Translate

Showing posts with label Cockroaches (Blattodea). Show all posts
Showing posts with label Cockroaches (Blattodea). Show all posts

Friday, 21 July 2023

Lobe-winged Cockroach - Loboptera decipiens (Germar, 1817) - Κατσαρίδα με λοβοειδείς πτέρυγες - Cyprus

  See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

Photos  by  Mike Hadjiconstantis

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Φωτογραφίες: Μιχάλης Χατζηκωνσταντής

Μια μικρή άγρια κατσαρίδα της Κύπρου

Η Loboptera decipiens είναι μια μικρή, σχεδόν άπτερη κατσαρίδα της οικογένειας Ectobiidae, γνωστή στα αγγλικά ως Lobe-winged Cockroach.

Σε αντίθεση με τα λίγα κοσμοπολίτικα είδη κατσαρίδων που έχουν προσαρμοστεί στη ζωή μέσα σε κτίρια, η Loboptera decipiens είναι κυρίως υπαίθριο έντομο. Ζει στο έδαφος, μέσα στη φυλλοστρωμνή, κάτω από πέτρες, ξύλα και άλλα αντικείμενα που διατηρούν προστατευμένο μικροκλίμα.

Το σώμα της είναι μαύρο ή πολύ σκούρο καστανό και περιβάλλεται από χαρακτηριστική λευκή, κρεμ ή κιτρινωπή πλευρική ταινία. Οι κανονικές πτέρυγες έχουν χαθεί και έχουν απομείνει μόνο μικροί πλευρικοί λοβοί, από τους οποίους προέρχεται η αγγλική κοινή ονομασία.

Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται στην ανάρτηση λήφθηκαν από τον Μιχάλη Χατζηκωνσταντή στη Λακατάμια της Κύπρου, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Η επιστημονική ονομασία

Το είδος περιγράφηκε το 1817 από τον Γερμανό εντομολόγο Ernst Friedrich Germar με την ονομασία Blatta decipiens.

Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Loboptera. Για αυτό το όνομα του συγγραφέα και το έτος περιγραφής γράφονται μέσα σε παρένθεση:

Loboptera decipiens (Germar, 1817).

Το γένος Loboptera ιδρύθηκε από τον Ελβετό εντομολόγο Carl Brunner von Wattenwyl το 1865.

Η ονομασία Loboptera αναφέρεται στις λοβοειδείς κατασκευές που αντιπροσωπεύουν τις εξαιρετικά μειωμένες πρόσθιες πτέρυγες.

Οι άγριες κατσαρίδες

Η τάξη Blattodea περιλαμβάνει τις κατσαρίδες και τους τερμίτες. Σύγχρονες μορφολογικές και μοριακές μελέτες έδειξαν ότι οι τερμίτες εξελίχθηκαν μέσα από την ίδια εξελικτική γραμμή με τις κατσαρίδες και δεν αποτελούν εντελώς ανεξάρτητη τάξη εντόμων.

Παγκοσμίως υπάρχουν χιλιάδες είδη κατσαρίδων. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό από αυτά συνδέεται στενά με ανθρώπινες κατοικίες και θεωρείται επιβλαβές.

Τα περισσότερα είδη είναι άγρια και ζουν σε:

  • δάση και θαμνώνες,
  • φυλλοστρωμνή,
  • σπηλιές,
  • εδάφη με πέτρες,
  • νεκρό ξύλο,
  • λιβάδια,
  • ξηρές και ημίξηρες περιοχές.

Οι άγριες κατσαρίδες συμμετέχουν στην αποσύνθεση οργανικής ύλης και αποτελούν τροφή για πολλά άλλα ζώα.

Μέγεθος και γενική εμφάνιση

Το μήκος του σώματος της Loboptera decipiens είναι συνήθως περίπου 10–15 χιλιοστά, αν και το ακριβές μέγεθος εξαρτάται από το φύλο, την ηλικία και τις συνθήκες ανάπτυξης.

Το σώμα είναι πεπλατυσμένο από πάνω προς τα κάτω. Η κατασκευή αυτή επιτρέπει στο έντομο να εισχωρεί σε πολύ στενές σχισμές κάτω από πέτρες, φλοιούς και ξερά φυτικά κατάλοιπα.

Το βασικό χρώμα είναι γυαλιστερό μαύρο ή σκούρο καστανό. Κατά μήκος των πλευρών υπάρχει μια πλατιά ανοιχτόχρωμη ταινία, η οποία εκτείνεται από το πρόνωτο προς το οπίσθιο άκρο της κοιλιάς.

Η αντίθεση ανάμεσα στο μαύρο κέντρο και στο ανοιχτόχρωμο πλευρικό περιθώριο αποτελεί το πιο εμφανές χαρακτηριστικό του είδους.

Τα πόδια και οι κεραίες είναι σκούρα, ενώ οι μηροί και οι κνήμες φέρουν πολυάριθμα ισχυρά αγκάθια.

Το κεφάλι

Το κεφάλι βρίσκεται εν μέρει κρυμμένο κάτω από το πλατύ πρόνωτο όταν το έντομο παρατηρείται από πάνω.

Φέρει δύο πολύ μακριές νηματοειδείς κεραίες, οι οποίες αποτελούνται από μεγάλο αριθμό μικρών άρθρων.

Οι κεραίες λειτουργούν ως εξαιρετικά ευαίσθητα αισθητήρια όργανα. Ανιχνεύουν:

  • εμπόδια και επιφάνειες,
  • δονήσεις,
  • ρεύματα αέρα,
  • υγρασία,
  • οσμές,
  • χημικά ίχνη τροφής,
  • την παρουσία άλλων ατόμων.

Η όραση είναι χρήσιμη για την αντίληψη του φωτός και της κίνησης, αλλά η επαφή με το περιβάλλον βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κεραίες και στις αισθητικές τρίχες του σώματος.

Τα στοματικά μόρια είναι μασητικού τύπου και περιλαμβάνουν ισχυρές γνάθους για την επεξεργασία φυτικών υπολειμμάτων και άλλης οργανικής ύλης.

Το πρόνωτο

Το πρώτο τμήμα του θώρακα καλύπτεται από μια πλατιά ασπίδα που ονομάζεται πρόνωτο.

Το πρόνωτο προστατεύει μέρος του κεφαλιού και του θώρακα και βοηθά το έντομο να κινείται μέσα σε στενές σχισμές χωρίς να τραυματίζει τα ευαίσθητα όργανά του.

Στη Loboptera decipiens είναι σκούρο στο κέντρο και περιβάλλεται πλευρικά από ανοιχτόχρωμο περιθώριο. Η συνέχεια αυτής της ταινίας με το αντίστοιχο περιθώριο της κοιλιάς δημιουργεί την εντύπωση μιας ενιαίας ανοιχτόχρωμης γραμμής γύρω από το σώμα.

Η μορφή και το χρωματικό σχέδιο του προνώτου είναι χρήσιμα για τον διαχωρισμό από άλλα μικρά είδη κατσαρίδων.

Οι λοβοειδείς πτέρυγες

Το χαρακτηριστικότερο ανατομικό γνώρισμα είναι η εξαιρετική μείωση των πτερύγων.

Στις περισσότερες πτερωτές κατσαρίδες, το πρώτο ζεύγος σχηματίζει ανθεκτικές πρόσθιες πτέρυγες που ονομάζονται τέγμινα, ενώ οι λεπτότερες οπίσθιες πτέρυγες χρησιμοποιούνται για πτήση.

Στη Loboptera decipiens, τα τέγμινα έχουν περιοριστεί σε μικρούς πλευρικούς λοβούς. Οι λειτουργικές οπίσθιες πτέρυγες απουσιάζουν.

Το έντομο δεν μπορεί επομένως να πετάξει και βασίζεται αποκλειστικά στα πόδια του για τη μετακίνησή του.

Η απώλεια της πτήσης δεν αποτελεί απαραίτητα μειονέκτημα για ένα είδος που περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στη φυλλοστρωμνή και κάτω από πέτρες. Η παραγωγή και συντήρηση μεγάλων πτερύγων απαιτεί ενέργεια και χώρο, ενώ θα μπορούσε να δυσκολεύει την κίνηση μέσα σε στενές σχισμές.

Πόδια και γρήγορη κίνηση

Τα τρία ζεύγη ποδιών είναι μακριά, ισχυρά και προσαρμοσμένα για γρήγορο τρέξιμο.

Οι κνήμες φέρουν σειρές αγκαθιών, τα οποία προσφέρουν πρόσφυση πάνω σε χώμα, φύλλα, πέτρες και ακανόνιστες επιφάνειες.

Τα πέλματα αποτελούνται από επιμέρους άρθρα και καταλήγουν σε μικρά νύχια. Οι κατασκευές αυτές επιτρέπουν στο έντομο να κρατιέται σε φυτικά στελέχη και τραχιές επιφάνειες.

Όταν απομακρυνθεί η πέτρα ή το ξύλο που το καλύπτει, το έντομο τρέχει αμέσως προς την πλησιέστερη σκοτεινή σχισμή.

Η ταχύτητα, το πεπλατυσμένο σώμα και η ικανότητα απόκρυψης αποτελούν τις σημαντικότερες άμυνές του.

Η κοιλιά και οι κέρκοι

Η κοιλιά αποτελείται από διαδοχικά τμήματα και περιέχει μεγάλο μέρος του πεπτικού και αναπαραγωγικού συστήματος.

Στο οπίσθιο άκρο υπάρχουν δύο μικρά αρθρωτά εξαρτήματα που ονομάζονται κέρκοι.

Οι κέρκοι φέρουν εξαιρετικά ευαίσθητες τρίχες, οι οποίες ανιχνεύουν ακόμη και πολύ μικρές μετακινήσεις του αέρα. Εάν ένα αρπακτικό πλησιάσει γρήγορα, το κύμα του αέρα μπορεί να ενεργοποιήσει άμεση αντίδραση διαφυγής πριν υπάρξει σωματική επαφή.

Το νευρικό σύστημα μεταδίδει τα σχετικά ερεθίσματα πολύ γρήγορα στα πόδια, επιτρέποντας στην κατσαρίδα να αλλάξει κατεύθυνση σχεδόν ακαριαία.

Αρσενικό και θηλυκό

Τα δύο φύλα έχουν παρόμοιο γενικό χρωματισμό, αλλά μπορεί να διαφέρουν στο μέγεθος, στις αναλογίες της κοιλιάς και στα τελικά κοιλιακά τμήματα.

Τα αρσενικά είναι συχνά ελαφρώς μικρότερα και περισσότερο λεπτόσωμα. Η κοιλιά των θηλυκών είναι πλατύτερη, ιδιαίτερα όταν σχηματίζεται η ωοθήκη.

Η ασφαλής διάκριση μπορεί να απαιτεί εξέταση:

  • της υπογεννητικής πλάκας,
  • των τελικών κοιλιακών τμημάτων,
  • της μορφής των κέρκων,
  • των γεννητικών εξαρτημάτων.

Το μέγεθος από μόνο του δεν αρκεί πάντοτε, επειδή τα άτομα παρουσιάζουν φυσική διακύμανση.

Βιότοπος

Η Loboptera decipiens είναι κυρίως εδαφόβιο είδος.

