Translate

Saturday, 24 October 2026

Εκδρομικός χώρος Ξεροκόλυμπος – Τροοδίτισσα, Τρόοδος, επαρχία Λεμεσού – Xerokolympos Picnic Site – Cyprus

 See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο

Photos by George Konstantinou 23/10/2026

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Ένας εκδρομικός χώρος μέσα στο δάσος

Ο εκδρομικός χώρος Ξεροκόλυμπος, γνωστός και ως εκδρομικός χώρος Τροοδίτισσας, βρίσκεται μέσα στο δάσος του Τροόδους, κοντά στη Ιερά Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας . Τα ψηλά δέντρα, η σκιά και η παρουσία ρυακιού δημιουργούν ένα ευχάριστο περιβάλλον για υπαίθριο γεύμα, ξεκούραση και γνωριμία με την ορεινή φύση της Κύπρου.

Είναι ένας οργανωμένος χώρος δασικής αναψυχής, όπου οι επισκέπτες μπορούν να περάσουν τη μέρα τους χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί για τον σκοπό αυτό. Η θέση του επιτρέπει να συνδυαστεί η εκδρομή με επίσκεψη στη μονή, περιήγηση στα γύρω χωριά ή πεζοπορία στην περιοχή.

Γεωγραφική θέση και πρόσβαση

Ο Ξεροκόλυμπος βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού, μέσα στα διοικητικά όρια του Φοινιού, σε υψόμετρο περίπου 1.300 μέτρων. Η πρόσβαση γίνεται από τον δρόμο Πλατρών–Προδρόμου, περίπου έξι χιλιόμετρα από τις Πλάτρες, κοντά στην πρόσβαση προς τη Μονή Τροοδίτισσας.

Το μεγάλο υψόμετρο επηρεάζει αισθητά τις συνθήκες της επίσκεψης. Το καλοκαίρι η δασική σκιά προσφέρει ανακούφιση από τη ζέστη των χαμηλότερων περιοχών, ενώ τον χειμώνα το κρύο, η βροχή και ενδεχόμενος παγετός απαιτούν κατάλληλη προετοιμασία.

Ο χώρος εξυπηρετείται από το οδικό δίκτυο της περιοχής και διαθέτει δυνατότητα στάθμευσης. Τα οχήματα πρέπει να παραμένουν στους προβλεπόμενους χώρους, ώστε να μην εμποδίζουν την κυκλοφορία, την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις ή τη διέλευση οχημάτων έκτακτης ανάγκης.


Εγκαταστάσεις και χωρητικότητα

Ο Ξεροκόλυμπος περιλαμβάνεται στους οργανωμένους εκδρομικούς χώρους του Τμήματος Δασών. Σύμφωνα με τον κατάλογο του Γεωπάρκου Τροόδους και την Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Λεμεσού, έχει δυναμικότητα περίπου 700 ατόμων.

Οι βασικές παροχές περιλαμβάνουν:

  • Τραπέζια και καθίσματα για υπαίθριο γεύμα.
  • Ειδικά διαμορφωμένες θέσεις για ψήσιμο.
  • Βρύσες με παροχή νερού.
  • Αποχωρητήρια.
  • Χώρους στάθμευσης.

Στον κατάλογο του Γεωπάρκου σημειώνεται επίσης ότι διαθέτει διευκολύνσεις για άτομα με κινητικά προβλήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σημείο του φυσικού εδάφους είναι εξίσου προσβάσιμο.

Η αναφερόμενη χωρητικότητα αφορά τη συνολική δυναμικότητα του χώρου. Τις ημέρες μεγάλης επισκεψιμότητας, ιδιαίτερα τα καλοκαιρινά Σαββατοκύριακα, είναι προτιμότερη η έγκαιρη άφιξη.

Το ρυάκι και ο χαρακτήρας του τοπίου

Χαρακτηριστικό στοιχείο του εκδρομικού χώρου είναι η θέση του δίπλα στο ρυάκι Ξεροκόλυμπος. Το νερό, όταν υπάρχει ροή, προσθέτει κίνηση και ήχο στο δασικό τοπίο και κάνει ιδιαίτερα ευχάριστη την παραμονή κοντά στην κοίτη.

Η εικόνα ενός ορεινού ρυακιού μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή και τις βροχοπτώσεις. Η παρουσία νερού σε μία επίσκεψη δεν συνεπάγεται την ίδια παροχή όλο τον χρόνο. Οι πέτρες και οι όχθες μπορεί να είναι ολισθηρές, γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή, ιδιαίτερα όταν στον χώρο βρίσκονται μικρά παιδιά.

Η κοίτη πρέπει να παραμένει ελεύθερη από απορρίμματα, σαπούνια και υπολείμματα τροφών. Το πλύσιμο σκευών μέσα στο ρυάκι επιβαρύνει έναν μικρό αλλά σημαντικό φυσικό βιότοπο.

Δασικό περιβάλλον και παρατήρηση της φύσης

Το πευκόφυτο περιβάλλον αποτελεί ουσιαστικό μέρος της εμπειρίας στον Ξεροκόλυμπο. Η δασική σκιά, η φυλλοστρωμνή και τα σημεία με περισσότερη υγρασία προσφέρουν διαφορετικές μικροθέσεις για τους οργανισμούς του δάσους.

Μια ήσυχη παραμονή επιτρέπει στον επισκέπτη να προσέξει το κελάηδημα των πουλιών, την κίνηση των εντόμων και τις μικρές λεπτομέρειες που συνήθως χάνονται σε μια θορυβώδη εκδρομή. Η παρατήρηση και η φωτογράφιση της φύσης μπορούν να γίνουν χωρίς συλλογή οργανισμών, μετακίνηση ξύλων και πετρών ή ενόχληση φωλιών.

Ο εκδρομικός χώρος αποτελεί τμήμα του δάσους και χρειάζεται να διατηρεί τον φυσικό του χαρακτήρα, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται από πολλούς επισκέπτες.

Η κοντινή Μονή Τροοδίτισσας

Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η Ιερά Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας, ένα από τα γνωστά προσκυνήματα της ορεινής Κύπρου. Η γειτνίαση αυτή εξηγεί και τη χρήση της ονομασίας «εκδρομικός χώρος Τροοδίτισσας».

Οι δύο χώροι έχουν διαφορετική λειτουργία: η μονή είναι ενεργή μοναστική κοινότητα, ενώ ο Ξεροκόλυμπος προορίζεται για οργανωμένη υπαίθρια αναψυχή. Όσοι συνδυάζουν τις επισκέψεις τους χρειάζεται να τηρούν στον μοναστηριακό χώρο τις υποδείξεις για ενδυμασία, ησυχία και φωτογράφιση.

Πεζοπορία προς το Φοινί και τον καταρράκτη Χαντάρα

Στην περιοχή βρίσκεται το γραμμικό μονοπάτι Τροοδίτισσα–Φοινί, μήκους περίπου 4,5 χιλιομέτρων, με ενδεικτικό χρόνο πορείας δύο ωρών.

Η διαδρομή ακολουθεί δασικό δρόμο, διασχίζει τον ποταμό της Τροοδίτισσας και περνά από τον καταρράκτη Χαντάρα, ύψους περίπου οκτώ μέτρων. Προσφέρει τη δυνατότητα να συνδυαστεί η εκδρομή με γνωριμία του δασικού και παραποτάμιου περιβάλλοντος.

Επειδή είναι γραμμική διαδρομή, χρειάζεται προγραμματισμός της επιστροφής. Η απόσταση των 4,5 χιλιομέτρων αφορά το ίδιο το μονοπάτι και όχι κυκλική πορεία από τα τραπέζια του εκδρομικού χώρου.

Για ευρύτερη περιήγηση στο Τρόοδος μπορούν να συνδυαστούν και άλλοι προορισμοί, όπως το Φράγμα Προδρόμου και η Κοιλάδα Μαραθάσας.

