Synonyms
Pararge roxelana (Cramer, 1777)
Papilio roxelana Cramer, 1777
Below in English
Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Μια μεγάλη καστανή πεταλούδα της σκιάς
Η Kirinia roxelana είναι μεγάλη ημερόβια πεταλούδα της οικογένειας Nymphalidae και της υποοικογένειας Satyrinae. Παρά το καστανό χρώμα της και τη σύνδεσή της με θερμά μεσογειακά τοπία, δεν περνά όλη την ημέρα πετώντας κάτω από τον δυνατό ήλιο. Αντίθετα, προτιμά συχνά τη σκιά των δέντρων και των θάμνων, ιδιαίτερα κατά τις θερμότερες ώρες.
Απαντά σε ανοικτά δάση, δασικές παρυφές, θαμνώνες, ελαιώνες, παραδοσιακές καλλιέργειες, αμπελώνες, πετρώδεις πλαγιές και περιοχές με ξερολιθιές. Η παρουσία πλατύφυλλων αγρωστωδών κοντά σε πέτρες, τοίχους και σκιερές θέσεις είναι σημαντική για την ανάπτυξη των προνυμφών της.
Στην Κύπρο θεωρείται γενικά ασυνήθιστη ή τοπικά κατανεμημένη. Δεν εμφανίζεται με την ίδια συχνότητα σε ολόκληρο το νησί, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί σε κατάλληλες αγροτικές και ημιφυσικές περιοχές με δέντρα, θάμνους, πέτρες και αγρωστώδη.
Επιστημονική ονομασία και ταξινομική ιστορία
Η αποδεκτή επιστημονική ονομασία είναι:
Kirinia roxelana (Cramer, 1777)
Ο αρχικός συνδυασμός ήταν:
≡ Papilio roxelana Cramer, 1777
Άλλο σημαντικό συνώνυμο που απαντά στην παλαιότερη βιβλιογραφία είναι:
≡ Pararge roxelana (Cramer, 1777)
Ο Ολλανδός εντομολόγος και έμπορος Pieter Cramer περιέγραψε το είδος τον 18ο αιώνα στο μεγάλο και τότε ευρύτατα χρησιμοποιούμενο γένος Papilio. Αργότερα το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Pararge και τελικά στο γένος Kirinia.
Επειδή το σημερινό γένος διαφέρει από εκείνο της αρχικής περιγραφής, το όνομα Cramer και η χρονολογία 1777 τοποθετούνται μέσα σε παρενθέσεις.
Το υποείδος της Κύπρου
Οι περισσότερες σύγχρονες πηγές αναφέρουν τον κυπριακό πληθυσμό απλώς ως Kirinia roxelana, χωρίς να του αποδίδουν χωριστό ενδημικό υποείδος. Σε ορισμένες περιοχές της ευρύτερης εξάπλωσης μπορεί να χρησιμοποιούνται υποειδικές ονομασίες, αλλά δεν εντοπίστηκε επαρκής σύγχρονη τεκμηρίωση για διαφορετικό, γενικά αποδεκτό κυπριακό υποείδος.
Επομένως, στον τίτλο και στην ταξινόμηση πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο η ονομασία Kirinia roxelana (Cramer, 1777). Δεν πρέπει να προστεθεί αυθαίρετα υποειδική ονομασία ή χαρακτηρισμός «ενδημικό της Κύπρου».
Ετυμολογία
Η ακριβής προέλευση του ονόματος του γένους Kirinia δεν είναι απόλυτα σαφής. Το γένος καθιερώθηκε από τον Frederic Moore το 1893 και περιλαμβάνει καστανές πεταλούδες της Παλαιαρκτικής με χαρακτηριστικά γνωρίσματα στη νεύρωση και στο σχέδιο των φτερών.
Το ειδικό επίθετο roxelana παραπέμπει πιθανότατα στη Ρωξελάνη, γνωστή επίσης ως Hürrem Sultan, την ισχυρή σύζυγο του Οθωμανού σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄. Η σύνδεση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή ως τυπική τοποθεσία του είδους αναφέρεται η Κωνσταντινούπολη.
Η αγγλική ονομασία “Lattice Brown” μπορεί να αποδοθεί ως «Δικτυωτός καστανός». Η λέξη lattice σημαίνει πλέγμα ή δικτύωμα και αναφέρεται στις σκοτεινές γραμμές, τις ανοιχτόχρωμες ζώνες και τις οφθαλμοειδείς κηλίδες που σχηματίζουν περίπλοκο σχέδιο στην κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών.
Μέγεθος
Η Kirinia roxelana συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες καστανές πεταλούδες της περιοχής της. Το μήκος της πρόσθιας φτερούγας είναι περίπου 29–31 χιλιοστά και το συνολικό άνοιγμα των φτερών συνήθως περίπου 55–62 χιλιοστά.
Τα θηλυκά είναι κατά κανόνα μεγαλύτερα από τα αρσενικά και παρουσιάζουν πλατύτερες φτερούγες. Η διαφορά μεγέθους δεν είναι πάντοτε εύκολο να εκτιμηθεί χωρίς άμεση σύγκριση, αλλά μπορεί να είναι εμφανής όταν παρατηρούνται μαζί άτομα και των δύο φύλων.
Γενική εμφάνιση
Η βασική απόχρωση είναι καστανή, γκριζοκάστανη ή σκούρα καστανόμαυρη. Οι πρόσθιες φτερούγες φέρουν θερμές κιτρινοπορτοκαλιές ή καστανοκόκκινες περιοχές και μία εμφανή οφθαλμοειδή κηλίδα κοντά στην κορυφή.