Απαντά σε:

  • φυλλοστρωμνή κάτω από δέντρα και θάμνους,
  • ξηρά λιβάδια,
  • μεσογειακούς θαμνώνες,
  • ελαιώνες και άλλες καλλιέργειες,
  • κήπους,
  • πετρώδεις περιοχές,
  • παλαιούς τοίχους,
  • σωρούς ξύλων,
  • σημεία κάτω από γλάστρες και άλλα αντικείμενα.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβεται συνήθως σε σκοτεινές και προστατευμένες θέσεις που περιορίζουν την απώλεια νερού.

Μπορεί να δραστηριοποιείται το σούρουπο, τη νύχτα ή ακόμη και την ημέρα όταν επικρατούν κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας.

Η προτίμηση σε προστατευμένες μικροθέσεις είναι σημαντική στο θερμό και ξηρό μεσογειακό περιβάλλον της Κύπρου.

Διατροφή

Η Loboptera decipiens τρέφεται κυρίως με νεκρή ή αποσυντιθέμενη φυτική ύλη.

Η τροφή μπορεί να περιλαμβάνει:

  • ξερά φύλλα,
  • μαλακά φυτικά υπολείμματα,
  • σπόρους και καρπούς σε αποσύνθεση,
  • μικροσκοπικούς μύκητες,
  • φύκη,
  • οργανικά σωματίδια μέσα στο έδαφος,
  • νεκρά μικρά ασπόνδυλα ή άλλα ζωικά κατάλοιπα.

Η ακριβής σύνθεση της τροφής μεταβάλλεται ανάλογα με το περιβάλλον και τη διαθεσιμότητα υλικού.

Το είδος χαρακτηρίζεται καλύτερα ως σαπροφάγο, αποικοδομητικό και ευκαιριακά παμφάγο, παρά ως αυστηρά φυτοφάγο.

Με την κατανάλωση και τον τεμαχισμό της νεκρής οργανικής ύλης επιταχύνει τη διάσπαση και την επιστροφή θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος.

Σχέση με τους μικροοργανισμούς

Οι κατσαρίδες δεν αποσυνθέτουν μόνες τους όλες τις σύνθετες ουσίες της τροφής.

Το πεπτικό τους σύστημα φιλοξενεί κοινότητες βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών που συμβάλλουν στην επεξεργασία οργανικού υλικού.

Η σχέση αυτή επιτρέπει την αξιοποίηση τροφών σχετικά χαμηλής θρεπτικής αξίας, όπως τα ξερά φύλλα και τα παλαιά φυτικά υπολείμματα.

Τα περιττώματα επιστρέφουν στο έδαφος λεπτότερα οργανικά σωματίδια και θρεπτικές ουσίες, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν από μύκητες, βακτήρια και φυτά.

Έτσι, ακόμη και μια μικρή άγρια κατσαρίδα συμμετέχει ενεργά στον κύκλο των θρεπτικών στοιχείων.

Νυκτόβια και κρυπτική συμπεριφορά

Η Loboptera decipiens περνά μεγάλο μέρος της ημέρας κρυμμένη.

Η αποφυγή του άμεσου ηλιακού φωτός περιορίζει:

  • την υπερθέρμανση,
  • την απώλεια νερού,
  • την έκθεση σε πτηνά και σαύρες,
  • τον κίνδυνο εντοπισμού από άλλα αρπακτικά.

Κατά τις πιο δροσερές και υγρές ώρες εξέρχεται για αναζήτηση τροφής και συντρόφου.

Μετά από βροχή ή έντονη νυχτερινή υγρασία μπορεί να εμφανίζεται περισσότερο στην επιφάνεια. Σε πολύ ξηρές περιόδους συγκεντρώνεται βαθύτερα μέσα στη φυλλοστρωμνή ή σε σχισμές όπου διατηρείται ευνοϊκό μικροκλίμα.

Επικοινωνία και αισθήσεις

Οι κατσαρίδες επικοινωνούν κυρίως με χημικά και απτικά σήματα.

Οι κεραίες εξετάζουν συνεχώς το έδαφος και άλλα άτομα. Χημικές ουσίες μπορούν να μεταφέρουν πληροφορίες για:

  • την παρουσία τροφής,
  • την καταλληλότητα ενός καταφυγίου,
  • την παρουσία συντρόφου,
  • το φύλο και την αναπαραγωγική κατάσταση,
  • τον κίνδυνο.

Η επαφή των κεραιών είναι επίσης σημαντική κατά την προσέγγιση και την αναγνώριση άλλων ατόμων.

Οι δονήσεις του εδάφους και οι μετακινήσεις του αέρα προσφέρουν πρόσθετες πληροφορίες για πιθανούς θηρευτές.

Αναπαραγωγή

Η αναπαραγωγή είναι σεξουαλική και περιλαμβάνει πολύπλοκη χημική και απτική επικοινωνία.

Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό μέσω χημικών σημάτων. Ακολουθεί προσέγγιση και συμπεριφορά ερωτοτροπίας, κατά την οποία οι κεραίες και η θέση του σώματος παίζουν σημαντικό ρόλο.

Μετά τη σύζευξη, το θηλυκό σχηματίζει στο εσωτερικό του σώματος μια προστατευτική αυγοθήκη, γνωστή ως ωοθήκη ή ootheca.

Η ωοθήκη περιβάλλει πολλά αυγά και τα προστατεύει από:

  • μηχανικούς τραυματισμούς,
  • μερική απώλεια υγρασίας,
  • μύκητες και άλλους μικροοργανισμούς,
  • ορισμένους μικρούς θηρευτές.

Στη Loboptera decipiens η ωοθήκη μπορεί να περιλαμβάνει περίπου είκοσι ή περισσότερα αυγά, αν και ο αριθμός μπορεί να παρουσιάζει διακύμανση.

Η ωοθήκη

Η ωοθήκη είναι μια επιμήκης κάψα που παράγεται από εκκρίσεις των αναπαραγωγικών αδένων του θηλυκού.

Καθώς σχηματίζεται, τα αυγά τοποθετούνται σε οργανωμένες σειρές και περιβάλλονται από το προστατευτικό περίβλημα.

Το θηλυκό αποθέτει την ωοθήκη σε προστατευμένο σημείο, όπως:

  • κάτω από πέτρα,
  • μέσα σε φυλλοστρωμνή,
  • σε σχισμή του εδάφους,
  • κάτω από ξύλο,
  • ανάμεσα σε φυτικά υπολείμματα.

Η επιλογή μικροθέσης με κατάλληλη θερμοκρασία και υγρασία επηρεάζει σημαντικά την επιτυχία της εμβρυϊκής ανάπτυξης.

Οι ωοθήκες μπορούν να δεχθούν επίθεση από εξειδικευμένα παρασιτοειδή υμενόπτερα.

Ατελής μεταμόρφωση

Η Loboptera decipiens αναπτύσσεται με ατελή μεταμόρφωση.

Από τα αυγά εξέρχονται μικρές νύμφες που μοιάζουν γενικά με τα ενήλικα αλλά:

  • είναι πολύ μικρότερες,
  • δεν διαθέτουν ώριμα αναπαραγωγικά όργανα,
  • έχουν διαφορετικές αναλογίες σώματος,
  • παρουσιάζουν λιγότερο αναπτυγμένο χρωματικό σχέδιο.

Δεν υπάρχει στάδιο προνύμφης και χρυσαλλίδας όπως στις πεταλούδες και στα σκαθάρια.

Η νύμφη περνά από διαδοχικές εκδύσεις. Σε κάθε έκδυση αποβάλλει τον παλαιό εξωσκελετό και σχηματίζει έναν μεγαλύτερο.

Μετά την τελευταία έκδυση εμφανίζεται το σεξουαλικά ώριμο ενήλικο έντομο.

Ανάπτυξη των νυμφών

Οι νεαρές νύμφες παραμένουν συνήθως στις ίδιες προστατευμένες μικροθέσεις με τα ενήλικα.

Τρέφονται με παρόμοια οργανικά υλικά και αποφεύγουν την έντονη ξηρασία.

Ο χρόνος ανάπτυξης εξαρτάται από:

  • τη θερμοκρασία,
  • την υγρασία,
  • την ποιότητα και ποσότητα τροφής,
  • την εποχή,
  • τον αριθμό των εκδύσεων.

Σε θερμές συνθήκες η ανάπτυξη και η αναπαραγωγή επιταχύνονται. Η υπερβολική ξηρασία όμως μπορεί να προκαλέσει μεγάλη θνησιμότητα, ιδιαίτερα στα νεαρά στάδια.

Αμέσως μετά από κάθε έκδυση, ο νέος εξωσκελετός είναι μαλακός και ανοιχτόχρωμος. Σκληραίνει και σκουραίνει σταδιακά.

Φυσικοί εχθροί

Η Loboptera decipiens αποτελεί τροφή για πολλά ζώα της φυλλοστρωμνής και του εδάφους.

Πιθανοί θηρευτές είναι:

  • σαύρες,
  • εντομοφάγα πτηνά,
  • αράχνες,
  • σκορπιοί,
  • σαρανταποδαρούσες,
  • μυρμήγκια,
  • αρπακτικά σκαθάρια,
  • μικρά θηλαστικά.

Τα αυγά μέσα στην ωοθήκη μπορούν να παρασιτιστούν από εξειδικευμένες σφήκες.

Έχει καταγραφεί σύνθετη παρασιτική σχέση στην οποία η σφήκα Zeuxevania splendidula προσβάλλει ωοθήκες της Loboptera decipiens, ενώ άλλα μικρά υμενόπτερα μπορούν να παρασιτούν το ίδιο το παρασιτοειδές.

Οι αλληλεπιδράσεις αυτές δείχνουν ότι ακόμη και ένα μικρό και αφανές έντομο συνδέεται με πολύπλοκο δίκτυο άλλων οργανισμών.

Άμυνα

Η κύρια άμυνα του είδους δεν είναι η επίθεση αλλά η αποφυγή.

Το έντομο βασίζεται σε:

  • γρήγορο τρέξιμο,
  • απότομες αλλαγές κατεύθυνσης,
  • κρυπτική συμπεριφορά,
  • πεπλατυσμένο σώμα,
  • είσοδο σε στενές σχισμές,
  • δραστηριότητα σε ώρες μειωμένου φωτισμού.

Ο σκούρος χρωματισμός προσφέρει παραλλαγή ανάμεσα σε υγρό χώμα, σκιές και αποσυντιθέμενα φύλλα.

Η ανοιχτόχρωμη πλευρική ταινία μπορεί να διασπά οπτικά το περίγραμμα του σώματος ανάμεσα σε λεπτές γραμμές φωτός και σκιάς της φυλλοστρωμνής.

Είναι οικιακό παράσιτο;

Η Loboptera decipiens δεν πρέπει να συγχέεται με τις γνωστές κοσμοπολίτικες οικιακές κατσαρίδες, όπως:

  • τη γερμανική κατσαρίδα, Blattella germanica,
  • την ανατολική κατσαρίδα, Blatta orientalis,
  • την αμερικανική κατσαρίδα, Periplaneta americana.