Υπεύθυνη χρήση των εγκαταστάσεων

Το ψήσιμο επιτρέπεται μόνο στις ειδικά διαμορφωμένες θέσεις και σύμφωνα με τις ισχύουσες ανακοινώσεις του Τμήματος Δασών. Τυχόν έκτακτοι περιορισμοί λόγω αυξημένου κινδύνου πυρκαγιάς υπερισχύουν της συνήθους δυνατότητας χρήσης των ψησταριών.

Πριν από την αναχώρηση, τα κάρβουνα πρέπει να έχουν σβήσει εντελώς. Δεν συλλέγουμε ξύλα από το δάσος και δεν αδειάζουμε στάχτες στη φυλλοστρωμνή ή δίπλα στα δέντρα. Αν αντιληφθούμε καπνό ή φωτιά, ειδοποιούμε αμέσως το Τμήμα Δασών στο 1407.

Χρησιμοποιούμε το νερό με οικονομία και ακολουθούμε οποιαδήποτε σήμανση υπάρχει στις βρύσες. Παίρνουμε μαζί μας τα απορρίμματα όταν οι κάδοι είναι γεμάτοι και αποφεύγουμε δυνατή μουσική ή άλλους περιττούς θορύβους.

Πληροφορίες τοποθεσίας

  • Ονομασία: Εκδρομικός χώρος Ξεροκόλυμπος ή Τροοδίτισσας.
  • Περιοχή: Δάσος Τροόδους, διοικητικά όρια Φοινιού.
  • Επαρχία: Λεμεσού.
  • Διαχείριση: Τμήμα Δασών.
  • Υψόμετρο: Περίπου 1.300 μέτρα.
  • Χωρητικότητα: Περίπου 700 άτομα.
  • Πρόσβαση: Δρόμος Πλατρών–Προδρόμου, περίπου έξι χιλιόμετρα από τις Πλάτρες.
  • Συντεταγμένες χαρτογραφημένου σημείου του χώρου: 34.91468, 32.84240.
  • Χάρτης: Εκδρομικός χώρος Ξεροκόλυμπος στο Google Maps.
  • Αναφορά δασικής πυρκαγιάς: 1407.

Πηγές


Xerokolympos Picnic Site – Trooditissa, Troodos, Limassol District – Cyprus

Text by George Konstantinou.

A picnic site within the forest

Xerokolympos Picnic Site, also known as Trooditissa Picnic Site, lies within Troodos Forest, close to the Monastery of Trooditissa Monastery . Tall trees, shade and a stream create a pleasant setting for an outdoor meal, relaxation and an introduction to the mountain landscapes of Cyprus.

It is an organised forest recreation area where visitors can spend the day using the facilities provided. Its location allows a picnic to be combined with a monastery visit, exploration of surrounding villages or a walk in the area.

Location and access

Xerokolympos lies in Limassol District, within the administrative boundaries of Foini, at approximately 1,300 metres above sea level. It is reached from the Platres–Prodromos road, approximately six kilometres from Platres, near the access to Trooditissa Monastery.

Its mountain elevation influences visiting conditions. In summer, woodland shade offers relief from the heat of lower elevations. In winter, cold weather, rain and possible frost require suitable preparation.

The site is served by the local road network and provides parking. Vehicles should remain in designated areas to avoid obstructing traffic, access to facilities or emergency vehicles.

Facilities and capacity

Xerokolympos belongs to the organised picnic sites managed by the Department of Forests. Troodos Geopark and the Limassol Tourism Board list its capacity as approximately 700 people.

Its main facilities include:

  • Tables and seating for outdoor meals.
  • Designated barbecue facilities.
  • Water taps.
  • Toilets.
  • Parking areas.

The Troodos Geopark list also identifies facilities for visitors with mobility difficulties. This does not mean that every part of the natural terrain is equally accessible.

The stated capacity refers to the overall provision of the site. Arriving early is advisable on busy days, particularly summer weekends.

The stream and surrounding landscape

A characteristic feature is the site’s position beside the Xerokolympos stream. When flowing, the water adds movement and sound to the woodland landscape, making the surroundings of the channel particularly pleasant.

Mountain streams change with the seasons and rainfall. Water observed during one visit does not imply the same flow throughout the year. Stones and banks can be slippery, requiring care, especially when young children are present.

The channel should remain free of litter, soap and food waste. Washing utensils in the stream damages a small but important natural habitat.

Woodland and nature observation

The pine woodland is an essential part of the Xerokolympos experience. Forest shade, leaf litter and damper patches provide different small-scale habitats for woodland organisms.

Spending time quietly allows visitors to notice birdsong, insect activity and details easily overlooked during a noisy outing. Nature observation and photography can be enjoyed without collecting organisms, moving logs and stones or disturbing nests.

The picnic site remains part of the forest and should retain its natural character even when used by many visitors.

Nearby Trooditissa Monastery

The Monastery of Trooditissa Monastery, one of the well-known pilgrimage destinations of mountain Cyprus, stands nearby. This proximity explains the alternative name “Trooditissa Picnic Site”.

The two places serve different purposes: the monastery is an active religious community, while Xerokolympos provides organised outdoor recreation. Visitors combining the two should follow the monastery’s instructions concerning clothing, quiet behaviour and photography.

Walking towards Foini and Chantara Waterfall

The surrounding area includes the linear Trooditissa–Foini nature trail, approximately 4.5 kilometres long, with an indicative walking time of two hours.

The route follows a forest road, crosses the Trooditissa River and passes Chantara Waterfall, approximately eight metres high. It offers an opportunity to combine a picnic with exploration of woodland and riverside habitats.

As this is a linear route, the return journey requires planning. The stated distance of 4.5 kilometres refers to the trail itself, rather than a circular walk starting at the picnic tables.

A wider exploration of Troodos can include other destinations, such as Prodromos Dam and the Marathasa Valley.

Responsible use of the facilities

Barbecuing is permitted only in the designated facilities and in accordance with current Department of Forests announcements. Any temporary restrictions imposed because of increased fire danger take precedence over normal barbecue use.

Before leaving, ensure that charcoal is completely extinguished. Do not collect firewood from the forest or empty ashes onto leaf litter or beside trees. Report smoke or fire immediately to the Department of Forests on 1407.

Use water sparingly and follow any notices displayed at the taps. Take rubbish away when bins are full, and avoid loud music or other unnecessary noise.

Location information

  • Name: Xerokolympos or Trooditissa Picnic Site.
  • Area: Troodos Forest, within the administrative boundaries of Foini.
  • District: Limassol.
  • Management: Department of Forests.
  • Altitude: Approximately 1,300 metres.
  • Capacity: Approximately 700 people.
  • Access: Platres–Prodromos road, approximately six kilometres from Platres.
  • Coordinates of the mapped site point: 34.91468, 32.84240.
  • Map: Xerokolympos Picnic Site on Google Maps.
  • Forest fire reporting: 1407.

Sources

Ιερά Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας – Trooditissa Monastery – Cyprus

 See also

Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο


List of Churches and Monasteries of Cyprus Documented on the Biodiversity of Cyprus Blog – Organized Catalog - Εκκλησίες και Μοναστήρια της Κύπρου που Υπάρχουν στο Blog Biodiversity of Cyprus – Οργανωμένος Κατάλογος
Κατάλογος εκκλησιών και μοναστηριών που έχουν καταγραφεί και φωτογραφηθεί στο ιστολόγιο. / Catalogue of churches and monasteries documented and photographed on the blog.
190 Churches and Monasteries in the Occupied Areas of Cyprus – Organized Catalog - 190 Εκκλησίες και Μοναστήρια στις Κατεχόμενες Περιοχές της Κύπρου – Οργανωμένος Κατάλογος
Παρουσιάζει 190 εκκλησίες και μοναστήρια στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. / Presents 190 churches and monasteries in the occupied areas of Cyprus.

