Translate

Showing posts with label Grasshoppers of Cyprus. Show all posts
Showing posts with label Grasshoppers of Cyprus. Show all posts

Saturday, 22 July 2023

The Cyprian Cone-headed Grasshopper - Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950 - Κυπριακή κωνοκέφαλη ακρίδα - Endemic subspecies of Cyprus

See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.


Λίστα με τα Ορθόπτερα της Κύπρου - LIst of Orthoptera of Cyprus

Endemic subspecies of Cyprus

Family Acrididae

Photos Geri  by George Konstantinou


Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950 – Ενδημικό υποείδος ακρίδας της Κύπρου

Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου

Η κυπριακή κωνοκέφαλη ακρίδα

Η Truxalis eximia cypria είναι ενδημικό υποείδος ακρίδας της Κύπρου. Ανήκει στην οικογένεια Acrididae, στην υποοικογένεια Acridinae και στη φυλή Truxalini.

Η καθιερωμένη αγγλική κοινή ονομασία που χρησιμοποιείται σε κυπριακές πηγές είναι Cyprian Cone-headed Grasshopper. Σε ορισμένες νεότερες πηγές εμφανίζεται επίσης η περιγραφική ονομασία Long-headed Grasshopper, η οποία όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλα είδη με επιμηκυμένο κεφάλι.

Δεν έχει εντοπιστεί ευρέως καθιερωμένη ελληνική κοινή ονομασία ειδικά για το υποείδος. Η φράση κυπριακή κωνοκέφαλη ακρίδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως περιγραφική μετάφραση της αγγλικής ονομασίας, αλλά πρέπει να διευκρινίζεται ότι δεν αποτελεί επίσημα τυποποιημένη ελληνική ονομασία.

Είδος και υποείδος

Η πλήρης επιστημονική ονομασία αποτελείται από τρία μέρη:

Truxalis eximia cypria

Το πρώτο μέρος, Truxalis, είναι το γένος. Το δεύτερο, eximia, είναι το είδος και το τρίτο, cypria, προσδιορίζει το κυπριακό υποείδος.

Το είδος Truxalis eximia περιγράφηκε από τον Eichwald το 1830 και έχει ευρύτερη εξάπλωση από την ανατολική Μεσόγειο και τη Μικρά Ασία μέχρι τον Καύκασο, το Ιράν, την Κεντρική Ασία και την ινδική υποήπειρο.

Σήμερα αναγνωρίζονται δύο κύρια υποείδη:

  • Truxalis eximia eximia Eichwald, 1830,
  • Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950.

Το ονομαστικό υποείδος T. e. eximia απαντά στην ηπειρωτική περιοχή εξάπλωσης. Το T. e. cypria περιορίζεται στην Κύπρο και αποτελεί ενδημικό στοιχείο της πανίδας του νησιού.

Επομένως, δεν είναι ολόκληρο το είδος Truxalis eximia ενδημικό στην Κύπρο. Ενδημικό είναι αποκλειστικά το υποείδος cypria.

Η περιγραφή από τον Dirsh

Το κυπριακό υποείδος περιγράφηκε το 1950 από τον ορθοπτερολόγο Vitaly Michailovich Dirsh, ο οποίος μελέτησε εκτενώς τις ακρίδες και τη συστηματική ταξινόμηση των Acridoidea.

Το Orthoptera Species File αναφέρει ως τοποθεσία τύπου το Δάσος Λακκοβούναρα στην Κύπρο. Η τοποθεσία τύπου είναι η γεωγραφική περιοχή από την οποία προήλθε το υλικό πάνω στο οποίο βασίστηκε η επιστημονική περιγραφή του υποείδους.

Η ονομασία cypria προέρχεται από την Κύπρο και δηλώνει άμεσα τη μοναδική γεωγραφική του εξάπλωση.

Το όνομα eximia

Το λατινικό επίθετο eximia σημαίνει εξαιρετική, ξεχωριστή ή αξιοσημείωτη.

