Translate

Showing posts with label Butterfly of cyprus. Show all posts
Showing posts with label Butterfly of cyprus. Show all posts

Friday, 21 July 2023

European beak or Nettle-tree butterfly - Libythea celtis (Laicharting, 1782) - Cyprus

 See also 

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

List of butterflys of Cyprus - Λίστα των πεταλούδων της Κύπρου

Family:Nymphalidae

Ηostplant in Cyprus  -  Celtis australis L. - Κοκκονιά, Τρικουτζιά - Μελικουκιά - Cyprus

Photos  Troodos, 23.6.2019 by  Mike Hadjiconstantis


Below in English

Πεταλούδα της μελικοκιάς – Libythea celtis (Laicharting, 1782)

Κείμενο : Γιώργος Κωνσταντίνου

Μια πεταλούδα με χαρακτηριστικό «ράμφος»

Η Libythea celtis είναι μια ιδιαίτερη πεταλούδα της οικογένειας Nymphalidae, γνωστή στα ελληνικά ως πεταλούδα της μελικοκιάς και στα αγγλικά ως European Beak ή Nettle-tree Butterfly.

Το χαρακτηριστικό που την κάνει να ξεχωρίζει αμέσως από τις περισσότερες ευρωπαϊκές πεταλούδες είναι τα εξαιρετικά επιμηκυμένα χειλικά προσακτρίδιά της. Τα δύο αυτά εξαρτήματα προβάλλουν μπροστά από το κεφάλι και, όταν παρατηρούνται από το πλάι, μοιάζουν με μακρύ ράμφος ή ρύγχος.

Από αυτή την ιδιόμορφη κατασκευή προέρχεται η αγγλική ονομασία European Beak. Η δεύτερη κοινή ονομασία, Nettle-tree Butterfly, αναφέρεται στη στενή σχέση του είδους με τα δέντρα του γένους Celtis, στα φύλλα των οποίων αναπτύσσονται οι προνύμφες.

Η Libythea celtis είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του γένους Libythea στην ευρωπαϊκή πανίδα. Η ιδιαίτερη μορφολογία, η γρήγορη πτήση και η εξαιρετική ικανότητα καμουφλάζ την καθιστούν μία από τις πιο αναγνωρίσιμες πεταλούδες της Μεσογείου.

Η επιστημονική ονομασία

Το είδος περιγράφηκε το 1782 από τον Αυστριακό φυσιοδίφη Johann Nepomuk von Laicharting με την ονομασία Papilio celtis.

Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Libythea. Για αυτόν τον λόγο, το όνομα του συγγραφέα και το έτος περιγραφής γράφονται μέσα σε παρένθεση:

Libythea celtis (Laicharting, 1782).

Η ειδική ονομασία celtis προέρχεται από το γένος των φυτών Celtis, με τα οποία συνδέεται ολόκληρος ο προνυμφικός κύκλος της πεταλούδας.

Μορφολογία του ενήλικου

Η Libythea celtis είναι πεταλούδα μεσαίου μεγέθους, με άνοιγμα πτερύγων περίπου 35–45 χιλιοστά. Το σώμα της είναι σχετικά λεπτό και σκούρο καστανό.

Η επάνω επιφάνεια των πτερύγων έχει βαθύ καστανό χρώμα και διακόπτεται από μεγάλες πορτοκαλί ή κιτρινοπορτοκαλί κηλίδες. Στις πρόσθιες πτέρυγες υπάρχουν επίσης μικρές λευκές κηλίδες κοντά στην κορυφή.

Το περίγραμμα των πτερύγων δεν είναι ομαλό. Οι πρόσθιες πτέρυγες παρουσιάζουν χαρακτηριστικές γωνιώδεις προεξοχές, ενώ οι οπίσθιες έχουν κυματιστό και ελαφρώς οδοντωτό εξωτερικό χείλος.

Η κάτω επιφάνεια των πτερύγων είναι πολύ διαφορετική από την επάνω. Επικρατούν γκρίζες, καστανές και υπόλευκες αποχρώσεις, με λεπτές ακανόνιστες γραμμές και στίγματα.

Όταν η πεταλούδα κλείνει τις πτέρυγές της, τα πορτοκαλί χρώματα σχεδόν εξαφανίζονται και το σώμα της αποκτά την εμφάνιση ξερού φύλλου.

Τα μακριά χειλικά προσακτρίδια

Το πιο χαρακτηριστικό ανατομικό γνώρισμα της Libythea celtis είναι τα υπερβολικά μακριά χειλικά προσακτρίδια.

Τα προσακτρίδια αυτά βρίσκονται μπροστά από το στόμα και καλύπτονται από μικροσκοπικά λέπια και αισθητικές τρίχες. Αποτελούν αισθητήρια όργανα που βοηθούν την πεταλούδα να αντιλαμβάνεται χημικά και μηχανικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος.

Στη Libythea celtis προβάλλουν έντονα προς τα εμπρός, δημιουργώντας την εντύπωση μακριού ρύγχους.

Όταν το έντομο κάθεται με κλειστές πτέρυγες επάνω σε λεπτό κλαδί, τα προσακτρίδια μπορεί να μοιάζουν με τον μίσχο ενός ξερού φύλλου. Έτσι συμμετέχουν, μαζί με τον χρωματισμό των πτερύγων, στη συνολική παραλλαγή του είδους.

Δεν πρέπει να συγχέονται με την προβοσκίδα. Η προβοσκίδα είναι ένα διαφορετικό, σωληνοειδές όργανο που ξετυλίγεται όταν η πεταλούδα τρέφεται με υγρά.

Η κάτω επιφάνεια και το καμουφλάζ

Η Libythea celtis αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα κρυπτικού χρωματισμού.

Με ανοιχτές πτέρυγες είναι ευδιάκριτη, επειδή οι πορτοκαλί κηλίδες δημιουργούν ισχυρή αντίθεση με το σκούρο καστανό υπόβαθρο. Μόλις κλείσει τις πτέρυγες, όμως, μεταμορφώνεται οπτικά.

Η γκρίζα και καστανή κάτω επιφάνεια, οι λεπτές σκοτεινές γραμμές, το ακανόνιστο περίγραμμα και τα μακριά προσακτρίδια δημιουργούν την εικόνα ενός ξερού φύλλου που παραμένει προσκολλημένο σε κλαδί.

Η παραλλαγή αυτή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική κατά την ακινησία και την περίοδο διαχείμασης. Αρπακτικά που βασίζονται στην όραση, όπως τα εντομοφάγα πτηνά, δυσκολεύονται να διακρίνουν την πεταλούδα ανάμεσα σε ξερά φύλλα, φλοιούς και κλαδιά.

Οι μειωμένες πρόσθιες κνήμες

Όπως και οι περισσότερες πεταλούδες της οικογένειας Nymphalidae, η Libythea celtis διαθέτει λειτουργικά μόνο δύο ζεύγη ποδιών για βάδιση.

Το πρώτο ζεύγος είναι μειωμένο και συγκρατείται κοντά στο σώμα. Για αυτό οι πεταλούδες της οικογένειας φαίνονται σαν να έχουν τέσσερα αντί έξι πόδια.

Τα μειωμένα πρόσθια άκρα φέρουν αισθητικές δομές και χρησιμοποιούνται στην εξέταση επιφανειών και φυτών. Ιδιαίτερα στα θηλυκά, οι αισθητικοί υποδοχείς των άκρων συμβάλλουν στην αναγνώριση κατάλληλων φυτών για την ωοτοκία.

Αρσενικό και θηλυκό

Τα δύο φύλα μοιάζουν αρκετά και δεν παρουσιάζουν τον έντονο φυλετικό διμορφισμό που παρατηρείται σε άλλα είδη πεταλούδων.

Τα θηλυκά είναι συνήθως λίγο μεγαλύτερα και μπορεί να έχουν περισσότερο στρογγυλεμένη κοιλιά, ιδιαίτερα όταν μεταφέρουν ώριμα αυγά.

Υπάρχουν επίσης λεπτές διαφορές στο περίγραμμα των οπίσθιων πτερύγων και στις αναλογίες ορισμένων κηλίδων, αλλά η ασφαλής διάκριση από φωτογραφία δεν είναι πάντοτε εύκολη.

Η συμπεριφορά μπορεί να προσφέρει πρόσθετες ενδείξεις. Τα αρσενικά περιπολούν συχνά σε ηλιόλουστες θέσεις και συγκεντρώνονται σε υγρό έδαφος, ενώ τα θηλυκά παραμένουν περισσότερο κοντά στα φυτά ξενιστές όταν αναζητούν σημεία ωοτοκίας.

Πτήση και συμπεριφορά

Η Libythea celtis είναι ισχυρή και γρήγορη ιπτάμενη πεταλούδα.

Η πτήση της αποτελείται από ταχείες πτερυγοκρουσίες, σύντομα ευθύγραμμα περάσματα και απότομες αλλαγές κατεύθυνσης. Μπορεί να μετακινείται ανάμεσα σε δέντρα, ξέφωτα και θαμνώδεις θέσεις και συχνά επιστρέφει σε συγκεκριμένα σημεία ανάπαυσης.