Photos by George Konstantinou 23/10/2026

Below in English

Κείμενο Γιώργος Κωνσταντίνου.

Ένα ιστορικό μοναστήρι μέσα στο δάσος του Τροόδους

Η Ιερά Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας βρίσκεται στη νότια πλευρά της οροσειράς του Τροόδους, ανάμεσα στις Πλάτρες και τον Πρόδρομο, σε υψόμετρο περίπου 1.370 μέτρων. Το πευκόφυτο περιβάλλον, οι απότομες πλαγιές και τα νερά της περιοχής συνθέτουν ένα χαρακτηριστικό τοπίο της ορεινής Κύπρου, μέσα στο οποίο το μοναστήρι αποτελεί σημαντικό τόπο προσευχής και προσκυνήματος.

Η ονομασία «Τροοδίτισσα» συνδέεται με το Τρόοδος και αποτελεί προσωνύμιο της Παναγίας. Η μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου. Πρόκειται για ενεργό ανδρικό κοινόβιο, το οποίο υπάγεται εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πάφου, παρότι γεωγραφικά βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού.

Η ίδρυση: ανάμεσα στην παράδοση και την ιστορική μαρτυρία

Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της Τροοδίτισσας δεν είναι γνωστή. Οι αφηγήσεις που συνδέουν την απαρχή της με την Εικονομαχία αποτελούν τη μοναστηριακή παράδοση και δεν συνοδεύονται από σύγχρονες προς τα γεγονότα γραπτές μαρτυρίες.

Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, ένας μοναχός έφθασε στην Κύπρο μεταφέροντας εικόνα της Παναγίας και φιλοξενήθηκε αρχικά στη Μονή Αγίου Νικολάου των Γάτων, στο Ακρωτήρι. Αργότερα αναζήτησε έναν απομονωμένο τόπο άσκησης στο Τρόοδος. Μια φωτεινή στήλη, κατά τη διήγηση, τον οδήγησε σε σπήλαιο κοντά στη σημερινή μονή, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.

Η συνέχεια της παράδοσης τοποθετεί περίπου στο 990 την ανεύρεση της εικόνας από βοσκό της περιοχής Αφάμη. Η χρονολογία αυτή πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται ως στοιχείο της παράδοσης και όχι ως εξακριβωμένο έτος ίδρυσης.

Άλλη διήγηση αναφέρει ότι η αρχική προσπάθεια οικοδόμησης κοντά στο σπήλαιο εγκαταλείφθηκε όταν μια στάμνα με νερό βρέθηκε σε διαφορετικό σημείο, εκεί όπου τελικά κτίστηκε το μοναστήρι. Το περιστατικό ερμηνεύθηκε ως υπόδειξη της Παναγίας για την επιλογή της θέσης.

Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες και οι δύσκολοι αιώνες

Η παλαιότερη γνωστή γραπτή αναφορά στη μονή χρονολογείται στο 1541. Πρόκειται για σημείωμα του μοναχού Θεοδούλου σχετικά με την αγορά χειρογράφου, του κώδικα Paris. Graec. 261. Το ίδιο το χειρόγραφο είναι παλαιότερο, όμως η μαρτυρία που αφορά την Τροοδίτισσα ανήκει στον 16ο αιώνα.

Η ιστορική αφήγηση της μονής αναφέρει καταστροφή από πυρπόληση το 1585, κατά την οθωμανική περίοδο. Η διάσωση της εικόνας συνδέθηκε με διηγήσεις θαυματουργικής προστασίας, οι οποίες διατηρήθηκαν στη θρησκευτική μνήμη του μοναστηριού.

Το 1735 επισκέφθηκε την Τροοδίτισσα ο μοναχός και περιηγητής Βασίλι Μπάρσκυ. Η περιγραφή του παρουσιάζει μια μικρή και φτωχή μονή. Μνημονεύει ακόμη και το ξύλινο δάπεδο της εκκλησίας, που βοηθούσε στην αντιμετώπιση του χειμερινού ψύχους. Η μαρτυρία του επιτρέπει να φανταστούμε πόσο διαφορετικό ήταν τότε το συγκρότημα.

Ανοικοδομήσεις και η μεγάλη πυρκαγιά του 1842

Από τα τέλη του 18ου αιώνα καταγράφονται διαδοχικές οικοδομικές εργασίες. Το 1780 ανακαινίστηκαν τα μοναστηριακά οικήματα, ενώ το 1807, επί ηγουμένου Νικοδήμου, κατασκευάστηκε ξενώνας. Ακολούθησαν προσθήκες κατά την ηγουμενία του Χαραλάμπους.

Καθοριστικό γεγονός υπήρξε η πυρκαγιά του 1842, η οποία κατέστρεψε τον παλαιότερο ναό. Επί ηγουμένου Μελετίου οικοδομήθηκε το σημερινό καθολικό, που ολοκληρώθηκε το 1843. Ο άμβωνας κατασκευάστηκε το 1845 και τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν το 1846, από τον Μητροπολίτη Πάφου Χαρίτωνα.

Η σημερινή εικόνα της μονής διαμορφώθηκε μέσα από αυτές τις ανοικοδομήσεις και τις μεταγενέστερες επεμβάσεις. Τα κτίσματα δεν αποτελούν ακέραιο βυζαντινό συγκρότημα, αλλά αποτυπώνουν διαφορετικές φάσεις της ιστορίας της.

Η αρχιτεκτονική και ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος

Το καθολικό είναι τρίκλιτος ξυλόστεγος ναός. Οι δύο εσωτερικές πεσσοστοιχίες διαχωρίζουν τα κλίτη, ενώ η ξύλινη στέγη συνδέει το κτίσμα με την οικοδομική παράδοση των ορεινών εκκλησιών της Κύπρου.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει το ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1844, έργο του Χατζηδημήτρη Ταλιαδώρου από τη Λευκωσία. Στη σύνθεσή του έχουν ενσωματωθεί και παλαιότερα ξυλόγλυπτα τμήματα. Η επιχρύσωσή του ακολούθησε στα μέσα του 19ου αιώνα.

Ο ναός πλαισιώνεται από πτέρυγες με κελιά και χώρους εξυπηρέτησης της μοναστικής κοινότητας. Οι μεταγενέστερες ανακατασκευές διατήρησαν τον χαρακτήρα ενός εσωστρεφούς συγκροτήματος, οργανωμένου γύρω από την αυλή και την εκκλησία.

Η εικόνα της Παναγίας Τροοδίτισσας

Το σημαντικότερο προσκύνημα είναι η εικόνα της Παναγίας, η οποία παρουσιάζεται δεξιοκρατούσα, με τον Χριστό στη δεξιά πλευρά της.

Σύμφωνα με την παρουσίαση της ίδιας της μονής, η σημερινή ζωγραφική επιφάνεια αποδίδεται στον Σολομώντα τον Θύτη και χρονολογείται στις αρχές του 17ου αιώνα, πάνω σε παλαιότερο ξύλινο υπόστρωμα. Το αργυρεπίχρυσο κάλυμμα συνδέεται με τον Ιωάννη Κορνάρο και τη χρονολογία 1799.

Στις 4 Μαρτίου 1997 το κάλυμμα αφαιρέθηκε οριστικά και τοποθετήθηκε χωριστά, ώστε η παλαιά εικόνα να παραμένει ορατή.

Η πέτρα της εικόνας και η παράδοση της τεκνογονίας

Μια από τις γνωστότερες διηγήσεις αφορά παιδί που οι γονείς του είχαν αφιερώσει στη μονή. Σύμφωνα με τη μοναστηριακή παράδοση, όταν μια πέτρα έπεσε προς το μέρος του, η εικόνα μετακινήθηκε και το προστάτευσε. Η πέτρα φυλάσσεται πίσω από την εικόνα ως ανάμνηση του αφηγούμενου θαύματος.

