Translate

Tuesday, 25 August 2026

Φίνα: Ο φόβος και τρόμος των κυπρίων - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 22/9/2019 - Blunt-nosed Viper: The Fear and Terror of Cypriots – By George Konstantinou– Politis Newspaper, 22/9/2019

See also


Below in English

Φίνα: Ο φόβος και τρόμος των κυπρίων 

 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 22/9/2019

Κείμενο, φωτογραφίες του Γιώργου Κωνσταντίνου 

Η φίνα αποτελεί τον φόβο και τρόμο σχεδόν όλων των κυπρίων αφού στην θέα της αλλά και μόνο στο άκουσμα της λέξης φίνα όλοι πανικοβάλλονται και ανατριχιάζουν. Ο μεγάλος αυτός φόβος έχει ως αποτέλεσμα τον ανεξέλεγκτο σκοτωμό αυτών των ζώων. Αν και η φίνα προστατεύετε με ευρωπαϊκές και κυπριακές νομοθεσίες ελάχιστοι θα δουν μια φίνα και να μην την σκοτώσουν και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα δυστυχώς τον σταδιακό αφανισμό του είδους αυτού από τον τόπο μας.

Η φίνα αλλά και όλα τα φίδια είναι ενεργά από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο λόγω του ότι όλα τα ερπετά είναι ψυχρόαιμα, δηλαδή δεν έχουν δική τους θερμοκρασία σώματος, όπως τα θηλαστικά ή τα πουλιά και παίρνουν τη θερμότητα που τους χρειάζεται από το περιβάλλον, για να είναι ενεργά. Τον χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Στην Κύπρο λόγω όμως του ήπιου χειμώνα που έχουμε μπορούμε να συναντήσουμε φίδια ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα όταν έχει ηλιόλουστη μέρα.

Η φίνα ή οχιά, κοντονούρα ή πατσάλα με το επιστημονικό και κοινό όνομα Macrovipera lebetina (Βlunt-nosed viper) είναι ένα από τα 9 είδη φιδιών που συναντούμε στην Κύπρο και το μοναδικό επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Έχει ευρεία εξάπλωση από τα παράλια μέχρι και τις ψηλότερες κορυφές του Τροόδους. Η φίνα είναι η μεγαλύτερη και βαρύτερη οχιά που συναντούμε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Κύπρος είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που φιλόξενη αυτό το είδος οχιάς. Εκτός από την Κύπρο την φίνα την συναντούμε στην Τουρκιά, Βορειοδυτική Αφρική, Μέση Ανατολή μέχρι το Πακιστάν και το Καζακστάν.

Οι φίνες τρέφονται κυρίως με τρωκτικά όπως ποντικούς και αρουραίους ρυθμίζοντας τους πληθυσμούς τους και αυτό την καθιστά πολύ ωφέλιμη για τον άνθρωπο καθώς τα τρωκτικά προκαλούν ανυπολόγιστες ζημίες σε τρόφιμα και καλλιέργειες και μεταδίδουν και αρκετές ασθένειες στον άνθρωπο. Εκτός από τρωκτικά η φίνα τρέφετέ και με άλλα μικρόσωμα θηλαστικά, σαύρες, με άλλα φίδια, πουλιά και αμφίβια. Χωρίς τα φίδια και τα άλλα αρπακτικά πραγματικά θα γεμίζαμε ποντικούς και αρουραίους με καταστροφικές συνέπιες. Κάθε ζώο σε αυτό τον πλανήτη έχει δημιουργηθεί με απόλυτη σοφία και όλα έχουν τον σκοπό και τον ρόλο τους.
Η φίνα είναι πολύ εύκολο να αναγνωριστεί από τα άλλα φίδια από το τριγωνικό της κεφάλι από το χοντρό γκρίζο της σώμα στο χρώμα της άμμου και από την απότομη κατάληξη της λεπτής ουράς από το χοντρό της σώμα.
Είναι σωληνόγλυφο φίδι όπως και όλα τα δηλητηριώδη φίδια, δηλαδή φέρει δηλητήριο στα μπροστινά της δόντια και είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Τα 2 μεγάλα μπροστινά της δόντια είναι κούφια σαν σωλήνας και συνδέονται με τις θήκες δηλητηρίου που βρίσκονται στο πάνω μέρος του κεφαλιού της. Με το δάγκωμα της στο θήραμα και με την πίεση που ασκείτε το δηλητήριο της διοχετεύετε δια μέσο των κούφιων δοντιών της στο σώμα του θηράματος με αποτέλεσμα αυτό να παραλύσει και σταδιακά να πεθάνει. Μετά τον θάνατο του η φίνα που το παραμονεύει, αρχίζει σιγά σιγά να το καταπίνει ολόκληρο. Μετά την κατάποση της τροφής της αναζητά ένα ήσυχο μέρος για να κουλουριαστεί για μερικές μέρες μέχρι να χωνέψει και να αρχίσει να αναζητά το επόμενο θύμα της. Πρόκειται συνήθως για αργοκίνητο νωχελικό φίδι αλλά όταν εκτινάσσετε για να δαγκώσει χτύπα σαν κεραυνός.

Η φίνα είναι κυρίως νυκτόβιο φίδι και δραστηριοποιείτε συνήθως αργά το απόγευμα. Αρέσκεται να συχνάζει σε δροσερά μέρη με νερό όπου και καραδοκεί τα θηράματα της που έρχονται για να πιούν νερό. Επίσης αρέσκεται να συχνάζει σε βραχώδεις και πετρώδης περιοχές. Μετά από μια σχετικά κρύα νύκτα μπορούμε να την δούμε να λιάζετε στον πρωινό ήλιο ξαπλωμένη σε πέτρες, βράχους και αγροτικά μονοπάτια.

Οι φίνες ζευγαρώνουν τέλος της άνοιξης αρχές καλοκαιριού και γεννούν τα αβγά τους μέσα καλοκαιριού και εκκολάπτονται το φθινόπωρο. Στο ζευγάρωμά τους τα φίδια είναι ακίνητα με ενωμένα τα σώματά τους. Μπορούν να γεννήσουν μέχρι 20 αυγά ή και περισσότερα κάτω από πέτρες, βράχους και άλλα μεγάλα αντικείμενα. Τα αυγά δεν έχουν τσόφλι όπως των πουλιών αλλά μόνο μεμβράνη, εκκολάπτονται με την θερμοκρασία του περιβάλλοντος και τα μικρά φιδάκια αμέσως μετά την εκκόλαψη έχουν την ικανότητα να επιβιώσουν μόνα τους. Τα νεογέννητα φιδάκια δεν έχουν ποτέ επαφή με την μητέρα τους. Τα μικρά διαθέτουν δόντια και δηλητήριο από την πρώτη μέρα της ζωής τους και είναι εξίσου επικίνδυνα με τα ενήλικα φίδια.
Εάν συναντήσουμε φίνα ή κάποιο άλλο φίδι στους αγρούς δεν χρειάζεται να το σκοτώσουμε ή να πανικοβληθούμε. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να απομακρυνθούμε και να το αφήσουμε στην ησυχία του. 

Όλα τα φίδια δεν επιτίθενται ποτέ στον άνθρωπο εκτός εάν νιώσουν ότι απειλείται η ζωή τους, για να σε δαγκώσουν πρέπει να τα πιάσεις, να τα πατήσεις κατά λάθος ή να τα πλησιάσεις πολύ. Για προστασία από δαγκώματα καλό είναι όταν βρισκόμαστε στους αγρούς να φοράμε ψηλές μπότες να αποφεύγουμε να περπατάμε ανάμεσα από ψηλά χόρτα και να προσέχουμε πού πατάμε. Όταν κάποιος πλησιάσει πολύ μια φίνα αυτή παίρνει αμυντική στάση βγάζοντας ένα δυνατό σύριγμα προειδοποιώντας σε να μην πλησιάσεις άλλο. Συνήθως όμως το φίδι με τη θέα ενός ανθρώπου τρέπεται σε φυγή. Στις πολλές περιπλανήσεις μου στην κυπριακή φύση έχω συναντήσει αμέτρητες φίνες και σε όλες τις περιπτώσεις τις πλησίαζα πολύ, ποτέ δεν μου έχουν επιτεθεί, το μόνο που προσπαθούσαν ήταν να απομακρυνθούν από μένα όσο πιο μακριά μπορούσαν.