Τα αρσενικά μπορεί να επιλέγουν ηλιόλουστα σημεία γύρω από μελικοκιές και να αντιδρούν στην παρουσία άλλων πεταλούδων. Απογειώνονται γρήγορα για να εξετάσουν ένα διερχόμενο έντομο και στη συνέχεια επιστρέφουν στην ίδια ή σε γειτονική θέση.

Όταν κάθεται σε φύλλα ή κλαδιά, μπορεί να ανοίγει τις πτέρυγες για να απορροφήσει ηλιακή θερμότητα. Αντίθετα, όταν βρίσκεται στο έδαφος, συχνά κρατά τις πτέρυγες κλειστές.

Μετά την εμφάνιση της νέας γενιάς, ορισμένα άτομα μπορούν να πραγματοποιήσουν σημαντικές μετακινήσεις και να παρατηρηθούν μακριά από τις θέσεις αναπαραγωγής.

Διατροφή των ενήλικων

Οι ενήλικες πεταλούδες τρέφονται με νέκταρ από διάφορα ανθοφόρα φυτά, χωρίς όμως να επισκέπτονται πάντοτε τα άνθη τόσο συστηματικά όσο άλλα είδη.

Μπορούν επίσης να απορροφούν:

  • υγρασία και διαλυμένα άλατα από βρεγμένο έδαφος,
  • χυμούς ώριμων ή τραυματισμένων καρπών,
  • εκκρίσεις δέντρων,
  • οργανικά υγρά από άλλες φυσικές πηγές.

Τα αρσενικά παρατηρούνται συχνότερα σε υγρές θέσεις, όπου προσλαμβάνουν νάτριο και άλλα ανόργανα στοιχεία. Η συμπεριφορά αυτή είναι γνωστή ως mud-puddling.

Τα μεταλλικά στοιχεία που αποκτούν μπορεί να μεταφερθούν εν μέρει στο θηλυκό κατά το ζευγάρωμα και να συμβάλουν στην αναπαραγωγική διαδικασία.

Το φυτό ξενιστής

Η ανάπτυξη της προνύμφης εξαρτάται από δέντρα και θάμνους του γένους Celtis, της οικογένειας Cannabaceae.

Το κυριότερο ευρωπαϊκό φυτό ξενιστής είναι η Celtis australis, γνωστή ως μελικοκιά, μελικουκιά ή ευρωπαϊκή μελικοκιά.

Σε διαφορετικές περιοχές της εξάπλωσής της, η πεταλούδα μπορεί να χρησιμοποιεί και άλλα είδη του ίδιου γένους. Στην Κύπρο απαντά επίσης η Celtis tournefortii, η ανατολική μελικοκιά, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό δέντρο ή μεγάλο θάμνο ξηρών και πετρωδών περιοχών της ανατολικής Μεσογείου.

Η παρουσία κατάλληλων ειδών Celtis είναι βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία μόνιμων αναπαραγωγικών πληθυσμών.

Οι ενήλικες μπορούν να απομακρυνθούν αρκετά από τα φυτά ξενιστές, αλλά τα θηλυκά πρέπει να επιστρέψουν σε αυτά για να γεννήσουν τα αυγά τους.

Αυγό και ωοτοκία

Μετά το ζευγάρωμα, το θηλυκό αναζητά κατάλληλα φύλλα, οφθαλμούς και νεαρούς βλαστούς μελικοκιάς.

Πλησιάζει το φυτό, αγγίζει την επιφάνειά του με τις κεραίες και τα πόδια και εξετάζει τα χημικά χαρακτηριστικά του. Εάν αναγνωρίσει το κατάλληλο φυτό, τοποθετεί τα αυγά συνήθως μεμονωμένα.

Το αυγό είναι μικρό, ανοιχτόχρωμο και φέρει λεπτές κατακόρυφες νευρώσεις. Η μεμονωμένη τοποθέτηση περιορίζει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις νεαρές προνύμφες και διασκορπίζει τον κίνδυνο θήρευσης ή παρασιτισμού.

Ο χρόνος εκκόλαψης επηρεάζεται από τη θερμοκρασία και τις τοπικές καιρικές συνθήκες.

Η προνύμφη

Μετά την εκκόλαψη, η νεαρή προνύμφη αρχίζει να τρέφεται με τους μαλακούς ιστούς των φύλλων του φυτού ξενιστή.

Η κάμπια είναι συνήθως πράσινη, αν και μπορούν να εμφανιστούν καστανές ή ενδιάμεσες χρωματικές μορφές. Κατά μήκος του σώματος διακρίνονται λεπτές ανοιχτόχρωμες γραμμές, οι οποίες τη βοηθούν να συγχωνεύεται οπτικά με τις νευρώσεις και τις σκιές των φύλλων.

Το σώμα είναι στενό προς τα άκρα και η κεφαλή παρουσιάζει χαρακτηριστική διαμόρφωση. Η προνύμφη παραμένει συχνά στην κάτω επιφάνεια του φύλλου ή κατά μήκος του κεντρικού νεύρου, όπου γίνεται δύσκολα αντιληπτή.

Καθώς μεγαλώνει, περνά από διαδοχικά προνυμφικά στάδια. Σε κάθε έκδυση αποβάλλει τον παλαιό εξωσκελετό και σχηματίζει μεγαλύτερο.

Η διάρκεια της ανάπτυξης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, την ποιότητα των φύλλων και τις καιρικές συνθήκες.

Η χρυσαλλίδα

Όταν ολοκληρώσει την ανάπτυξή της, η προνύμφη σταματά να τρέφεται και αναζητά κατάλληλο σημείο για νύμφωση.

Στερεώνει το οπίσθιο άκρο του σώματος σε ένα μικρό μεταξένιο υπόστρωμα και μετατρέπεται σε χρυσαλλίδα. Η χρυσαλλίδα παραμένει κρεμασμένη από το κρεμαστήριο, όπως συμβαίνει σε πολλά είδη Nymphalidae.

Το χρώμα της είναι συχνά πράσινο ή κιτρινοπράσινο και το σχήμα της θυμίζει διπλωμένο φύλλο. Η εμφάνισή της παρέχει αποτελεσματική προστασία ανάμεσα στο φύλλωμα.

Μέσα στη χρυσαλλίδα πραγματοποιείται η πλήρης αναδιοργάνωση του σώματος. Οι ιστοί της προνύμφης μετασχηματίζονται και σχηματίζονται οι πτέρυγες, οι κεραίες, η προβοσκίδα και τα αναπαραγωγικά όργανα της ενήλικης πεταλούδας.

Γενεές και διαχείμαση

Στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής εξάπλωσής της, η Libythea celtis ολοκληρώνει συνήθως μία κύρια γενιά τον χρόνο. Σε θερμότερες περιοχές ή υπό ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να εμφανιστεί μερική πρόσθετη γενιά.

Οι πεταλούδες της νέας γενιάς εμφανίζονται συνήθως από τα τέλη της άνοιξης έως το καλοκαίρι. Παραμένουν ενήλικες για μεγάλο χρονικό διάστημα και διαχειμάζουν ως τέλεια έντομα.

Κατά τους ψυχρότερους μήνες κρύβονται σε πυκνή βλάστηση, θάμνους, κοιλότητες και προστατευμένες θέσεις. Κρατούν τις πτέρυγες κλειστές και παραμένουν σχεδόν ακίνητες.

Ο φυλλόμορφος χρωματισμός τις κάνει ιδιαίτερα δυσδιάκριτες κατά τη μακρά αυτή περίοδο αδράνειας.

Με την άνοδο της θερμοκρασίας την άνοιξη, τα διαχειμάζοντα άτομα ενεργοποιούνται, τρέφονται, ζευγαρώνουν και αρχίζουν τον νέο αναπαραγωγικό κύκλο.

Στην Κύπρο η εποχική δραστηριότητα μπορεί να διαφοροποιείται λόγω του ήπιου χειμώνα, της πρώιμης άνοιξης και των υψηλών θερινών θερμοκρασιών.

Βιότοπος

Η Libythea celtis συνδέεται κυρίως με θερμές και ηλιόλουστες περιοχές όπου αναπτύσσονται μελικοκιές.

Τυπικοί βιότοποι είναι:

  • ξηρές πετρώδεις πλαγιές,
  • αραιά δάση και θαμνώνες,
  • δασικά ξέφωτα και παρυφές,
  • κοιλάδες και κοίτες ρεμάτων,
  • αγροτικά τοπία με μεμονωμένα δέντρα,
  • παλαιοί οικισμοί και πέτρινοι τοίχοι,
  • πάρκα και κήποι όπου φυτεύονται είδη Celtis.

Η πεταλούδα χρειάζεται έναν συνδυασμό φυτών ξενιστών, ηλιόλουστων σημείων, ανθοφόρων φυτών και προστατευμένων θέσεων για ανάπαυση και διαχείμαση.