Η Τροοδίτισσα συνδέεται ιδιαίτερα με τις προσευχές ζευγαριών που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ευλάβεια προς ζώνη που φυλάσσεται στη μονή. Τέτοιες ζώνες απαντούν και σε άλλα κυπριακά προσκυνήματα της Παναγίας.

Οι σχετικές διηγήσεις και πρακτικές αποτελούν εκφράσεις θρησκευτικής πίστης και λαϊκής ευσέβειας. Δεν πρέπει να συγχέονται με ιστορικά αποδεδειγμένα περιστατικά ή με ιατρικές διαβεβαιώσεις.

Η μετατροπή σε κοινόβιο το 1939

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα η μονή αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές και οργανωτικές δυσκολίες.

Σημαντική καμπή αποτέλεσε το 1939, όταν, με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου, οργανώθηκε ως κοινόβιο. Στις 25 Αυγούστου 1939 εγκαταστάθηκαν μοναχοί προερχόμενοι από το Σταυροβούνι και την 1η Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η επίσημη ανακήρυξη της νέας οργάνωσης.

Στο κοινοβιακό σύστημα η προσευχή, η τράπεζα, η εργασία και η διαχείριση οργανώνονται από κοινού υπό τον ηγούμενο. Η μεταβολή αυτή υπήρξε καθοριστική για την ανασυγκρότηση της Τροοδίτισσας.

Οι ηγούμενοι και η νεότερη συνέχεια

Πρώτος ηγούμενος της νέας κοινοβιακής περιόδου υπήρξε ο Δαμασκηνός, από το 1939 έως το 1942. Τον διαδέχθηκε ο Παγκράτιος, ο οποίος συνέβαλε στην ανόρθωση της μονής.

Το 1968 ανέλαβε ο Αθανάσιος, που συνέδεσε το όνομά του με τη μακρά μεταπολεμική πορεία της αδελφότητας. Μετά την εκδημία του το 2025, νέος ηγούμενος αναδείχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός, του οποίου η ενθρόνιση πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαΐου 2025.

Ο σημερινός Δαμασκηνός και ο ομώνυμος ηγούμενος της περιόδου 1939–1942 είναι διαφορετικά πρόσωπα.

Η σχέση με τις κοινότητες και η σημερινή ζωή

Η ιστορία της Τροοδίτισσας συνδέεται με το Φοινί και τη Μονή Αγίων Αναργύρων, καθώς και με μετόχια στην Αυδήμου και στον Άγιο Αμβρόσιο Λεμεσού. Οι δεσμοί αυτοί δείχνουν ότι η ζωή ενός ορεινού μοναστηριού εκτεινόταν πέρα από τα όρια του συγκροτήματός του.

Σήμερα η μονή παραμένει ζωντανή θρησκευτική κοινότητα, με ακολουθίες, πνευματικές συναντήσεις και υποδοχή προσκυνητών. Η επίσκεψη χρειάζεται να προσαρμόζεται στον καθημερινό ρυθμό της αδελφότητας.

Περισσότερα κυπριακά προσκυνήματα παρουσιάζονται στον κατάλογο εκκλησιών και μοναστηριών της Κύπρου.

Το φυσικό περιβάλλον και το μονοπάτι προς το Φοινί

Η μονή προσφέρει αφετηρία γνωριμίας με το δάσος και τα υδάτινα τοπία της περιοχής. Το γραμμικό μονοπάτι Τροοδίτισσα–Φοινί, μήκους περίπου 4,5 χιλιομέτρων, έχει ενδεικτικό χρόνο πορείας δύο ωρών.

Η διαδρομή ακολουθεί δασικό δρόμο, περνά από τον ποταμό της Τροοδίτισσας και τον καταρράκτη Χαντάρα, ύψους περίπου οκτώ μέτρων. Βρίσκεται στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Τροόδους, σε περιοχή του δικτύου Natura 2000.

Το δάσος φιλοξενεί και λιγότερο εμφανείς οργανισμούς. Από την περιοχή της μονής υπάρχουν καταγραφές του ενδημικού διπλόποδου Tetrarthrosoma malickyi, το οποίο παρουσιάζεται στο άρθρο για τα διπλόποδα του γένους Tetrarthrosoma στην Κύπρο.

Στην ευρύτερη ορεινή περιοχή βρίσκονται επίσης το Φράγμα Προδρόμου και η Κοιλάδα Μαραθάσας.

Επίσκεψη και σεβασμός του χώρου

Η πρόσβαση γίνεται από το οδικό δίκτυο Πλατρών–Προδρόμου. Επειδή πρόκειται για ενεργό μοναστήρι, συνιστάται προηγούμενη επικοινωνία για το ωράριο προσκυνήματος, οργανωμένες επισκέψεις ή δυνατότητα φιλοξενίας.

Η σεμνή ενδυμασία, η ησυχία και η τήρηση των υποδείξεων της αδελφότητας είναι απαραίτητες. Για φωτογράφιση στο εσωτερικό του ναού ή φωτογράφιση μοναχών χρειάζεται να ζητείται άδεια. Τον χειμώνα η κατάσταση των ορεινών δρόμων πρέπει να ελέγχεται πριν από την αναχώρηση.

Στοιχεία της μονής

  • Ονομασία: Ιερά Μονή Παναγίας Τροοδιτίσσης.
  • Τύπος: Ανδρικό ορθόδοξο κοινόβιο.
  • Εκκλησιαστική υπαγωγή: Ιερά Μητρόπολη Πάφου.
  • Γεωγραφική θέση: Επαρχία Λεμεσού, νότιο Τρόοδος.
  • Υψόμετρο: Περίπου 1.370 μέτρα.
  • Αφιέρωση: Κοίμηση της Θεοτόκου.
  • Πανήγυρη: 15 Αυγούστου.
  • Σημερινό καθολικό: 1843.
  • Τηλέφωνο: +357 25 421663.
  • Συντεταγμένες: 34.912920, 32.838212 — Χάρτης.

Πηγές


Trooditissa Monastery – The Monastery of Panagia Trooditissa – Cyprus

Text by George Konstantinou.

A historic monastery within Troodos Forest

The Holy Monastery of Panagia Trooditissa stands on the southern slopes of the Troodos Mountains, between Platres and Prodromos, at approximately 1,370 metres above sea level. Pine woodland, steep slopes and mountain waters form a characteristic landscape of upland Cyprus, within which the monastery remains an important place of prayer and pilgrimage.

The name “Trooditissa” derives from Troodos and is an epithet of the Virgin Mary. The monastery is dedicated to the Dormition of the Theotokos and celebrates its principal feast on 15 August. It is an active Orthodox monastery for men, following the communal, or coenobitic, way of life. Ecclesiastically it belongs to the Diocese of Paphos, although geographically it lies in Limassol District.

Foundation: tradition and historical evidence

The precise date of the monastery’s foundation is unknown. Accounts connecting its beginnings with Byzantine Iconoclasm belong to monastic tradition and are not supported by surviving written evidence contemporary with the events.

According to this tradition, a monk arrived in Cyprus carrying an icon of the Virgin Mary and initially stayed at the Monastery of Saint Nicholas of the Cats at Akrotiri. He later sought a secluded place in Troodos. A pillar of light reportedly guided him to a cave near the present monastery, where he spent the remainder of his life.

The continuation of the story places the rediscovery of the icon by a shepherd from the Afamis area around 990. This date should therefore be understood as part of the traditional account rather than an established foundation year.

Another narrative explains the choice of the monastery’s location. An initial attempt to build near the cave was abandoned after a water jar appeared at another spot, where the monastery was eventually constructed. The event was interpreted as an indication of the Virgin Mary’s wishes.

Early written records and difficult centuries

The earliest known written reference to Trooditissa dates to 1541. It concerns a note by the monk Theodoulos recording the purchase of the manuscript Paris. Graec. 261. Although the manuscript itself is older, the entry mentioning the monastery belongs to the sixteenth century.

