See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο
Το εκκλησάκι του Αγίου Δημητριανού στα κατεχόμενα χωριά Χάρτζια - Άγιος Αμβρόσιος
Η Μονή της Παναγίας Μελανδρύνας στα κατεχόμενα χωριά Άγιος Αμβρόσιος και Καλογραία - The Monastery of Panagia Melandryna in Turkish occupied Agios Amvrosios
Photos 17/11/2012 by George Konstantinou
Στον κατεχόμενο σήμερα Άγιο Αμβρόσιο της επαρχίας Κερύνειας, ανάμεσα στα κατάλοιπα μιας άλλης εποχής, σώζεται μια παλιά αποθήκη χαρουπιών. Ένα λιτό αγροτικό κτίσμα, που μπορεί σήμερα να περνά απαρατήρητο από τον επισκέπτη, αποτελεί στην πραγματικότητα ένα σημαντικό μνημείο της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας του χωριού.
Η αποθήκη αυτή δεν δημιουργήθηκε τυχαία. Βρισκόταν σε έναν τόπο όπου η χαρουπιά αποτελούσε για πολλές γενιές βασικό στοιχείο του αγροτικού τοπίου και σημαντική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους.
Πριν από το 1974, η διοικητική περιοχή του Αγίου Αμβροσίου εκτεινόταν από τις πλαγιές του Πενταδακτύλου μέχρι τη θάλασσα. Στα εύφορα και ξηρικά εδάφη της καλλιεργούνταν ελιές, χαρουπιές, σιτάρι, κριθάρι και άλλα γεωργικά προϊόντα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η συγκαλλιέργεια χαρουπιάς, ελιάς και σιτηρών, ένα παραδοσιακό αγροτικό σύστημα απόλυτα προσαρμοσμένο στο μεσογειακό κλίμα της Κύπρου.
Η σχέση όμως του Αγίου Αμβροσίου με τη χαρουπιά πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο. Ήδη η οθωμανική καταγραφή περιουσιών του 1832–1833 καταγράφει χαρουπιές στην περιοχή, αποδεικνύοντας ότι το δέντρο αποτελούσε μέρος της γεωργικής οικονομίας του χωριού τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα.
Τα χαρούπια, γνωστά κάποτε ως ο «μαύρος χρυσός της Κύπρου», ήταν ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα γεωργικά προϊόντα του νησιού. Η χαρουπιά (Ceratonia siliqua) ήταν ιδανικά προσαρμοσμένη στο κυπριακό περιβάλλον. Ανθεκτική στην ξηρασία και ικανή να ευδοκιμεί σε φτωχά και πετρώδη εδάφη, μπορούσε να προσφέρει σημαντική παραγωγή ακόμη και σε περιοχές όπου άλλες καλλιέργειες δυσκολεύονταν.
Κάθε καλοκαίρι, όταν οι πράσινοι καρποί ωρίμαζαν και αποκτούσαν το χαρακτηριστικό σκούρο καστανό τους χρώμα, άρχιζε μία από τις σημαντικότερες αγροτικές εργασίες του χρόνου.
Στον Άγιο Αμβρόσιο η συγκομιδή των χαρουπιών ξεκινούσε συνήθως γύρω στις 20 Αυγούστου, μετά την έκδοση της σχετικής άδειας. Για περίπου δύο εβδομάδες, και περισσότερο για τους μεγάλους παραγωγούς, οι κάτοικοι ξεχύνονταν στα χωράφια.
Με μακριά ξύλινα ραβδιά κατέβαζαν προσεκτικά τους ώριμους καρπούς από τα δέντρα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν στη συγκομιδή, μετατρέποντας μια δύσκολη γεωργική εργασία σε ένα πραγματικό γεγονός για ολόκληρη την κοινότητα.
Και τότε άρχιζε ο σημαντικός ρόλος της παλιάς αποθήκης.
Τα χαρούπια που συγκεντρώνονταν από τα χωράφια μεταφέρονταν σε ειδικούς χώρους αποθήκευσης. Στον Άγιο Αμβρόσιο οι χώροι αυτοί ήταν γνωστοί ως «Μαχαζένια». Εκεί οι έμποροι συγκέντρωναν μεγάλες ποσότητες από την παραγωγή του χωριού πριν από τη μεταφορά και την εμπορία της.
Η παλιά αποθήκη χαρουπιών που σώζεται μέχρι σήμερα αποτελεί επομένως έναν από τους τελευταίους υλικούς μάρτυρες αυτής της δραστηριότητας.