Η ονομασία ταιριάζει στην ασυνήθιστη εμφάνιση της ακρίδας, η οποία διαφέρει έντονα από τις περισσότερο συμπαγείς μορφές πολλών άλλων Acrididae.

Το σώμα, το κεφάλι, οι κεραίες, οι πτέρυγες και τα πόδια παρουσιάζουν έντονη επιμήκυνση, δημιουργώντας μια σχεδόν ραβδόμορφη εμφάνιση.

Μέγεθος

Η Truxalis eximia cypria είναι μεγάλη και εξαιρετικά επιμήκης ακρίδα.

Σύμφωνα με στοιχεία για τα Ορθόπτερα της Κύπρου, το μήκος του σώματος είναι περίπου:

  • 44 χιλιοστά στο αρσενικό,
  • 70 χιλιοστά στο θηλυκό.

Η μέτρηση του σώματος γίνεται συνήθως από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι το άκρο της κοιλιάς και δεν περιλαμβάνει πάντοτε τις πτέρυγες ή τα πίσω πόδια.

Τα θηλυκά είναι σημαντικά μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα αρσενικά. Η διαφορά αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό φυλετικό διμορφισμό πολλών ακρίδων.

Το επιμηκυμένο κεφάλι

Το κεφάλι είναι μακρύ, στενό και έντονα κεκλιμένο προς τα πίσω. Η πρόσθια περιοχή σχηματίζει μια χαρακτηριστική κωνική ή λογχοειδή προέκταση.

Τα σύνθετα μάτια βρίσκονται στις πλευρές του επιμηκυμένου κεφαλιού. Η θέση τους προσφέρει ευρύ οπτικό πεδίο, χρήσιμο για τον εντοπισμό κίνησης και πιθανών θηρευτών μέσα στη βλάστηση.

Η επιμήκυνση του κεφαλιού αποτελεί ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του γένους Truxalis και εξηγεί την αγγλική ονομασία Cone-headed Grasshopper.

Κεραίες

Οι κεραίες είναι μακριές, πλατιές στη βάση και βαθμιαία στενεύουν προς την κορυφή. Περιγράφονται ως ξιφοειδείς, επειδή το σχήμα τους μοιάζει με λεπτή λεπίδα.

Παρότι φαίνονται πολύ μακριές, το έντομο ανήκει στις βραχύκερες ακρίδες της υποτάξης Caelifera. Ο όρος «βραχύκερες» χρησιμοποιείται συγκριτικά με τους γρύλους και τους τριζονάδες της υποτάξης Ensifera, των οποίων οι κεραίες είναι συχνά μακρύτερες από ολόκληρο το σώμα.

Οι κεραίες φέρουν αισθητήρια όργανα για την ανίχνευση οσμών, επαφής, μεταβολών του αέρα και άλλων περιβαλλοντικών ερεθισμάτων.

Σώμα και θώρακας

Ο θώρακας είναι στενός και επιμήκης. Το πρόνωτο, δηλαδή η σκληρή πλάκα που καλύπτει το επάνω μέρος του πρώτου θωρακικού τμήματος, είναι επίσης μακρόστενο.

Ολόκληρο το σώμα παρουσιάζει σχεδόν κυλινδρική και ραβδόμορφη κατασκευή. Η μορφή αυτή βοηθά το έντομο να συγχωνεύεται με τα μακριά φύλλα και τους λεπτούς βλαστούς των αγρωστωδών.

Όταν η ακρίδα ευθυγραμμίζει το σώμα της με τη βλάστηση και παραμένει ακίνητη, μπορεί να γίνει εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί.

Πτέρυγες

Οι πρόσθιες πτέρυγες, γνωστές ως τέγμινα, είναι πολύ μακριές και στενές. Καλύπτουν την κοιλιά και προστατεύουν τις λεπτότερες οπίσθιες πτέρυγες.

Στην Truxalis eximia cypria, η κορυφή των πτερύγων είναι περισσότερο στρογγυλεμένη. Το χαρακτηριστικό αυτό χρησιμοποιείται μαζί με άλλα γνωρίσματα για τη διάκρισή της από την Acrida ungarica, η οποία επίσης απαντά στην Κύπρο.