Η Loboptera decipiens είναι κυρίως άγριο, υπαίθριο είδος. Μπορεί να βρεθεί σε κήπους, αυλές και γύρω από κτίρια ή να εισέλθει περιστασιακά σε εσωτερικό χώρο, αλλά δεν παρουσιάζει συνήθως τη συμπεριφορά μεγάλου μόνιμου οικιακού πληθυσμού.

Η παρουσία ενός ή λίγων ατόμων δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη υγειονομικής προσβολής.

Εάν βρεθεί μέσα σε σπίτι, μπορεί να απομακρυνθεί προσεκτικά και να απελευθερωθεί σε σκιερή θέση με φυλλοστρωμνή.

Η αδιάκριτη χρήση εντομοκτόνων για ένα μεμονωμένο άγριο είδος δεν είναι αναγκαία και μπορεί να βλάψει πολλούς άλλους οργανισμούς.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Loboptera decipiens είναι ευρέως διαδεδομένο μεσογειακό και παλαιαρκτικό είδος.

Η εξάπλωσή της περιλαμβάνει:

  • τη νότια Ευρώπη,
  • πολλά νησιά της Μεσογείου,
  • τα Βαλκάνια,
  • τη βόρεια Αφρική,
  • την ανατολική Μεσόγειο,
  • τη Μικρά Ασία,
  • τμήματα της νοτιοδυτικής και κεντρικής Ασίας.

Απαντά από παράκτιες περιοχές μέχρι μεσαία και σε ορισμένες χώρες σχετικά μεγάλα υψόμετρα.

Η ακριβής κατανομή μπορεί να είναι ελλιπώς γνωστή, επειδή οι μικρές άγριες κατσαρίδες καταγράφονται πολύ λιγότερο συστηματικά από τις πεταλούδες, τις λιβελούλες και άλλα δημοφιλή έντομα.

Παράλληλα, η ταυτοποίηση ειδών του γένους Loboptera μπορεί να απαιτεί λεπτομερή μορφολογική εξέταση.

Η Loboptera decipiens στην Κύπρο

Η παρουσία της Loboptera decipiens στην Κύπρο τεκμηριώνεται από φωτογραφικές και άλλες καταγραφές.

Το μεσογειακό κλίμα του νησιού, η εκτεταμένη φυλλοστρωμνή, οι πετρώδεις περιοχές, οι κήποι και οι θαμνώνες δημιουργούν άφθονες κατάλληλες μικροθέσεις.

Το είδος μπορεί να παρατηρηθεί κάτω από πέτρες, ξύλα, γλάστρες και ξερά φύλλα, ιδιαίτερα όταν υπάρχει λίγη υγρασία στο έδαφος.

Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται από τη Λακατάμια, στην επαρχία Λευκωσίας, και λήφθηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 από τον Μιχάλη Χατζηκωνσταντή.

Η φθινοπωρινή ημερομηνία της παρατήρησης συμπίπτει με περίοδο κατά την οποία η πτώση της θερμοκρασίας και η αύξηση της εδαφικής υγρασίας μπορούν να ενισχύσουν τη δραστηριότητα πολλών οργανισμών της φυλλοστρωμνής στην Κύπρο.

Οικολογικός ρόλος

Η Loboptera decipiens συμμετέχει στην αποικοδόμηση νεκρής οργανικής ύλης.

Με την κατανάλωση και τον τεμαχισμό φύλλων και άλλων υπολειμμάτων:

  • αυξάνει την επιφάνεια στην οποία μπορούν να δράσουν μικροοργανισμοί,
  • επιταχύνει την αποσύνθεση,
  • επιστρέφει θρεπτικά στοιχεία στο έδαφος,
  • συμβάλλει στον σχηματισμό οργανικού εδαφικού υλικού.

Παράλληλα αποτελεί λεία για πολλά αρπακτικά και υποστηρίζει το τροφικό πλέγμα των μεσογειακών οικοσυστημάτων.

Η οικολογική της σημασία είναι εντελώς διαφορετική από την αρνητική εικόνα που συνοδεύει συνήθως τις οικιακές κατσαρίδες.

Κατάσταση διατήρησης

Δεν υπάρχει ευρέως χρησιμοποιούμενη παγκόσμια αξιολόγηση της Loboptera decipiens στην Κόκκινη Λίστα της IUCN.

Το είδος έχει μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και μπορεί να ζει σε φυσικά, αγροτικά και ημιαστικά περιβάλλοντα. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αντιμετωπίζει γενικευμένο κίνδυνο εξαφάνισης.

Οι τοπικοί πληθυσμοί μπορούν όμως να επηρεαστούν από:

  • την υπερβολική χρήση εντομοκτόνων,
  • την απομάκρυνση όλης της φυλλοστρωμνής,
  • την καταστροφή ξερολιθιών και παλαιών τοίχων,
  • την απώλεια φυσικών θαμνώνων,
  • τις συχνές και έντονες πυρκαγιές,
  • την παρατεταμένη ξηρασία,
  • την κάλυψη του εδάφους με μπετόν ή άλλα αδιαπέραστα υλικά.

Η διατήρηση μικρών φυσικών γωνιών σε κήπους και αγροτικές περιοχές ωφελεί το είδος και πολλούς άλλους αποικοδομητές.

Παρατήρηση χωρίς καταστροφή του καταφυγίου

Για την παρατήρηση του είδους μπορούν να εξετάζονται προσεκτικά πέτρες, ξύλα και στρώματα πεσμένων φύλλων.

Κάθε πέτρα ή αντικείμενο πρέπει να επανατοποθετείται ακριβώς όπως βρέθηκε. Η κάτω επιφάνειά του αποτελεί σταθερό μικροενδιαίτημα για κατσαρίδες, σκαθάρια, σαλιγκάρια, αράχνες, σκορπιούς και πολλούς άλλους οργανισμούς.

Δεν πρέπει να καταστρέφεται η φυλλοστρωμνή ούτε να συλλέγονται άσκοπα τα έντομα.

Για μια χρήσιμη καταγραφή είναι καλό να σημειώνονται:

  • η ημερομηνία,
  • η ακριβής περιοχή,
  • ο τύπος βιοτόπου,
  • το καταφύγιο κάτω από το οποίο βρέθηκε,
  • ο αριθμός των ατόμων,
  • η παρουσία νυμφών ή ωοθηκών,
  • το όνομα του φωτογράφου.

Η ακριβής αναγραφή του φωτογράφου αποτελεί ουσιαστικό μέρος της επιστημονικής και ηθικής τεκμηρίωσης μιας παρατήρησης.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Υποσυνομοταξία: Hexapoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Blattodea
Υπεροικογένεια: Blaberoidea
Οικογένεια: Ectobiidae Brunner von Wattenwyl, 1865
Υποοικογένεια: Blattellinae Karny, 1908
Γένος: Loboptera Brunner von Wattenwyl, 1865
Είδος: Loboptera decipiens (Germar, 1817)
Αρχικός συνδυασμός: Blatta decipiens Germar, 1817
Αγγλική κοινή ονομασία: Lobe-winged Cockroach
Ελληνική κοινή ονομασία: Κατσαρίδα με λοβοειδείς πτέρυγες






Lobe-winged Cockroach – Loboptera decipiens (Germar, 1817)

Text by George Konstantinou
Photographs by Michalis Hadjiconstantis

A Small Wild Cockroach of Cyprus

Loboptera decipiens is a small, almost wingless cockroach in the family Ectobiidae, commonly known as the Lobe-winged Cockroach.

Unlike the few cosmopolitan cockroach species adapted to life inside buildings, Loboptera decipiens is principally an outdoor insect. It lives upon the ground, within leaf litter and beneath stones, wood and other objects that provide a protected microclimate.

Its body is black or extremely dark brown and bordered by a characteristic white, cream or yellowish lateral band. Normal wings have been lost, leaving only small lateral lobes from which the English common name is derived.

The photographs accompanying the original post were taken by Michalis Hadjiconstantis at Lakatamia, Cyprus, on 8 November 2017.

Scientific Name

The species was described in 1817 by the German entomologist Ernst Friedrich Germar under the name Blatta decipiens.

It was subsequently transferred to the genus Loboptera. The author’s name and year are therefore enclosed within parentheses:

Loboptera decipiens (Germar, 1817).

The genus Loboptera was established by the Swiss entomologist Carl Brunner von Wattenwyl in 1865.

The name Loboptera refers to the lobe-like structures representing the greatly reduced forewings.

Wild Cockroaches

The order Blattodea contains cockroaches and termites. Modern morphological and molecular research has demonstrated that termites evolved within the cockroach lineage rather than forming a completely independent insect order.

Thousands of cockroach species occur worldwide. Only a very small proportion are closely associated with human dwellings and regarded as pests.

Most are wild species inhabiting:

  • forests and scrub,
  • leaf litter,
  • caves,
  • stony ground,
  • dead wood,
  • grassland,
  • dry and semi-arid environments.

Wild cockroaches contribute to the decomposition of organic matter and provide food for numerous other animals.

Size and General Appearance

The body length of Loboptera decipiens is generally approximately 10–15 millimetres, although precise size varies according to sex, age and developmental conditions.

The body is flattened from above. This construction allows the insect to enter extremely narrow spaces beneath stones, bark and dry plant remains.

The ground colour is glossy black or dark brown. A broad pale band extends along the sides from the pronotum towards the rear of the abdomen.

The contrast between the black centre and pale lateral margin provides the species’ most conspicuous identification feature.

The legs and antennae are dark, while the femora and tibiae carry numerous strong spines.

Head

The head is partly concealed beneath the broad pronotum when viewed from above.

It carries two extremely long, thread-like antennae composed of many small segments.

The antennae are highly sensitive organs detecting:

  • obstacles and surfaces,
  • vibration,
  • air movement,
  • humidity,
  • odours,
  • chemical traces of food,
  • the presence of other individuals.

Vision is useful for detecting light and movement, but the antennae and sensory hairs provide much of the insect’s detailed information about its surroundings.

The mouthparts are adapted for biting and chewing and include strong mandibles capable of processing plant remains and other organic material.

Pronotum

The first thoracic segment is covered by a broad shield known as the pronotum.

It protects part of the head and thorax and allows the insect to move through narrow spaces without damaging sensitive organs.

In Loboptera decipiens, the pronotum is dark centrally and bordered by a pale lateral margin. Its continuation along the abdomen produces the appearance of a single pale line surrounding the body.

Pronotal form and pattern are useful in separating the species from other small cockroaches.

Lobe-like Wings

The most characteristic anatomical feature is the extreme reduction of the wings.

In most winged cockroaches, the first pair forms resistant forewings called tegmina, while the thinner hindwings are used in flight.

In Loboptera decipiens, the tegmina have become restricted to small lateral lobes. Functional hindwings are absent.

The insect is consequently unable to fly and depends entirely upon its legs for movement.

Loss of flight is not necessarily disadvantageous for an animal living principally within leaf litter and beneath stones. Producing and maintaining large wings requires energy and space, while the wings might hinder movement through narrow crevices.

Legs and Rapid Movement

The three pairs of legs are long, powerful and adapted for rapid running.

Rows of spines upon the tibiae provide grip across soil, leaves, stones and irregular surfaces.

The feet consist of several segments and terminate in small claws, allowing the insect to hold onto plant stems and rough surfaces.

When its covering stone or piece of wood is lifted, the cockroach immediately runs towards the nearest dark crevice.