Οι οπίσθιες φτερούγες έχουν κυματοειδές έως έντονα οδοντωτό εξωτερικό περίγραμμα, ιδιαίτερα εμφανές στα θηλυκά. Η κάτω επιφάνειά τους φέρει το χαρακτηριστικό σύνθετο σχέδιο από οδοντωτές γραμμές και σειρά άνισων οφθαλμοειδών κηλίδων.
Όταν η πεταλούδα κάθεται με κλειστές φτερούγες πάνω σε ξερό κλαδί, κορμό, πέτρα ή σκιασμένο φύλλωμα, ο χρωματισμός της λειτουργεί ως αποτελεσματικό καμουφλάζ.
Αρσενικό
Η επάνω επιφάνεια του αρσενικού είναι σκούρα καστανή έως σχεδόν καστανόμαυρη. Στην πρόσθια φτερούγα υπάρχει μεγάλη θερμή πορτοκαλοκαστανή περιοχή και μία μαύρη οφθαλμοειδής κηλίδα κοντά στην κορυφή, συνήθως με μικρή λευκή κόρη.
Το αρσενικό φέρει ανδροκονιακά σημάδια στη βασική και δισκοειδή περιοχή της πρόσθιας φτερούγας. Πρόκειται για εξειδικευμένα λέπια που σχετίζονται με την παραγωγή και τη διάδοση φερομονών κατά την ερωτική συμπεριφορά.
Η επάνω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών είναι κυρίως σκοτεινή και οι οφθαλμοειδείς κηλίδες της κάτω πλευράς μπορεί να διακρίνονται αμυδρά μέσα από το πτέρωμα.
Θηλυκό
Το θηλυκό είναι συνήθως μεγαλύτερο και πιο ανοιχτόχρωμο. Η επάνω επιφάνεια είναι γκριζοκάστανη, ενώ η πρόσθια φτερούγα παρουσιάζει μεγαλύτερη και φωτεινότερη κοκκινοπορτοκαλιά ή κιτρινοκαστανή περιοχή.
Κοντά στην κορυφή της πρόσθιας φτερούγας μπορεί να υπάρχουν ανοιχτόχρωμες ή υπόλευκες κηλίδες, οι οποίες είναι εντονότερες από εκείνες του αρσενικού. Η κύρια οφθαλμοειδής κηλίδα είναι συνήθως εμφανής και φέρει λευκή κόρη.
Το περίγραμμα των οπίσθιων φτερών είναι ισχυρότερα οδοντωτό από εκείνο του αρσενικού. Η κάτω επιφάνεια είναι συχνά πιο καθαρά σχεδιασμένη, γεγονός που κάνει το δικτυωτό σχέδιο ιδιαίτερα εμφανές.
Κάτω επιφάνεια της πρόσθιας φτερούγας
Η κάτω πλευρά της πρόσθιας φτερούγας έχει μεγάλη πορτοκαλοκόκκινη ή κιτρινοπορτοκαλιά κεντρική περιοχή, η οποία περιβάλλεται από γκριζοκάστανο περιθώριο.
Η μαύρη οφθαλμοειδής κηλίδα κοντά στην κορυφή παραμένει εμφανής και συνήθως περιλαμβάνει μικρή λευκή κόρη. Στα θηλυκά μπορεί να συνοδεύεται από περισσότερα ανοιχτόχρωμα σημάδια προς την κορυφή.
Το χαρακτηριστικό δικτυωτό σχέδιο
Η κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών αποτελεί το σημαντικότερο γνώρισμα αναγνώρισης. Η βασική απόχρωση κυμαίνεται από γκριζοκάστανη μέχρι θερμή καστανή και διασχίζεται από σκοτεινές, κυματοειδείς ή οδοντωτές γραμμές.
Πέρα από το κέντρο της φτερούγας υπάρχει καμπύλη σειρά άνισων οφθαλμοειδών κηλίδων. Οι περισσότερες διαθέτουν μαύρο κέντρο, ανοιχτόχρωμη ή λευκή κόρη και κιτρινωπό ή υπόλευκο δακτύλιο.
Οι κηλίδες δεν έχουν όλες το ίδιο μέγεθος. Εκείνες σε ορισμένα μεσαία διαστήματα της φτερούγας είναι πολύ μικρότερες ή μπορεί να απουσιάζουν. Η εναλλαγή μεγάλων και μικρών οφθαλμοειδών κηλίδων, μαζί με τις οδοντωτές γραμμές, δημιουργεί το χαρακτηριστικό «δικτυωτό» σχέδιο.
Λειτουργία των οφθαλμοειδών κηλίδων
Οι οφθαλμοειδείς κηλίδες μπορεί να αποσπούν την προσοχή ενός θηρευτή από το σώμα της πεταλούδας. Ένα πουλί ή μια σαύρα μπορεί να επιτεθεί προς το εξωτερικό τμήμα της φτερούγας αντί προς το κεφάλι ή τον θώρακα, επιτρέποντας στην πεταλούδα να διαφύγει ακόμη και αν χάσει μικρό τμήμα της φτερούγας.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι κάθε επιμέρους κηλίδα της Kirinia roxelana λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ωστόσο, ο συνδυασμός καμουφλάζ, διακοπτόμενων γραμμών και οφθαλμοειδών κηλίδων είναι πιθανό να προσφέρει προστασία απέναντι στους οπτικά προσανατολισμένους θηρευτές.
Διάκριση από την Kirinia climene
Το συγγενικό είδος Kirinia climene μπορεί να προκαλέσει σύγχυση σε περιοχές όπου συνυπάρχουν τα δύο είδη. Η K. climene είναι μικρότερη και οι οπίσθιες φτερούγες της έχουν λιγότερο έντονα οδοντωτό περίγραμμα.