Μπορούμε ακόμη να φανταστούμε την εικόνα της όταν βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία: ανθρώπους να φτάνουν φορτωμένοι με τη σοδειά τους, σακιά γεμάτα χαρούπια να συγκεντρώνονται στο εσωτερικό, εμπόρους να ζυγίζουν και να καταγράφουν την παραγωγή και ολόκληρο τον χώρο να γεμίζει από το χαρακτηριστικό γλυκό άρωμα των ώριμων χαρουπιών.
Από τις αποθήκες του Αγίου Αμβροσίου η παραγωγή έπαιρνε στη συνέχεια τον δρόμο προς τις αγορές του εξωτερικού. Σύμφωνα με τις καταγραφές της κοινότητας, τα χαρούπια φορτώνονταν σε μεγάλα φορτηγά και μεταφέρονταν στο λιμάνι του Ζυγίου, από όπου εξάγονταν.
Έτσι, η μικρή αυτή αποθήκη αποτελούσε στην πραγματικότητα έναν κρίκο μιας πολύ μεγαλύτερης εμπορικής αλυσίδας που συνέδεε τα χωράφια του Αγίου Αμβροσίου με τα λιμάνια και από εκεί με τις αγορές του εξωτερικού.
Οι παραδοσιακές αποθήκες χαρουπιών αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία της αγροτικής και πρώιμης βιομηχανικής αρχιτεκτονικής της Κύπρου. Πολλές κατασκευάστηκαν κατά τα τέλη του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν το εμπόριο του χαρουπιού γνώριζε μεγάλη ανάπτυξη. Η θέση, η κατασκευή και η εσωτερική τους διαρρύθμιση εξυπηρετούσαν έναν βασικό σκοπό: τη συγκέντρωση και ασφαλή αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων χαρουπιών μέχρι να μπορέσουν να μεταφερθούν προς εξαγωγή.
Η σημασία του χαρουπιού όμως δεν περιοριζόταν στο εμπόριο. Οι κάτοικοι αξιοποιούσαν τον καρπό και στην καθημερινή διατροφή τους. Στον Άγιο Αμβρόσιο παρασκεύαζαν το παραδοσιακό χαρουπόμελο, ενώ μέσα στο ζεστό χαρουπόμελο έβραζαν μικρά κομμάτια ζυμαριού, τα γνωστά τερτζελλούδκια, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους νηστείας πριν από τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.
Η χαρουπιά ήταν επομένως κάτι πολύ περισσότερο από ένα καρποφόρο δέντρο. Ήταν τροφή, εμπόριο, εργασία και εισόδημα. Ήταν μέρος των αναμνήσεων των ανθρώπων και της καθημερινής ζωής της κυπριακής υπαίθρου.
Σήμερα η παλιά αποθήκη του Αγίου Αμβροσίου στέκει σιωπηλή.
Δεν υπάρχουν πλέον γύρω της οι παραγωγοί που έφερναν τα χαρούπια τους, ούτε οι έμποροι που περίμεναν να παραλάβουν τη σοδειά. Τα σακιά, οι ζυγαριές, τα φορτηγά και οι φωνές των ανθρώπων ανήκουν πλέον σε μια εποχή που πέρασε.
Το κτίσμα όμως παραμένει.
Και ακριβώς γι' αυτό η αξία του είναι μεγάλη.
Οι παλιές αποθήκες χαρουπιών δεν είναι απλώς εγκαταλειμμένα αγροτικά κτίρια. Αποτελούν μνημεία της αγροτικής και οικονομικής ιστορίας της Κύπρου. Μέσα στους τοίχους τους διατηρείται η μνήμη μιας εποχής κατά την οποία ο πλούτος ενός τόπου δεν μετριόταν σε σύγχρονες βιομηχανίες και τεχνολογίες, αλλά στη γη, στη βροχή, στα δέντρα και στον μόχθο των ανθρώπων.
Η παλιά αποθήκη χαρουπιών του Αγίου Αμβροσίου αποτελεί έναν από αυτούς τους σιωπηλούς μάρτυρες.
Ένα κτίσμα που θυμίζει την εποχή κατά την οποία οι χαρουπιές κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις της περιοχής, ολόκληρες οικογένειες συμμετείχαν στη συγκομιδή και τα χαρούπια του χωριού ταξίδευαν μακριά από την Κύπρο.
Είναι ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας του Αγίου Αμβροσίου, αλλά ταυτόχρονα και ένα κομμάτι της ευρύτερης αγροτικής κληρονομιάς του νησιού.
Και όσο τέτοια κτίσματα εξακολουθούν να στέκουν, ακόμη και πληγωμένα από τον χρόνο και την εγκατάλειψη, συνεχίζουν να μας θυμίζουν μια Κύπρο που κάποτε έζησε και ευημέρησε μέσα από τη γη της και από τον περίφημο «μαύρο χρυσό» της – το χαρούπι.