Speed, a flattened body and the ability to conceal itself provide its principal defence.

Abdomen and Cerci

The abdomen consists of a series of segments and contains much of the digestive and reproductive systems.

Two small articulated appendages called cerci occur at the rear.

The cerci carry extremely sensitive hairs capable of detecting minute air movements. An approaching predator creates an air disturbance that may trigger escape before physical contact occurs.

The nervous system rapidly transmits this information to the legs, allowing an almost immediate change of direction.

Male and Female

The sexes have a similar general pattern but may differ in size, abdominal proportions and terminal segments.

Males are frequently slightly smaller and more slender. The female abdomen is broader, particularly while an egg case is developing.

Reliable separation may require examination of:

  • the subgenital plate,
  • terminal abdominal segments,
  • cerci,
  • genital structures.

Size alone is not always sufficient because individuals display natural variation.

Habitat

Loboptera decipiens is principally a ground-dwelling species.

It occurs in:

  • leaf litter beneath trees and shrubs,
  • dry grassland,
  • Mediterranean scrub,
  • olive groves and other farmland,
  • gardens,
  • rocky ground,
  • old walls,
  • wood piles,
  • places beneath plant pots and other objects.

During daytime it usually shelters in dark and protected places where water loss is reduced.

It may become active at dusk, during the night or even by day under suitable temperature and humidity.

Protected microhabitats are particularly important within the warm, dry Mediterranean environment of Cyprus.

Diet

Loboptera decipiens feeds principally upon dead or decomposing plant material.

Its food may include:

  • dry leaves,
  • softened plant remains,
  • decaying seeds and fruit,
  • microscopic fungi,
  • algae,
  • organic particles within soil,
  • dead small invertebrates or other animal remains.

The exact diet changes according to environment and availability.

The species is best described as a detritivore, decomposer and opportunistic omnivore rather than a strict herbivore.

By consuming and fragmenting dead organic matter, it accelerates decomposition and the return of nutrients to the soil.

Relationship with Microorganisms

Cockroaches do not digest every complex food substance without assistance.

Their digestive systems contain communities of bacteria and other microorganisms that contribute to processing organic material.

This relationship enables them to use relatively nutrient-poor food, including dry leaves and ageing plant remains.

Their faeces return finely divided organic particles and nutrients to the soil, where they can be used by fungi, bacteria and plants.

Even a small wild cockroach consequently contributes to nutrient cycling.

Nocturnal and Cryptic Behaviour

Loboptera decipiens spends much of the day concealed.

Avoiding direct sunlight reduces:

  • overheating,
  • water loss,
  • exposure to birds and lizards,
  • detection by other predators.

It emerges during cooler and more humid periods to search for food and mates.

After rain or heavy nocturnal humidity, it may become more active upon the surface. During severe dry periods, it retreats deeper into litter or crevices retaining a favourable microclimate.

Communication and Senses

Cockroaches communicate principally through chemical and tactile signals.

The antennae continuously examine the ground and other individuals. Chemical substances may provide information about:

  • food,
  • suitable shelter,
  • potential mates,
  • sex and reproductive condition,
  • danger.

Antenna-to-antenna contact is important when individuals approach and recognise one another.

Ground vibration and air movement provide additional information about possible predators.

Reproduction

Reproduction is sexual and involves complex chemical and tactile communication.

A male detects a female through chemical signals. Approach and courtship follow, with the antennae and body position playing important roles.

After mating, the female forms a protective egg case called an ootheca.

The ootheca encloses multiple eggs and offers protection from:

  • mechanical damage,
  • partial moisture loss,
  • fungi and other microorganisms,
  • certain small predators.

In Loboptera decipiens, an ootheca may contain approximately twenty or more eggs, although the number can vary.

Ootheca

The ootheca is an elongated capsule formed from secretions of the female reproductive glands.

During its formation, the eggs are arranged in organised rows and enclosed within the protective covering.

The female deposits it in a sheltered location, such as:

  • beneath a stone,
  • within leaf litter,
  • in a soil crevice,
  • beneath wood,
  • among plant debris.

Selection of a microhabitat with suitable temperature and humidity strongly affects embryonic survival.

Oothecae may be attacked by specialised parasitoid wasps.

Incomplete Metamorphosis

Loboptera decipiens develops through incomplete metamorphosis.

The eggs produce small nymphs resembling adults but differing because they:

  • are much smaller,
  • lack mature reproductive organs,
  • possess different body proportions,
  • have a less developed colour pattern.

There is no larval or pupal stage comparable to those of butterflies and beetles.

A nymph passes through a succession of moults. At each moult, it sheds the old exoskeleton and produces a larger one.

The sexually mature adult appears after the final moult.

Nymphal Development

Young nymphs generally occupy the same protected microhabitats as adults.

They consume similar organic materials and avoid severe desiccation.

Development time depends upon:

  • temperature,
  • humidity,
  • food quality and quantity,
  • season,
  • number of moults.

Warm conditions accelerate growth and reproduction. Excessive dryness can nevertheless cause substantial mortality, particularly among young stages.

Immediately after each moult, the new exoskeleton is soft and pale. It gradually hardens and darkens.

Natural Enemies

Loboptera decipiens provides food for numerous animals associated with leaf litter and soil.

Potential predators include:

  • lizards,
  • insectivorous birds,
  • spiders,
  • scorpions,
  • centipedes,
  • ants,
  • predatory beetles,
  • small mammals.

Eggs within the ootheca may be attacked by specialised parasitoid wasps.

A complex association has been recorded in which Zeuxevania splendidula parasitises oothecae of Loboptera decipiens, while other minute wasps may parasitise the parasitoid itself.

Such relationships demonstrate that even an inconspicuous insect belongs to a complicated network of organisms.

Defence

The species principally defends itself through avoidance rather than attack.

It depends upon:

  • rapid running,
  • sudden directional changes,
  • cryptic behaviour,
  • a flattened body,
  • entry into narrow crevices,
  • activity during periods of reduced light.

Its dark coloration provides camouflage among moist soil, shadows and decomposing leaves.

The pale lateral band may visually break up the body’s outline among the narrow patterns of light and shade in leaf litter.

Is It a Household Pest?

Loboptera decipiens should not be confused with familiar cosmopolitan household cockroaches such as:

  • the German cockroach, Blattella germanica,
  • the Oriental cockroach, Blatta orientalis,
  • the American cockroach, Periplaneta americana.

Loboptera decipiens is principally a wild outdoor species. It may occur in gardens and yards or occasionally enter a building, but it does not generally form the large permanent indoor infestations typical of domestic pest species.

Finding one or a few individuals does not itself indicate a public-health infestation.

An individual found indoors can be carefully removed and released in a shaded place containing leaf litter.

Indiscriminate insecticide use against a solitary wild insect is unnecessary and may harm many other organisms.

Geographic Distribution

Loboptera decipiens is a widely distributed Mediterranean and Palaearctic species.

Its range includes:

  • southern Europe,
  • numerous Mediterranean islands,
  • the Balkans,
  • northern Africa,
  • the eastern Mediterranean,
  • Asia Minor,
  • parts of southwestern and central Asia.

It occurs from coastal regions to moderate and, in some countries, comparatively high elevations.

Precise distribution may remain incomplete because small wild cockroaches receive far less systematic attention than butterflies, dragonflies and other popular insects.

Identification of Loboptera species may also require detailed morphological examination.

Loboptera decipiens in Cyprus

The presence of Loboptera decipiens in Cyprus is supported by photographic and other records.

The island’s Mediterranean climate, extensive leaf litter, rocky habitats, gardens and scrub provide abundant suitable microhabitats.

The species can be found beneath stones, wood, plant pots and dry leaves, particularly where some ground moisture remains.

The photographs accompanying the post were taken at Lakatamia, in Nicosia District, on 8 November 2017 by Michalis Hadjiconstantis.

This autumn record falls within a season when declining temperatures and increasing soil moisture can stimulate the activity of numerous leaf-litter organisms in Cyprus.

Ecological Role

Loboptera decipiens contributes to the decomposition of dead organic material.

By consuming and fragmenting leaves and other remains, it:

  • increases the surface available to microorganisms,
  • accelerates decomposition,
  • returns nutrients to the soil,
  • contributes to the formation of organic soil material.

It also provides prey for many predators and supports Mediterranean food webs.

Its ecological role differs completely from the negative image usually associated with domestic cockroaches.

Conservation Status

No widely used global assessment of Loboptera decipiens is currently available through the IUCN Red List.

The species has a broad geographic range and can inhabit natural, agricultural and semi-urban environments. There is no clear evidence that it faces a generalised extinction risk.

Local populations may nevertheless be affected by:

  • excessive insecticide use,
  • complete removal of leaf litter,
  • destruction of dry-stone walls and old masonry,
  • loss of natural scrub,
  • frequent and severe fire,
  • prolonged drought,
  • covering soil with concrete or other impermeable materials.

Maintaining small natural areas within gardens and farmland benefits this species and many other decomposers.

Observation without Destroying Shelter

Stones, wood and layers of fallen leaves can be examined carefully when searching for the species.

Every stone or object should be replaced precisely as found. Its underside forms a stable microhabitat for cockroaches, beetles, snails, spiders, scorpions and numerous other organisms.

Leaf litter should not be destroyed and insects should not be collected unnecessarily.

A useful record should include:

  • date,
  • precise locality,
  • habitat type,
  • shelter beneath which it was found,
  • number of individuals,
  • presence of nymphs or oothecae,
  • photographer’s name.

Accurate attribution of the photographer forms an essential part of the scientific and ethical documentation of an observation.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Subphylum: Hexapoda
Class: Insecta
Order: Blattodea
Superfamily: Blaberoidea
Family: Ectobiidae Brunner von Wattenwyl, 1865
Subfamily: Blattellinae Karny, 1908
Genus: Loboptera Brunner von Wattenwyl, 1865
Species: Loboptera decipiens (Germar, 1817)
Original combination: Blatta decipiens Germar, 1817
English common name: Lobe-winged Cockroach
Greek common name: Κατσαρίδα με λοβοειδείς πτέρυγες

Πηγές – Sources


Saturday, 8 August 2020

Blattella germanica (Linnaeus, 1767) - German cockroach - Γερμανική κατσαρίδα - Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο

First confirmed record of Blattella germanica in Cyprus

Order: Blattodea (Cockroaches) 

Family: Ectobiidae

Pictures © Michael Hadjiconstantis. Strovolos: 2. August. 2020 

 

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Ένα παγκοσμίως διαδεδομένο οικιακό είδος

Η γερμανική κατσαρίδα, Blattella germanica, είναι ένα μικρό είδος της τάξης Blattodea και ένας από τους πιο διαδεδομένους οργανισμούς που ζουν μέσα σε ανθρώπινα κτίρια.

Στην Κύπρο συναντάται κυρίως σε κατοικίες, πολυκατοικίες, εστιατόρια, ξενοδοχεία, αρτοποιεία, νοσοκομεία, αποθήκες τροφίμων και άλλους θερμούς εσωτερικούς χώρους.