Στην κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών, οι οφθαλμοειδείς κηλίδες της K. climene είναι συνήθως μικρότερες και λιγότερο έντονες, πάνω σε πιο ομοιόμορφο υπόβαθρο. Στη K. roxelana το σύνθετο δικτυωτό σχέδιο και η καμπύλη σειρά άνισων κηλίδων είναι πολύ πιο εμφανή.
Διαφορές υπάρχουν επίσης στη μορφή των ανδροκονιακών σημαδιών του αρσενικού και στην αναλογία πρόσθιων και οπίσθιων φτερών.
Η Kirinia climene δεν θεωρείται κανονικό μέλος της πανίδας της Κύπρου. Επομένως, η πιθανότητα σύγχυσης στο νησί είναι μικρότερη απ’ ό,τι σε τμήματα της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας.
Διάκριση από άλλες καστανές πεταλούδες της Κύπρου
Η μεγάλη διάσταση, οι πλατιές φτερούγες και το χαρακτηριστικό σχέδιο της κάτω επιφάνειας διαχωρίζουν την Kirinia roxelana από τις περισσότερες άλλες καστανές πεταλούδες της Κύπρου.
Οι πεταλούδες του γένους Hipparchia παρουσιάζουν διαφορετικό σχέδιο ζωνών και συνήθως πιο μαρμαροειδή κάτω επιφάνεια. Η Hyponephele lupina cypriaca είναι μικρότερη και έχει πολύ απλούστερο σχέδιο στις οπίσθιες φτερούγες. Η Maniola cypricola είναι επίσης μικρότερη, περισσότερο συμπαγής και χωρίς την καμπύλη σειρά πολλών έντονων οφθαλμοειδών κηλίδων.
Για ασφαλή αναγνώριση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη μια καθαρή φωτογραφία της κάτω επιφάνειας των οπίσθιων φτερών.
Συμπεριφορά
Η Kirinia roxelana έχει ιδιαίτερη συμπεριφορά για μια πεταλούδα θερμών και ξηρών περιοχών. Κατά τις ζεστές ώρες προτιμά συχνά τη σκιά κάτω από δέντρα, μέσα σε θάμνους ή κοντά σε πέτρινους τοίχους.
Κάθεται σε κορμούς, κλαδιά, σκιερά φύλλα και βράχους. Όταν ενοχληθεί, πετά σχετικά αργά ή με σύντομα φτερουγίσματα προς άλλο σκιερό σημείο. Μπορεί να επιστρέψει κοντά στην αρχική της θέση αφού περάσει ο κίνδυνος.
Όταν κάθεται, κρατά συνήθως τις φτερούγες κλειστές κατακόρυφα πάνω από το σώμα. Σπανίως τις ανοίγει πλήρως, γι’ αυτό η επάνω επιφάνεια είναι δυσκολότερο να φωτογραφηθεί.
Θερμορρύθμιση και χρήση της σκιάς
Ως εκτόθερμο έντομο, η πεταλούδα χρειάζεται εξωτερική θερμότητα για να δραστηριοποιηθεί. Τις δροσερές πρωινές ώρες μπορεί να χρησιμοποιεί ηλιόλουστες θέσεις για να αυξήσει τη θερμοκρασία του σώματός της.
Όταν όμως η θερμοκρασία γίνει υπερβολικά υψηλή, η παραμονή στον ήλιο αυξάνει τον κίνδυνο υπερθέρμανσης και απώλειας νερού. Τότε μετακινείται στη σκιά και χρησιμοποιεί τη θέση των κλειστών φτερών για να περιορίσει την επιφάνεια που εκτίθεται στην ακτινοβολία.
Η εναλλαγή ανάμεσα σε ήλιο και σκιά αποτελεί σημαντική προσαρμογή στο θερμό και ξηρό μεσογειακό καλοκαίρι.
Βιότοπος
Το είδος ζει σε θερμές και ξηρές περιοχές με συνδυασμό από πέτρες, χόρτα, θάμνους και δέντρα. Χαρακτηριστικά ενδιαιτήματα είναι τα ανοικτά δάση, οι δασικές παρυφές, οι ελαιώνες, οι παραδοσιακοί αμπελώνες, οι βραχώδεις θαμνώνες και οι αγροτικές περιοχές με ξερολιθιές.
Οι ξερολιθιές και τα πετρώδη πρανή δημιουργούν μικροενδιαιτήματα όπου αναπτύσσονται πλατύφυλλα αγρωστώδη. Παρέχουν επίσης σκιά, προστασία από τον άνεμο και κατάλληλα σημεία για τις προνύμφες και τις χρυσαλλίδες.
Η πεταλούδα μπορεί να εμφανίζεται κοντά σε χωριά και καλλιεργημένες εκτάσεις, εφόσον διατηρούνται δέντρα, θάμνοι, παραδοσιακοί πέτρινοι τοίχοι και ακαλλιέργητες λωρίδες βλάστησης.
Γεωγραφική εξάπλωση
Η Kirinia roxelana είναι είδος της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της δυτικής Ασίας. Η εξάπλωσή της αρχίζει από τη νότια Δαλματία και τμήματα της Βαλκανικής και συνεχίζεται μέσα από την Ελλάδα και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου προς την Τουρκία και την Κύπρο.
Ανατολικότερα απαντά στη Συρία, τον Λίβανο, το Ισραήλ, το Ιράκ και το Ιράν. Η εξάπλωσή της είναι συχνά τοπική και κατακερματισμένη, επειδή το είδος εξαρτάται από συγκεκριμένο συνδυασμό σκιασμένων θέσεων, πέτρας, δέντρων και κατάλληλων αγρωστωδών.