Εάν μας δαγκώσει κάποιο φίδι και δεν ξέρουμε αν είναι δηλητηριώδη, μπορούμε να κοιτάξουμε το σημείο του δαγκώματος, εάν το φίδι είναι μη δηλητηριώδες στο μέρος του δαγκώματος θα αφήσει μια κοκκινίλα σε σχήμα ρολογιού και το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να απολυμάνουμε το μέρος αυτό. Εάν το φίδι που μας δάγκωσε είναι δηλητηριώδες, δηλαδή φίνα, θα δούμε στο σημείο του δαγκώματος μία ή δύο μικρές τρύπες.
Σε περίπτωση δαγκώματος από φίνα δεν πανικοβαλλόμαστε και με ήρεμες κινήσεις για να μην δώσουμε την ευκαιρία στο δηλητήριο να κυκλοφορήσει στο αίμα πάμε στο κοντινότερο νοσοκομείο. Παρά τους μύθους που κυκλοφορούν μετά το δάγκωμα φίνας όπου και να βρισκόμαστε στην Κύπρο έχουμε αρκετό χρόνο να πάμε στο κοντινότερο νοσοκομείο. Γενικά στην Κύπρο το δάγκωμα φίνας είναι σπάνιο με 1 – 2 ή καθόλου περιστατικά δαγκώματος τον χρόνο.

Τα συμπτώματα από δάγκωμα φίνας είναι οίδημα στην περιοχή του δαγκώματος έντονος πόνος, αλλαγή του χρώματος στην περιοχή (μαύρισμα ή κοκκίνισμα) και φούσκωμα ολόκληρου του ποδιού ή χεριού που δέχτηκε το δάγκωμα. Το άτομο που δέχεται το δάγκωμα αμέσως μετά καταλαμβάνετε από μεγάλο φόβο και αγωνιά με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η κατάσταση του λόγο άλλων προβλημάτων. Πριν μερικά χρόνια γυναίκα δαγκώθηκε από φίνα και λόγο του μεγάλου της φόβου δυστυχώς πέθανε από ανακοπή καρδίας.

Οι νόμοι προστασίας των φιδιών δυστυχώς δεν εφαρμόζονται και υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, αφού συχνά βλέπουμε στο διαδίκτυο πολλούς να ποζάρουν με σκοτωμένα φίδια χωρίς καμία συνέπεια. Δεν ξέρω αν καμία φορά μπορέσουν οι κύπριοι να ξεπεράσουν αυτές τις φοβίες όχι μόνο για την φίνα αλλά και για πολλά άλλα ζώα της Κύπρου και επιτέλους να τα σεβαστούν. Μόνο οι αρμόδιοι μπορούν να το πετύχουν αυτό με περιβαλλοντική εκπαίδευση στα σχολεία, με τα κατάλληλα έντυπα, με ντοκιμαντέρ για την βιοποικιλότητα του τόπου μας που θα μορφώσουν και θα ευαισθητοποιήσουν τον κόσμο μας. Αυτό προσπαθώ να κάνω και εγώ μέσω αυτής της εφημερίδας με τα άρθρα μου κάθε Κυριακή, ελπίζω και εύχομαι να έχω βάλει και εγώ το λιθαράκι μου στον τομέα αυτό.

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου.
Απο αρθρο μου στην εφημεριδα Πολιτης.


The blunt-nosed viper inspires fear and terror in almost all Cypriots, as merely seeing one, or even just hearing the word “viper,” causes people to panic and shudder. This great fear results in the uncontrolled killing of these animals. Although the blunt-nosed viper is protected by European and Cypriot legislation, very few people will see one and refrain from killing it. Unfortunately, this will result in the gradual disappearance of this species from our country.

The blunt-nosed viper, like all snakes, is active from spring until autumn because all reptiles are cold-blooded. In other words, they do not maintain their own body temperature as mammals and birds do, but obtain the heat they require from their surroundings in order to remain active. During winter they enter hibernation. However, because Cyprus has mild winters, we may encounter snakes even in the middle of winter on a sunny day.

The blunt-nosed viper, also known in Cyprus as “fina,” “ochia,” “kontonoura” or “patsala,” has the scientific name Macrovipera lebetina and the English common name blunt-nosed viper. It is one of the nine snake species found in Cyprus and the only one that is dangerous to humans. It has a wide distribution, from the coastal areas to the highest peaks of the Troodos Mountains.

The blunt-nosed viper is the largest and heaviest viper found anywhere in Europe. Cyprus is the only European country inhabited by this viper species. Outside Cyprus, the blunt-nosed viper occurs in Turkey, northwestern Africa and the Middle East, extending as far as Pakistan and Kazakhstan.

Blunt-nosed vipers feed mainly on rodents such as mice and rats, regulating their populations. This makes the viper very beneficial to humans, as rodents cause incalculable damage to food and crops and transmit several diseases to people. In addition to rodents, the blunt-nosed viper feeds on other small mammals, lizards, other snakes, birds and amphibians.

Without snakes and other predators, we would truly be overrun by mice and rats, with disastrous consequences. Every animal on this planet has been created with absolute wisdom, and each has its own purpose and role.

The blunt-nosed viper can be distinguished very easily from other snakes by its triangular head, its thick greyish, sand-coloured body and the abrupt transition from its thick body to its thin tail.

Like all venomous snakes, it is solenoglyphous. This means that it carries venom in its front fangs and is dangerous to humans. Its two large front fangs are hollow like tubes and are connected to the venom glands situated in the upper part of its head.

When it bites its prey, pressure causes the venom to flow through the hollow fangs and into the prey’s body, resulting in paralysis and gradual death. After the prey dies, the viper, which has been waiting nearby, begins slowly swallowing it whole.

After consuming its food, the viper seeks a quiet place where it can coil up for several days until digestion is complete and it begins searching for its next victim. It is usually a slow-moving and lethargic snake, but when it strikes to bite, it moves like lightning.

The blunt-nosed viper is mainly nocturnal and usually becomes active late in the afternoon. It likes to frequent cool places with water, where it waits for prey coming to drink. It also favours rocky and stony areas.

Following a relatively cold night, we may see it basking in the morning sun while lying on stones, rocks or rural tracks.

Blunt-nosed vipers mate at the end of spring or the beginning of summer. They lay their eggs in the middle of summer, and the eggs hatch during autumn. During mating, the snakes remain motionless with their bodies joined together.

They can lay as many as 20 eggs or even more beneath stones, rocks and other large objects. The eggs do not have a hard shell like those of birds but are covered only by a membrane. They are incubated by the ambient temperature, and immediately after hatching, the young snakes can survive independently.

Newly hatched snakes never have any contact with their mother. The young possess fangs and venom from the first day of their lives and are just as dangerous as adult snakes.

If we encounter a blunt-nosed viper or any other snake in the countryside, there is no reason to kill it or panic. All we need to do is move away and leave it in peace.

Snakes never attack humans unless they feel that their lives are threatened. For a snake to bite, someone usually has to catch it, step on it accidentally or approach it too closely.

To protect ourselves from snakebites while in the countryside, it is advisable to wear high boots, avoid walking through tall grass and watch where we step.

When someone approaches a blunt-nosed viper too closely, it assumes a defensive posture and produces a loud hiss, warning the person not to come any nearer. Usually, however, the snake flees as soon as it sees a human.

During my many excursions through the Cypriot countryside, I have encountered countless blunt-nosed vipers. In every case, I approached them closely, but they never attacked me. Their only concern was to move as far away from me as possible.