The monastery’s historical account records its burning in 1585, during Ottoman rule. Stories of miraculous protection surrounding the icon’s survival became part of its religious memory.

In 1735, the monk and traveller Vasily Barsky visited Trooditissa. He described a small, impoverished establishment. His account even mentions the church’s wooden floor, which helped reduce the effects of winter cold. It provides a valuable glimpse of a monastery considerably different from the present complex.

Rebuilding and the great fire of 1842

Successive building campaigns are recorded from the late eighteenth century. The monastic accommodation was rebuilt in 1780, and a guesthouse was constructed in 1807, during the abbacy of Nikodimos. Further additions followed under Abbot Charalambos.

A decisive event was the fire of 1842, which destroyed the earlier church. Under Abbot Meletios, the present main church, or katholikon, was built and completed in 1843. Its pulpit followed in 1845, while the church was consecrated in 1846 by Metropolitan Chariton of Paphos.

The appearance of Trooditissa today results from these rebuilding campaigns and later alterations. Its buildings preserve successive stages of development rather than an intact Byzantine monastery complex.

Architecture and carved wooden furnishings

The katholikon is a three-aisled church with a timber roof. Two internal rows of piers divide its aisles, while its wooden roof connects it with the architectural traditions of mountain churches in Cyprus.

The carved wooden iconostasis of 1844 is particularly important. It was made by Hatzidimitris Taliadoros of Nicosia and incorporates earlier carved elements. Its gilding followed in the middle of the nineteenth century.

Residential wings contain monks’ cells and spaces serving the community. Later rebuilding retained the character of an inward-looking complex arranged around its courtyard and church.

The icon of Panagia Trooditissa

The monastery’s principal object of veneration is the icon of the Virgin Mary, shown holding Christ on her right side.

According to the monastery’s own account, its present painted surface is attributed to Solomon the Priest and dates to the early seventeenth century, over an older wooden support. Its silver-gilt covering is associated with Ioannis Kornaros and the date 1799.

On 4 March 1997, the covering was permanently removed and displayed separately, allowing the old painted icon to remain visible.

The stone behind the icon and traditions concerning childbirth

One of the best-known narratives concerns a boy whose parents had dedicated him to the monastery. According to monastic tradition, the icon moved to protect him when a stone fell towards him. The stone is preserved behind the icon in commemoration of the reported miracle.

Trooditissa is particularly associated with prayers by couples wishing to have children. Veneration of a belt kept at the monastery forms part of this devotional tradition. Similar belts are honoured at other Cypriot shrines dedicated to the Virgin Mary.

These accounts and practices express religious faith and popular devotion. They should be distinguished from historically established events and medical assurances.

The establishment of communal monastic life in 1939

During the late nineteenth and early twentieth centuries, Trooditissa faced serious financial and organisational difficulties.

An important turning point came in 1939, when the monastery was reorganised as a coenobium through the initiative of Metropolitan Leontios of Paphos. Monks arriving from Stavrovouni settled there on 25 August 1939, and the new organisation was formally proclaimed on 1 September.

Under the coenobitic system, prayer, meals, work and administration are shared under the abbot’s direction. This change was fundamental to the monastery’s recovery.

Abbots and modern continuity

The first abbot of the renewed coenobitic community was Damaskinos, who served from 1939 until 1942. He was succeeded by Pangratios, who contributed to the monastery’s restoration.

In 1968, Athanasios became abbot, establishing a long association with the community’s post-war development. Following his death in 2025, Archimandrite Damaskinos became the new abbot. His enthronement took place on 25 May 2025.

The present Damaskinos and the abbot of the same name who served between 1939 and 1942 are different individuals.

Connections with surrounding communities and present-day life

Trooditissa’s history is connected with Foini and the Monastery of Saints Anargyroi, as well as monastic dependencies at Avdimou and Agios Amvrosios in Limassol District. These links demonstrate how the life of a mountain monastery extended beyond the boundaries of its buildings.

Today, Trooditissa remains a living religious community, holding services, spiritual gatherings and receiving pilgrims. Visits should respect the daily rhythm of the brotherhood.

Further Cypriot religious sites appear in the list of churches and monasteries of Cyprus.

The natural environment and the trail to Foini

The monastery provides a starting point for exploring the surrounding woodland and mountain waters. The linear Trooditissa–Foini trail is approximately 4.5 kilometres long, with an indicative walking time of two hours.

Following a forest road, it crosses the Trooditissa River and passes Chantara Waterfall, approximately eight metres high. The route lies within Troodos National Forest Park, in an area belonging to the Natura 2000 network.

The forest also supports less conspicuous organisms. Records from the monastery area include the endemic millipede Tetrarthrosoma malickyi, discussed in the article on millipedes of the genus Tetrarthrosoma in Cyprus.

Other mountain landscapes in the wider region include Prodromos Dam and the Marathasa Valley.

Visiting respectfully

The monastery is reached through the Platres–Prodromos road network. As it is an active religious community, advance contact is advisable concerning pilgrimage hours, organised visits or possible accommodation.

Modest clothing, quiet behaviour and observance of the brotherhood’s instructions are essential. Permission should be requested before photographing inside the church or taking photographs of monks. In winter, mountain road conditions should be checked before travelling.

Monastery information

  • Name: Holy Monastery of Panagia Trooditissa.
  • Type: Orthodox coenobitic monastery for men.
  • Ecclesiastical jurisdiction: Diocese of Paphos.
  • Location: Southern Troodos, Limassol District.
  • Altitude: Approximately 1,370 metres.
  • Dedication: Dormition of the Theotokos.
  • Principal feast: 15 August.
  • Present main church: 1843.
  • Telephone: +357 25 421663.
  • Coordinates: 34.912920, 32.838212 — Map.

Sources




Το χωριό Άλασσα της επαρχίας Λεμεσού – Η παλιά και η νέα κοινότητα, το φράγμα Κούρη και οι αρχαιολογικοί χώροι – Alassa Village, Limassol District – Cyprus

 See also

Το Φράγμα Κούρη και η βυθισμένη εκκλησία Άγιος Νικόλαoς - The Kouri Dam and the sunken church Saint Nicholas - Cyprus

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

Below in English

Photos by George Konstantinou 23/10/2026

Κείμενο Γιώργος Κωνσταντίνου.

Ένα χωριό ανάμεσα στην αρχαιολογία και τη σύγχρονη ιστορία του νερού

Η Άλασσα βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού, στις νότιες υπώρειες του Τροόδους, κοντά στον κύριο δρόμο Λεμεσού–Πλατρών. Είναι ένας τόπος όπου συνυπάρχουν η ιστορία ενός σημαντικού προϊστορικού κέντρου, η μνήμη ενός αγροτικού χωριού και η δημιουργία του μεγαλύτερου ταμιευτήρα της Κύπρου.

Η σημερινή κοινότητα οικοδομήθηκε βορειότερα και ψηλότερα από τον παλιό οικισμό, επειδή η προηγούμενη θέση της περιλαμβανόταν στην περιοχή κατάκλυσης του φράγματος Κούρη. Η μετακίνηση διατήρησε τη συνέχεια της κοινότητας, αλλά άλλαξε οριστικά τη σχέση των κατοίκων με τα σπίτια, τη γη και το ποτάμιο τοπίο τους.

Γεωγραφία και φυσικό περιβάλλον

Η θέση της Άλασσας συνδέεται με τις κοιλάδες του Κούρη και του Λιμνάτη και με τη ζώνη μετάβασης από τη λοφώδη ενδοχώρα της Λεμεσού προς το Τρόοδος. Η νέα κοινότητα έχει θέα προς την τεχνητή λίμνη, ενώ η παλιά αναπτυσσόταν χαμηλότερα, κοντά στον ποταμό.