Παρουσία στην Κύπρο
Η Kirinia roxelana αποτελεί ιθαγενές είδος της κυπριακής πανίδας. Δεν είναι ενδημική, αφού απαντά και σε πολλές άλλες χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της δυτικής Ασίας.
Κυπριακές πηγές τη χαρακτηρίζουν γενικά ασυνήθιστη. Η πραγματική παρουσία της μπορεί να υποεκτιμάται, επειδή περνά μεγάλο μέρος του χρόνου στη σκιά, πετά λίγο όταν δεν ενοχλείται και καμουφλάρεται αποτελεσματικά πάνω σε κορμούς, κλαδιά και πέτρες.
Η φωτογράφιση στη Λυσό της επαρχίας Πάφου επιβεβαιώνει την παρουσία της σε παραδοσιακό ημιορεινό τοπίο με κατάλληλο συνδυασμό δέντρων, θάμνων, χόρτων και πετρώδους εδάφους.
Περίοδος πτήσης
Το είδος έχει μία γενεά τον χρόνο. Στο μεγαλύτερο μέρος της εξάπλωσής του τα ενήλικα εμφανίζονται κυρίως από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο, με ορισμένες παρατηρήσεις από τα τέλη Απριλίου έως τον Αύγουστο.
Κυπριακά δεδομένα δείχνουν παρουσία κυρίως κατά την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού. Η ακριβής περίοδος μεταβάλλεται ανάλογα με το υψόμετρο, τις βροχοπτώσεις και τις θερμοκρασίες της κάθε χρονιάς.
Η παρατήρηση στη Λυσό την 1η Ιουνίου 2020 βρίσκεται μέσα στην κύρια αναμενόμενη περίοδο πτήσης.
Διατροφή των ενηλίκων
Τα ενήλικα παρατηρούνται σχετικά σπάνια να τρέφονται πάνω σε άνθη σε σύγκριση με πολλές άλλες πεταλούδες. Μπορεί να επισκέπτονται ώριμα ή σαπισμένα φρούτα, εκκρίσεις δέντρων, μελιτώματα και άλλες πηγές σακχάρων.
Μπορούν επίσης να απορροφούν υγρασία και μεταλλικά άλατα από νωπό έδαφος ή οργανικό υλικό. Η διατροφή των ενηλίκων δεν έχει μελετηθεί το ίδιο καλά σε όλες τις περιοχές της εξάπλωσης και δεν πρέπει να θεωρείται ότι αποφεύγουν εντελώς τα άνθη.
Φυτά-ξενιστές
Οι προνύμφες τρέφονται με διάφορα αγρωστώδη της οικογένειας Poaceae, ιδιαίτερα με πλατύφυλλα χόρτα που αναπτύσσονται στη βάση πέτρινων τοίχων, σε σχισμές, πρανή και δασικές παρυφές.
Στην ευρύτερη εξάπλωση έχουν αναφερθεί είδη από τα γένη Poa, Lolium, Milium και Anthoxanthum. Μεταξύ των καταγεγραμμένων φυτών περιλαμβάνονται τα Poa annua, Poa pratensis, Poa trivialis, Lolium perenne, Milium effusum και Anthoxanthum odoratum.
Δεν πρέπει να θεωρείται ότι όλα αυτά έχουν επιβεβαιωθεί ως φυτά-ξενιστές στην Κύπρο. Η ακριβής τοπική επιλογή χρειάζεται παρατηρήσεις ωοτοκίας και ανατροφή προνυμφών από κυπριακούς πληθυσμούς.
Ωοτοκία
Η συμπεριφορά ωοτοκίας της Kirinia roxelana παρουσιάζει ενδιαφέρον. Οι θηλυκές δεν περιορίζονται πάντοτε στην απευθείας τοποθέτηση των αυγών πάνω στο φυτό-ξενιστή. Έχουν παρατηρηθεί να γεννούν σε ξερά φυτικά μέρη, σε κλαδιά, στον φλοιό δέντρων ή σε επιφάνειες κοντά στα αγρωστώδη που θα χρησιμοποιήσουν οι προνύμφες.
Αυτή η συμπεριφορά σημαίνει ότι η νεαρή προνύμφη μπορεί να χρειαστεί να μετακινηθεί από το σημείο εκκόλαψης μέχρι το κατάλληλο χόρτο. Η επιλογή υπερυψωμένου ή ξυλώδους υποστρώματος μπορεί να προστατεύει το αυγό από την υπερθέρμανση, την υγρασία του εδάφους ή ορισμένους θηρευτές, αλλά οι ακριβείς εξελικτικοί λόγοι χρειάζονται περαιτέρω μελέτη.
Προνύμφη
Η προνύμφη έχει ατρακτοειδές, επιμήκες σώμα που στενεύει προς τα δύο άκρα. Ο βασικός χρωματισμός είναι πράσινος, με ανοιχτές κιτρινωπές ή ωχροπράσινες επιμήκεις γραμμές.
Η μορφή και ο χρωματισμός της ταιριάζουν με τα φύλλα των αγρωστωδών και προσφέρουν αποτελεσματικό καμουφλάζ. Στο πίσω άκρο υπάρχουν δύο μικρές προεκτάσεις, γνώρισμα που εμφανίζεται σε πολλές προνύμφες των Satyrinae.
Η προνύμφη τρέφεται κυρίως με φύλλα χόρτων και μπορεί να δραστηριοποιείται περισσότερο κατά το σούρουπο ή τη νύχτα, παραμένοντας χαμηλά και κρυμμένη κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Διαχείμαση
Η Kirinia roxelana διαχειμάζει ως προνύμφη. Μετά την εκκόλαψη και την αρχική ανάπτυξη, η προνύμφη περνά τους ψυχρότερους μήνες κρυμμένη χαμηλά μέσα στη βλάστηση ή ανάμεσα σε ξερά φυτικά υπολείμματα.