If a snake bites us and we do not know whether it is venomous, we can examine the bite site. If the snake is non-venomous, it will leave a reddish, watch-shaped mark at the site of the bite, and all that needs to be done is to disinfect the area. If the snake that bit us is venomous—in Cyprus, a blunt-nosed viper—we will see one or two small puncture marks at the bite site.

In the event of a blunt-nosed viper bite, we must not panic. We should move calmly so that the venom is not given the opportunity to circulate through the bloodstream and go to the nearest hospital.

Despite the myths surrounding blunt-nosed viper bites, wherever we may be in Cyprus, we have sufficient time to reach the nearest hospital. In general, bites from blunt-nosed vipers are rare in Cyprus, with one or two—or sometimes no—cases recorded each year.

The symptoms of a blunt-nosed viper bite include swelling around the bite, severe pain, a change in the colour of the affected area, which may become black or red, and swelling of the entire leg or arm that received the bite.

Immediately after being bitten, the person may be overcome by intense fear and anxiety, which can worsen their condition because of other health problems. A few years ago, a woman was bitten by a blunt-nosed viper and, unfortunately, because of her extreme fear, died from cardiac arrest.

Unfortunately, the laws protecting snakes are not enforced and exist only on paper. We frequently see people on the internet posing with dead snakes without facing any consequences.

I do not know whether Cypriots will ever be able to overcome these fears—not only of the blunt-nosed viper but also of many other animals found in Cyprus—and finally begin to respect them.

Only the competent authorities can achieve this through environmental education in schools, appropriate publications and documentaries about the biodiversity of our country that will educate and raise public awareness.

This is what I also try to accomplish through my articles in this newspaper every Sunday. I hope and wish that I, too, have made a small contribution in this field.

Text: George Konstantinou 22/9/2019

From my article in the Politis newspaper.





Οικογένεια Basellaceae στην Κύπρο – Basellaceae Family in Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - Οργανωμένος δυναμικός κατάλογος 2.071 taxa - FLORA OF CYPRUS - Organized Dynamic Checklist 2.071 taxa · classified by status, family and genus

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Η οικογένεια Basellaceae, γνωστή στα αγγλικά ως Basella family ή Madeira-vine family, είναι μικρή οικογένεια ανθοφόρων φυτών που ανήκει στην τάξη Caryophyllales. Περιλαμβάνει 4 αποδεκτά γένη και περίπου 20 είδη, τα οποία κατάγονται κυρίως από τις τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας.

Στην οικογένεια ανήκουν κυρίως σαρκώδη, ποώδη και συχνά αναρριχώμενα φυτά. Αρκετά είδη διαθέτουν διογκωμένες ρίζες, ριζώματα ή υπόγειους κονδύλους, στους οποίους αποθηκεύουν νερό και θρεπτικές ουσίες.

Σύμφωνα με τον νέο οργανωμένο κατάλογο της κυπριακής χλωρίδας, η οικογένεια Basellaceae αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο από 1 γένος και 1 taxon: το Anredera cordifolia (Ten.) Steenis. Ωστόσο, η παρουσία του είδους στην Κύπρο χαρακτηρίζεται ως αμφίβολη – Questionable (Q).

Γενικά χαρακτηριστικά

Τα μέλη της οικογένειας είναι συνήθως πολυετή ποώδη φυτά με σαρκώδεις βλαστούς και φύλλα. Πολλά είδη είναι αναρριχώμενα και αναπτύσσουν μακριούς βλαστούς που περιελίσσονται γύρω από τη γειτονική βλάστηση ή άλλα στηρίγματα.

Τα φύλλα είναι απλά, ακέραια, συνήθως κατ’ εναλλαγή και χωρίς παράφυλλα. Συχνά είναι σαρκώδη, λεία και ωοειδή ή καρδιόσχημα.

Τα άνθη είναι μικρά, ακτινόμορφα και οργανωμένα σε στάχεις, βότρεις ή διακλαδισμένες ταξιανθίες. Το ανθικό περίβλημα αποτελείται από πέντε πεταλοειδή τέπαλα, τα οποία μπορεί να είναι λευκά, πρασινωπά, ρόδινα ή κοκκινωπά.

Ο καρπός είναι συνήθως μονόσπερμος και περιβάλλεται από το επίμονο, συχνά σαρκώδες ανθικό περίβλημα. Η αναπαραγωγή πολλών ειδών πραγματοποιείται τόσο με σπόρους όσο και αγενώς μέσω κονδύλων, ριζωμάτων ή σαρκωδών τμημάτων του φυτού.

Η οικογένεια Basellaceae στην Κύπρο

Το μοναδικό taxon της οικογένειας που περιλαμβάνεται στον νέο οργανωμένο κατάλογο είναι το Anredera cordifolia. Βρίσκεται στην ενότητα «Αβέβαιης κατάστασης – Uncertain status» και έχει τον αριθμό 2006.

Η Flora of Cyprus χαρακτηρίζει την παρουσία του είδους ως Questionable (Q). Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει επαρκώς επιβεβαιωμένη τεκμηρίωση για να θεωρηθεί βέβαιο μέλος της κυπριακής χλωρίδας.

Επομένως, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένο αυτοφυόμενο, εγκλιματισμένο ή εισβλητικό είδος της Κύπρου. Απαιτούνται εξακριβωμένες παρατηρήσεις, φωτογραφικό υλικό, δείγματα και ακριβή στοιχεία τοποθεσίας για την επιβεβαίωση της παρουσίας του.

Taxa της οικογένειας Basellaceae στην Κύπρο

Taxa αβέβαιης κατάστασης

Anredera

  1. Anredera cordifolia (Ten.) Steenis – Είδος – Αμφίβολη παρουσία (Q)

Σύνολο: 1 γένος και 1 taxon αβέβαιης κατάστασης.

Anredera cordifolia (Ten.) Steenis

Το Anredera cordifolia, γνωστό στα αγγλικά ως Madeira vine, mignonette vine ή lamb’s tail, είναι πολυετές, σαρκώδες και αναρριχώμενο γεώφυτο. Κατάγεται από την τροπική Νότια Αμερική μέχρι τη βόρεια Αργεντινή.

Έχει εισαχθεί σε πολλές θερμές και εύκρατες περιοχές ως καλλωπιστικό φυτό. Σε αρκετές χώρες έχει διαφύγει από την καλλιέργεια και έχει εξελιχθεί σε σοβαρό εισβλητικό αναρριχώμενο είδος.

Οι βλαστοί του αναπτύσσονται γρήγορα, περιελίσσονται γύρω από τη βλάστηση και μπορούν να φθάσουν σε μήκος αρκετών μέτρων. Το φυτό αναπτύσσεται από σαρκώδεις υπόγειους κονδύλους και μπορεί να παράγει πολυάριθμους μικρούς εναέριους κονδύλους στις μασχάλες των φύλλων.

Φύλλα

Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή, απλά, ακέραια και σαρκώδη. Έχουν συνήθως ωοειδές έως καρδιόσχημο σχήμα, οξύ ή αμβλύ άκρο και κοντό μίσχο.

Η άνω επιφάνεια είναι λεία και γυαλιστερή, ενώ η σαρκώδης υφή επιτρέπει την αποθήκευση νερού. Η μορφή των φύλλων εξηγεί την ονομασία cordifolia, η οποία σημαίνει «με καρδιόσχημα φύλλα».

Άνθη

Τα άνθη είναι πολύ μικρά, λευκά ή λευκοπράσινα και έντονα αρωματικά. Αναπτύσσονται σε μακριές, στενές και συχνά κρεμαστές ταξιανθίες.

Οι πολυάριθμες ταξιανθίες μπορούν να καλύψουν μεγάλο μέρος του φυτού. Η εμφάνισή τους θυμίζει λεπτές λευκές ουρές, χαρακτηριστικό από το οποίο προέρχεται η αγγλική ονομασία lamb’s tail.