Σε αντίθεση με αρκετά αυτόχθονα είδη κατσαρίδων που ζουν στο ύπαιθρο και συμμετέχουν φυσιολογικά στην αποσύνθεση οργανικών υλικών, η Blattella germanica έχει προσαρμοστεί σχεδόν ολοκληρωτικά στο ανθρώπινο περιβάλλον. Δεν αποτελεί τυπικό είδος της κυπριακής άγριας πανίδας, αλλά κοσμοπολίτικο είδος που μεταφέρεται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Προέλευση του είδους

Παρά την κοινή ονομασία «γερμανική κατσαρίδα», το είδος δεν κατάγεται από τη Γερμανία.

Γονιδιωματική έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2024 έδειξε ότι η Blattella germanica εξελίχθηκε πιθανότατα από την ασιατική κατσαρίδα Blattella asahinai πριν από περίπου 2.100 χρόνια. Η προσαρμογή αυτή φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε σε ανθρώπινους οικισμούς στην περιοχή της σημερινής Ινδίας ή της Μιανμάρ.

Από εκεί εξαπλώθηκε προς δύο κύριες κατευθύνσεις:

  • προς τα δυτικά, φθάνοντας στη Μέση Ανατολή πριν από περίπου 1.200 χρόνια,
  • προς τα ανατολικά και αργότερα σε άλλες ηπείρους μέσω του εμπορίου, των μετακινήσεων και της ευρωπαϊκής αποικιακής δραστηριότητας.

Η είσοδός της στην Ευρώπη φαίνεται ότι έγινε σχετικά πρόσφατα, πιθανότατα κατά τον 18ο αιώνα. Η ονομασία «γερμανική» προέκυψε από τις πρώτες ευρωπαϊκές επιστημονικές αναφορές και όχι από τον πραγματικό τόπο καταγωγής της.

Παγκόσμια εξάπλωση

Σήμερα η Blattella germanica έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Μεταφέρθηκε από χώρα σε χώρα μέσα σε:

  • κιβώτια,
  • εμπορεύματα,
  • συσκευασίες τροφίμων,
  • ηλεκτρικές συσκευές,
  • έπιπλα,
  • αποσκευές,
  • πλοία,
  • αεροσκάφη,
  • φορτηγά και άλλα οχήματα.

Η εξάπλωσή της δεν βασίζεται τόσο στην πτήση όσο στην παθητική μεταφορά από τον άνθρωπο. Μπορεί να κρυφτεί σε μια μικρή χαραμάδα ενός αντικειμένου και να μεταφερθεί σε άλλο κτίριο ή χώρα χωρίς να γίνει αντιληπτή.

Παρότι απαντά και σε ψυχρές χώρες, επιβιώνει εκεί κυρίως μέσα σε θερμαινόμενα κτίρια. Δεν αντέχει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε χαμηλές θερμοκρασίες εκτός προστατευμένων χώρων.

Παρουσία στην Κύπρο

Το θερμό κλίμα της Κύπρου ευνοεί την επιβίωση και την ταχεία αναπαραγωγή της. Ωστόσο, οι σταθερότεροι πληθυσμοί της εντοπίζονται μέσα σε κτίρια, όπου υπάρχουν:

  • υψηλή ή σχετικά σταθερή θερμοκρασία,
  • πρόσβαση σε νερό,
  • υπολείμματα τροφής,
  • στενές χαραμάδες,
  • ηλεκτρικές συσκευές που παράγουν θερμότητα,
  • συνεχής ανθρώπινη δραστηριότητα.

Μέσα σε θερμαινόμενα κτίρια μπορεί να αναπαράγεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Οι πληθυσμοί μπορούν να αυξηθούν ιδιαίτερα γρήγορα το καλοκαίρι, όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλότερες.

Μέγεθος και γενική εμφάνιση

Η ενήλικη γερμανική κατσαρίδα είναι σχετικά μικρή. Το μήκος του σώματός της κυμαίνεται συνήθως περίπου από 11 μέχρι 16 χιλιοστά.

Το χρώμα της είναι:

  • κιτρινωπό καστανό,
  • ανοιχτό καφέ,
  • μερικές φορές πιο σκούρο καστανό.

Το σώμα είναι πεπλατυσμένο, χαρακτηριστικό που της επιτρέπει να εισέρχεται σε πολύ στενές σχισμές. Διαθέτει μακριές, λεπτές κεραίες και έξι πόδια με άκανθες, κατάλληλα για γρήγορη κίνηση.

Οι δύο χαρακτηριστικές σκούρες γραμμές

Το σημαντικότερο εξωτερικό γνώρισμα για την αναγνώριση της Blattella germanica είναι οι δύο σκούρες, σχεδόν παράλληλες επιμήκεις γραμμές πάνω στο πρόνωτο.

Το πρόνωτο είναι η πλακοειδής περιοχή ακριβώς πίσω από το κεφάλι. Οι δύο γραμμές αρχίζουν κοντά στο κεφάλι και κατευθύνονται προς τη βάση των φτερών.

Οι γραμμές αυτές βοηθούν να διαχωριστεί από άλλα μικρά οικιακά είδη κατσαρίδων.

Αρσενικό και θηλυκό

Το αρσενικό είναι συνήθως:

  • πιο λεπτό,
  • πιο επιμήκες,
  • ελαφρώς ανοιχτότερο,
  • με το άκρο της κοιλιάς περισσότερο ορατό.

Το θηλυκό είναι:

  • πλατύτερο,
  • πιο στρογγυλεμένο,
  • συνήθως λίγο σκουρότερο,
  • με μεγαλύτερη κοιλιά, ιδιαίτερα όταν μεταφέρει ωοθήκη.

Και τα δύο φύλα διαθέτουν καλά αναπτυγμένα φτερά που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της κοιλιάς.

Μπορεί να πετάξει;

Παρότι διαθέτει φτερά, η γερμανική κατσαρίδα σπάνια πετά. Συνήθως κινείται τρέχοντας πολύ γρήγορα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να πραγματοποιήσει μικρή ελεγχόμενη πτώση ή περιορισμένη ολίσθηση, αλλά δεν είναι ισχυρός ιπτάμενος οργανισμός.

Η εξάπλωσή της από κτίριο σε κτίριο γίνεται κυρίως:

  • μέσα από σωληνώσεις και ανοίγματα,
  • κάτω από πόρτες,
  • κατά μήκος καλωδίων,
  • μέσα σε αντικείμενα και εμπορεύματα,
  • μέσω κοινών τοίχων πολυκατοικιών.

Νύμφες

Οι νεαρές κατσαρίδες ονομάζονται νύμφες. Μοιάζουν με μικρότερες εκδοχές των ενηλίκων, αλλά δεν διαθέτουν πλήρως αναπτυγμένα φτερά.

Οι νεαρές νύμφες είναι συνήθως πολύ σκούρες καστανές ή σχεδόν μαύρες. Συχνά εμφανίζουν μια ανοιχτότερη επιμήκη περιοχή στο κέντρο της ράχης.

Καθώς μεγαλώνουν, αποβάλλουν επανειλημμένα τον εξωσκελετό τους. Αμέσως μετά την έκδυση το σώμα τους είναι πολύ ανοιχτό, σχεδόν λευκό. Σταδιακά σκουραίνει καθώς ο νέος εξωσκελετός σκληραίνει.

Οι περιστασιακές αναφορές για «λευκές κατσαρίδες» δεν αφορούν ξεχωριστό είδος ή αλμπινισμό, αλλά άτομα που μόλις έχουν υποστεί έκδυση.

Ωοθήκη

Τα αυγά προστατεύονται μέσα σε μια καστανή κάψουλα που ονομάζεται ωοθήκη ή ωοκάψουλα.

Η ωοθήκη έχει μήκος περίπου 6–9 χιλιοστά και φέρει εγκάρσιες αυλακώσεις. Περιέχει συνήθως περίπου 30–40 αυγά, αν και ο αριθμός μπορεί να παρουσιάζει διακύμανση.

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του είδους είναι ότι το θηλυκό διατηρεί την ωοθήκη συνδεδεμένη στο άκρο της κοιλιάς του για το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης των εμβρύων.

Η ωοθήκη αποτίθεται συνήθως πολύ λίγο πριν από την εκκόλαψη, ενώ μερικές φορές οι νύμφες αρχίζουν να εξέρχονται ενώ αυτή βρίσκεται ακόμη πάνω στο θηλυκό.

Η παρατεταμένη μεταφορά της ωοθήκης:

  • προστατεύει τα αυγά από την ξήρανση,
  • μειώνει την έκθεσή τους σε ορισμένα εντομοκτόνα,
  • περιορίζει τη θήρευση,
  • αυξάνει σημαντικά την επιτυχία αναπαραγωγής.

Κύκλος ζωής

Ο κύκλος ζωής περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια:

  1. αυγό μέσα στην ωοθήκη,
  2. νύμφη,
  3. ενήλικο.

Η εμβρυϊκή ανάπτυξη μέσα στην ωοθήκη διαρκεί συνήθως περίπου 20–30 ημέρες, ανάλογα με τη θερμοκρασία και την υγρασία.

Οι νύμφες περνούν συνήθως από έξι ή επτά εκδύσεις πριν φτάσουν στην ενηλικίωση. Η νυμφική ανάπτυξη μπορεί να διαρκέσει περίπου 40–60 ημέρες κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, αλλά παρατείνεται όταν επικρατούν χαμηλότερες θερμοκρασίες ή υπάρχει περιορισμένη τροφή.

Ο συνολικός χρόνος από το αυγό μέχρι το αναπαραγωγικά ώριμο ενήλικο είναι συχνά περίπου 70–100 ημέρες. Σε ιδανικές θερμές συνθήκες μπορεί να είναι μικρότερος.

Κάθε θηλυκό μπορεί να παράγει διαδοχικές ωοθήκες κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο μεγάλος αριθμός αυγών και ο σχετικά σύντομος κύκλος ανάπτυξης επιτρέπουν σε έναν μικρό αρχικό πληθυσμό να αυξηθεί γρήγορα.

Συνθήκες που προτιμά

Η Blattella germanica προτιμά θερμούς και υγρούς χώρους. Οι ευνοϊκότερες θερμοκρασίες βρίσκονται περίπου μεταξύ 25 και 30°C.

Συχνά κρύβεται:

  • πίσω και κάτω από ψυγεία,
  • κοντά στους συμπιεστές ηλεκτρικών συσκευών,
  • μέσα και γύρω από κουζίνες,
  • κάτω από νεροχύτες,
  • κοντά σε σωληνώσεις,
  • πίσω από ντουλάπια,
  • μέσα σε ρωγμές τοίχων,
  • γύρω από πλυντήρια πιάτων,
  • κοντά σε φούρνους και μηχανές παρασκευής καφέ,
  • μέσα σε ηλεκτρικές συσκευές,
  • σε χαρτοκιβώτια και συσκευασίες.

Το πεπλατυσμένο σώμα της επιτρέπει να εισέρχεται σε σχισμές λίγων χιλιοστών.

Νυκτόβια συμπεριφορά

Η γερμανική κατσαρίδα δραστηριοποιείται κυρίως τη νύχτα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένει κρυμμένη σε σκοτεινά και στενά καταφύγια.

Βγαίνει για να αναζητήσει τροφή, νερό και σύντροφο, συνήθως μετά τη μείωση της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η συχνή εμφάνιση πολλών ατόμων κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να αποτελεί ένδειξη:

  • πολύ μεγάλου πληθυσμού,
  • έλλειψης διαθέσιμων καταφυγίων,
  • διατάραξης της κρυψώνας,
  • έντονης ανάγκης για νερό ή τροφή.