Η παρουσία μιας μελικοκιάς δεν εγγυάται από μόνη της την παρουσία της πεταλούδας. Η ποιότητα και η συνέχεια του γύρω ενδιαιτήματος επηρεάζουν επίσης τη δυνατότητα επιβίωσης ενός τοπικού πληθυσμού.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Libythea celtis έχει ευρεία αλλά ανομοιόμορφη εξάπλωση.

Απαντά στη νότια και νοτιοανατολική Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική, στη Μικρά Ασία και σε περιοχές της δυτικής και κεντρικής Ασίας. Η ακριβής ανατολική έκταση της L. celtis εξαρτάται από την ταξινομική διάκριση συγγενικών μορφών, ορισμένες από τις οποίες είχαν παλαιότερα θεωρηθεί υποείδη της.

Στην Ευρώπη είναι κυρίως μεσογειακό και θερμόφιλο είδος. Η κατανομή του συχνά ακολουθεί την παρουσία των φυτών ξενιστών του γένους Celtis.

Μπορεί να είναι τοπικά πολυάριθμο γύρω από κατάλληλες συστάδες μελικοκιάς, αλλά σπάνιο ή εντελώς απόν από μεγάλες γειτονικές περιοχές όπου δεν υπάρχουν φυτά ξενιστές.

Η Libythea celtis στην Κύπρο

Η πεταλούδα της μελικοκιάς αποτελεί μέρος της φυσικής πανίδας των πεταλούδων της Κύπρου.

Η γεωγραφική θέση του νησιού, το θερμό μεσογειακό κλίμα και η παρουσία κατάλληλων ειδών Celtis δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για το είδος.

Οι καλύτερες πιθανότητες παρατήρησής της υπάρχουν γύρω από μελικοκιές, ιδιαίτερα σε ηλιόλουστες κοιλάδες, πετρώδεις πλαγιές, παρυφές βλάστησης και θέσεις με ώριμα δέντρα.

Επειδή η πεταλούδα πετά γρήγορα και καμουφλάρεται αποτελεσματικά όταν κάθεται με κλειστές πτέρυγες, μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητη. Η αναζήτηση των φυτών ξενιστών αποτελεί συχνά τον αποτελεσματικότερο τρόπο εντοπισμού της.

Η παρουσία αυγών, προνυμφών ή χρυσαλλίδων πάνω σε μελικοκιές αποτελεί ισχυρότερη ένδειξη τοπικής αναπαραγωγής από μια μεμονωμένη παρατήρηση ενήλικης πεταλούδας, επειδή τα ενήλικα άτομα μπορούν να μετακινηθούν σε σημαντικές αποστάσεις.

Φυσικοί εχθροί

Σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής της, η Libythea celtis αντιμετωπίζει πολυάριθμους φυσικούς εχθρούς.

Τα αυγά και οι μικρές προνύμφες μπορούν να καταναλωθούν από αρπακτικά έντομα, αράχνες και άλλα ασπόνδυλα. Οι μεγαλύτερες προνύμφες αποτελούν τροφή για πουλιά, ενώ οι χρυσαλλίδες μπορεί να εντοπιστούν παρά τον προστατευτικό χρωματισμό τους.

Παρασιτοειδείς σφήκες και μύγες μπορούν να αναπτυχθούν μέσα στα αυγά, στις προνύμφες ή στις χρυσαλλίδες και να προκαλέσουν τον θάνατό τους.

Οι ενήλικες κινδυνεύουν από εντομοφάγα πτηνά, σαύρες, αράχνες και αλογάκια της Παναγίας. Η γρήγορη πτήση και η φυλλόμορφη παραλλαγή αποτελούν τις σημαντικότερες άμυνές τους.

Οικολογική σημασία

Η Libythea celtis αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της στενής σχέσης ανάμεσα σε ένα φυτοφάγο έντομο και το φυτό ξενιστή του.

Η εξάρτηση των προνυμφών από τις μελικοκιές σημαίνει ότι η διατήρηση των δέντρων αυτών προστατεύει ταυτόχρονα ολόκληρο τον βιολογικό κύκλο της πεταλούδας.

Οι ενήλικες συμμετέχουν στην επικονίαση όταν επισκέπτονται άνθη, αν και η σημασία τους ως επικονιαστών είναι μικρότερη από εκείνη ειδών που τρέφονται συστηματικά με νέκταρ.

Η πεταλούδα αποτελεί επίσης μέρος του τροφικού πλέγματος, καθώς τα αυγά, οι προνύμφες, οι χρυσαλλίδες και τα ενήλικα άτομα προσφέρουν τροφή σε πολλά άλλα ζώα.

Απειλές και προστασία

Η Libythea celtis έχει μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και δεν θεωρείται γενικά ένα από τα πλέον απειλούμενα ευρωπαϊκά είδη πεταλούδων. Ωστόσο, οι τοπικοί πληθυσμοί της εξαρτώνται άμεσα από τη διατήρηση των φυτών ξενιστών.

Πιθανές τοπικές απειλές είναι:

  • η εκρίζωση άγριων μελικοκιών,
  • η καταστροφή θαμνωδών και παρόχθιων ενδιαιτημάτων,
  • οι πυρκαγιές μεγάλης έντασης,
  • η υπερβολική χρήση εντομοκτόνων,
  • το αυστηρό κλάδεμα κατά την περίοδο ανάπτυξης των προνυμφών,
  • η απομάκρυνση γέρικων δέντρων από αγροτικές και αστικές περιοχές,
  • ο κατακερματισμός των κατάλληλων βιοτόπων.

Η διατήρηση αυτοφυών μελικοκιών, η φύτευση κατάλληλων τοπικών ειδών Celtis και ο περιορισμός της χρήσης φυτοφαρμάκων μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά.

Σε κήπους και πάρκα, τα κλαδιά της μελικοκιάς πρέπει να εξετάζονται πριν από το κλάδεμα, ιδιαίτερα την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, ώστε να μην καταστρέφονται αυγά, προνύμφες ή χρυσαλλίδες.

Παρατήρηση χωρίς ενόχληση

Για την παρατήρηση και φωτογράφιση της πεταλούδας είναι χρήσιμο να εντοπίζονται πρώτα οι μελικοκιές.

Η καλύτερη προσέγγιση είναι η ήρεμη αναμονή κοντά στο δέντρο. Τα ενήλικα άτομα μπορεί να επιστρέφουν επανειλημμένα στα ίδια ηλιόλουστα κλαδιά ή στα ίδια σημεία του εδάφους.

Η πεταλούδα δεν πρέπει να καταδιώκεται συνεχώς, επειδή η επανειλημμένη απογείωση αυξάνει άσκοπα την κατανάλωση ενέργειας.

Οι προνύμφες και οι χρυσαλλίδες δεν πρέπει να απομακρύνονται από το φυτό ξενιστή. Η φωτογράφιση στον φυσικό τους χώρο παρέχει σημαντικότερες οικολογικές πληροφορίες και δεν διακόπτει τον κύκλο ζωής τους.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Υποσυνομοταξία: Hexapoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Lepidoptera
Υπεροικογένεια: Papilionoidea
Οικογένεια: Nymphalidae Rafinesque, 1815
Υποοικογένεια: Libytheinae Boisduval, 1833
Γένος: Libythea Fabricius, 1807
Είδος: Libythea celtis (Laicharting, 1782)
Αρχικός συνδυασμός: Papilio celtis Laicharting, 1782
Ελληνική κοινή ονομασία: Πεταλούδα της μελικοκιάς
Αγγλικές κοινές ονομασίες: European Beak / Nettle-tree Butterfly



Nettle-tree Butterfly – Libythea celtis (Laicharting, 1782)

Text by George Konstantinou

A Butterfly with a Distinctive “Beak”

Libythea celtis is a distinctive member of the family Nymphalidae, commonly known as the European Beak or Nettle-tree Butterfly.

Its most immediately recognisable feature is the exceptionally elongated pair of labial palps. These structures project in front of the head and, when viewed from the side, resemble a long beak or snout.

This peculiar construction gives rise to the English name European Beak. The alternative name, Nettle-tree Butterfly, refers to its close association with trees of the genus Celtis, upon whose leaves its larvae develop.

Libythea celtis is the only representative of the genus Libythea in the European butterfly fauna. Its unusual anatomy, powerful flight and remarkable camouflage make it one of the most distinctive Mediterranean butterflies.

Scientific Name

The species was described in 1782 by the Austrian naturalist Johann Nepomuk von Laicharting under the name Papilio celtis.

It was subsequently transferred to the genus Libythea. The author’s name and year of description are consequently placed within parentheses:

Libythea celtis (Laicharting, 1782).

The specific epithet celtis refers to the plant genus Celtis, upon which the entire larval stage depends.

Adult Morphology

Libythea celtis is a medium-sized butterfly with a wingspan of approximately 35–45 millimetres. Its body is comparatively slender and dark brown.

The upper surfaces of the wings are deep brown, interrupted by large orange or yellowish-orange markings. Small white spots also occur near the apex of the forewing.

The wing margins are distinctly irregular. Each forewing possesses an angular projection, while the outer margin of the hindwing is wavy and slightly toothed.