Το τοπίο περιλαμβάνει ασβεστολιθικά και μαργαϊκά πετρώματα του σχηματισμού Πάχνας, ποτάμιες προσχώσεις και πλαγιές διαμορφωμένες από τη διάβρωση. Η γεωμορφολογία εξηγεί τη συνύπαρξη ξηρικών καλλιεργειών στις πλαγιές και αρδευόμενων εκτάσεων στις παλιές κοιλάδες.

Η κατασκευή του ταμιευτήρα αντικατέστησε μεγάλο μέρος του ποτάμιου και αγροτικού τοπίου με μια εκτεταμένη υδάτινη επιφάνεια. Η ακτογραμμή μεταβάλλεται ανάλογα με τη βροχόπτωση, τις εισροές και την άντληση νερού.

Η ονομασία και η αρχαία Αλάσια

Το όνομα Άλασσα έχει συνδεθεί ερευνητικά με την Αλάσια — Alashiya, την ισχυρή χώρα ή πολιτική οντότητα που αναφέρεται σε κείμενα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η σύνδεση είναι ενδιαφέρουσα, αλλά η ομοιότητα των ονομάτων δεν αρκεί για ασφαλή ετυμολογία ή ταύτιση.

Πετρογραφικές και χημικές αναλύσεις επιστολών της Αλάσιας από την Αμάρνα και την Ουγκαρίτ υποδεικνύουν προέλευση του πηλού από τις παρυφές του Τροόδους. Η Άλασσα και η Καλαβασός–Άγιος Δημήτριος έχουν προταθεί ως πιθανές περιοχές προέλευσης. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η Άλασσα ήταν η πρωτεύουσα της Αλάσιας, ούτε ότι το σύγχρονο τοπωνύμιο διατηρεί οπωσδήποτε το αρχαίο όνομα.

Η Άλασσα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού

Η αρχαιολογική έρευνα ανέδειξε ένα σημαντικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η θέση του επέτρεπε επαφές με τις χαλκοφόρες περιοχές του Τροόδους και με την ακτή, προς την ευρύτερη περιοχή της Επισκοπής και του Κουρίου.

Οι ανασκαφές άρχισαν το 1984, στο πλαίσιο των ερευνών που συνδέθηκαν με την κατασκευή του φράγματος, και συνεχίστηκαν σε διαδοχικές περιόδους υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου Σοφοκλή Χατζησάββα. Τα αποτελέσματα των ερευνών του 1984–2000 δημοσιεύθηκαν συγκεντρωτικά από το Τμήμα Αρχαιοτήτων το 2017.

Οι δύο βασικές θέσεις, Πάνω Μαντηλάρης και Παλιοταβέρνα, παρουσιάζουν συμπληρωματικές όψεις της αρχαίας εγκατάστασης.

Πάνω Μαντηλάρης: κατοίκηση, μεταλλουργία και ταφές

Στον Πάνω Μαντηλάρη εντοπίστηκαν οικιστικά κατάλοιπα, ταφές και στοιχεία μεταλλουργικής δραστηριότητας. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η καθημερινή ζωή, η παραγωγή και οι τελετουργικές πρακτικές συνυπήρχαν στον οικισμό.

Οι σκωρίες και ο εξοπλισμός που σχετίζεται με την κατεργασία μετάλλων τεκμηριώνουν τη συμμετοχή της Άλασσας στην οικονομία του χαλκού. Η περιοχή είχε επίσης διεθνείς επαφές, όπως φανερώνουν εισαγόμενα αντικείμενα και υλικά.

Η θέση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την Παλιοταβέρνα: αποτελεί διαφορετικό τμήμα του αρχαιολογικού συνόλου, με ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της κατοίκησης και των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Παλιοταβέρνα: μνημειακά κτίρια και οργανωμένη οικονομία

Στην Παλιοταβέρνα αποκαλύφθηκαν τρία μεγάλα κτίρια με πελεκητούς λίθους, που ξεχωρίζουν από τη συνηθισμένη οικιστική αρχιτεκτονική. Το Κτίριο ΙΙ περιλάμβανε μεγάλους χώρους και αποθήκες με πίθους. Μεταγενέστερες διαρρυθμίσεις περιλάμβαναν κεντρική εστία και λουτρικές εγκαταστάσεις, με χαρακτηριστικά που έχουν συγκριθεί με αιγαιακά πρότυπα.

Στο Κτίριο ΙΙΙ βρέθηκε εγκατάσταση οινοποίησης. Τα κτίρια, οι αποθηκευτικοί χώροι και οι παραγωγικές εγκαταστάσεις υποδεικνύουν συγκέντρωση πόρων και οργανωμένη διαχείριση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα σφραγιστικά αποτυπώματα στους πίθους, με παραστάσεις ανθρώπων, ζώων και σύνθετες σκηνές. Η αρχιτεκτονική και τα ευρήματα στηρίζουν την ερμηνεία της Άλασσας ως περιφερειακού κέντρου εξουσίας, παραγωγής και ανταλλαγών.

Ρωμαϊκά και υστερορωμαϊκά κατάλοιπα

Η αρχαιολογική ιστορία της περιοχής συνεχίζεται σε μεταγενέστερες περιόδους. Εντοπίστηκε έπαυλη υστερορωμαϊκών χρόνων, με λουτρικούς χώρους και ψηφιδωτά δάπεδα.

Ανάμεσα στα γνωστότερα ευρήματα συγκαταλέγεται ψηφιδωτό του 5ου αιώνα μ.Χ., με την Αφροδίτη στο λουτρό και τον Έρωτα να κρατά καθρέφτη, το οποίο βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επαρχίας Λεμεσού.

Η παρουσία προϊστορικών και υστερορωμαϊκών εγκαταστάσεων αποδεικνύει επανειλημμένη αξιοποίηση της περιοχής σε διαφορετικές εποχές. Δεν συνεπάγεται από μόνη της αδιάκοπη κατοίκηση του ίδιου οικισμού επί χιλιετίες.

Μεσαιωνική παρουσία και το παλιό αγροτικό χωριό

Η Άλασσα μνημονεύεται σε χειρόγραφο της Βενετοκρατίας. Στην περιοχή καταγράφεται επίσης θολωτό μεσαιωνικό κτίριο, στοιχείο της μεταγενέστερης ιστορίας της.

Ο νεότερος οικισμός παρέμεινε μικρός για μεγάλο διάστημα και ενισχύθηκε ξανά κατά τον 20ό αιώνα. Τα σπίτια και οι καλλιέργειές του συνδέονταν στενά με την κοιλάδα. Το νερό, τα προσχωσιγενή εδάφη και οι δρόμοι διαμόρφωναν την καθημερινότητα και την τοπική οικονομία.

Η μετακίνηση για την κατασκευή του φράγματος

Η δημιουργία του φράγματος Κούρη προϋπέθετε την απομάκρυνση των κατοίκων από την περιοχή που θα καλυπτόταν από το νερό. Η προετοιμασία περιλάμβανε διοικητικό συντονισμό και εξέταση των προβλημάτων της μετεγκατάστασης ήδη πριν από την έναρξη της μεταφοράς.

Σύμφωνα με δημοσιευμένη μαρτυρία του τότε κοινοτάρχη, η μετακίνηση άρχισε το 1985 και ολοκληρώθηκε σταδιακά μέχρι το 1995. Η νέα Άλασσα οικοδομήθηκε σε ψηλότερη θέση, βορειότερα από τον παλιό οικισμό. Τα περισσότερα παλιά σπίτια κατεδαφίστηκαν, ενώ η εκκλησία παρέμεινε.

Η μεταφορά αφορούσε ολόκληρη τη ζωή της κοινότητας: κατοικία, πρόσβαση στα κτήματα, γειτονιές και κοινόχρηστους χώρους. Η αλλαγή στέγης δεν μπορούσε να μεταφέρει αυτούσιο το παλιό τοπίο και τις μνήμες που συνδέονταν με αυτό.