Όταν οι θερμοκρασίες αυξηθούν και τα αγρωστώδη αρχίσουν να αναπτύσσονται την άνοιξη, η προνύμφη συνεχίζει εντονότερα τη διατροφή και ολοκληρώνει την ανάπτυξή της.
Οι λεπτομέρειες μπορεί να διαφοροποιούνται στην Κύπρο λόγω του ήπιου χειμώνα και της πρώιμης ανάπτυξης των χόρτων. Ωστόσο, η γενική μορφή του κύκλου με διαχείμαση της προνύμφης θεωρείται χαρακτηριστική του είδους.
Χρυσαλλίδα
Η πλήρως ανεπτυγμένη προνύμφη σχηματίζει τη χρυσαλλίδα την άνοιξη, συνήθως χαμηλά ανάμεσα στη βλάστηση. Η χρυσαλλίδα μπορεί να στερεώνεται ή να συγκρατείται μέσα σε ένα αραιό μεταξωτό υπόστρωμα ανάμεσα σε φύλλα και βλαστούς.
Ο ουδέτερος πράσινος ή καστανός χρωματισμός τής προσφέρει καμουφλάζ. Το στάδιο της χρυσαλλίδας είναι σχετικά σύντομο σε σύγκριση με τη μακρά προνυμφική περίοδο.
Αναπαραγωγική συμπεριφορά
Τα αρσενικά μπορεί να χρησιμοποιούν σκιερά σημεία σε θάμνους και δέντρα ως θέσεις παρατήρησης. Από εκεί πραγματοποιούν σύντομες πτήσεις για να εξετάσουν διερχόμενες πεταλούδες και επιστρέφουν συχνά στην ίδια περιοχή.
Τα ανδροκονιακά λέπια των πρόσθιων φτερών απελευθερώνουν χημικές ουσίες που συμμετέχουν στην αναγνώριση και στην αποδοχή του αρσενικού από το θηλυκό.
Τα θηλυκά μετακινούνται μέσα στο κατάλληλο ενδιαίτημα αναζητώντας θέσεις ωοτοκίας κοντά σε πλατύφυλλα αγρωστώδη.
Οικολογική σημασία
Η Kirinia roxelana αποτελεί μέρος των τροφικών πλεγμάτων των μεσογειακών δασικών παρυφών και αγροτικών τοπίων. Τα αυγά και οι προνύμφες καταναλώνονται από αρπακτικά ασπόνδυλα και παρασιτοειδή, ενώ τα ενήλικα αποτελούν λεία για πουλιά, σαύρες, αράχνες και αρπακτικά έντομα.
Η παρουσία της συνδέεται με ένα παραδοσιακό μωσαϊκό δέντρων, θάμνων, ξερολιθιών, ακαλλιέργητων λωρίδων και αγρωστωδών. Η διατήρηση αυτού του μωσαϊκού ωφελεί πολλά άλλα είδη φυτών και ζώων.
Απειλές
Οι βασικότερες απειλές είναι η απομάκρυνση των ξερολιθιών, η εντατικοποίηση της γεωργίας, η εκτεταμένη χρήση ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων και η πλήρης εκκαθάριση της βλάστησης στις άκρες καλλιεργειών και δρόμων.
Η οικιστική ανάπτυξη και η εγκατάλειψη παραδοσιακών ελαιώνων, αμπελώνων και μικτών αγροτικών τοπίων μπορεί επίσης να μειώσουν τα κατάλληλα ενδιαιτήματα.
Η υπερβολική πύκνωση των θαμνώνων μπορεί να εξαφανίσει τα ανοικτά, χορτώδη σημεία, ενώ η πλήρης αποψίλωση αφαιρεί τη σκιά και τις θέσεις ανάπαυσης. Το είδος χρειάζεται ισορροπία ανάμεσα σε ανοικτή βλάστηση και κάλυψη από δέντρα ή θάμνους.
Οι μεγάλες και συχνές πυρκαγιές μπορούν να καταστρέψουν τοπικούς πληθυσμούς, ιδιαίτερα όταν καίγονται ταυτόχρονα οι θέσεις των προνυμφών και τα αγρωστώδη φυτά-ξενιστές.
Προστασία
Η διατήρηση της Kirinia roxelana απαιτεί προστασία των παραδοσιακών αγροτικών και ημιφυσικών τοπίων. Οι ξερολιθιές, οι παλιές ελιές, οι θαμνώδεις παρυφές και οι ακαλλιέργητες χορτώδεις λωρίδες πρέπει να διατηρούνται.
Η περιορισμένη χρήση φυτοφαρμάκων και η αποφυγή καθολικού θερισμού όλων των άκρων και πρανών κατά την περίοδο ανάπτυξης των προνυμφών μπορούν να βοηθήσουν τους τοπικούς πληθυσμούς.
Η καταγραφή της ακριβούς περιόδου πτήσης, της γεωγραφικής κατανομής και των φυτών-ξενιστών στην Κύπρο θα βελτίωνε σημαντικά τις γνώσεις μας για το είδος.