The undersides differ considerably from the upper surfaces. Grey, brown and pale tones predominate, crossed by fine irregular lines and markings.

When the wings are closed, the bright orange coloration is almost completely concealed and the butterfly assumes the appearance of a dead leaf.

Elongated Labial Palps

The most characteristic anatomical feature of Libythea celtis is its greatly elongated labial palps.

These paired structures occur in front of the mouth and are covered with microscopic scales and sensory hairs. They are sensory organs that assist the butterfly in detecting chemical and mechanical information from its surroundings.

In Libythea celtis, they project conspicuously forwards and create the impression of a long beak.

When the insect rests with closed wings upon a narrow twig, the palps may resemble the stalk of a dead leaf. Together with the coloration and outline of the wings, they contribute to the butterfly’s remarkable disguise.

They should not be confused with the proboscis. The proboscis is a separate tubular feeding organ that uncoils when the butterfly consumes liquid food.

Wing Undersides and Camouflage

Libythea celtis provides an excellent example of cryptic coloration.

With the wings open, it is conspicuous because the orange markings contrast strongly with the dark brown background. As soon as the wings close, however, its appearance changes completely.

The grey-brown undersides, fine dark lines, irregular wing margins and elongated palps combine to resemble a withered leaf still attached to a branch.

This camouflage is particularly effective during inactivity and overwintering. Visually hunting predators, including insectivorous birds, may find it difficult to distinguish the butterfly among dead leaves, bark and twigs.

Reduced Forelegs

Like most members of the family Nymphalidae, Libythea celtis uses only two pairs of legs for walking.

The first pair is reduced and held close to the body. Butterflies of this family consequently appear to possess four legs rather than six.

The reduced forelegs carry sensory structures and are used to examine plants and other surfaces. In females, sensory receptors on the legs help identify suitable plants upon which to lay eggs.

Male and Female

The sexes are similar and do not display the pronounced sexual dimorphism found in some other butterflies.

Females are generally slightly larger and may possess a more rounded abdomen, particularly when carrying mature eggs.

Subtle differences can also occur in the outline of the hindwings and the proportions of certain markings, but reliable identification from a photograph is not always possible.

Behaviour may provide additional clues. Males frequently patrol sunny locations and gather upon damp ground, whereas females remain closer to the larval host plants when searching for oviposition sites.

Flight and Behaviour

Libythea celtis is a powerful and rapid flier.

Its flight consists of fast wingbeats, short direct movements and sudden changes of direction. It moves between trees, clearings and scrub and frequently returns to particular resting places.

Males may select sunny territories around nettle trees and respond to passing butterflies. They launch rapidly to investigate another insect before returning to the same or a nearby perch.

When resting upon foliage or branches, the butterfly may open its wings to absorb solar heat. On the ground, however, it often keeps them closed.

Following the emergence of a new generation, some individuals can disperse over considerable distances and may be encountered far from their breeding sites.

Adult Feeding

Adult butterflies consume nectar from various flowering plants, although they do not always visit flowers as regularly as many other species.

They may also obtain nourishment from:

  • moisture and dissolved minerals in damp soil,
  • juices of ripe or damaged fruit,
  • tree sap,
  • organic fluids from other natural sources.

Males are particularly likely to gather at damp places where they obtain sodium and other minerals. This behaviour is known as mud-puddling.

Some of the acquired minerals may later be transferred to a female during mating and contribute to reproduction.

Larval Host Plants

Larval development depends upon trees and shrubs of the genus Celtis in the family Cannabaceae.

The principal European host is Celtis australis, the European nettle tree or Mediterranean hackberry.

Other Celtis species may be used in different parts of the butterfly’s range. Cyprus also supports Celtis tournefortii, the oriental hackberry, a characteristic tree or large shrub of dry and rocky areas in the eastern Mediterranean.

The presence of suitable Celtis species is essential for the establishment of permanent breeding populations.

Adults can travel considerable distances from their host plants, but females must return to them to deposit their eggs.

Egg and Oviposition

After mating, the female searches for suitable leaves, buds and young shoots of a nettle tree.

It approaches the plant and examines its surface with the antennae and legs. Chemical receptors allow it to recognise an appropriate host. Once a suitable site is located, the eggs are usually laid singly.

The egg is small and pale, with fine vertical ribs. Solitary placement reduces competition between young larvae and distributes the risk of predation or parasitism.

The incubation period varies according to temperature and local weather conditions.

Larva

After hatching, the young larva begins feeding upon the soft tissues of the host plant’s leaves.

The caterpillar is generally green, although brown and intermediate colour forms also occur. Fine pale lines extend along the body and help it blend with the veins and shadows of a leaf.

The body narrows towards each end and the head possesses a characteristic shape. The larva often rests on the underside of a leaf or along its central vein, where it is difficult to detect.

As it grows, it passes through a series of larval instars. At each moult it sheds the old exoskeleton and produces a larger one.

The rate of development is influenced by temperature, leaf quality and weather conditions.

Pupa

When fully grown, the larva ceases feeding and searches for a suitable place to pupate.

It attaches the rear of its body to a small pad of silk and transforms into a pupa. The pupa hangs from the cremaster, as in many other members of the family Nymphalidae.

It is commonly green or yellowish-green and resembles a folded leaf. This appearance provides effective concealment among foliage.

A complete reorganisation of the body takes place within the pupa. Larval tissues are transformed, and the wings, antennae, proboscis and reproductive organs of the adult butterfly are formed.

Generations and Overwintering

Across much of its European range, Libythea celtis usually produces one principal generation each year. A partial additional generation may occur in warmer regions or under particularly favourable conditions.

Adults of the new generation generally emerge between late spring and summer. They remain as butterflies for an unusually long period and overwinter in the adult stage.

During colder months, they shelter in dense vegetation, shrubs, cavities and other protected places. Their wings remain closed and the insects become almost completely inactive.

The dead-leaf coloration makes them extremely difficult to locate during this prolonged period of dormancy.

As temperatures rise in spring, overwintered adults become active, feed, mate and begin the next reproductive cycle.

Seasonal activity in Cyprus may differ because of the island’s mild winters, early spring and high summer temperatures.

Habitat

Libythea celtis is principally associated with warm, sunny areas supporting nettle trees or hackberries.

Typical habitats include:

  • dry rocky slopes,
  • open woodland and scrub,
  • woodland clearings and edges,
  • valleys and stream corridors,
  • farmland containing scattered trees,
  • old settlements and stone walls,
  • parks and gardens planted with Celtis species.

The butterfly requires a combination of larval host plants, sunny locations, nectar sources and sheltered places for resting and overwintering.

The presence of a single nettle tree does not necessarily guarantee the butterfly’s presence. The quality and continuity of the surrounding habitat also affect the survival of a local population.

Geographic Distribution

Libythea celtis possesses a broad but uneven geographic distribution.

It occurs in southern and southeastern Europe, northern Africa, Asia Minor and parts of western and central Asia. The precise eastern extent of L. celtis depends upon the taxonomic separation of related forms, some of which were formerly regarded as its subspecies.

Within Europe, it is principally a Mediterranean and warmth-loving species. Its distribution frequently follows that of its Celtis host plants.

It can be locally numerous around suitable stands of nettle trees yet scarce or completely absent from extensive neighbouring areas where host plants do not occur.

Libythea celtis in Cyprus

The Nettle-tree Butterfly forms part of the natural butterfly fauna of Cyprus.

The island’s geographic position, warm Mediterranean climate and presence of suitable Celtis species provide favourable conditions for the butterfly.

The best opportunities for observing it are around nettle trees and hackberries, particularly in sunny valleys, on rocky slopes, along vegetation edges and in places containing mature trees.

Its rapid flight and effective camouflage make it easy to overlook when it rests with closed wings. Locating the host plants is often the most effective method of finding the species.

The discovery of eggs, larvae or pupae upon a nettle tree provides stronger evidence of local reproduction than the observation of a single adult, since adult butterflies can travel considerable distances.

Natural Enemies

Libythea celtis faces numerous natural enemies throughout its life cycle.

Eggs and young larvae may be consumed by predatory insects, spiders and other invertebrates. Larger caterpillars are eaten by birds, while pupae may be discovered despite their protective coloration.

Parasitoid wasps and flies can develop within the eggs, larvae or pupae and eventually kill their hosts.

Adults are hunted by insectivorous birds, lizards, spiders and mantises. Rapid flight and dead-leaf camouflage provide their principal forms of defence.

Ecological Importance

Libythea celtis is an excellent example of the close relationship between a herbivorous insect and its larval host plant.

Its dependence upon nettle trees means that protecting these trees simultaneously preserves every stage of the butterfly’s biological cycle.

Adults contribute to pollination when visiting flowers, although their importance as pollinators is less than that of species that feed more consistently upon nectar.

The butterfly also forms part of the food web, with its eggs, caterpillars, pupae and adults providing food for many other animals.

Threats and Conservation

Libythea celtis has a broad geographic distribution and is not generally considered among Europe’s most threatened butterflies. Local populations, however, depend directly upon the survival of their larval host plants.

