την αναγνώριση καλλιεργούμενων φυτών.

Οι λευκές και φούξια μορφές των φωτογραφιών δεν θεωρούνται διαφορετικά είδη μόνο λόγω χρώματος. Η ασφαλής κοινή καταχώρισή τους εδώ παραμένει Bougainvillea sp.

Χρήσεις και πιθανά προβλήματα

Χρησιμοποιείται για κάλυψη περιφράξεων, τοίχων και περγκολών, για σχηματισμό θάμνων και για καλλιέργεια σε δοχεία. Οι μικρόσωμες μορφές μπορούν να δημιουργούν κρεμοκλαδή βλάστηση, ενώ οι ζωηρές χρειάζονται περισσότερο χώρο.

Στα καλλιεργούμενα φυτά μπορεί να εμφανιστούν αφίδες, κοκκοειδή ή αλευρώδεις. Η κιτρινισμένη βλάστηση δεν αποδεικνύει πάντοτε προσβολή: μπορεί να σχετίζεται και με το πότισμα ή τη θρέψη. Οι οπές στα φύλλα των φωτογραφιών δεν επαρκούν για προσδιορισμό συγκεκριμένου υπεύθυνου οργανισμού.

Η αντιμετώπιση αρχίζει με αναγνώριση της αιτίας και διόρθωση των καλλιεργητικών συνθηκών, αποφεύγοντας άσκοπους προληπτικούς ψεκασμούς.

Ταξινομία

  • Βασίλειο: Plantae
  • Αγγειόσπερμα – Ευδικοτυλήδονα
  • Τάξη: Caryophyllales
  • Οικογένεια: Nyctaginaceae
  • Γένος: Bougainvillea Comm. ex Juss.
  • Προσδιορισμός: Bougainvillea sp.
  • Κατάσταση της φωτογραφημένης παρουσίας: Καλλιεργούμενες καλλωπιστικές μορφές στην Κύπρο

Πηγές


Bougainvillea sp. – Βουκαμβίλια – Paperflower – Cyprus

Text by George Konstantinou
Photographs: George Konstantinou

The colours of bougainvillea

Bougainvillea is among the most recognisable ornamental plants in Cypriot gardens. Its long, woody stems cover walls, fences and pergolas, creating striking displays of colour. The photographs show cultivated forms with vivid magenta and white bracts.

The designation Bougainvillea sp. identifies the plants at genus level. Sp. leaves the species unspecified, and no cultivar name is assigned to the photographed forms.

Botanical identity and origin

The genus Bougainvillea Comm. ex Juss. belongs to Nyctaginaceae and originates in South America. Its generic name was formally published in 1789.

Cultivated bougainvilleas are associated principally with species such as Bougainvillea glabra, B. spectabilis and B. peruviana, together with hybrids. The diversity of ornamental forms explains why colour alone cannot identify a species.

The history of the name

The name honours the French navigator Louis-Antoine de Bougainville. European botanical knowledge of the plant is connected with his eighteenth-century voyage around the world and the work of naturalist Philibert Commerson.

Jeanne Baret, Commerson’s collaborator, also occupies an important place in this history through her participation in collecting botanical material. Bougainvillea thus connects ornamental horticulture with exploratory voyages and the contributions of people whose work was not always equally recognised.

Description and climbing habit

Common ornamental bougainvilleas are perennial woody shrubs with long stems that scramble over supporting objects. Many forms bear strong thorns.

The leaves are simple and alternate, usually egg-shaped to elliptical with pointed tips. Their size, hairiness and texture vary between species and cultivars.

They do not attach themselves to walls using aerial roots. Suitable supports and training are needed to obtain the desired shape. Vigorous forms can become large, while compact cultivars are available for containers.

The colourful parts are not petals

The most conspicuous features are the bracts, modified leaves surrounding the small flowers. Their thin, almost papery texture explains the English name Paperflower.

The true flowers are small and tubular. Their pale tips are clearly visible among the magenta bracts in the close-up photograph.

Cultivated forms may have white, pink, magenta, purple, red, orange or yellow bracts. The same colour can occur in different cultivars and hybrids.

Life cycle and flowering

Bougainvillea lives for many years and progressively renews its growth. It may retain foliage in warm conditions, while cold or other stresses can cause leaf fall.

During active growth it produces new shoots, on which the flowering groups develop. The colourful display lasts longer than each individual flower because the bracts persist.

Flowering often occurs in successive flushes. Its duration is influenced by cultivar, sunlight, temperature, watering and pruning.

Its connection with Cyprus

Bougainvillea is a plant of South American origin cultivated in Cyprus for ornamental purposes. The photographs concern cultivated forms and do not document a wild population.

Warm, sheltered positions favour its cultivation. Exposure to frost is an important limitation in colder locations. A sunny wall can provide support and a favourable microclimate, although requirements vary with the location and plant form.

Planting, watering and feeding

Good flowering requires plentiful light and a freely draining substrate. Drought tolerance applies mainly to well-established plants; newly planted specimens and container plants require closer attention.

Excessive watering can harm the roots. Too much nitrogen can also favour leaves at the expense of flowering. A plant that fails to flower does not necessarily need more water or fertiliser.

Before intervening, sunlight, drainage and pruning frequency should be assessed.

Pruning and propagation

Pruning maintains the desired size, removes dead stems and helps establish a framework. Because flowers develop on new growth, repeated trimming can remove shoots before they flower.

Main structural pruning is undertaken at a suitable time before vigorous growth, taking local frost risk into account. Lighter adjustments can follow a flowering flush. Strong gloves are needed when handling thorny stems.

Propagation is commonly by cuttings. Vegetative propagation preserves the characteristics of a selected ornamental form, while rooting success depends on the material and conditions.

Differences between species and cultivars

B. glabra and B. spectabilis can look very similar. Features used to distinguish them include hairiness and the shape of the floral tube. Hybrids add further difficulty when identifying cultivated plants.

The white and magenta forms in the photographs cannot be considered different species simply because their colours differ. Their shared identification here remains Bougainvillea sp.

Uses and possible problems

Bougainvillea is used to cover fences, walls and pergolas, to form shrubs and for container cultivation. Smaller forms can produce trailing growth, while vigorous ones need more space.

Cultivated plants may develop aphids, scale insects or whiteflies. Yellowing foliage does not always indicate pests: watering or nutrition may also be involved. The holes in the photographed leaves do not identify a particular responsible organism.

Management begins by identifying the cause and correcting growing conditions, avoiding unnecessary preventive spraying.

Taxonomy

  • Kingdom: Plantae
  • Angiosperms – Eudicots
  • Order: Caryophyllales
  • Family: Nyctaginaceae
  • Genus: Bougainvillea Comm. ex Juss.
  • Identification: Bougainvillea sp.
  • Status of the photographed occurrence: Cultivated ornamental forms in Cyprus

Sources