Φωτογραφίες
Οι φωτογραφίες της αρχικής ανάρτησης λήφθηκαν στη Λυσό της επαρχίας Πάφου την 1η Ιουνίου 2020 από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Συνοπτικά στοιχεία
Επιστημονική ονομασία: Kirinia roxelana (Cramer, 1777)
Αρχική ονομασία: Papilio roxelana Cramer, 1777
Συνώνυμο: Pararge roxelana (Cramer, 1777)
Αγγλική κοινή ονομασία: Lattice Brown
Ελληνική απόδοση: Δικτυωτός καστανός
Κατάσταση στην Κύπρο: Ιθαγενές, γενικά ασυνήθιστο και τοπικό είδος
Οικογένεια: Nymphalidae
Άνοιγμα φτερών: Περίπου 55–62 χιλιοστά
Γενεές: Μία τον χρόνο
Κύρια περίοδος πτήσης: Μάιος–Ιούλιος, με τοπικές αποκλίσεις
Φυτά-ξενιστές: Πλατύφυλλα αγρωστώδη της οικογένειας Poaceae
Στάδιο διαχείμασης: Προνύμφη
Βιότοπος: Ανοικτά δάση, θαμνώνες, ελαιώνες, αμπελώνες και πετρώδεις αγροτικές περιοχές
Φωτογραφίες: Λυσός Πάφου, 1 Ιουνίου 2020
Ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia – Ζώα
Συνομοταξία: Arthropoda – Αρθρόποδα
Υποσυνομοταξία: Hexapoda – Εξάποδα
Ομοταξία: Insecta – Έντομα
Τάξη: Lepidoptera – Λεπιδόπτερα
Υπεροικογένεια: Papilionoidea
Οικογένεια: Nymphalidae – Νυμφαλίδες
Υποοικογένεια: Satyrinae
Φυλή: Satyrini
Υποφυλή: Parargina
Γένος: Kirinia Moore, 1893
Είδος: Kirinia roxelana (Cramer, 1777) – Lattice Brown
Πηγές
- Cyprus Butterflies – κατάσταση του είδους στην Κύπρο
- John, 2022 – Butterflies of Cyprus: περίοδος παρουσίας και κυπριακή πανίδα
- Πολυγνώση – Πεταλούδες της Κύπρου και χαρακτηριστικά της Kirinia roxelana
- European Lepidoptera and their Ecology – βιότοπος, φυτά-ξενιστές και κύκλος ζωής
- Ionian Butterfly Conservation – ταξινόμηση, συμπεριφορά και παρατηρήσεις ωοτοκίας
- Butterflies of Croatia – αναγνώριση, συμπεριφορά και βιολογία
- Biodiversity of Albania – διαγνωστικά χαρακτηριστικά, εξάπλωση και φυτά-ξενιστές
- Biodiversity of Cyprus – αρχική ανάρτηση και φωτογραφικά στοιχεία
Lattice Brown – Kirinia roxelana (Cramer, 1777) – Cyprus
Text: George Konstantinou
A large brown butterfly of shaded places
Kirinia roxelana is a large butterfly of the family Nymphalidae and subfamily Satyrinae. Despite its brown colouring and association with warm Mediterranean landscapes, it does not spend the entire day flying in strong sunshine. It frequently prefers the shade of trees and bushes, especially during the hottest hours.
It inhabits open woodland, forest edges, scrub, olive groves, traditional farmland, vineyards, rocky slopes and areas containing dry-stone walls. Broad-leaved grasses growing near stones, walls and shaded places are important for larval development.
In Cyprus, the species is considered generally uncommon or localised. It does not occur with equal frequency throughout the island but may be observed in suitable rural and semi-natural areas containing trees, bushes, stones and grasses.
Scientific name and taxonomic history
The accepted scientific name is:
Kirinia roxelana (Cramer, 1777)
The original combination was:
≡ Papilio roxelana Cramer, 1777
Another important synonym encountered in older literature is:
≡ Pararge roxelana (Cramer, 1777)
The Dutch entomologist and merchant Pieter Cramer described the species during the eighteenth century in the large and then broadly defined genus Papilio. It was later transferred to Pararge and eventually to Kirinia.
Because the current genus differs from that of the original description, Cramer’s name and the year 1777 are enclosed in parentheses.
The Cyprus population
Most modern sources refer to the Cyprus population simply as Kirinia roxelana, without assigning it to a distinct endemic subspecies. Subspecific names may be used in other parts of its range, but sufficient modern evidence was not found for a separate, generally accepted Cyprus subspecies.
The title and classification should therefore use only Kirinia roxelana (Cramer, 1777). No unsupported subspecific name or claim of Cyprus endemism should be added.
Etymology
The precise derivation of the generic name Kirinia is uncertain. The genus was established by Frederic Moore in 1893 and includes Palearctic brown butterflies possessing characteristic wing venation and markings.
The epithet roxelana probably refers to Roxelana, also known as Hürrem Sultan, the influential wife of the Ottoman sultan Suleiman I. This association is especially interesting because Istanbul is given as the type locality of the species.
The English name “Lattice Brown” describes the dark lines, pale bands and eyespots forming a complex lattice-like pattern on the underside of the hindwings.
Size
Kirinia roxelana is among the larger brown butterflies in its geographical range. The forewing measures approximately 29–31 millimetres, and the total wingspan is generally about 55–62 millimetres.
Females are normally larger than males and have broader wings. The size difference may not always be obvious without direct comparison, but it can be conspicuous when both sexes are observed together.
General appearance
The ground colour is brown, grey-brown or dark blackish-brown. The forewings possess warm yellow-orange or reddish-brown areas and a conspicuous eyespot near the apex.
The hindwings have a wavy to strongly dentate outer margin, particularly in females. Their underside bears the characteristic complex pattern of jagged lines and a curved row of unequal eyespots.
When resting with closed wings on a dry branch, trunk, rock or shaded foliage, the butterfly is very effectively camouflaged.