Η παραγωγή βιώσιμων σπόρων διαφέρει μεταξύ των πληθυσμών και των περιοχών. Σε πολλές εισαγμένες περιοχές η εξάπλωση πραγματοποιείται κυρίως αγενώς.

Υπόγειοι και εναέριοι κόνδυλοι

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του είδους είναι η παραγωγή σαρκωδών υπόγειων κονδύλων. Οι κόνδυλοι αποθηκεύουν νερό και θρεπτικές ουσίες και επιτρέπουν στο φυτό να επιβιώνει μετά την ξήρανση ή την καταστροφή των υπέργειων βλαστών.

Στις μασχάλες των φύλλων σχηματίζονται επίσης μικροί, ακανόνιστοι εναέριοι κόνδυλοι. Οι κόνδυλοι αυτοί αποσπώνται εύκολα, πέφτουν στο έδαφος και μπορούν να δημιουργήσουν νέα φυτά.

Ακόμη και μικρά τμήματα κονδύλων ή βλαστών μπορούν να επιβιώσουν και να ριζώσουν όταν βρεθούν σε κατάλληλες συνθήκες.

Πιθανά ενδιαιτήματα

Επειδή η παρουσία του είδους στην Κύπρο είναι αμφίβολη, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα κυπριακά ενδιαιτήματα ή υψομετρικά στοιχεία που να μπορούν να παρουσιαστούν ως δεδομένα.

Σε άλλες χώρες το είδος εμφανίζεται συνήθως σε:

  • κήπους και εγκαταλειμμένους καλλωπιστικούς χώρους,
  • περιφράξεις και πέργκολες,
  • βάσεις τοίχων,
  • όρια δρόμων και αγρών,
  • υγρά και σκιερά διαταραγμένα εδάφη,
  • όχθες υδατορευμάτων,
  • παρυφές δασών,
  • θαμνώνες και περιοχές με πυκνή βλάστηση,
  • χώρους απόρριψης κλαδεμάτων και φυτικών υπολειμμάτων.

Οι παραπάνω θέσεις αποτελούν γενικές αναφορές από την παγκόσμια οικολογία του είδους και όχι επιβεβαιωμένες θέσεις στην Κύπρο.

Αναπαραγωγή και διασπορά

Το Anredera cordifolia μπορεί να αναπαράγεται με σπόρους, αλλά η αγενής αναπαραγωγή μέσω υπόγειων και εναέριων κονδύλων είναι συνήθως ο αποτελεσματικότερος τρόπος εξάπλωσης.

Οι εναέριοι κόνδυλοι μπορούν να μεταφερθούν με το νερό, το χώμα, τα μηχανήματα, τα κλαδέματα και τα απορρίμματα κήπων. Η απόρριψη φυτικών τμημάτων σε φυσικές περιοχές μπορεί να δημιουργήσει νέες εστίες.

Οι υπόγειοι κόνδυλοι μπορούν να παραμένουν στο έδαφος και να παράγουν νέους βλαστούς μετά την κοπή ή την απομάκρυνση της υπέργειας βλάστησης.

Προσαρμογές στο περιβάλλον

Οι σαρκώδεις κόνδυλοι και τα φύλλα αποθηκεύουν νερό και θρεπτικές ουσίες, επιτρέποντας στο φυτό να επιβιώνει κατά τις ξηρές περιόδους.

Η γρήγορη αναρριχώμενη ανάπτυξη επιτρέπει στους βλαστούς να φθάνουν γρήγορα στο φως, χρησιμοποιώντας τη γειτονική βλάστηση ως στήριγμα.

Η παραγωγή μεγάλου αριθμού εναέριων κονδύλων αυξάνει σημαντικά την ικανότητα αγενούς εξάπλωσης. Οι κόνδυλοι μπορούν να παραμείνουν βιώσιμοι μετά την απομάκρυνσή τους από το μητρικό φυτό.

Οικολογικές επιπτώσεις σε άλλες χώρες

Σε περιοχές όπου έχει γίνει εισβλητικό, το Anredera cordifolia μπορεί να σχηματίσει πυκνά και βαριά στρώματα βλάστησης πάνω από θάμνους και δέντρα.

Η κάλυψη περιορίζει το φως, παραμορφώνει ή σπάζει κλαδιά και μπορεί να προκαλέσει την κατάρρευση μικρών δέντρων. Το πυκνό στρώμα του φυτού ανταγωνίζεται την αυτοφυή βλάστηση και εμποδίζει την αναγέννησή της.

Οι επιπτώσεις αυτές έχουν καταγραφεί σε άλλες χώρες και δεν πρέπει να θεωρούνται επιβεβαιωμένες για την Κύπρο, όπου ακόμη και η παρουσία του είδους παραμένει αμφίβολη.

Χρήσεις

Το είδος έχει καλλιεργηθεί ως καλλωπιστικό για το πυκνό φύλλωμα και τις αρωματικές λευκές ταξιανθίες του. Τα φύλλα και οι κόνδυλοι χρησιμοποιούνται ως τρόφιμα σε ορισμένες περιοχές της φυσικής ή καλλιεργούμενης εξάπλωσής του.

Έχουν αναφερθεί επίσης παραδοσιακές θεραπευτικές χρήσεις. Οι αναφορές αυτές δεν αποδεικνύουν ασφάλεια ή αποτελεσματικότητα και το φυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για αυτοθεραπεία χωρίς κατάλληλη επιστημονική καθοδήγηση.

Αναγνώριση και επιβεβαίωση στην Κύπρο

Για την επιβεβαίωση του είδους στην Κύπρο χρειάζονται:

  • καθαρές φωτογραφίες ολόκληρου του φυτού,
  • κοντινές φωτογραφίες των φύλλων και των ταξιανθιών,
  • φωτογραφίες των εναέριων κονδύλων,
  • ακριβείς συντεταγμένες της θέσης,
  • πληροφορίες για το εάν το φυτό είναι καλλιεργούμενο ή αυτοφυόμενο,
  • δείγμα κατάλληλο για επιστημονική ταυτοποίηση,
  • παρακολούθηση της θέσης σε διαφορετικές εποχές.

Πρέπει επίσης να αποκλείεται η σύγχυση με άλλα καλλιεργούμενα ή αυτοφυόμενα αναρριχώμενα φυτά με καρδιόσχημα φύλλα.

Προληπτική διαχείριση

Μέχρι να εξακριβωθεί η παρουσία του είδους, η σημαντικότερη ενέργεια είναι η πρόληψη. Η φύτευσή του κοντά σε φυσικά ενδιαιτήματα, υδατορεύματα ή προστατευόμενες περιοχές πρέπει να αποφεύγεται.

Κόνδυλοι, βλαστοί και κλαδέματα δεν πρέπει να απορρίπτονται σε φυσικούς χώρους. Εάν εντοπιστεί πιθανός αυτοφυόμενος πληθυσμός, πρέπει πρώτα να τεκμηριωθεί και να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα του φυτού.

Η απλή κοπή των βλαστών δεν είναι αποτελεσματική, καθώς οι υπόγειοι κόνδυλοι μπορούν να προκαλέσουν αναβλάστηση. Η απομάκρυνση πρέπει να περιλαμβάνει τη συλλογή των εναέριων κονδύλων και, όπου είναι δυνατό, την προσεκτική αφαίρεση των υπόγειων κονδύλων.