Ένα μόνο άτομο δεν επιτρέπει πάντοτε ασφαλή εκτίμηση του μεγέθους της προσβολής, αλλά η παρουσία νυμφών ή θηλυκών με ωοθήκες υποδεικνύει ενεργή αναπαραγωγή.

Συγκεντρωτική αλλά όχι κοινωνική ζωή

Οι γερμανικές κατσαρίδες συχνά συγκεντρώνονται σε μεγάλους αριθμούς στα ίδια καταφύγια. Αυτό δεν σημαίνει ότι σχηματίζουν κοινωνίες με βασίλισσα και εργάτριες όπως τα μυρμήγκια ή οι τερμίτες.

Οι συγκεντρώσεις δημιουργούνται επειδή τα άτομα:

  • προτιμούν τις ίδιες θερμές και υγρές θέσεις,
  • αναγνωρίζουν χημικά σήματα άλλων κατσαρίδων,
  • αναζητούν επαφή με στενές επιφάνειες,
  • βρίσκουν εκεί τροφή και νερό.

Η προτίμηση να διατηρούν το σώμα τους σε επαφή με δύο ή περισσότερες επιφάνειες ονομάζεται θιγμοτακτισμός.

Διατροφή

Η Blattella germanica είναι παμφάγο και ιδιαίτερα ευκαιριακό είδος. Τρέφεται με πολλές οργανικές ουσίες, όπως:

  • ψίχουλα,
  • λίπη και έλαια,
  • ζάχαρη και γλυκά,
  • άμυλο,
  • κρέας,
  • ζωοτροφές,
  • κόλλες,
  • χαρτί και χαρτόνι,
  • υπολείμματα σαπουνιού,
  • νεκρά έντομα,
  • περιττώματα και εκδύματα άλλων κατσαρίδων.

Η πρόσβαση στο νερό είναι συχνά πιο κρίσιμη από την πρόσβαση στην τροφή. Μικρές διαρροές, υγρασία γύρω από σωλήνες, σταγόνες στον νεροχύτη και συμπυκνωμένο νερό πάνω σε συσκευές μπορούν να συντηρήσουν έναν πληθυσμό.

Φυσική οικολογική λειτουργία και οικιακή προσβολή

Οι περισσότερες κατσαρίδες στον κόσμο δεν είναι οικιακά παράσιτα. Ζουν στη φύση και συμβάλλουν στη διάσπαση νεκρής φυτικής ύλης και στην ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων.

Η Blattella germanica, όμως, αποτελεί ειδική περίπτωση. Η εξελικτική της πορεία συνδέθηκε στενά με τα ανθρώπινα κτίρια και δεν είναι γνωστή ως σταθερός κάτοικος φυσικών οικοσυστημάτων μακριά από τον άνθρωπο.

Επομένως, η παρουσία της σε μια κουζίνα ή χώρο παρασκευής τροφίμων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η περιστασιακή είσοδος ενός ακίνδυνου υπαίθριου είδους κατσαρίδας.

Υγειονομική σημασία

Η γερμανική κατσαρίδα δεν είναι γνωστή ως βιολογικός φορέας στον οποίο ένας παθογόνος οργανισμός πρέπει να αναπτυχθεί πριν μεταδοθεί στον άνθρωπο.

Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως μηχανικός μεταφορέας μικροοργανισμών. Καθώς κινείται ανάμεσα σε αποχετεύσεις, σκουπίδια, υγρά οργανικά υπολείμματα, πάγκους και τρόφιμα, μικρόβια μπορούν να προσκολληθούν:

  • στα πόδια,
  • στην επιφάνεια του σώματος,
  • στο πεπτικό σύστημα,
  • στα περιττώματά της.

Μελέτες έχουν απομονώσει από κατσαρίδες διάφορα βακτήρια, μύκητες και άλλους μικροοργανισμούς που μπορούν να σχετίζονται με επιμολύνσεις τροφίμων.

Η ανίχνευση ενός μικροοργανισμού πάνω σε κατσαρίδα δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι προκάλεσε συγκεκριμένο περιστατικό ασθένειας. Αποδεικνύει, όμως, ότι οι προσβολές πρέπει να αντιμετωπίζονται σοβαρά, ιδιαίτερα σε κουζίνες, νοσοκομεία και χώρους παραγωγής τροφίμων.

Αλλεργίες και άσθμα

Μία από τις καλύτερα τεκμηριωμένες επιπτώσεις της γερμανικής κατσαρίδας στην ανθρώπινη υγεία αφορά τις αλλεργίες.

Αλλεργιογόνες πρωτεΐνες υπάρχουν:

  • στα περιττώματα,
  • στο σάλιο,
  • στα απορριφθέντα τμήματα του εξωσκελετού,
  • στα διαλυμένα σωματικά υπολείμματα.

Τα μικροσκοπικά αυτά σωματίδια μπορούν να ενσωματωθούν στη σκόνη και να μεταφερθούν στον αέρα. Σε ευαισθητοποιημένα άτομα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν:

  • αλλεργική ρινίτιδα,
  • φτέρνισμα,
  • ρινική συμφόρηση,
  • ερεθισμό των ματιών,
  • βήχα,
  • συριγμό,
  • δερματικές αντιδράσεις,
  • κρίσεις άσθματος.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για παιδιά και άτομα που πάσχουν ήδη από άσθμα ή άλλες αλλεργικές παθήσεις.

Η εξόντωση των ζωντανών κατσαρίδων δεν απομακρύνει αμέσως όλα τα αλλεργιογόνα. Απαιτείται σχολαστικός καθαρισμός της σκόνης, των περιττωμάτων, των εκδυμάτων και των νεκρών εντόμων.

Δαγκώνει τον άνθρωπο;

Η γερμανική κατσαρίδα δεν αναζητά ανθρώπους για να τους δαγκώσει και δεν αποτελεί αιμομυζητικό έντομο.

Σε εξαιρετικά βαριές προσβολές και πολύ σπάνιες συνθήκες έχουν αναφερθεί επιφανειακά σημάδια σε περιοχές με υπολείμματα τροφής ή νεκρού δέρματος. Αυτές οι περιπτώσεις είναι ασυνήθιστες και δεν αποτελούν τη συνηθισμένη συμπεριφορά του είδους.

Η κύρια υγειονομική σημασία της αφορά τα αλλεργιογόνα και την πιθανή μηχανική επιμόλυνση επιφανειών και τροφίμων.

Διαφορές από άλλα είδη της Κύπρου

Αμερικανική κατσαρίδα – Periplaneta americana

Η αμερικανική κατσαρίδα είναι πολύ μεγαλύτερη, συνήθως κοκκινοκάστανη και συχνή σε υπονόμους, φρεάτια, υπόγεια και θερμές υγρές εγκαταστάσεις.

Ανατολική κατσαρίδα – Blatta orientalis

Είναι μεγαλύτερη, πολύ πιο σκούρα και συχνά σχεδόν μαύρη. Συνδέεται περισσότερο με δροσερά, υγρά υπόγεια, αποχετεύσεις και εξωτερικούς χώρους.

Κατσαρίδα με καστανές ζώνες – Supella longipalpa

Είναι μικρή όπως η γερμανική κατσαρίδα, αλλά φέρει ανοιχτόχρωμες εγκάρσιες ζώνες πάνω στα φτερά και στην κοιλιά. Προτιμά συχνά ξηρότερα και ψηλότερα σημεία μέσα στα δωμάτια.

Υπαίθρια είδη

Διάφορες μικρές κατσαρίδες μπορεί να εισέρχονται περιστασιακά στα σπίτια από κήπους και φυσικούς οικοτόπους. Η είσοδος ενός υπαίθριου είδους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει εσωτερική προσβολή.

Πώς εισέρχεται σε ένα κτίριο

Η γερμανική κατσαρίδα μπορεί να εισέλθει με:

  • χαρτοκιβώτια,
  • σακούλες τροφίμων,
  • μεταχειρισμένες ηλεκτρικές συσκευές,
  • έπιπλα,
  • αποσκευές,
  • εξοπλισμό εστίασης,
  • παραδόσεις εμπορευμάτων,
  • σωληνώσεις και κοινά δίκτυα πολυκατοικιών.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε μεταχειρισμένα ψυγεία, φούρνους μικροκυμάτων, καφετιέρες και άλλες συσκευές που προσφέρουν θερμότητα και στενά καταφύγια.

Η παρουσία της δεν αποδεικνύει απαραίτητα έλλειψη καθαριότητας. Ακόμη και ένα καθαρό κτίριο μπορεί να προσβληθεί μέσω μεταφερόμενου αντικειμένου ή γειτονικού διαμερίσματος. Η διαθέσιμη τροφή, το νερό και τα καταφύγια, όμως, καθορίζουν πόσο γρήγορα θα αυξηθεί ο πληθυσμός.

Σημάδια προσβολής

Ενδείξεις ενεργής παρουσίας είναι:

  • ζωντανά άτομα τη νύχτα,
  • νύμφες διαφορετικών μεγεθών,
  • θηλυκά που μεταφέρουν ωοθήκη,
  • μικρά, σκοτεινά περιττώματα,
  • απορριφθέντες εξωσκελετοί,
  • νεκρά άτομα,
  • χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή σε μεγάλους πληθυσμούς,
  • κατσαρίδες μέσα ή πίσω από ηλεκτρικές συσκευές,
  • συλλήψεις σε κολλητικές παγίδες.

Τα περιττώματα μπορεί να μοιάζουν με μικρές μαύρες τελείες ή κόκκους πιπεριού κοντά στα καταφύγια.

Γιατί είναι δύσκολη η αντιμετώπισή της

Η επιτυχία της Blattella germanica οφείλεται σε συνδυασμό χαρακτηριστικών:

  • μικρό σώμα,
  • πολύ στενές κρυψώνες,
  • γρήγορη αναπαραγωγή,
  • μεγάλος αριθμός αυγών,
  • μεταφορά της ωοθήκης από το θηλυκό,
  • νυκτόβια συμπεριφορά,
  • παμφάγος διατροφή,
  • μεταφορά μέσα σε αντικείμενα,
  • γρήγορη επαναποίκιση από γειτονικούς χώρους,
  • ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε εντομοκτόνα,
  • αποφυγή ορισμένων δολωμάτων.

Η εφαρμογή του ίδιου εντομοκτόνου επανειλημμένα μπορεί να επιλέξει άτομα με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και να μειώσει σταδιακά την αποτελεσματικότητα της επέμβασης.

Ολοκληρωμένη αντιμετώπιση

Η αποτελεσματικότερη προσέγγιση είναι η ολοκληρωμένη διαχείριση παρασίτων, η οποία συνδυάζει παρακολούθηση, καθαριότητα, αποκλεισμό καταφυγίων και στοχευμένη χρήση εγκεκριμένων προϊόντων.

1. Παρακολούθηση

Τοποθετούνται κολλητικές παγίδες σε προστατευμένα σημεία:

  • πίσω από το ψυγείο,
  • κάτω από τον νεροχύτη,
  • κοντά στις σωληνώσεις,
  • δίπλα σε πλυντήρια πιάτων,
  • πίσω από συσκευές,
  • κοντά σε ντουλάπια τροφίμων.