Male
The male’s upperside is dark brown to nearly blackish-brown. The forewing contains a large warm orange-brown field and a black apical eyespot, normally with a small white pupil.
Males possess androconial markings in the basal and discal area of the forewing. These specialised scales are associated with the production and dispersal of pheromones during courtship.
The hindwing upperside is predominantly dark, and the eyespots of the underside may show faintly through the wing.
Female
The female is normally larger and paler. Its upperside is grey-brown, while the forewing contains a larger and brighter reddish-orange or yellow-brown field.
Pale or whitish marks may occur near the forewing apex and are more conspicuous than in the male. The principal eyespot is normally prominent and possesses a white pupil.
The hindwing margin is more strongly dentate than in the male. The underside is often more clearly patterned, making the lattice design especially conspicuous.
Forewing underside
The underside of the forewing has a large orange-red or yellow-orange central field surrounded by a grey-brown border.
The black eyespot near the apex remains visible and normally contains a small white pupil. In females, it may be accompanied by additional pale markings towards the apex.
The characteristic lattice pattern
The hindwing underside provides the most important identification character. Its ground colour ranges from grey-brown to warm brown and is crossed by dark, wavy or jagged lines.
Beyond the centre lies a curved series of unequal eyespots. Most possess a black centre, a pale or white pupil and a yellowish or whitish ring.
The spots are not all the same size. Those in certain middle wing spaces are much smaller or may be absent. This alternation of large and small eyespots, combined with the jagged lines, produces the characteristic lattice pattern.
Function of the eyespots
The eyespots may divert a predator’s attention away from the butterfly’s body. A bird or lizard may strike the outer portion of a wing instead of the head or thorax, allowing the butterfly to escape even if a small piece of wing is lost.
It has not been demonstrated that every individual spot of Kirinia roxelana serves exactly the same purpose. Nevertheless, the combination of camouflage, disruptive lines and eyespots probably provides protection against visually hunting predators.
Separation from Kirinia climene
The related Kirinia climene may cause confusion where the species coexist. K. climene is smaller and has a less strongly dentate hindwing margin.
Its hindwing underside normally bears smaller and less conspicuous eyespots on a more uniform background. In K. roxelana, the complex lattice pattern and curved series of unequal eyespots are much more prominent.
Differences also occur in the form of the male’s androconial markings and the relative proportions of the forewings and hindwings.
Kirinia climene is not considered a normal member of the Cyprus fauna, so confusion on the island is less likely than in parts of the Balkans and Asia Minor.
Separation from other Cyprus brown butterflies
The large size, broad wings and characteristic underside pattern distinguish Kirinia roxelana from most other brown butterflies in Cyprus.
Hipparchia species have different banding and generally more marbled undersides. Hyponephele lupina cypriaca is smaller and possesses a much simpler hindwing pattern. Maniola cypricola is also smaller and more compact and lacks the curved row of numerous conspicuous eyespots.
A clear photograph of the hindwing underside is especially useful for reliable identification.
Behaviour
Kirinia roxelana displays unusual behaviour for a butterfly of hot, dry landscapes. During warm hours, it frequently remains in shade beneath trees, inside bushes or near stone walls.
It rests on trunks, branches, shaded leaves and rocks. When disturbed, it flies relatively slowly or makes short flights to another shaded place. It may return close to its original perch once the disturbance has passed.
At rest, it usually holds its wings closed vertically above the body. It rarely opens them fully, making the upperside more difficult to photograph.
Thermoregulation and use of shade
As an ectothermic insect, the butterfly requires external warmth to become active. During cool morning hours, it may use sunny places to raise its body temperature.
When temperatures become excessive, remaining in direct sunlight increases the risk of overheating and water loss. The butterfly then retreats into shade and keeps its wings closed to reduce the area exposed to solar radiation.
Alternating between sunlight and shade is an important adaptation to the hot, dry Mediterranean summer.
Habitat
The species inhabits warm, dry places containing a combination of stones, grasses, bushes and trees. Typical habitats include open woodland, forest margins, olive groves, traditional vineyards, rocky scrub and farmland containing dry-stone walls.
Dry-stone walls and rocky banks create microhabitats where broad-leaved grasses can grow. They also provide shade, shelter from wind and suitable places for larvae and pupae.
The butterfly may occur near villages and cultivated land when trees, bushes, traditional stone walls and uncultivated vegetation strips remain available.
Geographical distribution
Kirinia roxelana is a species of southeastern Europe and western Asia. Its range extends from southern Dalmatia and parts of the Balkans through Greece and the eastern Aegean islands to Türkiye and Cyprus.
Farther east, it occurs in Syria, Lebanon, Israel, Iraq and Iran. Its distribution is frequently local and fragmented because it depends on a particular combination of shade, stones, trees and suitable grasses.
Occurrence in Cyprus
Kirinia roxelana is an indigenous member of the Cyprus fauna. It is not endemic because it occurs in many other countries of southeastern Europe and western Asia.
Cypriot sources describe it as generally uncommon. Its presence may be underestimated because it spends much time in shade, flies little unless disturbed and is effectively camouflaged on trunks, branches and rocks.
The observation at Lysos, Paphos District, confirms its occurrence in a traditional upland landscape offering a suitable combination of trees, bushes, grasses and rocky ground.
Flight period
The species produces one generation annually. Across most of its range, adults occur principally from May to July, with some observations from late April to August.
Cypriot data indicate occurrence mainly during spring and early summer. The precise period varies with elevation, rainfall and the temperatures of each year.
The record at Lysos on 1 June 2020 falls within the principal expected flight season.
Adult diet
Adults are observed on flowers relatively infrequently compared with many other butterflies. They may visit ripe or rotting fruit, tree sap, honeydew and other sugar sources.