Ταξινόμηση και στοιχεία του είδους στην Κύπρο

  • Βασίλειο: Plantae
  • Φύλο: Streptophyta
  • Κλάση: Equisetopsida
  • Υποκλάση: Magnoliidae
  • Τάξη: Caryophyllales
  • Οικογένεια: Basellaceae
  • Γένος: Anredera
  • Είδος: Anredera cordifolia (Ten.) Steenis
  • Ταξινομική βαθμίδα: Είδος
  • Κατηγορία στον οργανωμένο κατάλογο: Αβέβαιης κατάστασης – Uncertain status
  • Καθεστώς στη Flora of Cyprus: Αμφίβολη παρουσία – Questionable (Q)
  • Ενδημισμός: Μη ενδημικό
  • Βιομορφή: Δεν παρέχεται για την Κύπρο λόγω της αμφίβολης παρουσίας
  • Υψομετρική εξάπλωση στην Κύπρο: Δεν παρέχεται λόγω της αμφίβολης παρουσίας
  • Περίοδος ανθοφορίας στην Κύπρο: Δεν παρέχεται λόγω της αμφίβολης παρουσίας
  • Αριθμός στον οργανωμένο κατάλογο: 2006

Πηγές


Text by George Konstantinou

The family Basellaceae, known as the Basella family or Madeira-vine family, is a small family of flowering plants belonging to the order Caryophyllales. It includes 4 accepted genera and approximately 20 species, native mainly to the tropical and subtropical regions of the Americas, Africa and Asia.

The family consists mainly of succulent, herbaceous and often climbing plants. Several species possess enlarged roots, rhizomes or underground tubers in which they store water and nutrients.

According to the new organized checklist of the Cypriot flora, the family Basellaceae is represented in Cyprus by 1 genus and 1 taxon: Anredera cordifolia (Ten.) Steenis. However, the presence of the species in Cyprus is classified as Questionable (Q).

General characteristics

The members of the family are usually perennial herbaceous plants with fleshy stems and leaves. Many species are climbers and develop long stems that twine around neighbouring vegetation or other supports.

The leaves are simple, entire, usually alternate and without stipules. They are often fleshy, smooth and ovate or heart-shaped.

The flowers are small, radially symmetrical and arranged in spikes, racemes or branched inflorescences. The floral envelope consists of five petal-like tepals, which may be white, greenish, pink or reddish.

The fruit is usually one-seeded and surrounded by the persistent and often fleshy floral envelope. Many species reproduce both by seeds and vegetatively through tubers, rhizomes or fleshy plant fragments.

The family Basellaceae in Cyprus

The only taxon of the family included in the new organized checklist is Anredera cordifolia. It occurs in the section “Uncertain status” and has the number 2006.

Flora of Cyprus classifies the presence of the species as Questionable (Q). This means there is insufficient confirmed documentation to consider it a certain member of the Cypriot flora.

It must therefore not be presented as a confirmed self-sown, naturalized or invasive species of Cyprus. Verified observations, photographs, specimens and precise locality information are required to confirm its presence.

Taxa of the family Basellaceae in Cyprus

Taxa of uncertain status

Anredera

  1. Anredera cordifolia (Ten.) Steenis – Species – Questionable presence (Q)

Total: 1 genus and 1 taxon of uncertain status.

Anredera cordifolia (Ten.) Steenis

Anredera cordifolia, known in English as Madeira vine, mignonette vine or lamb’s tail, is a perennial, succulent climbing geophyte. It is native from tropical South America to northern Argentina.

It has been introduced to many warm and temperate regions as an ornamental plant. In several countries, it has escaped from cultivation and developed into a serious invasive climbing species.

Its stems grow rapidly, twine around vegetation and can reach several metres in length. The plant grows from fleshy underground tubers and may produce numerous small aerial tubers in the leaf axils.

Leaves

The leaves are alternate, simple, entire and fleshy. They are usually ovate to heart-shaped, with an acute or blunt apex and a short petiole.

The upper surface is smooth and glossy, while the fleshy texture permits water storage. The form of the leaves explains the name cordifolia, meaning “with heart-shaped leaves.”

Flowers

The flowers are very small, white or greenish-white and strongly fragrant. They develop in long, narrow and often hanging inflorescences.

The numerous inflorescences may cover a large part of the plant. Their appearance resembles slender white tails, a characteristic from which the English name lamb’s tail is derived.

The production of viable seeds differs between populations and regions. In many introduced regions, spread takes place mainly vegetatively.

Underground and aerial tubers

One of the most important characteristics of the species is its production of fleshy underground tubers. These tubers store water and nutrients and allow the plant to survive after the drying or destruction of its above-ground stems.

Small, irregular aerial tubers also form in the leaf axils. These tubers detach easily, fall to the ground and can produce new plants.

Even small fragments of tubers or stems can survive and develop roots when they reach suitable conditions.

Potential habitats

Because the presence of the species in Cyprus is questionable, there are no confirmed Cypriot habitats or altitudinal data that can be presented as established facts.

In other countries, the species usually occurs in:

  • gardens and abandoned ornamental sites,
  • fences and pergolas,
  • bases of walls,
  • road and field margins,
  • moist and shaded disturbed soils,
  • banks of watercourses,
  • forest margins,
  • scrub and areas with dense vegetation,
  • sites where pruned material and garden waste are discarded.

These sites are general references from the global ecology of the species and are not confirmed localities in Cyprus.

Reproduction and dispersal

Anredera cordifolia may reproduce by seeds, but vegetative reproduction through underground and aerial tubers is usually its most effective means of spreading.

Aerial tubers can be transported by water, soil, machinery, pruned material and garden waste. The disposal of plant fragments in natural areas may create new colonies.

Underground tubers can remain in the soil and produce new shoots after the above-ground vegetation has been cut or removed.

Environmental adaptations

The fleshy tubers and leaves store water and nutrients, allowing the plant to survive during dry periods.

Rapid climbing growth enables the stems to reach the light quickly by using neighbouring vegetation as support.

The production of large numbers of aerial tubers considerably increases its ability to spread vegetatively. The tubers can remain viable after separation from the parent plant.

Ecological impacts in other countries

In regions where it has become invasive, Anredera cordifolia can form dense and heavy layers of vegetation over shrubs and trees.

This cover reduces light, deforms or breaks branches and may cause small trees to collapse. The dense layer competes with native vegetation and prevents its regeneration.

These impacts have been recorded in other countries and must not be considered confirmed for Cyprus, where even the presence of the species remains questionable.

Uses

The species has been cultivated as an ornamental for its dense foliage and fragrant white inflorescences. Its leaves and tubers are used as food in certain parts of its native or cultivated distribution.

Traditional medicinal uses have also been reported. These reports do not demonstrate safety or effectiveness, and the plant should not be used for self-treatment without appropriate scientific guidance.

Identification and confirmation in Cyprus

Confirmation of the species in Cyprus requires:

  • clear photographs of the entire plant,
  • close photographs of the leaves and inflorescences,
  • photographs of the aerial tubers,
  • precise coordinates of the locality,
  • information on whether the plant is cultivated or self-sown,
  • a specimen suitable for scientific identification,
  • monitoring of the locality during different seasons.

Confusion with other cultivated or self-sown climbing plants possessing heart-shaped leaves must also be excluded.

Preventive management

Until the presence of the species is verified, prevention is the most important measure. Its planting near natural habitats, watercourses or protected areas should be avoided.

Tubers, stems and pruned material must not be discarded in natural areas. If a possible self-sown population is located, the identity of the plant should first be documented and confirmed.

Simply cutting the stems is ineffective because the underground tubers can cause regrowth. Removal must include the collection of aerial tubers and, where possible, the careful extraction of underground tubers.

Classification and details of the species in Cyprus

  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Streptophyta
  • Class: Equisetopsida
  • Subclass: Magnoliidae
  • Order: Caryophyllales
  • Family: Basellaceae
  • Genus: Anredera
  • Species: Anredera cordifolia (Ten.) Steenis
  • Taxonomic rank: Species
  • Category in the organized checklist: Uncertain status
  • Status in Flora of Cyprus: Questionable presence (Q)
  • Endemism: Not endemic
  • Life form: Not provided for Cyprus because of its questionable presence
  • Altitudinal range in Cyprus: Not provided because of its questionable presence
  • Flowering period in Cyprus: Not provided because of its questionable presence
  • Number in the organized checklist: 2006

Sources

Οικογένεια Vitaceae στην Κύπρο – Vitaceae Family in Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - Οργανωμένος δυναμικός κατάλογος 2.071 taxa - FLORA OF CYPRUS - Organized Dynamic Checklist 2.071 taxa · classified by status, family and genus

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Η οικογένεια Vitaceae, γνωστή στα αγγλικά ως grape family, είναι οικογένεια ανθοφόρων φυτών που αποτελεί τη μοναδική οικογένεια της τάξης Vitales. Περιλαμβάνει 20 αποδεκτά γένη και περίπου 900 είδη, τα οποία εξαπλώνονται κυρίως στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές του κόσμου, με ορισμένα γένη να επεκτείνονται στις εύκρατες ζώνες.

Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας είναι ξυλώδη αναρριχώμενα φυτά που προσκολλώνται στη βλάστηση ή σε άλλα στηρίγματα με έλικες. Στην οικογένεια ανήκει η άμπελος, Vitis vinifera, ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα καλλιεργούμενα φυτά του ανθρώπου.

Σύμφωνα με τον νέο οργανωμένο κατάλογο της κυπριακής χλωρίδας, η οικογένεια Vitaceae αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο από 1 γένος και 1 taxon: το Vitis vinifera L.

Γενικά χαρακτηριστικά

Τα μέλη της οικογένειας είναι συνήθως αναρριχώμενοι θάμνοι ή λιάνα και σπανιότερα μικρά δέντρα ή πολυετή ποώδη φυτά. Οι βλαστοί είναι συχνά διογκωμένοι στα γόνατα και μπορεί να περιέχουν άφθονο υδαρή χυμό.

Τα φύλλα διατάσσονται κατ’ εναλλαγή και μπορεί να είναι απλά, παλαμοειδώς λοβωτά ή σύνθετα. Παράφυλλα υπάρχουν συνήθως στη βάση των μίσχων.

Οι έλικες ή οι ταξιανθίες αναπτύσσονται συνήθως απέναντι από τα φύλλα. Στα αναρριχώμενα είδη οι έλικες αντιδρούν στην επαφή, περιελίσσονται γύρω από τα διαθέσιμα στηρίγματα και συγκρατούν τους μακριούς βλαστούς.

Τα άνθη είναι συνήθως μικρά, ακτινόμορφα και οργανωμένα σε κυματοειδείς ή βοτρυώδεις ταξιανθίες. Μπορεί να είναι αμφίφυλα ή μονογενή και συνήθως διαθέτουν τέσσερα ή πέντε πέταλα και ισάριθμους στήμονες.

Στο γένος Vitis τα πέταλα παραμένουν ενωμένα στην κορυφή και αποχωρίζονται από τη βάση κατά την άνθηση, σχηματίζοντας ένα μικρό κάλυμμα που αποπίπτει.

Ο καρπός είναι σαρκώδης ράγα που περιέχει συνήθως έναν έως τέσσερις σπόρους. Οι καρποί πολλών άγριων ειδών καταναλώνονται από πτηνά και θηλαστικά, τα οποία συμβάλλουν στη διασπορά των σπόρων.

Η οικογένεια Vitaceae στην Κύπρο

Το μοναδικό taxon της οικογένειας που περιλαμβάνεται στον νέο οργανωμένο κατάλογο είναι το Vitis vinifera L. Στην Κύπρο η άμπελος καλλιεργείται από την αρχαιότητα και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της γεωργίας, της οικονομίας, της διατροφής και της πολιτιστικής ιστορίας του νησιού.

Εκτός από τα καλλιεργούμενα αμπέλια, φυτά εμφανίζονται αυτοφυόμενα ή επιβιώνουν ως υπολείμματα παλιών και εγκαταλειμμένων καλλιεργειών. Για αυτόν τον λόγο ο κατάλογος το εντάσσει στα ξενικά και εγκλιματισμένα taxa με καθεστώς εγκλιματισμένο μη εισβλητικό – Naturalized non-invasive (NN).

Ταξινομική σημείωση

Η Flora of Cyprus αντιμετωπίζει το Vitis vinifera με ευρεία έννοια – sensu latissimo. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται τόσο οι καλλιεργούμενες μορφές της αμπέλου όσο και φυτά που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά της άγριας αμπέλου, η οποία αναφέρεται συχνά ως Vitis vinifera subsp. sylvestris.

Η ακριβής προέλευση ορισμένων αυτοφυόμενων κυπριακών πληθυσμών δεν είναι πάντοτε εύκολο να καθοριστεί. Μπορεί να αντιπροσωπεύουν υπολείμματα παλιάς καλλιέργειας, απογόνους καλλιεργούμενων φυτών, αρχαιόφυτα, νεόφυτα ή πιθανώς γνήσιους άγριους πληθυσμούς.

Στο άρθρο και στον οργανωμένο κατάλογο όλοι αυτοί οι σχηματισμοί περιλαμβάνονται κάτω από το ενιαίο όνομα Vitis vinifera L.

Taxa της οικογένειας Vitaceae στην Κύπρο

Ξενικά και εγκλιματισμένα taxa

Vitis

  1. Vitis vinifera L. – Είδος – Εγκλιματισμένο μη εισβλητικό (NN)

Σύνολο: 1 γένος και 1 taxon.

Vitis vinifera L.

Το Vitis vinifera, γνωστό στα αγγλικά ως grapevine, common grapevine ή wine grape, είναι φυλλοβόλο ξυλώδες αναρριχώμενο φυτό. Η φυσική εξάπλωση του είδους εκτείνεται από τη νότια κεντρική και νοτιοανατολική Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Ασία και το βόρειο Ιράν.

Η εξημέρωση και η καλλιέργειά του ξεκίνησαν πριν από χιλιάδες χρόνια. Μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας εξαπλώθηκε σε όλες σχεδόν τις περιοχές του κόσμου με κατάλληλο κλίμα.

Οι ξυλώδεις βλαστοί μπορούν να φθάσουν σε μεγάλο μήκος. Το φυτό αναρριχάται πάνω σε δέντρα, θάμνους, βράχους, τοίχους, σύρματα και τεχνητά υποστηρίγματα με τη βοήθεια διακλαδισμένων ελίκων.

Φύλλα

Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή, απλά, παλαμοειδή και συνήθως χωρισμένα σε τρεις έως πέντε λοβούς. Το περιθώριό τους είναι οδοντωτό και η βάση συχνά σχηματίζει βαθύ μισχοκόλπο.

Η άνω επιφάνεια είναι πράσινη και συνήθως λεία ή ελαφρώς τριχωτή. Η κάτω επιφάνεια μπορεί να είναι αραιά ή πυκνά τριχωτή, ανάλογα με την ποικιλία ή τον πληθυσμό.

Το σχήμα, η τριχοφυΐα και η οδόντωση των φύλλων παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και χρησιμοποιούνται στην αναγνώριση των καλλιεργούμενων ποικιλιών.

Άνθη

Τα άνθη είναι μικρά, πρασινωπά και οργανωμένα σε πολυανθείς ταξιανθίες. Στις περισσότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι αμφίφυλα, ενώ στις άγριες μορφές τα φυτά είναι συχνά δίοικα, με αρσενικά και θηλυκά άνθη σε διαφορετικά άτομα.

Τα πέντε πέταλα ενώνονται στην κορυφή και αποπίπτουν μαζί σαν μικρό κάλυμμα όταν το άνθος ανοίγει. Η επικονίαση πραγματοποιείται κυρίως με τον άνεμο, αλλά μικρά έντομα μπορεί επίσης να επισκέπτονται τα άνθη.

Στην Κύπρο η περίοδος ανθοφορίας καταγράφεται από τον Μάιο μέχρι τον Ιούνιο.

Καρποί και σπόροι

Οι καρποί είναι οι γνωστές ράγες των σταφυλιών και οργανώνονται σε βότρεις. Ανάλογα με την ποικιλία, μπορεί να είναι πράσινοι, κιτρινωποί, ρόδινοι, κόκκινοι, πορφυροί ή σχεδόν μαύροι.