Οι οπίσθιες πτέρυγες είναι λεπτές και μεμβρανώδεις. Όταν το έντομο αναπαύεται, διπλώνονται κάτω από τα τέγμινα.

Τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά διαθέτουν πλήρως ανεπτυγμένες πτέρυγες. Η πτητική ικανότητα βοηθά στη μετακίνηση μεταξύ κατάλληλων τμημάτων βλάστησης, αν και τα αρσενικά είναι συνήθως περισσότερο κινητικά.

Πίσω πόδια

Τα πίσω πόδια είναι πολύ μακριά και προσαρμοσμένα στο άλμα. Οι μηροί είναι στενοί και επιμήκεις, ενώ οι κνήμες φέρουν σειρές από σκληρές άκανθες.

Οι ισχυροί μύες μέσα στους οπίσθιους μηρούς αποθηκεύουν ενέργεια πριν από το άλμα. Με την απότομη έκταση της κνήμης, η ακρίδα μπορεί να απομακρυνθεί γρήγορα από έναν θηρευτή.

Μετά το άλμα μπορεί να ακολουθήσει σύντομη πτήση, ιδιαίτερα στα μικρότερα και ελαφρύτερα αρσενικά.

Χρωματική ποικιλομορφία

Το υποείδος μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικές χρωματικές μορφές.

Ο συνηθέστερος χρωματισμός είναι:

  • πράσινος,
  • κιτρινοπράσινος,
  • αχυρόχρωμος,
  • ανοιχτός καστανός,
  • γκριζοκάστανος.

Σε αρκετά άτομα διακρίνεται ανοιχτόχρωμη γραμμή που αρχίζει πίσω από τα μάτια και συνεχίζεται κατά μήκος του προνώτου και των πρόσθιων πτερύγων.

Οι πράσινες μορφές καμουφλάρονται αποτελεσματικά μέσα σε ζωντανά αγρωστώδη, ενώ οι καστανές και αχυρόχρωμες μορφές συγχωνεύονται με την ξερή θερινή βλάστηση.

Η χρωματική διαφοροποίηση μπορεί να επηρεάζεται από το αναπτυξιακό στάδιο, το γενετικό υπόβαθρο και τις συνθήκες του περιβάλλοντος.

Καμουφλάζ

Η Truxalis eximia cypria αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα μορφολογικής προσαρμογής στο περιβάλλον των ψηλών χόρτων.

Το μακρόστενο σώμα μιμείται τη μορφή ενός φύλλου ή βλαστού. Οι γραμμές του σώματος ακολουθούν την κατεύθυνση των αγρωστωδών και μειώνουν την οπτική αντίθεση.

Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, συχνά μετακινείται στην αντίθετη πλευρά του βλαστού, διατηρώντας το φυτό ανάμεσα στο σώμα της και τον παρατηρητή. Μπορεί επίσης να παραμένει απολύτως ακίνητη, βασιζόμενη στο καμουφλάζ της.

Εάν ο κίνδυνος πλησιάσει περισσότερο, απομακρύνεται με άλμα και πτήση.

Διάκριση από την Acrida ungarica

Στην Κύπρο απαντά επίσης η Acrida ungarica, άλλη μεγάλη κωνοκέφαλη ακρίδα με πολύ επιμηκυμένο σώμα.

Τα δύο έντομα έχουν παρόμοια εμφάνιση και ζουν συχνά σε παρόμοιους ανοικτούς βιότοπους. Υπάρχουν, όμως, χρήσιμες διαφορές.

Στην Truxalis eximia cypria:

  • το αρόλιο ανάμεσα στα νύχια του ταρσού είναι μικρό,
  • η κορυφή των πτερύγων είναι περισσότερο στρογγυλεμένη,
  • τα ενήλικα εμφανίζονται κυρίως από τα μέσα Μαρτίου μέχρι το τέλος Ιουνίου.