Το φράγμα Κούρη και η σημασία του

Το φράγμα Κούρη και η βυθισμένη εκκλησία του Αγίου Νικολάου αποτελούν πλέον τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της περιοχής. Ο ταμιευτήρας έχει μέγιστη χωρητικότητα 115 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων και αποτελεί βασικό έργο του Νότιου Αγωγού.

Η κατασκευή άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1984 και το κύριο έργο ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1988. Η συγκράτηση νερού είχε επιτραπεί ήδη από τον Νοέμβριο του 1987, πριν από την ολοκλήρωση όλων των εργασιών.

Το έργο ενίσχυσε την ύδρευση και την άρδευση σε μεγάλη έκταση της νότιας Κύπρου. Για την Άλασσα, όμως, το δημόσιο όφελος συνοδεύτηκε από την απώλεια της παλιάς θέσης του χωριού. Η ιστορία του φράγματος περιλαμβάνει επομένως και την ιστορία των ανθρώπων που μετακινήθηκαν.

Η παλιά εκκλησία του Αγίου Νικολάου

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου παρέμεινε στην παλιά θέση της κοινότητας και έγινε το σημαντικότερο ορατό ίχνος της. Με την άνοδο της στάθμης καλύπτεται εν μέρει ή σε μεγάλο βαθμό, ενώ όταν το νερό υποχωρεί αποκαλύπτονται περισσότερα κατάλοιπα.

Η έκφραση «βυθισμένη εκκλησία» δεν σημαίνει ότι το κτίσμα βρίσκεται πάντοτε κάτω από το νερό. Η εικόνα του μεταβάλλεται μαζί με τη στάθμη. Το ερειπωμένο κτίριο υπέστη σοβαρές καταστροφές, οι οποίες συνδέονται σε τοπικές μαρτυρίες με την περίοδο υψηλής στάθμης του 2012.

Η εκκλησία λειτουργεί ως σημείο μνήμης για την παλιά Άλασσα. Η πλήρης αποκάλυψή της είναι επίσης ένδειξη χαμηλών αποθεμάτων στον ταμιευτήρα, πέρα από το φωτογραφικό ενδιαφέρον που προκαλεί.

Οι εκκλησίες της σημερινής κοινότητας

Στο κέντρο της νέας Άλασσας βρίσκεται ο νεότερος ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος συνεχίζει την αφιέρωση της παλιάς ενορίας. Ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης βασιλικής.

Η Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού καταγράφει επίσης:

  • Παρεκκλήσιο Αποστόλου Ανδρέα, μικρό προκατασκευασμένο ναό με τρούλο, στη θέση παλιότερου λυόμενου ναού που κατεδαφίστηκε το 2007.
  • Παρεκκλήσιο Αγίων Λεωνίδα και Χριστίνας, μικρό προκατασκευασμένο ναό με τρούλο, με θυρανοίξια το 2011.
  • Νεότερο παρεκκλήσιο Αγίου Νικολάου, βόρεια από τον παλιό ναό κοντά στον ταμιευτήρα, το οποίο τοποθετήθηκε το 2004.

Οι διαφορετικοί ναοί και τα παρεκκλήσια διατηρούν τη θρησκευτική συνέχεια της κοινότητας μετά τη μετακίνηση.

Καλλιέργειες και τοπική οικονομία

Η αγροτική ζωή συνδέθηκε με αμπέλια, αμυγδαλιές, ελιές, χαρουπιές και εσπεριδοειδή. Οι ξηρικές εκτάσεις και τα αρδευόμενα περιβόλια αντιπροσώπευαν διαφορετικές δυνατότητες του ίδιου τοπίου.

Η δημιουργία της λίμνης μεταμόρφωσε τη γεωγραφία αυτών των δραστηριοτήτων. Παράλληλα, η οδική σύνδεση με τη Λεμεσό επιτρέπει στους κατοίκους να εργάζονται και εκτός της κοινότητας. Η σύγχρονη Άλασσα συνδυάζει κατοικία, αγροτικές δραστηριότητες και υπηρεσίες.

Η προστασία των αρχαιοτήτων

Η κατασκευή του φράγματος υπήρξε αφορμή για σωστικές έρευνες που αποκάλυψαν σημαντικό μέρος του αρχαιολογικού παρελθόντος. Τα ευρήματα της Άλασσας μελετώνται μέσα από την αρχιτεκτονική, την κεραμική, τα μεταλλουργικά κατάλοιπα, τις ταφές και τα βιοαρχαιολογικά δεδομένα.

Στις 25 Ιουλίου 2025, μετά τις πυρκαγιές στην επαρχία Λεμεσού, το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοίνωσε ότι, βάσει των τότε αυτοψιών, η Παλιοταβέρνα, ο Πάνω Μαντηλάρης και το θολωτό μεσαιωνικό κτίριο της Άλασσας δεν είχαν υποστεί ζημιές.

Η προστασία τους απαιτεί σεβασμό στην περίφραξη και στις υποδείξεις των αρμόδιων υπηρεσιών. Τα κατάλοιπα δεν αποτελούν χώρους συλλογής κεραμικής ή μετακίνησης λίθων.

Επίσκεψη και σημεία ενδιαφέροντος

Η περιοχή επιτρέπει τη γνωριμία με τη νέα κοινότητα, τη θέα του ταμιευτήρα, τη μνήμη του παλιού χωριού και τους αρχαιολογικούς χώρους. Η δυνατότητα προσέγγισης κάθε μνημείου εξαρτάται από τις ρυθμίσεις πρόσβασης και, κοντά στη λίμνη, από τη στάθμη του νερού.

Τα ερείπια της παλιάς εκκλησίας παρατηρούνται από ασφαλή σημεία. Το εκτεθειμένο έδαφος του ταμιευτήρα μπορεί να είναι λασπώδες ή ασταθές, ενώ τα παλιά δομικά στοιχεία δεν προσφέρονται για αναρρίχηση.

ΣημείοΣυντεταγμένεςΧάρτης
Νέα Άλασσα — χαρτογραφημένο σημείο οικισμού34.76353, 32.92742Google Maps
Νεότερος ναός Αγίου Νικολάου34.765366, 32.927098Google Maps
Ερείπια παλιάς εκκλησίας Αγίου Νικολάου34.75675, 32.92111Google Maps

Ταξινόμηση και στοιχεία της κοινότητας

  • Ονομασία: Άλασσα — Alassa.
  • Κατηγορία: Χωριό και κοινότητα.
  • Επαρχία: Λεμεσού.
  • Χώρα: Κυπριακή Δημοκρατία.
  • Γεωγραφική περιοχή: Νότιες υπώρειες Τροόδους, περιοχή φράγματος Κούρη.
  • Κύρια ιστορικά στοιχεία: Προϊστορικός οικισμός, υστερορωμαϊκή έπαυλη, μεσαιωνικά κατάλοιπα, παλιό και νέο χωριό.
  • Βασικές αρχαιολογικές θέσεις: Πάνω Μαντηλάρης και Παλιοταβέρνα.
  • Μετεγκατάσταση: Από το 1985, με σταδιακή ολοκλήρωση μέχρι το 1995.
  • Αιτία μετακίνησης: Κατασκευή του φράγματος Κούρη.
  • Κύρια εκκλησία: Άγιος Νικόλαος.

Ιστορικά πληθυσμιακά στοιχεία

ΑπογραφήΚάτοικοι
188123
189176
190112
191118
192151
193141
1946122
1960141
1973149
1976142
1982139
1992182
2001201
2011282
2021285

Πηγές


Alassa Village, Limassol District – The old and new community, Kouris Dam and the archaeological sites – Cyprus

Text by George Konstantinou.

A village between archaeology and the modern history of water

Alassa lies in Limassol District, in the southern foothills of Troodos, close to the main Limassol–Platres road. It brings together the history of an important prehistoric centre, the memory of a farming village and the creation of Cyprus’s largest reservoir.