Η σάρκα είναι χυμώδης και γλυκιά και περιέχει συνήθως έναν έως τέσσερις σπόρους. Πολλές καλλιεργούμενες ποικιλίες έχουν επιλεγεί για την παραγωγή άσπερμων καρπών.

Τα σταφύλια καταναλώνονται νωπά ή μεταποιούνται για την παραγωγή κρασιού, σταφίδων, χυμού, ξιδιού, αποσταγμάτων, γλυκών και άλλων προϊόντων.

Ενδιαιτήματα στην Κύπρο

Το Vitis vinifera μπορεί να συναντηθεί σε:

  • ενεργούς αμπελώνες,
  • εγκαταλειμμένους αμπελώνες,
  • παλιά αγροτικά υποστατικά,
  • όρια αγρών και ξερολιθιές,
  • φράκτες και περιφράξεις,
  • όχθες ποταμών και ρυακιών,
  • σχετικά υγρές κοιλάδες και χαράδρες,
  • παρυφές δασών και θαμνώνων,
  • κατοικημένες και περιαστικές περιοχές.

Στην Κύπρο καταγράφεται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι υψόμετρο περίπου 1.700 μέτρων. Το μεγάλο αυτό εύρος περιλαμβάνει καλλιεργούμενα, υπολειμματικά και αυτοφυόμενα φυτά.

Αναπαραγωγή και διασπορά

Η άμπελος αναπαράγεται εγγενώς με σπόρους και αγενώς με μοσχεύματα, καταβολάδες και εμβολιασμό. Στην αμπελουργία η αγενής αναπαραγωγή επιτρέπει τη διατήρηση των χαρακτηριστικών κάθε ποικιλίας.

Οι ώριμοι καρποί καταναλώνονται από πτηνά, αλεπούδες, τρωκτικά και άλλα ζώα, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν τους σπόρους μακριά από το μητρικό φυτό.

Οι σπόροι μπορεί επίσης να διασπαρούν με το νερό ή μέσω της απόρριψης σταφυλιών και υπολειμμάτων οινοποίησης. Οι εγκαταλειμμένοι καλλιεργούμενοι βλαστοί μπορούν να επιβιώνουν για πολλά χρόνια και να συνεχίσουν να αναπτύσσονται χωρίς φροντίδα.

Προσαρμογές στο περιβάλλον

Το βαθύ και εκτεταμένο ριζικό σύστημα επιτρέπει στην άμπελο να αξιοποιεί την υγρασία των κατώτερων στρωμάτων του εδάφους. Η φυλλόπτωση περιορίζει τις ανάγκες του φυτού κατά τη χειμερινή περίοδο.

Οι έλικες επιτρέπουν στους μακριούς βλαστούς να αναρριχώνται προς το φως χωρίς την ανάγκη δημιουργίας ισχυρού αυτοστηριζόμενου κορμού.

Η άμπελος παρουσιάζει σημαντική γενετική και μορφολογική ποικιλότητα. Οι πολυάριθμες τοπικές ποικιλίες έχουν προσαρμοστεί σε διαφορετικά εδάφη, υψόμετρα, θερμοκρασίες και επίπεδα ξηρασίας.

Η αμπελουργία στην Κύπρο

Η καλλιέργεια της αμπέλου αποτελεί σημαντικό τμήμα της αγροτικής ιστορίας της Κύπρου. Οι παραδοσιακοί αμπελώνες διαμόρφωσαν το τοπίο πολλών ορεινών και ημιορεινών περιοχών και συνδέονται στενά με την οικονομία και την κοινωνική ζωή των αμπελουργικών χωριών.

Τα σταφύλια χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κρασιού, σταφίδων, σουτζούκου, παλουζέ, κιοφτερκών, μουσταλευριάς, ξιδιού, ζιβανίας και άλλων παραδοσιακών προϊόντων.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι κυπριακές ποικιλίες αμπέλου, οι οποίες αποτελούν πολύτιμο γενετικό και πολιτιστικό απόθεμα. Η διατήρησή τους συμβάλλει στην προστασία της αγροβιοποικιλότητας του νησιού.

Οικολογικός ρόλος

Οι ώριμοι καρποί αποτελούν τροφή για πτηνά και θηλαστικά. Το πυκνό φύλλωμα προσφέρει κάλυψη και θέσεις φωλιάσματος σε μικρά πτηνά, ερπετά και ασπόνδυλα.

Τα παλιά πρέμνα και οι νεκροί ξυλώδεις βλαστοί μπορούν να υποστηρίζουν μύκητες, λειχήνες και ξυλοφάγα έντομα. Οι εγκαταλειμμένοι αμπελώνες μπορεί να εξελιχθούν σε μωσαϊκά βλάστησης με σημαντική αξία για την άγρια πανίδα.

Η εντατική καλλιέργεια, όμως, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη βιοποικιλότητα όταν συνοδεύεται από εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων, απομάκρυνση της φυσικής βλάστησης και έντονη κατεργασία του εδάφους.

Ασθένειες και εχθροί

Η άμπελος προσβάλλεται από διάφορους μύκητες, βακτήρια, ιούς και ασπόνδυλα. Σημαντικά προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν ο περονόσπορος, το ωίδιο, η βοτρύτιδα, οι ασθένειες του ξύλου και η φυλλοξήρα.

Η διατήρηση υγιούς πολλαπλασιαστικού υλικού, ο σωστός αερισμός της βλάστησης και η ολοκληρωμένη διαχείριση των εχθρών μειώνουν την ανάγκη για χημικές επεμβάσεις.

Η προστασία των παραδοσιακών ποικιλιών απαιτεί επίσης καταγραφή, διατήρηση γενετικού υλικού και πρόληψη της απώλειας παλιών αμπελώνων.

Προστασία και διαχείριση

Το Vitis vinifera δεν θεωρείται εισβλητικό στην Κύπρο. Η διαχείρισή του αφορά κυρίως τη διατήρηση των τοπικών ποικιλιών, των παραδοσιακών αμπελώνων και πιθανών άγριων ή αρχαίων πληθυσμών.

Οι πληθυσμοί που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά άγριας αμπέλου πρέπει να καταγράφονται και να μελετώνται γενετικά πριν από οποιαδήποτε επέμβαση. Είναι σημαντικό να αποφεύγεται η καταστροφή τους ως απλών «εγκαταλειμμένων κλημάτων» χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση.

Η διατήρηση ξερολιθιών, φρακτών, φυσικής βλάστησης και ακαλλιέργητων λωρίδων μέσα και γύρω από τους αμπελώνες ενισχύει τη συνολική βιοποικιλότητα του αγροτικού τοπίου.

Ταξινόμηση και στοιχεία του είδους στην Κύπρο

  • Βασίλειο: Plantae
  • Φύλο: Streptophyta
  • Κλάση: Equisetopsida
  • Υποκλάση: Magnoliidae
  • Τάξη: Vitales
  • Οικογένεια: Vitaceae
  • Γένος: Vitis
  • Είδος: Vitis vinifera L.
  • Ταξινομική βαθμίδα: Είδος
  • Ταξινομική έννοια στη Flora of Cyprus: Vitis vinifera sensu latissimo
  • Καθεστώς στην Κύπρο: Εγκλιματισμένο μη εισβλητικό – Naturalized non-invasive (NN)
  • Ενδημισμός: Μη ενδημικό
  • Βιομορφή: Φανερόφυτο – Phanerophyte
  • Υψομετρική εξάπλωση στην Κύπρο: 0–1.700 μέτρα
  • Περίοδος ανθοφορίας στην Κύπρο: Μάιος–Ιούνιος
  • Αριθμός στον οργανωμένο κατάλογο: 1939

Πηγές


Text by George Konstantinou

The family Vitaceae, known as the grape family, is a family of flowering plants constituting the only family of the order Vitales. It includes 20 accepted genera and approximately 900 species, distributed mainly throughout the tropical and subtropical regions of the world, with certain genera extending into the temperate zones.