Στην Acrida ungarica:

  • το αρόλιο είναι μεγαλύτερο,
  • η κορυφή των πτερύγων είναι περισσότερο οξεία,
  • τα ενήλικα εμφανίζονται κυρίως από τα μέσα του καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο.

Η διαφορετική εποχική δραστηριότητα αποτελεί πολύ χρήσιμο στοιχείο. Είναι σχετικά ασυνήθιστο να συναντώνται ενήλικα και των δύο ειδών ταυτόχρονα, παρότι μπορούν να χρησιμοποιούν τους ίδιους βιότοπους.

Η ασφαλής αναγνώριση πρέπει πάντοτε να βασίζεται σε συνδυασμό μορφολογικών και εποχικών χαρακτηριστικών.

Βιότοπος

Η Truxalis eximia cypria απαντά κυρίως σε θερμές, ανοικτές περιοχές χαμηλού υψομέτρου.

Χαρακτηριστικοί βιότοποι είναι:

  • φρυγανότοποι,
  • γκαρίγκες με αραιούς θάμνους,
  • αμμοθίνες,
  • μεγάλα λιβάδια,
  • εγκαταλειμμένοι και χέρσοι αγροί,
  • αγροτικές παρυφές,
  • ανοικτές κοιλάδες,
  • ξηρές πεδινές εκτάσεις,
  • περιοχές με ψηλά αγρωστώδη,
  • μωσαϊκά γεωργικής και φυσικής βλάστησης.

Η παρουσία πυκνών ή σχετικά ψηλών χόρτων είναι σημαντική, επειδή παρέχουν τροφή, καμουφλάζ και επιφάνειες πάνω στις οποίες τα άτομα αναπαύονται και μετακινούνται.

Διατροφή

Όπως πολλές ακρίδες της υποοικογένειας Acridinae, η Truxalis eximia cypria είναι κυρίως φυτοφάγος και συνδέεται στενά με τα αγρωστώδη.

Τρέφεται κόβοντας μικρά τμήματα φύλλων με τις ισχυρές μασητικές γνάθους. Τα λεπτά, επιμήκη φύλλα των αγρωστωδών ταιριάζουν στον τρόπο ζωής και στο σχήμα του σώματός της.

Δεν εντοπίστηκε λεπτομερής δημοσιευμένος κατάλογος συγκεκριμένων κυπριακών φυτών διατροφής για το υποείδος. Επομένως δεν πρέπει να αποδίδονται συγκεκριμένα φυτικά είδη ως επιβεβαιωμένοι ξενιστές χωρίς άμεση παρατήρηση.

Η παρουσία ενός ατόμου πάνω σε κάποιο φυτό δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι τρέφεται με αυτό.

Βιολογικός κύκλος

Η Truxalis eximia cypria παρουσιάζει ατελή μεταμόρφωση. Ο βιολογικός της κύκλος περιλαμβάνει:

  1. αυγό,
  2. νύμφη,
  3. ενήλικο.

Δεν υπάρχει στάδιο χρυσαλλίδας, όπως συμβαίνει στις πεταλούδες και στις νυχτοπεταλούδες.

Τα αυγά των ακρίδων τοποθετούνται συνήθως μέσα στο έδαφος σε ομάδες, οι οποίες περιβάλλονται από αφρώδη έκκριση που στερεοποιείται και σχηματίζει προστατευτική ωοθήκη. Ωστόσο, οι ακριβείς λεπτομέρειες ωοτοκίας του κυπριακού υποείδους δεν έχουν δημοσιευθεί επαρκώς.

Μετά την εκκόλαψη εμφανίζονται οι νεαρές νύμφες. Μοιάζουν με μικρά άπτερα ενήλικα και μεγαλώνουν μέσα από διαδοχικές εκδύσεις.

Οι πτέρυγες αναπτύσσονται σταδιακά ως εξωτερικά πτερυγικά επιθέματα και αποκτούν την τελική τους μορφή μετά την τελευταία έκδυση.