The present community was built farther north and higher than the old settlement because its former location lay within the area to be flooded by Kouris Dam. Relocation preserved the community’s continuity but permanently changed the residents’ relationship with their homes, land and river landscape.

Geography and natural environment

Alassa’s position is associated with the Kouris and Limnatis valleys and the transition from Limassol’s hilly interior towards Troodos. The new community overlooks the reservoir, while the old village developed lower down, close to the river.

The landscape includes limestone and marl of the Pakhna Formation, river deposits and slopes shaped by erosion. Its geomorphology explains the combination of dryland cultivation on slopes and irrigated land in the former valleys.

Reservoir construction replaced much of the river and agricultural landscape with an extensive body of water. Its shoreline changes according to rainfall, inflows and water abstraction.

The name and ancient Alashiya

Researchers have associated the name Alassa with Alashiya, the powerful country or political entity mentioned in Late Bronze Age texts. The connection is intriguing, but similarity between the names does not establish a secure etymology or identification.

Petrographic and chemical analyses of Alashiyan letters from Amarna and Ugarit indicate that their clay originated around the margins of Troodos. Alassa and Kalavasos–Agios Dimitrios have been proposed as possible source areas. Alassa has not been proven to be Alashiya’s capital, nor has the modern place-name been shown conclusively to preserve the ancient name.

Late Bronze Age Alassa

Archaeological investigation revealed an important Late Bronze Age centre. Its position enabled contacts with the copper-producing areas of Troodos and the coast, towards the wider Episkopi and Kourion area.

Excavation began in 1984, as part of investigations associated with dam construction, and continued through successive campaigns directed by archaeologist Sophocles Hadjisavvas. The Department of Antiquities published the combined results of the 1984–2000 investigations in 2017.

The two principal localities, Pano Mantilaris and Paliotaverna, reveal complementary aspects of the ancient settlement.

Pano Mantilaris: settlement, metallurgy and burials

Pano Mantilaris produced settlement remains, burials and evidence of metalworking. The finds show everyday life, production and ritual practices coexisting within the settlement.

Slag and equipment associated with metalworking demonstrate Alassa’s participation in the copper economy. Imported objects and materials also reveal international connections.

This locality should not be confused with Paliotaverna: it is a distinct part of the archaeological complex, particularly important for understanding habitation and productive activities.

Paliotaverna: monumental buildings and an organised economy

At Paliotaverna, excavators uncovered three large ashlar buildings, clearly distinguished from ordinary settlement architecture. Building II contained substantial rooms and storerooms with large storage jars. Later alterations included a central hearth and bathing facilities, with features compared to Aegean prototypes.

Building III contained a winemaking installation. The buildings, storage spaces and production facilities indicate the concentration of resources and organised management.

Particularly noteworthy are the seal impressions on the storage jars, depicting people, animals and complex scenes. The architecture and finds support interpreting Alassa as a regional centre of authority, production and exchange.

Roman and Late Roman remains

The area’s archaeological history continued in later periods. A Late Roman villa was discovered, with bathing facilities and mosaic floors.

Among its best-known finds is a fifth-century AD mosaic depicting Aphrodite bathing and Eros holding a mirror, now in Limassol District Archaeological Museum.

The presence of prehistoric and Late Roman establishments demonstrates repeated use of the area at different times. It does not, by itself, establish uninterrupted occupation of the same settlement over millennia.

Medieval presence and the old farming village

Alassa is mentioned in a manuscript from the Venetian period. A vaulted medieval building is also recorded in the area, representing part of its later history.

The more recent settlement remained small for a long period and expanded again during the twentieth century. Houses and cultivation were closely connected with the valley. Water, alluvial soils and roads shaped everyday life and the local economy.

Relocation for dam construction

Creating Kouris Dam required residents to leave the area that would be inundated. Preparations included administrative coordination and examination of resettlement problems before relocation began.

According to a published account by the community leader at the time, relocation began in 1985 and was progressively completed by 1995. New Alassa was built higher up, north of the former settlement. Most old houses were demolished, while the church remained.

The move affected the community’s entire way of life: housing, access to farmland, neighbourhoods and communal spaces. Changing homes could not reproduce the old landscape and the memories associated with it.

Kouris Dam and its importance

Kouris Dam and the sunken church of Saint Nicholas have become the area’s most recognisable landmarks. The reservoir has a maximum capacity of 115 million cubic metres and is a principal component of the Southern Conveyor Project.

Construction began in September 1984, and the main works were completed in September 1988. Impoundment had already been authorised in November 1987, before all construction work was finished.

The project strengthened domestic water supply and irrigation across a large part of southern Cyprus. For Alassa, however, the public benefit came with the loss of the village’s former location. The dam’s history therefore includes the history of the people who were relocated.

The old church of Saint Nicholas

Saint Nicholas’s church remained at the community’s old location and became its most important visible remnant. Rising water partially or largely covers it; falling levels expose more of the surviving structure.

The expression “sunken church” does not mean that the building is always underwater. Its appearance changes with the reservoir level. The ruined building suffered serious damage, associated in local accounts with the period of high water in 2012.

The church serves as a place of memory for old Alassa. Its complete exposure also signals low reservoir reserves, beyond the photographic interest it attracts.

Churches of the present community

The newer church of Saint Nicholas stands in the centre of new Alassa, continuing the dedication of the old parish. It is a single-aisled basilica.

The Holy Metropolis of Limassol also records:

  • The chapel of Apostle Andrew, a small prefabricated domed church occupying the site of an earlier temporary church demolished in 2007.
  • The chapel of Saints Leonidas and Christina, a small prefabricated domed church whose opening ceremony took place in 2011.
  • A newer chapel of Saint Nicholas, north of the old church near the reservoir, installed in 2004.

The different churches and chapels maintain the community’s religious continuity following relocation.

Cultivation and the local economy

Agricultural life was associated with vines, almond trees, olives, carobs and citrus. Dryland fields and irrigated orchards represented different opportunities within the same landscape.

Reservoir creation transformed the geography of these activities. Road connections with Limassol also allow residents to work outside the community. Modern Alassa combines residential life, agriculture and services.

Protecting the antiquities

Dam construction prompted rescue investigations that revealed a significant part of the area’s archaeological past. Alassa’s finds are studied through architecture, pottery, metallurgical remains, burials and bioarchaeological evidence.

On 25 July 2025, following the Limassol District wildfires, the Department of Antiquities announced that inspections conducted by that point showed no damage to Paliotaverna, Pano Mantilaris or Alassa’s vaulted medieval building.

Their protection requires respect for fences and instructions from the responsible authorities. Archaeological remains are not places for collecting pottery or moving stones.

Visiting and places of interest

The area offers opportunities to discover the new community, reservoir views, the memory of the old village and the archaeological sites. Access to individual monuments depends on the arrangements in force and, beside the lake, water levels.

The old church ruins should be viewed from safe locations. Exposed reservoir ground may be muddy or unstable, and the old structures should not be climbed.

LocationCoordinatesMap
New Alassa — mapped settlement point34.76353, 32.92742Google Maps
Newer church of Saint Nicholas34.765366, 32.927098Google Maps
Old church of Saint Nicholas ruins34.75675, 32.92111Google Maps

Classification and community details

  • Name: Άλασσα — Alassa.
  • Category: Village and community.
  • District: Limassol.
  • Country: Republic of Cyprus.
  • Geographical area: Southern Troodos foothills, Kouris Dam area.
  • Principal historical features: Prehistoric settlement, Late Roman villa, medieval remains, old and new village.
  • Main archaeological localities: Pano Mantilaris and Paliotaverna.
  • Relocation: From 1985, progressively completed by 1995.
  • Reason for relocation: Construction of Kouris Dam.
  • Principal church: Saint Nicholas.

Historical population figures

CensusResidents
188123
189176
190112
191118
192151
193141
1946122
1960141
1973149
1976142
1982139
1992182
2001201
2011282
2021285

Sources