Οι παγίδες δεν εξαλείφουν από μόνες τους μια σοβαρή προσβολή, αλλά δείχνουν πού συγκεντρώνεται ο πληθυσμός και αν η αντιμετώπιση αποδίδει.

2. Απομάκρυνση τροφής

  • Καθαρίζουμε αμέσως ψίχουλα και λίπη.
  • Διατηρούμε τα τρόφιμα σε κλειστά δοχεία.
  • Δεν αφήνουμε ζωοτροφές εκτεθειμένες τη νύχτα.
  • Καθαρίζουμε κάτω και πίσω από συσκευές.
  • Αδειάζουμε τακτικά τους κάδους απορριμμάτων.
  • Αποφεύγουμε τη συσσώρευση χαρτοκιβωτίων.

3. Περιορισμός του νερού

  • Επισκευάζουμε διαρροές.
  • Στεγνώνουμε νεροχύτες και πάγκους.
  • Ελέγχουμε τη συμπύκνωση γύρω από ψυγεία.
  • Δεν αφήνουμε στάσιμο νερό σε δοχεία.
  • Ελέγχουμε σωλήνες και αποχετεύσεις.

4. Σφράγιση καταφυγίων

Ρωγμές, αρμοί, κενά γύρω από σωληνώσεις και ανοίγματα μεταξύ διαμερισμάτων πρέπει να σφραγίζονται, όπου αυτό είναι ασφαλές και τεχνικά κατάλληλο.

Η σφράγιση μειώνει τις κρυψώνες και τη μετακίνηση μεταξύ γειτονικών χώρων.

5. Στοχευμένα δολώματα

Τα εντομοκτόνα δολώματα σε μορφή γέλης μπορούν να είναι αποτελεσματικότερα από τους γενικούς ψεκασμούς, όταν χρησιμοποιούνται σωστά.

Τοποθετούνται μικρές ποσότητες κοντά στις κρυψώνες και στις διαδρομές των κατσαρίδων, πάντοτε σύμφωνα με την ετικέτα του προϊόντος.

Δεν πρέπει να ψεκάζεται απωθητικό εντομοκτόνο πάνω ή πολύ κοντά στο δόλωμα, επειδή μπορεί να εμποδίσει τις κατσαρίδες να το καταναλώσουν.

6. Επαγγελματική επέμβαση

Σε μεγάλη προσβολή, πολυκατοικία, νοσοκομείο ή χώρο τροφίμων απαιτείται αδειοδοτημένος επαγγελματίας.

Η αντιμετώπιση ενός μόνο διαμερίσματος μπορεί να αποτύχει εάν ο πληθυσμός υπάρχει και σε γειτονικές μονάδες, σωληνώσεις ή κοινόχρηστους χώρους.

Τι πρέπει να αποφεύγεται

Πρέπει να αποφεύγονται:

  • η ανεξέλεγκτη χρήση πολλών διαφορετικών εντομοκτόνων,
  • οι εφαρμογές μεγαλύτερης ποσότητας από εκείνη που αναγράφεται στην ετικέτα,
  • ο ψεκασμός επιφανειών προετοιμασίας τροφίμων,
  • η χρήση προϊόντων κοντά σε παιδιά και κατοικίδια χωρίς τις προβλεπόμενες προφυλάξεις,
  • η ανάμειξη χημικών προϊόντων,
  • η χρήση μη εγκεκριμένων σκευασμάτων,
  • οι βόμβες ή εκνεφωτές εντομοκτόνων χωρίς επαγγελματική αξιολόγηση.

Οι γενικοί εκνεφωτές συχνά δεν φθάνουν μέσα στις βαθιές σχισμές όπου κρύβονται οι κατσαρίδες. Μπορούν επίσης να τις διασκορπίσουν σε άλλα σημεία και να αυξήσουν την έκθεση ανθρώπων και κατοικίδιων στα εντομοκτόνα.

Ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα

Πληθυσμοί της γερμανικής κατσαρίδας έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα σε πολλές κατηγορίες δραστικών ουσιών.

Η ανθεκτικότητα μπορεί να προκύπτει από:

  • ταχύτερη διάσπαση του εντομοκτόνου,
  • αλλαγές στο νευρικό σύστημα,
  • μειωμένη διείσδυση της ουσίας,
  • αποφυγή επεξεργασμένων επιφανειών,
  • άρνηση κατανάλωσης συγκεκριμένων δολωμάτων.

Σε ορισμένους πληθυσμούς έχει εξελιχθεί ακόμη και αποστροφή προς τη γλυκόζη, όταν αυτή χρησιμοποιείται ως ελκυστικό σε δολώματα.

Η εναλλαγή δεν πρέπει να γίνεται απλώς μεταξύ διαφορετικών εμπορικών ονομασιών. Όπου απαιτείται, πρέπει να χρησιμοποιούνται προϊόντα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης, σύμφωνα με την ετικέτα και τις οδηγίες ειδικού.

Πρόληψη επανεμφάνισης

Μετά τη μείωση του πληθυσμού πρέπει να συνεχίζεται η παρακολούθηση.

Χρήσιμα προληπτικά μέτρα είναι:

  • έλεγχος εισερχόμενων χαρτοκιβωτίων,
  • επιθεώρηση μεταχειρισμένων συσκευών,
  • απομάκρυνση περιττών συσκευασιών,
  • τακτικός καθαρισμός δυσπρόσιτων σημείων,
  • συντήρηση σωληνώσεων,
  • χρήση κολλητικών παγίδων παρακολούθησης,
  • συντονισμός μεταξύ γειτονικών διαμερισμάτων,
  • επανέλεγχος μετά την εφαρμογή δολωμάτων.

Η εξαφάνιση των ενηλίκων για μερικές ημέρες δεν αποδεικνύει πάντα ότι η προσβολή εξαλείφθηκε. Νύμφες μπορεί να εμφανιστούν αργότερα από ωοθήκες που επέζησαν.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Arthropoda
Υποφύλο: Hexapoda
Κλάση: Insecta
Τάξη: Blattodea
Υπεροικογένεια: Blaberoidea
Οικογένεια: Ectobiidae
Υποοικογένεια: Blattellinae
Γένος: Blattella Caudell, 1903
Είδος: Blattella germanica (Linnaeus, 1767)
Αρχικός συνδυασμός: Blatta germanica Linnaeus, 1767
Αγγλική κοινή ονομασία: German cockroach
Ελληνική κοινή ονομασία: Γερμανική κατσαρίδα
Καθεστώς στην Κύπρο: Εισαγμένο, κοσμοπολίτικο, εγκατεστημένο οικιακό είδος

Πηγές

  1. Blattella germanica – Cockroach Species File.
  2. Blattella germanica – GBIF.
  3. Tang, Q. et al. (2024). Solving the 250-year-old mystery of the origin and global spread of the German cockroach, Blattella germanica. Proceedings of the National Academy of Sciences.
  4. Biology and behavior of the German cockroach. North Carolina State University.
  5. Donkor, E.S. (2020). Cockroaches and food-borne pathogens. Environmental Health Insights.
  6. Cockroaches and indoor allergens. American Lung Association.
  7. Cockroach allergy. Cleveland Clinic.
  8. German cockroach pest control. Extension Foundation.
  9. Konstantinou, G. Blattella germanica – German cockroach – Cyprus. Biodiversity of Cyprus.

    

 

German cockroach – Blattella germanica (Linnaeus, 1767) – Cyprus

Text by George Konstantinou

A globally distributed domestic species

The German cockroach, Blattella germanica, is a small member of the order Blattodea and one of the most widespread organisms living within human buildings.

In Cyprus, it occurs mainly in houses, apartment buildings, restaurants, hotels, bakeries, hospitals, food-storage facilities and other warm indoor environments.

Unlike many native cockroaches that live outdoors and play a natural role in decomposing organic matter, Blattella germanica has become almost completely adapted to human environments. It is not a typical member of the native Cypriot wildlife but a cosmopolitan species transported by human activity.

Origin

Despite its common name, the German cockroach did not originate in Germany.

A genomic study published in 2024 indicated that Blattella germanica evolved from the Asian cockroach, Blattella asahinai, approximately 2,100 years ago. This adaptation probably occurred in human settlements in the region of present-day India or Myanmar.

It subsequently spread along two principal routes:

  • westwards, reaching the Middle East approximately 1,200 years ago;
  • eastwards and later to other continents through trade, travel and European colonial activity.

Its arrival in Europe appears to have occurred relatively recently, probably during the eighteenth century. The name “German” resulted from early European scientific records and not from its actual geographical origin.

Worldwide distribution

Blattella germanica now has an almost worldwide distribution. It has been transported between countries inside:

  • boxes;
  • goods;
  • food packaging;
  • electrical appliances;
  • furniture;
  • luggage;
  • ships;
  • aircraft;
  • trucks and other vehicles.

Its spread depends mainly on passive human transportation rather than flight. A cockroach can hide in a tiny opening within an object and be carried to another building or country without being noticed.

Although it occurs in cold countries, it survives there mainly inside heated buildings. It cannot persist for long periods outdoors under low-temperature conditions.

Presence in Cyprus

The warm climate of Cyprus favours its survival and rapid reproduction. Its most stable populations nevertheless occur inside buildings where it has:

  • high or relatively stable temperatures;
  • access to water;
  • food residues;
  • narrow crevices;
  • heat-producing electrical appliances;
  • continuous human activity.

It can reproduce throughout the year inside heated buildings. Populations may increase particularly rapidly during summer when temperatures are higher.

Size and general appearance

The adult German cockroach is relatively small, generally measuring approximately 11–16 millimetres in body length.

Its colour ranges from:

  • yellowish brown;
  • light brown;
  • occasionally darker brown.

The body is flattened, allowing it to enter extremely narrow crevices. It has long, slender antennae and six spiny legs adapted for rapid movement.

Two characteristic dark stripes

The most important external identification feature is the pair of dark, nearly parallel longitudinal stripes on the pronotum.

The pronotum is the plate-like area immediately behind the head. The two stripes begin near the head and extend towards the bases of the wings.

These markings help distinguish the species from other small domestic cockroaches.

Male and female

The male is generally:

  • narrower;
  • more elongated;
  • slightly paler;
  • with the end of the abdomen more exposed.

The female is:

  • broader;
  • more rounded;
  • usually slightly darker;
  • with a larger abdomen, especially when carrying an ootheca.

Both sexes possess well-developed wings covering most of the abdomen.

Can it fly?

Although it has wings, the German cockroach rarely flies. It normally escapes by running very rapidly.

It may occasionally perform a short controlled fall or limited glide but is not a strong flying insect.

Its movement between buildings occurs principally:

  • through pipes and openings;
  • beneath doors;
  • along cables;
  • inside objects and goods;
  • through shared walls in apartment buildings.

Nymphs

Young cockroaches are called nymphs. They resemble smaller adults but lack fully developed wings.

Young nymphs are generally dark brown or nearly black. They frequently possess a paler longitudinal area along the centre of the back.

As they grow, they repeatedly shed their exoskeleton. Immediately after moulting, the body is extremely pale or almost white. It gradually darkens as the new exoskeleton hardens.