Διαχείμαση ως νύμφη

Η Truxalis eximia διαχειμάζει κυρίως στο νυμφικό στάδιο. Οι νεαρές ακρίδες παραμένουν μέσα στη βλάστηση κατά τους ψυχρότερους μήνες και συνεχίζουν την ανάπτυξή τους όταν οι θερμοκρασίες αυξηθούν.

Η διαχείμαση ως νύμφη επιτρέπει στα άτομα να ολοκληρώσουν γρήγορα την ανάπτυξή τους στο τέλος του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης.

Αυτό εξηγεί γιατί τα ενήλικα της Truxalis eximia cypria εμφανίζονται νωρίτερα από πολλές άλλες μεγάλες ακρίδες της Κύπρου.

Περίοδος εμφάνισης

Στην Κύπρο τα ενήλικα εμφανίζονται συνήθως από τα μέσα Μαρτίου μέχρι το τέλος Ιουνίου.

Οι πρώτες εμφανίσεις μπορεί να επηρεάζονται από:

  • τις χειμερινές βροχοπτώσεις,
  • τη θερμοκρασία,
  • την ανάπτυξη της βλάστησης,
  • το υψόμετρο,
  • τον προσανατολισμό της πλαγιάς,
  • τις τοπικές μικροκλιματικές συνθήκες.

Σε ψυχρότερες περιοχές της συνολικής εξάπλωσης του είδους, τα ενήλικα μπορεί να εμφανίζονται από τον Μάιο.

Κατά το τέλος της άνοιξης και τις αρχές του καλοκαιριού, η βλάστηση της Κύπρου αρχίζει να ξηραίνεται. Οι αχυρόχρωμες μορφές γίνονται τότε ιδιαίτερα αποτελεσματικά καμουφλαρισμένες.

Αναπαραγωγή

Μετά την ενηλικίωση, τα αρσενικά αναζητούν θηλυκά μέσα στη βλάστηση. Η αναγνώριση συντρόφου μπορεί να βασίζεται σε οπτικά, χημικά και μηχανικά ερεθίσματα.

Μετά τη σύζευξη, το θηλυκό επιλέγει κατάλληλο έδαφος για την ωοτοκία. Η υφή, η υγρασία και η κάλυψη του εδάφους μπορούν να επηρεάσουν την επιτυχία των αυγών.

Δεν υπάρχουν επαρκή δημοσιευμένα στοιχεία για τον αριθμό των αυγών, τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης ή τον ακριβή αριθμό των νυμφικών σταδίων του υποείδους cypria. Τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να συμπληρώνονται αυθαίρετα από άλλα είδη του γένους.

Ενδημισμός

Ενδημικό ονομάζεται ένα ταξινομικό σύνολο που απαντά φυσικά μόνο σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

Η Truxalis eximia cypria υπάρχει φυσικά μόνο στην Κύπρο. Η απομόνωση του νησιού περιόρισε τη γενετική επικοινωνία με τους ηπειρωτικούς πληθυσμούς της Truxalis eximia και επέτρεψε τη διαφοροποίηση του κυπριακού πληθυσμού.

Η διαφοροποίηση αυτή θεωρήθηκε αρκετά σταθερή ώστε ο Dirsh να τον περιγράψει ως ξεχωριστό υποείδος.

Το υποείδος παραμένει μέρος του ίδιου είδους με τους ηπειρωτικούς πληθυσμούς, αλλά διαθέτει μορφολογικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά που δικαιολογούν ιδιαίτερη ταξινομική αναγνώριση.

Η σημασία της νησιωτικής απομόνωσης

Τα νησιά αποτελούν φυσικά εργαστήρια εξέλιξης. Οι πληθυσμοί που απομονώνονται πάνω σε ένα νησί εκτίθενται σε διαφορετικό κλίμα, βλάστηση, εχθρούς και εποχικούς κύκλους.