They may also absorb moisture and mineral salts from damp ground or organic material. Adult feeding behaviour has not been studied equally throughout the species’ range, and it should not be assumed that flowers are completely avoided.
Larval host plants
The larvae feed on various grasses of the family Poaceae, especially broad-leaved species growing at the base of stone walls, in crevices, on banks and along woodland edges.
Plants reported across the wider range include species of Poa, Lolium, Milium and Anthoxanthum. Recorded hosts include Poa annua, Poa pratensis, Poa trivialis, Lolium perenne, Milium effusum and Anthoxanthum odoratum.
Not all these species should be assumed to be confirmed hosts in Cyprus. Precise local host selection requires observations of oviposition and rearing of larvae from Cypriot populations.
Oviposition
The oviposition behaviour of Kirinia roxelana is particularly interesting. Females do not always lay directly on the larval host plant. They have been observed depositing eggs on dry plant material, branches, tree bark or surfaces close to the grasses later used by the larvae.
The newly hatched caterpillar may therefore need to move from the hatching site to a suitable grass. The selection of an elevated or woody substrate may protect the egg from overheating, ground moisture or certain predators, although the exact evolutionary explanation requires further study.
Larva
The larva has an elongated, spindle-shaped body tapering towards both ends. Its ground colour is green, with pale yellowish or light-green longitudinal stripes.
Its shape and colouring match grass leaves and provide effective camouflage. Two small projections occur at the rear, a feature found in many Satyrinae larvae.
The caterpillar feeds mainly on grass leaves and may be more active at dusk or during the night, remaining low and concealed by day.
Overwintering
Kirinia roxelana overwinters as a larva. After hatching and undergoing initial development, it passes the colder months concealed low in vegetation or among dry plant debris.
When temperatures rise and grasses resume growth in spring, the caterpillar feeds more actively and completes its development.
Details may differ in Cyprus because of its mild winters and early grass growth. Nevertheless, larval overwintering is characteristic of the species.
Pupa
The fully grown caterpillar pupates in spring, normally low within vegetation. The pupa may be attached or held inside a loose silken structure among leaves and stems.
Its neutral green or brown colouring provides camouflage. The pupal stage is comparatively short in relation to the long larval period.
Reproductive behaviour
Males may use shaded places in bushes and trees as lookout points. From these positions, they make short flights to inspect passing butterflies and frequently return to the same area.
Androconial scales on the forewings release chemicals involved in recognition and acceptance of males by females.
Females move through suitable habitat searching for oviposition sites close to broad-leaved grasses.
Ecological importance
Kirinia roxelana forms part of the food webs of Mediterranean woodland edges and rural landscapes. Eggs and larvae are consumed by predatory invertebrates and parasitoids, while adults provide prey for birds, lizards, spiders and predatory insects.
Its presence is associated with a traditional mosaic of trees, bushes, dry-stone walls, uncultivated strips and grasses. Conserving this mosaic benefits many other plant and animal species.
Threats
The principal threats include removal of dry-stone walls, agricultural intensification, extensive herbicide and insecticide use and complete clearance of roadside and field-edge vegetation.
Building development and the abandonment of traditional olive groves, vineyards and mixed rural landscapes may also reduce suitable habitat.
Excessive scrub growth may eliminate open grassy patches, while complete clearance removes shade and resting places. The species requires a balance between open vegetation and tree or shrub cover.
Large and frequent wildfires can destroy local populations, especially when larval sites and host grasses are burned simultaneously.
Conservation
Conservation of Kirinia roxelana requires the protection of traditional rural and semi-natural landscapes. Dry-stone walls, old olive trees, scrubby margins and uncultivated grassy strips should be retained.
Reducing pesticide use and avoiding the complete mowing of every verge and bank during larval development would assist local populations.
Recording its precise flight season, geographical distribution and host plants in Cyprus would significantly improve knowledge of the species.
Photographs
The photographs in the original post were taken at Lysos, Paphos District, on 1 June 2020 by George Konstantinou.
Summary
Scientific name: Kirinia roxelana (Cramer, 1777)
Original name: Papilio roxelana Cramer, 1777
Synonym: Pararge roxelana (Cramer, 1777)
English common name: Lattice Brown
Greek rendering: Δικτυωτός καστανός
Status in Cyprus: Indigenous, generally uncommon and localised
Family: Nymphalidae
Wingspan: Approximately 55–62 millimetres
Generations: One annually
Principal flight period: May–July, with local variation
Larval host plants: Broad-leaved grasses of the family Poaceae
Overwintering stage: Larva
Habitat: Open woodland, scrub, olive groves, vineyards and rocky rural landscapes
Photographs: Lysos, Paphos District, 1 June 2020
Classification
Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Subphylum: Hexapoda
Class: Insecta
Order: Lepidoptera
Superfamily: Papilionoidea
Family: Nymphalidae
Subfamily: Satyrinae
Tribe: Satyrini
Subtribe: Parargina
Genus: Kirinia Moore, 1893
Species: Kirinia roxelana (Cramer, 1777) – Lattice Brown
Sources
- Cyprus Butterflies – status of the species in Cyprus
- John, 2022 – Butterflies of Cyprus: seasonal occurrence and Cyprus butterfly fauna
- Polignosi – Butterflies of Cyprus and identification features of Kirinia roxelana
- European Lepidoptera and their Ecology – habitat, host plants and life cycle
- Ionian Butterfly Conservation – taxonomy, behaviour and oviposition observations
- Butterflies of Croatia – identification, behaviour and biology
- Biodiversity of Albania – diagnostic features, distribution and host plants
- Biodiversity of Cyprus – original post and photograph details


No comments:
Post a Comment