Potential local threats include:

  • removal of wild nettle trees and hackberries,
  • destruction of scrub and riparian habitats,
  • severe wildfires,
  • excessive insecticide use,
  • intensive pruning during the larval period,
  • removal of mature trees from farmland and urban areas,
  • fragmentation of suitable habitat.

Protecting naturally occurring nettle trees, planting appropriate native Celtis species and reducing pesticide use can substantially benefit the butterfly.

Branches should be examined before nettle trees are pruned, particularly during spring and early summer, to avoid destroying eggs, larvae or pupae.

Responsible Observation

The most effective way to observe and photograph this species is first to locate its Celtis host plants.

Quietly waiting near a tree is preferable to repeatedly pursuing the butterfly. Adults may return several times to the same sunny branch or patch of ground.

Continuous chasing forces the insect to take flight repeatedly and wastes valuable energy.

Larvae and pupae should not be removed from the host plant. Photographing them in their natural setting provides more useful ecological information and does not interrupt their life cycle.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Subphylum: Hexapoda
Class: Insecta
Order: Lepidoptera
Superfamily: Papilionoidea
Family: Nymphalidae Rafinesque, 1815
Subfamily: Libytheinae Boisduval, 1833
Genus: Libythea Fabricius, 1807
Species: Libythea celtis (Laicharting, 1782)
Original combination: Papilio celtis Laicharting, 1782
English common names: European Beak / Nettle-tree Butterfly
Greek common name: Πεταλούδα της μελικοκιάς

Πηγές – Sources


Monday, 5 June 2023

Southern White Admiral – Limenitis reducta Staudinger, 1901 – Cyprus

 See also 

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

List of butterflys of Cyprus - Λίστα των πεταλούδων της Κύπρου

family Nymphalidae.

Photos 11/6/2020 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Μια εντυπωσιακή πεταλούδα των κυπριακών δασών

Η Limenitis reducta είναι μεσαίου μεγέθους ημερόβια πεταλούδα της οικογένειας Nymphalidae. Ξεχωρίζει από το πολύ σκούρο επάνω μέρος των φτερών, τη μεταλλική μπλε ή κυανή λάμψη και τις χαρακτηριστικές λευκές εγκάρσιες ζώνες.

Στην Κύπρο απαντά κυρίως σε φωτεινά δάση, δασικές παρυφές, ξέφωτα και θαμνώδεις θέσεις των ορεινών περιοχών. Κυπριακές πηγές την περιγράφουν ως σχετικά κοινή σε κατάλληλα ορεινά ενδιαιτήματα, από τον Μάιο ή τον Ιούνιο μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου.

Η παρουσία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα αγιοκλήματα του γένους Lonicera, τα οποία χρησιμοποιούνται ως φυτά διατροφής των προνυμφών. Τα ενήλικα χρειάζονται επίσης ηλιόλουστα ξέφωτα, άνθη με νέκταρ και προστατευμένες δασικές παρυφές.

Επιστημονική ονομασία

Η αποδεκτή επιστημονική ονομασία είναι:

Limenitis reducta Staudinger, 1901

Το είδος περιγράφηκε από τον Γερμανό εντομολόγο Otto Staudinger το 1901. Επειδή η αρχική περιγραφή έγινε στο γένος Limenitis, το όνομα Staudinger και η χρονολογία δεν τοποθετούνται σε παρενθέσεις.

Η χρήση της μορφής Limenitis reducta (Staudinger, 1901), η οποία απαντά σε ορισμένες ιστοσελίδες και στον αρχικό τίτλο της ανάρτησης, δεν ακολουθεί τη σωστή ζωολογική συμβατική γραφή για αυτό το όνομα.

Ποιο υποείδος απαντά στην Κύπρο;

Ορισμένες κυπριακές πηγές αποδίδουν τον πληθυσμό της Κύπρου στο υποείδος Limenitis reducta herculeana Stichel, 1909. Η συγκεκριμένη υποειδική ονομασία απαντά σε καταλόγους πεταλούδων της Κύπρου και σε ορισμένες διεθνείς βάσεις παρατηρήσεων.

Ωστόσο, η υποειδική διαίρεση της Limenitis reducta δεν παρουσιάζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις σύγχρονες πηγές. Πολλές βάσεις δεδομένων και οδηγοί χρησιμοποιούν μόνο την ονομασία του είδους, χωρίς να αποδίδουν τους κυπριακούς πληθυσμούς σε συγκεκριμένο υποείδος.

Για τον λόγο αυτό, ο τίτλος Limenitis reducta Staudinger, 1901 είναι ο ασφαλέστερος. Το Limenitis reducta herculeana μπορεί να αναφερθεί ως υποειδική απόδοση που χρησιμοποιείται για την Κύπρο σε ορισμένες πηγές, χωρίς να παρουσιάζεται ως απολύτως αδιαμφισβήτητη.

Ετυμολογία

Το όνομα Limenitis προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «λιμενῖτις», που συνδέεται με τον λιμένα και μπορεί να αποδοθεί ως «προστάτιδα των λιμανιών». Η λέξη αποτελούσε επίσης προσωνύμιο θεότητας που προστάτευε τους λιμένες. Δεν είναι βέβαιο ποια ακριβώς εντομολογική έννοια είχε κατά την επιλογή του ονόματος του γένους.

Το ειδικό επίθετο reducta είναι λατινικό και σημαίνει μειωμένη, περιορισμένη ή μικρότερη. Πιθανόν αναφέρεται σε κάποιο μορφολογικό γνώρισμα σε σύγκριση με συγγενικά είδη, αλλά η ακριβής πρόθεση του αρχικού συγγραφέα δεν πρέπει να θεωρείται βέβαιη χωρίς εξέταση της αρχικής περιγραφής.

Η αγγλική ονομασία “Southern White Admiral” τη διακρίνει από τη συγγενική White Admiral, Limenitis camilla, η οποία έχει γενικά βορειότερη εξάπλωση. Ο όρος “admiral” χρησιμοποιείται στα αγγλικά για αρκετές εντυπωσιακές πεταλούδες με έντονα, αντιθετικά σχέδια στις φτερούγες.

Μέγεθος και γενική εμφάνιση

Το άνοιγμα των φτερών κυμαίνεται συνήθως περίπου από 45 έως 55 χιλιοστά. Το σώμα είναι σχετικά λεπτό, ενώ οι φτερούγες είναι πλατιές και κατάλληλες για τον χαρακτηριστικό συνδυασμό γρήγορων χτυπημάτων και παρατεταμένων ανεμοποριών.

Τα δύο φύλα είναι παρόμοια ως προς το σχέδιο και τον χρωματισμό. Τα θηλυκά μπορεί να είναι κατά μέσο όρο λίγο μεγαλύτερα ή να έχουν πιο γεμάτη κοιλιά, αλλά η ασφαλής διάκριση των φύλων από φωτογραφίες δεν είναι πάντοτε δυνατή.

Επάνω επιφάνεια των φτερών

Η βασική απόχρωση της επάνω επιφάνειας είναι σκούρα καστανή έως σχεδόν μαύρη. Όταν η πεταλούδα είναι φρέσκια και φωτίζεται από κατάλληλη γωνία, εμφανίζεται έντονη μεταλλική κυανή, μπλε ή ιώδης λάμψη.

Η λάμψη αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά σε χρωστικές ουσίες. Δημιουργείται εν μέρει από τη μικροσκοπική δομή των λεπιών των φτερών, η οποία αντανακλά το φως διαφορετικά ανάλογα με τη γωνία παρατήρησης. Γι’ αυτό σε μια φωτογραφία η πεταλούδα μπορεί να φαίνεται σχεδόν μαύρη, ενώ σε άλλη να παρουσιάζει έντονο μπλε χρώμα.

Μια πλατιά αλλά διακεκομμένη ζώνη λευκών κηλίδων διασχίζει τις πρόσθιες και οπίσθιες φτερούγες. Κοντά στο εξωτερικό περιθώριο των φτερών υπάρχει σειρά μικρών γαλάζιων ή κυανών κηλίδων. Οι λευκές περιοχές δημιουργούν ισχυρή αντίθεση με το σκοτεινό υπόβαθρο.

Κάτω επιφάνεια των φτερών

Η κάτω επιφάνεια είναι εντυπωσιακά διαφορετική. Οι οπίσθιες φτερούγες έχουν θερμή κεραμιδόχρωμη, καστανοκόκκινη ή πορτοκαλοκόκκινη βασική απόχρωση. Κοντά στη βάση υπάρχει ασημόλευκη περιοχή, ενώ η λευκή εγκάρσια ζώνη παραμένει ευδιάκριτη.

Κατά μήκος της κάτω επιφάνειας υπάρχουν μαύρες κηλίδες, λεπτές γραμμές και ανοιχτόχρωμες ζώνες. Στην κάτω πλευρά των πρόσθιων φτερών εμφανίζονται επίσης λευκές κηλίδες μέσα στο κελί της φτερούγας.

Το πολύχρωμο κάτω μέρος προσφέρει καμουφλάζ όταν η πεταλούδα κλείνει τις φτερούγες ανάμεσα σε φύλλα, φλοιούς και ηλιόλουστες σκιές του δάσους.