Με την πάροδο πολλών γενεών, οι διαφοροποιήσεις μπορούν να συσσωρευθούν και να οδηγήσουν στην εμφάνιση ενδημικών υποειδών ή ειδών.

Η Truxalis eximia cypria αποτελεί μέρος της ιδιαίτερης ορθοπτεροπανίδας της Κύπρου, η οποία περιλαμβάνει αρκετά ενδημικά είδη και υποείδη.

Μια σύγχρονη μελέτη των Ορθοπτέρων της Κύπρου περιλαμβάνει το υποείδος ανάμεσα στα ενδημικά ταξινομικά σύνολα του νησιού.

Η αρχική τοποθεσία τύπου

Το Orthoptera Species File καταγράφει ως τοποθεσία τύπου το Lakkovounera Forest – Δάσος Λακκοβούναρα στην Κύπρο.

Η πληροφορία αυτή έχει ιδιαίτερη επιστημονική σημασία, επειδή συνδέει το όνομα του υποείδους με συγκεκριμένο ιστορικό δείγμα ή σειρά δειγμάτων.

Η ύπαρξη τοποθεσίας τύπου δεν σημαίνει ότι το υποείδος περιορίζεται μόνο σε αυτή την περιοχή. Αποτελεί το σημείο αναφοράς της αρχικής ταξινομικής περιγραφής.

Η καταγραφή στο Γέρι

Οι φωτογραφίες της αρχικής ανάρτησης προέρχονται από το Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας και λήφθηκαν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.

Η αρχική ανάρτηση παρουσιάζει δύο φωτογραφίες, αλλά δεν αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία φωτογράφισης. Επομένως δεν πρέπει να αποδοθεί αυθαίρετα ημερομηνία στα δείγματα.

Το Γέρι βρίσκεται σε πεδινή περιοχή με μωσαϊκό γεωργικών εκτάσεων, χέρσας γης, φρυγανικής βλάστησης και αστικής ανάπτυξης. Το τοπίο αυτό μπορεί να προσφέρει κατάλληλες θέσεις όπου διατηρούνται ψηλά αγρωστώδη και ανοικτή βλάστηση.

Οικολογικός ρόλος

Η Truxalis eximia cypria συμμετέχει στη μεταφορά ενέργειας από τα αγρωστώδη προς ανώτερα τροφικά επίπεδα.

Οι νύμφες και τα ενήλικα μπορεί να αποτελούν τροφή για:

  • αράχνες,
  • αλογάκια της Παναγίας,
  • αρπακτικά έντομα,
  • σαύρες,
  • φίδια,
  • εντομοφάγα πτηνά,
  • μικρά θηλαστικά.

Τα αυγά μπορεί να προσβάλλονται από παρασιτοειδή έντομα ή να καταναλώνονται από ασπόνδυλα του εδάφους.

Παρότι οι ακρίδες καταναλώνουν φυτική ύλη, αποτελούν παράλληλα σημαντικό σύνδεσμο ανάμεσα στην πρωτογενή παραγωγή και στους θηρευτές.

Σχέση με τη γεωργία

Το υποείδος μπορεί να εμφανίζεται σε λιβάδια, χέρσα χωράφια και γεωργικές παρυφές, αλλά δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να το χαρακτηρίζουν ως σημαντικό γεωργικό εχθρό στην Κύπρο.

Η παρουσία μιας μεγάλης ακρίδας μέσα ή δίπλα σε έναν αγρό δεν αποδεικνύει από μόνη της οικονομική ζημιά.

Δεν πρέπει να συγχέεται με τις αγελαίες μεταναστευτικές ακρίδες, οι οποίες μπορούν να σχηματίζουν τεράστια σμήνη. Η Truxalis eximia cypria είναι μοναχική ακρίδα και δεν υπάρχουν στοιχεία ότι σχηματίζει καταστροφικά μεταναστευτικά σμήνη στην Κύπρο.

Η χρήση εντομοκτόνων μόνο λόγω της παρουσίας της θα μπορούσε να βλάψει πολλά άλλα ασπόνδυλα χωρίς τεκμηριωμένη γεωργική ανάγκη.