In the village of Agios Amvrosios in the Kyrenia District, today under occupation, an old carob warehouse still survives among the remnants of another era. A simple agricultural building that might easily pass unnoticed by a visitor is, in reality, an important monument to the economic and social history of the village.
The warehouse was not built there by chance. It stood in a region where the carob tree formed an essential part of the agricultural landscape for generations and provided an important source of income for local inhabitants.
Before 1974, the administrative area of Agios Amvrosios extended from the slopes of the Pentadaktylos mountain range to the sea. Its dry but productive countryside supported olive trees, carob trees, wheat, barley and other agricultural crops. Particularly characteristic was the traditional cultivation of carob trees, olives and cereals together, an agricultural system remarkably well adapted to the Mediterranean climate of Cyprus.
The relationship between Agios Amvrosios and the carob tree, however, reaches far back into the island’s history. Ottoman property records from 1832–1833 already document carob trees in the area, demonstrating that the tree formed part of the village economy at least from the early nineteenth century.
Carobs, once famously known as the “black gold of Cyprus”, were among the island’s most important agricultural exports. The carob tree (Ceratonia siliqua) was exceptionally well adapted to Cypriot conditions. Resistant to drought and capable of growing in poor, rocky soils, it could provide a valuable harvest even in areas where many other crops struggled to survive.
Every summer, when the green pods ripened and acquired their characteristic dark brown colour, one of the most important agricultural activities of the year began.
In Agios Amvrosios, the carob harvest traditionally started around 20 August, following the issuing of the relevant harvesting permit. For approximately two weeks, and sometimes considerably longer for the larger producers, the inhabitants of the village spread across the surrounding countryside to gather the crop.
Using long wooden poles, they carefully knocked the ripe pods from the branches. Men, women and children all participated in the harvest, turning a demanding agricultural task into an important event involving the entire community.
And it was at this point that the old warehouse assumed its important role.
The carobs collected from the fields were transported to special storage buildings. In Agios Amvrosios these places were known locally as “Mahazenia”. Here, merchants accumulated large quantities of the village’s harvest before it was transported and traded.
The old carob warehouse that survives today is therefore one of the remaining physical witnesses to this once-important economic activity.
We can still imagine what the place must have looked like when it was fully operational: villagers arriving with their harvest, sacks filled with carobs accumulating inside the building, merchants weighing and recording the produce, and the entire warehouse filled with the distinctive sweet aroma of ripe carob pods.
From the warehouses of Agios Amvrosios, the harvest then began its journey towards foreign markets. According to records concerning the community, the carobs were loaded onto large lorries and transported to the port of Zygi, from where they were exported abroad.
This seemingly modest warehouse was therefore part of a much larger commercial network connecting the fields of Agios Amvrosios with Cyprus’ ports and, through them, with markets far beyond the island.
Traditional carob warehouses represent a distinctive form of Cyprus’ agricultural and early industrial architecture. Many were constructed during the late nineteenth and early twentieth centuries, when the carob trade was flourishing. Their location, construction and internal arrangement served one fundamental purpose: the collection and safe storage of large quantities of carobs until they could be transported for export.
The importance of the carob, however, extended far beyond commerce. Local people also made extensive use of the fruit in their everyday diet. In Agios Amvrosios, villagers produced traditional carob syrup, while small pieces of dough known as tertzielloudkia were cooked in the warm syrup, particularly during periods of fasting before Christmas and Easter.
The carob tree was therefore much more than simply a fruit-bearing tree. It represented food, commerce, employment and income. It was woven into people’s memories and into the everyday rhythms of rural Cypriot life.
Today, the old warehouse of Agios Amvrosios stands silent.
The farmers who once brought their carobs here are no longer gathered around it, nor are the merchants waiting to receive the harvest. The sacks, weighing scales, lorries and voices of the people belong to another time.
Yet the building remains.
And it is precisely for this reason that its value is so great.
Old carob warehouses are not merely abandoned agricultural buildings. They are monuments to the agricultural and economic history of Cyprus. Within their walls survives the memory of an era when the wealth of a community was measured not by modern industries and technologies, but by the land, the rainfall, the trees and the labour of its people.
The old carob warehouse of Agios Amvrosios is one of these silent witnesses.
It is a building that recalls a time when carob trees covered large areas of the surrounding countryside, entire families participated in the harvest, and the carobs produced by the village travelled far beyond the shores of Cyprus.
It represents a small part of the history of Agios Amvrosios, yet at the same time it belongs to the much broader agricultural heritage of the island.
And for as long as buildings such as this continue to stand, even weathered by time and abandonment, they will continue to remind us of a Cyprus that once lived and prospered through its land and through its celebrated “black gold” – the carob.
Text: George Konstantinou