Αναγνώριση και παρόμοια είδη

Η Limenitis reducta μοιάζει περισσότερο με τη συγγενική Limenitis camilla, γνωστή στα αγγλικά ως White Admiral. Και τα δύο είδη έχουν σκούρες φτερούγες με λευκές εγκάρσιες ζώνες.

Η Limenitis reducta παρουσιάζει συνήθως εντονότερη μεταλλική μπλε λάμψη στην επάνω επιφάνεια και διαφορετικό σχέδιο στην κάτω πλευρά των οπίσθιων φτερών. Οι υποπαρυφικές κηλίδες και η διάταξη των μαύρων σημείων μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη διάκριση.

Άλλα επιφανειακά παρόμοια ευρωπαϊκά είδη περιλαμβάνουν τη Neptis rivularis και τη θερινή μορφή prorsa της Araschnia levana. Ωστόσο, τα είδη αυτά διαφέρουν στη μορφή των λευκών ζωνών, στο περίγραμμα των φτερών και στο σχέδιο της κάτω επιφάνειας.

Στην Κύπρο η αναγνώριση είναι ευκολότερη, καθώς δεν υπάρχει άλλο τακτικό είδος με ακριβώς τον ίδιο συνδυασμό μεταλλικών κυανόμαυρων φτερών και πλατιάς λευκής ζώνης.

Χαρακτηριστική πτήση

Η πτήση της Νότιας λευκής ναυαρχίδας είναι γρήγορη, ισχυρή και κομψή. Η πεταλούδα πραγματοποιεί μερικά γρήγορα και βαθιά χτυπήματα των φτερών και ακολουθεί παρατεταμένη ανεμοπορία με ανοικτές φτερούγες.

Μπορεί να κινείται με μεγάλη ακρίβεια ανάμεσα σε κλαδιά και φύλλα, να ανεβαίνει απότομα και να επιστρέφει στην ίδια ή σε γειτονική θέση. Συχνά πετά κατά μήκος της ίδιας διαδρομής στην άκρη του δάσους.

Τα αρσενικά μπορεί να παρουσιάζουν εδαφική συμπεριφορά. Επιλέγουν ηλιόλουστες θέσεις σε φύλλα ή κλαδιά, από όπου απογειώνονται για να εξετάσουν διερχόμενες πεταλούδες ή άλλα έντομα. Έπειτα επιστρέφουν συχνά στην αρχική θέση.

Βιότοπος

Το είδος συνδέεται με φωτεινά δασικά περιβάλλοντα και όχι με πυκνά, σκοτεινά δάση με κλειστή κόμη. Προτιμά δασικές παρυφές, ξέφωτα, ανοικτά δάση, θαμνώνες, μονοπάτια και πρανή με αγιοκλήματα.

Στη νότια Ευρώπη απαντά επίσης σε μεσογειακούς θαμνώνες, μακία και φρυγανική βλάστηση, ιδιαίτερα όταν κοντά υπάρχουν δέντρα, υγρασία ή προστατευμένες θέσεις.

Στην Κύπρο αναφέρεται ως σχετικά συχνή σε φωτεινά ορεινά δάση. Η παρουσία των κατάλληλων ειδών Lonicera είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή της, ενώ τα ξέφωτα παρέχουν ήλιο, άνθη και χώρους για την εδαφική συμπεριφορά των αρσενικών.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Limenitis reducta εξαπλώνεται στη νότια και σε τμήματα της κεντρικής Ευρώπης, από την Ιβηρική Χερσόνησο και τη νότια Γαλλία προς την Ιταλία, τα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Ανατολικά φθάνει στην Τουρκία, την Κύπρο, την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, τον Καύκασο και το Ιράν.

Οι πληθυσμοί είναι συχνά τοπικοί, επειδή εξαρτώνται από την παρουσία κατάλληλου δασικού ενδιαιτήματος και των φυτών-ξενιστών. Σε μια περιοχή μπορεί να είναι αρκετά συνηθισμένη και λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα να απουσιάζει εντελώς.

Η Κύπρος βρίσκεται κοντά στο νοτιότερο όριο της συνολικής εξάπλωσης του είδους. Πρόσφατη οικολογική μελέτη αναφέρει τους νοτιότερους πληθυσμούς περίπου στο γεωγραφικό πλάτος της Κύπρου.

Παρουσία και περίοδος πτήσης στην Κύπρο

Στην Κύπρο η πεταλούδα παρατηρείται κυρίως στις ορεινές δασικές περιοχές, όπου υπάρχουν φωτεινά ξέφωτα, θαμνώδεις παρυφές και αγιοκλήματα. Κυπριακές πηγές τη χαρακτηρίζουν σχετικά κοινή στο κατάλληλο ενδιαίτημα.

Η περίοδος πτήσης αρχίζει συνήθως τον Μάιο ή τον Ιούνιο και συνεχίζεται μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου. Η ακριβής έναρξη και λήξη επηρεάζονται από το υψόμετρο, τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις και την κατάσταση των φυτών-ξενιστών.

Λόγω του θερμού κλίματος της Κύπρου είναι πιθανή η εμφάνιση περισσότερων από μίας γενεών μέσα στο έτος. Ωστόσο, ο ακριβής αριθμός γενεών και η χρονική ακολουθία τους στο νησί πρέπει να στηρίζονται σε μακροχρόνιες τοπικές παρατηρήσεις και όχι μόνο σε στοιχεία από άλλες μεσογειακές χώρες.

Διατροφή των ενήλικων πεταλούδων

Τα ενήλικα τρέφονται κυρίως με νέκταρ από διάφορα ποώδη φυτά, θάμνους και ανθισμένα δέντρα. Μπορούν να επισκέπτονται βάτους, σκιαδοφόρα, γαϊδουράγκαθα και άλλα άνθη των δασικών παρυφών.

Δεν περιορίζονται όμως στο νέκταρ. Έχουν παρατηρηθεί να τρέφονται σε ώριμα ή πεσμένα φρούτα, μελιτώματα αφίδων, ζωικά περιττώματα και υγρά πλούσια σε μεταλλικά άλατα.

Τα αρσενικά μπορεί να προσγειώνονται σε νωπό έδαφος για να απορροφήσουν νερό και διαλυμένα άλατα, μια συμπεριφορά γνωστή ως mud-puddling. Τα μεταλλικά στοιχεία έχουν σημασία για τη φυσιολογία και την αναπαραγωγική τους λειτουργία.

Φυτά-ξενιστές της προνύμφης

Οι προνύμφες τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με αγιοκλήματα του γένους Lonicera. Σε διάφορες περιοχές της εξάπλωσης έχουν αναφερθεί τα είδη Lonicera etrusca, Lonicera implexa, Lonicera periclymenum, Lonicera caprifolium, Lonicera xylosteum, Lonicera alpigena και Lonicera nummulariifolia.

Δεν πρέπει να θεωρείται ότι όλα αυτά χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά στην Κύπρο. Ο πραγματικός τοπικός ξενιστής εξαρτάται από τα είδη αγιοκλήματος που υπάρχουν στα κυπριακά ενδιαιτήματα και από επιβεβαιωμένες παρατηρήσεις ωοτοκίας ή προνυμφών.

Η Lonicera etrusca και άλλα αυτοφυή αγιοκλήματα της ανατολικής Μεσογείου αποτελούν πιθανούς ή γνωστούς ξενιστές στην ευρύτερη περιοχή. Για απόλυτη αναφορά του κυπριακού ξενιστή χρειάζεται ειδική τοπική τεκμηρίωση.

Αυγό

Το θηλυκό τοποθετεί συνήθως τα αυγά μεμονωμένα στην επάνω επιφάνεια των φύλλων του φυτού-ξενιστή. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Προτιμώνται συχνά φύλλα σε ζεστές και ηλιόλουστες θέσεις, αλλά με κατάλληλο μικροκλίμα για την ανάπτυξη της προνύμφης.

Τα αυγά είναι μικρά, πρασινωπά και φέρουν λεπτή ανάγλυφη δομή. Η μεμονωμένη ωοτοκία μειώνει τον άμεσο ανταγωνισμό ανάμεσα στις νεαρές προνύμφες.

Προνύμφη

Η προνύμφη φθάνει περίπου τα 25–27 χιλιοστά. Το βασικό της χρώμα είναι ανοιχτό έως θαμπό πράσινο, ενώ η κάτω επιφάνεια μπορεί να είναι καστανοκόκκινη. Στη ράχη υπάρχουν διακλαδισμένες, αγκαθωτές προεκτάσεις καστανού χρώματος.

Η ασυνήθιστη μορφή και τα χρώματά της τη βοηθούν να συγχέεται με φθαρμένα φύλλα, νευρώσεις, αγκάθια και φυτικά υπολείμματα. Η εμφάνισή της λειτουργεί κυρίως ως καμουφλάζ· οι προεκτάσεις δεν αποτελούν επικίνδυνα κεντριά για τον άνθρωπο.