Most members of the family are woody climbing plants that attach themselves to vegetation or other supports with tendrils. The family includes the grapevine, Vitis vinifera, one of the oldest and most important plants cultivated by humans.

According to the new organized checklist of the Cypriot flora, the family Vitaceae is represented in Cyprus by 1 genus and 1 taxon: Vitis vinifera L.

General characteristics

The members of the family are usually climbing shrubs or lianas and, less commonly, small trees or perennial herbaceous plants. Their stems are often swollen at the nodes and may contain abundant watery sap.

The leaves are arranged alternately and may be simple, palmately lobed or compound. Stipules are usually present at the base of the petioles.

The tendrils or inflorescences usually develop opposite the leaves. In climbing species, the tendrils respond to contact, coil around the available supports and hold the long stems in place.

The flowers are usually small, radially symmetrical and arranged in cymose or racemose inflorescences. They may be bisexual or unisexual and usually possess four or five petals and an equal number of stamens.

In the genus Vitis, the petals remain united at the apex and separate from the base during flowering, forming a small cap that falls away.

The fruit is a fleshy berry usually containing one to four seeds. The fruits of many wild species are eaten by birds and mammals, which contribute to seed dispersal.

The family Vitaceae in Cyprus

The only taxon of the family included in the new organized checklist is Vitis vinifera L. Grapevines have been cultivated in Cyprus since antiquity and form an important element of the island’s agriculture, economy, diet and cultural history.

In addition to cultivated vines, plants occur self-sown or survive as remnants of old and abandoned cultivation. For this reason, the checklist places it among the alien and naturalized taxa with the status Naturalized non-invasive (NN).

Taxonomic note

Flora of Cyprus treats Vitis vinifera in the broad sense—sensu latissimo. This concept includes both cultivated forms of the grapevine and plants displaying the characteristics of the wild grapevine, which is frequently referred to as Vitis vinifera subsp. sylvestris.

The precise origin of certain self-sown Cypriot populations is not always easy to determine. They may represent remnants of old cultivation, descendants of cultivated plants, archaeophytes, neophytes or possibly genuine wild populations.

In this article and the organized checklist, all these formations are included under the single name Vitis vinifera L.

Taxa of the family Vitaceae in Cyprus

Alien and naturalized taxa

Vitis

  1. Vitis vinifera L. – Species – Naturalized non-invasive (NN)

Total: 1 genus and 1 taxon.

Vitis vinifera L.

Vitis vinifera, known in English as grapevine, common grapevine or wine grape, is a deciduous woody climbing plant. The species’ native distribution extends from south-central and southeastern Europe to Central Asia and northern Iran.

Its domestication and cultivation began thousands of years ago. Through human activity, it spread to almost every region of the world with a suitable climate.

The woody stems can reach a considerable length. The plant climbs over trees, shrubs, rocks, walls, wires and artificial supports with the assistance of branched tendrils.

Leaves

The leaves are alternate, simple, palmate and usually divided into three to five lobes. Their margin is toothed, and the base often forms a deep petiolar sinus.

The upper surface is green and usually smooth or slightly hairy. The lower surface may be sparsely or densely hairy, depending on the variety or population.

The shape, hairiness and teeth of the leaves display considerable variation and are used in identifying cultivated varieties.

Flowers

The flowers are small, greenish and arranged in many-flowered inflorescences. In most cultivated varieties, they are bisexual, while in wild forms the plants are often dioecious, with male and female flowers on separate individuals.

The five petals are united at the apex and fall together as a small cap when the flower opens. Pollination takes place mainly by wind, although small insects may also visit the flowers.

In Cyprus, flowering is recorded from May to June.

Fruits and seeds

The fruits are the familiar grape berries and are arranged in clusters. Depending on the variety, they may be green, yellowish, pink, red, purple or almost black.

The flesh is juicy and sweet and usually contains one to four seeds. Many cultivated varieties have been selected to produce seedless fruit.

Grapes are consumed fresh or processed to produce wine, raisins, juice, vinegar, spirits, sweets and other products.

Habitats in Cyprus

Vitis vinifera may be encountered in:

  • active vineyards,
  • abandoned vineyards,
  • old agricultural properties,
  • field boundaries and dry-stone walls,
  • hedges and fences,
  • banks of rivers and streams,
  • relatively moist valleys and ravines,
  • forest and scrub margins,
  • inhabited and suburban areas.

In Cyprus, it is recorded from sea level up to an altitude of approximately 1,700 metres. This broad range includes cultivated, remnant and self-sown plants.

Reproduction and dispersal

The grapevine reproduces sexually by seeds and vegetatively through cuttings, layering and grafting. In viticulture, vegetative propagation permits the preservation of each variety’s characteristics.

The mature fruits are eaten by birds, foxes, rodents and other animals, which can transport the seeds away from the parent plant.

Seeds may also be dispersed by water or through the disposal of grapes and winemaking remains. Abandoned cultivated stems can survive for many years and continue to grow without care.

Environmental adaptations

The deep and extensive root system allows the grapevine to utilize moisture from the lower layers of the soil. Leaf fall reduces the plant’s requirements during the winter period.

The tendrils enable the long stems to climb towards the light without the need to create a strong, self-supporting trunk.

The grapevine displays considerable genetic and morphological diversity. Its numerous local varieties have adapted to different soils, altitudes, temperatures and levels of drought.

Viticulture in Cyprus

Grapevine cultivation forms an important part of Cyprus’s agricultural history. Traditional vineyards have shaped the landscape of many mountainous and semi-mountainous areas and are closely connected with the economy and social life of wine-producing villages.

Grapes are used to produce wine, raisins, soutzoukos, palouzes, kiofterka, grape-must pudding, vinegar, zivania and other traditional products.

Cypriot grapevine varieties are of particular importance and constitute valuable genetic and cultural resources. Their conservation contributes to the protection of the island’s agricultural biodiversity.

Ecological role

The mature fruits provide food for birds and mammals. The dense foliage offers cover and nesting sites for small birds, reptiles and invertebrates.

Old vine trunks and dead woody stems can support fungi, lichens and wood-feeding insects. Abandoned vineyards may develop into vegetation mosaics of considerable value to wildlife.

However, intensive cultivation may negatively affect biodiversity when accompanied by extensive pesticide use, the removal of natural vegetation and intensive soil disturbance.

Diseases and pests

The grapevine is affected by various fungi, bacteria, viruses and invertebrates. Downy mildew, powdery mildew, botrytis, grapevine trunk diseases and phylloxera can cause significant problems.

Maintaining healthy propagation material, ensuring proper ventilation of the foliage and applying integrated pest management reduce the need for chemical treatments.

Protecting traditional varieties also requires documentation, the conservation of genetic material and the prevention of the loss of old vineyards.

Protection and management

Vitis vinifera is not considered invasive in Cyprus. Its management concerns mainly the conservation of local varieties, traditional vineyards and possible wild or ancient populations.

Populations displaying wild grapevine characteristics should be recorded and genetically studied before any intervention. It is important to avoid destroying them as simple “abandoned vines” without prior assessment.

Maintaining dry-stone walls, hedges, natural vegetation and uncultivated strips within and around vineyards enhances the overall biodiversity of the agricultural landscape.

Classification and details of the species in Cyprus

  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Streptophyta
  • Class: Equisetopsida
  • Subclass: Magnoliidae
  • Order: Vitales
  • Family: Vitaceae
  • Genus: Vitis
  • Species: Vitis vinifera L.
  • Taxonomic rank: Species
  • Taxonomic concept in Flora of Cyprus: Vitis vinifera sensu latissimo
  • Status in Cyprus: Naturalized non-invasive (NN)
  • Endemism: Not endemic
  • Life form: Phanerophyte
  • Altitudinal range in Cyprus: 0–1,700 metres
  • Flowering period in Cyprus: May–June
  • Number in the organized checklist: 1939

Sources