Reports of “white cockroaches” do not represent another species or albinism. They refer to individuals that have recently moulted.

Ootheca

The eggs are protected within a brown capsule known as an ootheca or egg case.

The ootheca measures approximately 6–9 millimetres and bears transverse grooves. It usually contains about 30–40 eggs, although the number varies.

An important characteristic of the species is that the female carries the ootheca at the end of her abdomen during most of embryonic development.

It is normally deposited only shortly before hatching. In some cases, nymphs begin emerging while the ootheca remains attached to the female.

Carrying the ootheca:

  • protects the eggs against desiccation;
  • reduces their exposure to some insecticides;
  • limits predation;
  • greatly increases reproductive success.

Life cycle

The life cycle consists of three principal stages:

  1. egg within the ootheca;
  2. nymph;
  3. adult.

Embryonic development generally lasts approximately 20–30 days, depending on temperature and humidity.

Nymphs usually undergo six or seven moults before becoming adults. Under favourable conditions, nymphal development may require approximately 40–60 days but takes longer at lower temperatures or when food is limited.

The total period from egg to reproductive adult is frequently around 70–100 days. It may be shorter under ideal warm conditions.

Each female can produce successive oothecae during her lifetime. The large number of eggs and relatively short developmental cycle allow a small initial population to increase rapidly.

Preferred conditions

Blattella germanica favours warm and humid environments, with optimum conditions generally around 25–30°C.

It frequently hides:

  • behind and beneath refrigerators;
  • near appliance compressors;
  • inside and around cookers;
  • beneath sinks;
  • near pipes;
  • behind cupboards;
  • within wall cracks;
  • around dishwashers;
  • near ovens and coffee machines;
  • inside electrical appliances;
  • within cardboard boxes and packaging.

Its flattened body allows it to enter crevices only a few millimetres wide.

Nocturnal behaviour

The German cockroach is mainly nocturnal. During daylight hours, it remains concealed in dark, narrow shelters.

It emerges to search for food, water and mates, usually after human activity has decreased.

Frequent daytime sightings of numerous individuals may indicate:

  • a very large population;
  • a shortage of available shelters;
  • disturbance of their hiding place;
  • severe need for water or food.

A single individual does not always allow a reliable estimate of infestation size. The presence of nymphs or females carrying oothecae, however, demonstrates active reproduction.

Aggregations but not social colonies

German cockroaches frequently gather in large numbers in the same shelters. They do not form societies with queens and workers like ants or termites.

Aggregations develop because individuals:

  • prefer the same warm, humid places;
  • recognise chemical signals produced by other cockroaches;
  • seek bodily contact with narrow surfaces;
  • find food and water in the same areas.

Their preference for maintaining contact with two or more surfaces is known as thigmotaxis.

Diet

Blattella germanica is omnivorous and highly opportunistic. It feeds on many organic materials, including:

  • crumbs;
  • fats and oils;
  • sugar and sweet foods;
  • starch;
  • meat;
  • animal feed;
  • adhesives;
  • paper and cardboard;
  • soap residues;
  • dead insects;
  • droppings and cast skins of other cockroaches.

Access to water is often more critical than access to food. Small leaks, moisture around pipes, drops inside sinks and condensation on appliances can sustain a population.

Natural ecological role and domestic infestation

Most cockroach species are not domestic pests. They live in natural habitats and contribute to the decomposition of dead vegetation and the recycling of nutrients.

Blattella germanica is a special case. Its evolution became closely associated with human buildings, and it is not known as a stable inhabitant of natural ecosystems away from people.

Its presence in a kitchen or food-preparation area should therefore not be treated in the same way as the accidental entry of a harmless outdoor cockroach.

Public-health significance

The German cockroach is not known as a biological vector in which a pathogen must develop before being transmitted to humans.

It may, however, act as a mechanical carrier of microorganisms. As it moves between drains, refuse, moist organic residues, work surfaces and food, microbes may become attached to:

  • its legs;
  • the body surface;
  • its digestive system;
  • its faeces.

Studies have isolated various bacteria, fungi and other microorganisms from cockroaches that may be associated with food contamination.

Detecting a microorganism on a cockroach does not prove that it caused a particular case of disease. It does demonstrate why infestations must be taken seriously, especially in kitchens, hospitals and food-production facilities.

Allergies and asthma

One of the best-documented effects of German cockroaches on human health concerns allergies.

Allergenic proteins occur in:

  • faeces;
  • saliva;
  • cast exoskeleton fragments;
  • decomposing body remains.

These microscopic particles can become incorporated into dust and enter the air. In sensitised people they may cause or worsen:

  • allergic rhinitis;
  • sneezing;
  • nasal congestion;
  • eye irritation;
  • coughing;
  • wheezing;
  • skin reactions;
  • asthma attacks.

The problem is particularly important for children and people who already suffer from asthma or other allergic conditions.

Killing the living cockroaches does not immediately remove all allergens. Thorough cleaning of dust, faeces, shed skins and dead insects is also required.

Does it bite humans?

The German cockroach does not seek humans in order to bite them and is not a blood-feeding insect.

Superficial marks have very rarely been reported under conditions of extremely heavy infestation, particularly around food residue or dead skin. Such events are exceptional and do not represent its normal behaviour.

Its principal health significance concerns allergens and the possible mechanical contamination of surfaces and food.

Differences from other Cypriot species

American cockroach – Periplaneta americana

The American cockroach is much larger, usually reddish brown and frequently associated with sewers, drains, basements and warm, humid installations.

Oriental cockroach – Blatta orientalis

This species is larger, much darker and often nearly black. It is associated mainly with cooler, damp basements, drainage systems and outdoor environments.

Brown-banded cockroach – Supella longipalpa

It is small like the German cockroach but bears pale transverse bands across the wings and abdomen. It frequently favours drier, higher locations inside rooms.

Outdoor cockroaches

Various small outdoor species may occasionally enter buildings from gardens and natural habitats. A single outdoor cockroach does not necessarily indicate an indoor infestation.

How it enters buildings

The German cockroach can enter with:

  • cardboard boxes;
  • shopping bags;
  • second-hand electrical appliances;
  • furniture;
  • luggage;
  • catering equipment;
  • deliveries;
  • pipes and shared networks in apartment buildings.

Particular care should be taken with used refrigerators, microwave ovens, coffee machines and other appliances that offer warmth and narrow shelters.

Its presence does not necessarily prove poor cleanliness. Even a clean building may become infested through a transported object or neighbouring apartment. The availability of food, water and shelters, however, determines how rapidly the population will increase.

Evidence of infestation

Signs of active presence include:

  • living individuals seen at night;
  • nymphs of different sizes;
  • females carrying oothecae;
  • small dark droppings;
  • discarded exoskeletons;
  • dead individuals;
  • a characteristic unpleasant odour in large infestations;
  • cockroaches inside or behind appliances;
  • captures in sticky monitoring traps.

Droppings may resemble tiny black spots or grains of pepper around shelters.

Why control is difficult

The success of Blattella germanica results from a combination of characteristics:

  • small body size;
  • extremely narrow hiding places;
  • rapid reproduction;
  • numerous eggs;
  • prolonged carriage of the ootheca;
  • nocturnal behaviour;
  • omnivorous diet;
  • transportation inside objects;
  • rapid recolonisation from neighbouring spaces;
  • insecticide resistance;
  • avoidance of certain baits.

Repeated use of the same insecticide can select more resistant individuals and gradually reduce treatment effectiveness.

Integrated management

The most effective approach is integrated pest management, combining monitoring, sanitation, exclusion and targeted use of approved products.

Monitoring

Sticky traps can be placed behind refrigerators, beneath sinks, near pipes, beside dishwashers and close to cupboards.

They do not eliminate a serious infestation by themselves, but identify population centres and show whether treatment is working.

Removal of food

Food should be stored in closed containers, crumbs and grease cleaned promptly, animal feed removed overnight, bins emptied regularly and unnecessary cardboard packaging discarded.

Limiting water

Leaks must be repaired, sinks and worktops dried, condensation checked and standing water removed.

Sealing shelters

Cracks, joints and gaps around pipes should be sealed where technically safe and appropriate. This reduces shelters and movement between neighbouring units.

Targeted baits

Insecticidal gel baits can be more effective than general spraying when used correctly. Small placements are applied close to shelters and movement routes in strict accordance with the product label.

Repellent sprays should not be applied over or close to bait because they may prevent cockroaches from feeding on it.

Professional treatment

Large infestations and infestations in apartment buildings, hospitals or food establishments require a licensed pest-management professional.

Treating only one apartment may fail when populations are also present in neighbouring units, pipes or shared areas.

Practices to avoid

The following should be avoided:

  • uncontrolled use of multiple insecticides;
  • applying more product than permitted by the label;
  • spraying food-preparation surfaces;
  • unsafe use around children or pets;
  • mixing chemical products;
  • using unapproved substances;
  • deploying foggers without professional assessment.

Foggers often fail to penetrate deep crevices. They may disperse cockroaches into other areas and unnecessarily increase human and animal exposure to insecticides.

Insecticide resistance

German cockroach populations have developed resistance to numerous classes of active ingredients.

Resistance may involve:

  • faster breakdown of insecticides;
  • changes in the nervous system;
  • reduced penetration;
  • avoidance of treated surfaces;
  • refusal to consume particular baits.

Some populations have even evolved an aversion to glucose when it is used as a bait attractant.

Where rotation is necessary, it should involve products with different modes of action and not merely different commercial names. All products must be used according to their labels and, where necessary, under professional guidance.

Preventing reinfestation

Monitoring should continue after the population has been reduced.

Useful preventive measures include:

  • checking incoming cardboard boxes;
  • inspecting second-hand appliances;
  • removing unnecessary packaging;
  • regularly cleaning inaccessible areas;
  • maintaining pipes;
  • using sticky monitoring traps;
  • coordinating control between neighbouring apartments;
  • inspecting treated areas again after bait applications.

The disappearance of adults for a few days does not always prove that the infestation has been eliminated. Nymphs may later emerge from surviving oothecae.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Subphylum: Hexapoda
Class: Insecta
Order: Blattodea
Superfamily: Blaberoidea
Family: Ectobiidae
Subfamily: Blattellinae
Genus: Blattella Caudell, 1903
Species: Blattella germanica (Linnaeus, 1767)
Original combination: Blatta germanica Linnaeus, 1767
English common name: German cockroach
Greek common name: Γερμανική κατσαρίδα
Status in Cyprus: Introduced, cosmopolitan and established domestic species

Sources

  1. Blattella germanica – Cockroach Species File.
  2. Blattella germanica – GBIF.
  3. Tang, Q. et al. (2024). Solving the 250-year-old mystery of the origin and global spread of the German cockroach, Blattella germanica. Proceedings of the National Academy of Sciences.
  4. Biology and behavior of the German cockroach. North Carolina State University.
  5. Donkor, E.S. (2020). Cockroaches and food-borne pathogens. Environmental Health Insights.
  6. Cockroaches and indoor allergens. American Lung Association.
  7. Cockroach allergy. Cleveland Clinic.
  8. German cockroach pest control. Extension Foundation.
  9. Konstantinou, G. Blattella germanica – German cockroach – Cyprus. Biodiversity of Cyprus.