Η νεαρή προνύμφη τρώει τμήματα του φύλλου αφήνοντας συχνά την κεντρική νεύρωση. Μπορεί να χρησιμοποιεί ξεραμένα φυτικά υπολείμματα και μετάξι για να κατασκευάζει μικρή προστατευμένη θέση.

Διαχείμαση

Σε μεγάλο μέρος της εξάπλωσης η προνύμφη διαχειμάζει σε νεαρό στάδιο μέσα σε μικρό προστατευτικό καταφύγιο, γνωστό ως hibernaculum. Το καταφύγιο κατασκευάζεται από τμήμα φύλλου, το οποίο στερεώνεται με μετάξι στο φυτό-ξενιστή.

Όταν οι θερμοκρασίες αυξηθούν, η προνύμφη εξέρχεται από το καταφύγιο και συνεχίζει να τρέφεται. Στις πολύ θερμές μεσογειακές περιοχές ο κύκλος μπορεί να διαφοροποιείται, ενώ έχει προταθεί ότι σε ιδιαίτερα θερμά και ξηρά καλοκαίρια ορισμένες προνύμφες μπορεί να παραμένουν αδρανείς μέσα σε παρόμοιο καταφύγιο.

Χρυσαλλίδα

Μετά την ολοκλήρωση της ανάπτυξής της, η προνύμφη σχηματίζει χρυσαλλίδα κρεμασμένη από το πίσω άκρο της σε φύλλο, κλαδί ή άλλη σταθερή επιφάνεια.

Η χρυσαλλίδα έχει ακανόνιστο περίγραμμα και χρωματισμό που θυμίζει ξερό φύλλο ή φυτικό υπόλειμμα. Αυτό το καμουφλάζ περιορίζει την πιθανότητα εντοπισμού της από πουλιά και άλλους θηρευτές.

Γενεές

Στις ψυχρότερες και βορειότερες περιοχές η Limenitis reducta μπορεί να εμφανίζει μία γενεά τον χρόνο. Στη νότια Ευρώπη αναφέρονται συνήθως δύο και, σπανιότερα, πιθανώς τρεις γενεές από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο.

Ο αριθμός των γενεών δεν είναι σταθερός σε ολόκληρη την εξάπλωση. Επηρεάζεται από τη θερμοκρασία, το υψόμετρο, την υγρασία και τη διαθεσιμότητα τρυφερών φύλλων στα αγιοκλήματα.

Οικολογική σημασία

Τα ενήλικα συμβάλλουν στην επικονίαση των ανθών που επισκέπτονται, αν και δεν εξαρτώνται όλα τα φυτά εξίσου από τις πεταλούδες. Παράλληλα, τα αυγά, οι προνύμφες, οι χρυσαλλίδες και τα ενήλικα αποτελούν τροφή για αρπακτικά έντομα, αράχνες, πουλιά και άλλα ζώα.

Η παρουσία της πεταλούδας υποδηλώνει τη διατήρηση ενός σύνθετου μωσαϊκού από αγιοκλήματα, ανοικτές δασικές θέσεις, άνθη και κατάλληλες μικροκλιματικές συνθήκες. Δεν αποτελεί από μόνη της απόλυτο δείκτη οικολογικής ποιότητας, αλλά συνδέεται σαφώς με τη διατήρηση φωτεινών και δομικά ποικίλων δασικών ενδιαιτημάτων.

Απειλές

Οι κυριότερες πιθανές απειλές είναι η καταστροφή ή αλλοίωση των δασικών παρυφών, η απομάκρυνση των αγιοκλημάτων, οι πυρκαγιές μεγάλης έντασης, η υπερβολική αποψίλωση και η μετατροπή ανοικτών δασικών εκτάσεων σε πυκνές, ομοιόμορφες συστάδες.

Η κατασκευή δρόμων, η οικιστική ανάπτυξη, η αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων και η ξήρανση προστατευμένων μικροενδιαιτημάτων μπορούν επίσης να επηρεάσουν το είδος.

Η πλήρης εγκατάλειψη ορισμένων παραδοσιακών χρήσεων γης μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική πύκνωση της βλάστησης και απώλεια των ηλιόλουστων ξέφωτων. Αντίθετα, η πολύ έντονη βόσκηση ή κοπή μπορεί να καταστρέψει τα φυτά-ξενιστές. Απαιτείται επομένως ισορροπημένη διαχείριση.

Προστασία

Η προστασία του είδους βασίζεται κυρίως στη διατήρηση του ενδιαιτήματός του. Χρειάζεται να προστατεύονται τα αυτοφυή αγιοκλήματα, οι δασικές παρυφές, τα ξέφωτα και οι ανθισμένες λωρίδες κατά μήκος μονοπατιών και ανοικτών δασικών δρόμων.

Οι εργασίες καθαρισμού πρέπει να αποφεύγουν την ολοκληρωτική απομάκρυνση της θαμνώδους βλάστησης. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται επειδή οι μικρές προνύμφες και τα καταφύγια διαχείμασής τους μπορούν να βρίσκονται επάνω στα αγιοκλήματα όταν αυτά κλαδεύονται ή κόβονται.

Η καταγραφή των ενηλίκων, των αυγών και των προνυμφών μπορεί να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία για την ακριβή περίοδο πτήσης, τον αριθμό των γενεών και τα φυτά-ξενιστές που χρησιμοποιούνται στην Κύπρο.

Συνοπτικά στοιχεία

Επιστημονική ονομασία: Limenitis reducta Staudinger, 1901
Πιθανή υποειδική απόδοση στην Κύπρο: Limenitis reducta herculeana Stichel, 1909, σύμφωνα με ορισμένες πηγές
Αγγλική κοινή ονομασία: Southern White Admiral
Ελληνική απόδοση: Νότια λευκή ναυαρχίδα
Οικογένεια: Nymphalidae
Άνοιγμα φτερών: Περίπου 45–55 χιλιοστά
Περίοδος πτήσης στην Κύπρο: Κυρίως Μάιος ή Ιούνιος έως αρχές φθινοπώρου
Φυτά-ξενιστές: Αγιοκλήματα του γένους Lonicera
Διατροφή ενηλίκων: Νέκταρ, ώριμοι καρποί, μελιτώματα και υγρά πλούσια σε άλατα
Βιότοπος: Φωτεινά δάση, ξέφωτα, δασικές παρυφές και θαμνώνες
Φωτογραφίες: 11 Ιουνίου 2020

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia – Ζώα
Συνομοταξία: Arthropoda – Αρθρόποδα
Υποσυνομοταξία: Hexapoda – Εξάποδα
Ομοταξία: Insecta – Έντομα
Τάξη: Lepidoptera – Λεπιδόπτερα
Υπεροικογένεια: Papilionoidea
Οικογένεια: Nymphalidae – Νυμφαλίδες
Υποοικογένεια: Limenitidinae
Φυλή: Limenitidini
Γένος: Limenitis Fabricius, 1807
Είδος: Limenitis reducta Staudinger, 1901 – Southern White Admiral

Πηγές










Southern White Admiral – Limenitis reducta Staudinger, 1901 – Cyprus

Text: George Konstantinou

A striking butterfly of Cyprus’s woodlands

Limenitis reducta is a medium-sized butterfly of the family Nymphalidae. It is distinguished by the very dark upperside of its wings, their metallic blue sheen and the conspicuous transverse white bands.

In Cyprus, it occurs mainly in light woodland, forest edges, clearings and scrubby places in the mountain regions. Cypriot sources describe it as fairly common in suitable mountain habitats from May or June until early autumn.

Its presence depends strongly on honeysuckles of the genus Lonicera, which serve as larval foodplants. Adults also require sunny clearings, nectar-rich flowers and sheltered woodland margins.

Scientific name

The accepted scientific name is:

Limenitis reducta Staudinger, 1901

The species was described by the German entomologist Otto Staudinger in 1901. Because it was originally described in the genus Limenitis, the name Staudinger and the year are not enclosed in parentheses.

The form Limenitis reducta (Staudinger, 1901), found on some websites and in the original post title, does not follow the correct zoological convention for this name.

Which subspecies occurs in Cyprus?

Some Cypriot sources assign the Cyprus population to Limenitis reducta herculeana Stichel, 1909. This subspecific name appears in Cyprus butterfly lists and in some international observation databases.

However, the subspecific division of Limenitis reducta is not presented consistently across all modern sources. Many databases and field guides use only the species name without assigning the Cyprus population to a particular subspecies.

For this reason, Limenitis reducta Staudinger, 1901 is the safest title. Limenitis reducta herculeana may be mentioned as a subspecific treatment used for Cyprus by certain sources, without presenting it as entirely undisputed.

Etymology

The name Limenitis derives from the Ancient Greek word limenitis, associated with a harbour or haven and meaning a protectress of harbours. The word was also used as an epithet of a deity protecting ports. Its precise entomological significance when selected for the genus is uncertain.

The specific epithet reducta is Latin for reduced, restricted or smaller. It may refer to a morphological feature compared with related species, but the original author’s exact intention should not be considered certain without consulting the original description.

The English name “Southern White Admiral” distinguishes it from the related White Admiral, Limenitis camilla, which has a generally more northerly distribution. The term “admiral” is applied in English to several striking butterflies with strongly contrasting wing patterns.

Size and general appearance

The wingspan is normally about 45–55 millimetres. The body is comparatively slender, while the broad wings are suited to the characteristic combination of rapid wingbeats and prolonged gliding.

The sexes are similar in pattern and colour. Females may be slightly larger on average or possess a fuller abdomen, but reliable sexing from photographs is not always possible.

Upperside of the wings

The upperside is dark brown to almost black. When the butterfly is fresh and viewed in suitable light, it displays a strong metallic blue, violet or cyan sheen.

This sheen is not produced solely by pigment. It results partly from the microscopic structure of the wing scales, which reflects light differently according to the viewing angle. The same butterfly may therefore appear almost black in one photograph and strongly blue in another.

A broad but broken band of white markings crosses the forewings and hindwings. A row of small blue or cyan spots occurs near the outer wing margins. The white areas contrast strongly with the dark background.

Underside of the wings

The underside is strikingly different. The hindwings have a warm brick-red, reddish-brown or orange-red ground colour. A silvery-white area occurs near the base, while the transverse white band remains conspicuous.

Black spots, fine lines and pale bands occur across the underside. White cell spots are also present on the underside of the forewings.

The multicoloured underside provides camouflage when the butterfly closes its wings among leaves, bark and the sunlit shadows of woodland.

Identification and similar species

Limenitis reducta most closely resembles the related Limenitis camilla, the White Admiral. Both possess dark wings crossed by white bands.

Limenitis reducta normally shows a stronger metallic blue sheen on the upperside and a different pattern on the underside of the hindwings. The submarginal spots and arrangement of black markings also assist identification.

Other superficially similar European butterflies include Neptis rivularis and the summer form prorsa of Araschnia levana. These differ in the shape of the white bands, wing outline and underside pattern.

Identification is easier in Cyprus because no other regularly occurring species displays exactly the same combination of metallic blue-black wings and a broad white band.

Characteristic flight

The flight of the Southern White Admiral is rapid, powerful and graceful. The butterfly makes several fast, deep wingbeats followed by a prolonged glide with its wings spread.

It moves precisely among branches and leaves, climbs abruptly and often returns to the same or a neighbouring perch. It may repeatedly patrol the same route along a woodland edge.

Males can behave territorially. They select sunny leaves or branches, from which they take off to investigate passing butterflies or other insects before frequently returning to the original perch.

Habitat

The species is associated with light woodland rather than dense, dark forest with a closed canopy. It favours woodland margins, clearings, open forest, scrub, paths and banks containing honeysuckle.

In southern Europe, it also occurs in Mediterranean scrub, maquis and garrigue, especially where trees, moisture or sheltered places are available nearby.

In Cyprus, it is reported as fairly common in light mountain woodland. Suitable Lonicera species are essential for breeding, while clearings provide sunlight, flowers and territorial sites for males.

Geographical distribution

Limenitis reducta occurs across southern and parts of central Europe, from the Iberian Peninsula and southern France through Italy, the Balkans and Greece. Eastwards, its distribution reaches Türkiye, Cyprus, the eastern Mediterranean, the Caucasus and Iran.

Populations are frequently local because the species depends on suitable woodland habitat and larval host plants. It may be fairly frequent in one locality and completely absent only a few kilometres away.

Cyprus lies close to the southern limit of the species’ overall range. A recent ecological study identifies the southernmost populations at approximately the latitude of Cyprus.

Occurrence and flight period in Cyprus

In Cyprus, the butterfly is observed mainly in mountain woodland containing sunny clearings, scrubby margins and honeysuckle. Cypriot sources describe it as fairly common in suitable habitat.

The flight period generally begins in May or June and continues until early autumn. Its precise beginning and end are influenced by elevation, temperature, rainfall and the condition of the host plants.

The warm Cypriot climate makes more than one generation per year likely. However, the exact number and timing of generations on the island should be based on long-term local observations rather than solely on information from other Mediterranean countries.

Adult diet

Adults feed principally on nectar from various herbs, shrubs and flowering trees. They may visit brambles, umbellifers, thistles and other flowers along woodland edges.

They are not restricted to nectar. Adults have also been observed feeding on ripe or fallen fruit, aphid honeydew, animal droppings and mineral-rich moisture.

Males may settle on damp ground to absorb water and dissolved salts, a behaviour known as mud-puddling. These minerals are important for their physiology and reproductive function.

Larval host plants

The larvae feed almost exclusively on honeysuckles of the genus Lonicera. Species reported across the butterfly’s range include Lonicera etrusca, Lonicera implexa, Lonicera periclymenum, Lonicera caprifolium, Lonicera xylosteum, Lonicera alpigena and Lonicera nummulariifolia.

It should not be assumed that all these plants are necessarily used in Cyprus. The actual local host depends on the honeysuckle species present in Cypriot habitats and on confirmed observations of egg-laying or larvae.

Lonicera etrusca and other honeysuckles native to the eastern Mediterranean are possible or known hosts in the wider region. A definitive statement about the Cyprus host plant requires specific local evidence.

Egg

The female usually lays its eggs singly on the upper surface of a host-plant leaf. The selection is not random. Leaves in warm, sunlit positions, but with a suitable microclimate for larval development, are often preferred.

The eggs are small and greenish with a finely sculptured surface. Laying them singly reduces direct competition among young larvae.

Larva

The caterpillar reaches approximately 25–27 millimetres in length. Its ground colour is pale to dull green, while the underside may be reddish-brown. Branched brown spiny projections occur along the back.

Its unusual shape and colours help it resemble damaged leaves, veins, thorns and plant debris. These projections primarily provide camouflage and are not dangerous stings to humans.

The young larva consumes parts of the leaf, frequently leaving the central vein. It may use dried plant fragments and silk to construct a small protected resting place.

Overwintering

Across much of its range, the larva overwinters at an early stage inside a small protective shelter known as a hibernaculum. It constructs this shelter from part of a leaf and attaches it to the host plant with silk.

When temperatures rise, the caterpillar leaves the shelter and resumes feeding. The cycle may differ in very warm Mediterranean regions, and it has been suggested that during exceptionally hot and dry summers some larvae may remain inactive in a similar shelter.

Pupa

After completing its growth, the caterpillar forms a pupa suspended by its rear end from a leaf, twig or another firm surface.

The pupa has an irregular outline and colours resembling a dry leaf or plant fragment. This camouflage reduces the likelihood of detection by birds and other predators.

Generations

In cooler northern regions, Limenitis reducta may produce one generation annually. In southern Europe, two generations and, more rarely, possibly three are reported between spring and autumn.

The number of generations is not constant throughout the range. It is influenced by temperature, elevation, humidity and the availability of young honeysuckle leaves.

Ecological importance

Adults contribute to the pollination of the flowers they visit, although not all plants depend equally on butterflies. Eggs, larvae, pupae and adults also provide food for predatory insects, spiders, birds and other animals.

The butterfly’s presence indicates the survival of a complex mosaic of honeysuckle, open woodland, flowers and suitable microclimatic conditions. It is not by itself an absolute indicator of ecological quality, but it is clearly associated with structurally diverse, light woodland habitats.

Threats

The main potential threats include destruction or alteration of woodland margins, removal of honeysuckle, severe wildfires, excessive vegetation clearance and the conversion of open woodland into dense, uniform stands.

Road construction, residential development, indiscriminate insecticide use and the drying of sheltered microhabitats may also affect the species.

Complete abandonment of some traditional land uses can lead to excessive vegetation growth and the loss of sunny clearings. Conversely, intensive grazing or cutting may destroy the host plants. Balanced habitat management is therefore required.

Conservation

Protecting the species depends mainly on conserving its habitat. Native honeysuckles, woodland margins, clearings and flower-rich strips beside paths and open forest roads should be retained.

Clearance work should avoid removing all shrub vegetation. Particular care is required because small caterpillars and their overwintering shelters may remain on honeysuckles when the plants are pruned or cut.

Recording adults, eggs and larvae could provide valuable information on the precise flight season, number of generations and host plants used in Cyprus.

Summary

Scientific name: Limenitis reducta Staudinger, 1901
Possible Cyprus subspecific treatment: Limenitis reducta herculeana Stichel, 1909, according to some sources
English common name: Southern White Admiral
Greek rendering: Νότια λευκή ναυαρχίδα
Family: Nymphalidae
Wingspan: Approximately 45–55 millimetres
Flight period in Cyprus: Mainly May or June to early autumn
Larval host plants: Honeysuckles of the genus Lonicera
Adult diet: Nectar, ripe fruit, honeydew and mineral-rich moisture
Habitat: Light woodland, clearings, forest edges and scrub
Photographs: 11 June 2020

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Subphylum: Hexapoda
Class: Insecta
Order: Lepidoptera
Superfamily: Papilionoidea
Family: Nymphalidae
Subfamily: Limenitidinae
Tribe: Limenitidini
Genus: Limenitis Fabricius, 1807
Species: Limenitis reducta Staudinger, 1901 – Southern White Admiral

Sources