Απειλές

Η περιορισμένη παγκόσμια εξάπλωση ενός ενδημικού υποείδους το καθιστά ιδιαίτερα εξαρτημένο από την κατάσταση των οικοσυστημάτων της Κύπρου.

Πιθανές απειλές περιλαμβάνουν:

  • την οικιστική επέκταση,
  • την καταστροφή ανοικτών λιβαδιών,
  • την εντατικοποίηση της γεωργίας,
  • την εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων,
  • την απομάκρυνση των αγρωστωδών από τις παρυφές των χωραφιών,
  • τον υπερβολικά συχνό καθαρισμό χέρσων εκτάσεων,
  • τις πυρκαγιές σε ακατάλληλη εποχή,
  • τη μετατροπή αμμοθινών και παράκτιων οικοτόπων,
  • παρατεταμένες ξηρασίες και μεταβολές στη βροχόπτωση.

Η εγκατάλειψη ορισμένων εκτάσεων μπορεί προσωρινά να δημιουργεί κατάλληλη ποώδη βλάστηση. Εάν όμως ακολουθήσει πλήρης κάλυψη από πυκνούς θάμνους ή οικοδόμηση, ο ανοικτός βιότοπος χάνεται.

Διατήρηση των βιοτόπων

Η προστασία του υποείδους δεν απαιτεί απαραίτητα ειδικές παρεμβάσεις μόνο για αυτό. Μπορεί να υποστηριχθεί μέσα από τη διατήρηση ανοικτών, ποικιλόμορφων τοπίων.

Χρήσιμα μέτρα περιλαμβάνουν:

  • διατήρηση χέρσων λωρίδων και φυσικών παρυφών,
  • περιορισμένη χρήση εντομοκτόνων,
  • διατήρηση αυτοφυών αγρωστωδών,
  • αποφυγή καθολικού θερισμού την ίδια χρονική στιγμή,
  • προστασία αμμοθινών και φρυγανότοπων,
  • διατήρηση μωσαϊκών χαμηλής και ψηλότερης ποώδους βλάστησης,
  • συστηματική καταγραφή των πληθυσμών.

Η εναλλασσόμενη διαχείριση, κατά την οποία παραμένουν πάντοτε αθέριστα τμήματα, επιτρέπει στις νύμφες και στα ενήλικα να διατηρούν καταφύγια.

Κατάσταση διατήρησης

Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση των Ορθοπτέρων κατατάσσει το είδος Truxalis eximia ως Ανεπαρκώς Γνωστό – Data Deficient (DD) τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε σε επίπεδο είδους και όχι ξεχωριστά για το ενδημικό κυπριακό υποείδος.

Η κατηγορία DD δεν σημαίνει ότι το είδος είναι ασφαλές ή απειλούμενο. Σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για αξιόπιστη εκτίμηση του κινδύνου εξαφάνισης.

Η ανάγκη συλλογής δεδομένων είναι ιδιαίτερα σημαντική για το T. e. cypria, επειδή ολόκληρη η παγκόσμια εξάπλωσή του περιορίζεται σε ένα μόνο νησί.

Καταγραφή και έρευνα

Για κάθε παρατήρηση είναι χρήσιμο να καταγράφονται:

  • η ακριβής τοποθεσία,
  • η ημερομηνία,
  • το υψόμετρο,
  • το φύλο και το αναπτυξιακό στάδιο,
  • ο τύπος βλάστησης,
  • η κατάσταση διαχείρισης του χώρου,
  • φωτογραφίες ολόκληρου του σώματος και της κορυφής των πτερύγων.

Οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις στις ίδιες περιοχές μπορούν να δείξουν εάν οι πληθυσμοί παραμένουν σταθεροί, αυξάνονται ή μειώνονται.

Η παρακολούθηση πρέπει να καλύπτει τόσο προστατευόμενες φυσικές περιοχές όσο και γεωργικά ή περιαστικά τοπία, επειδή το υποείδος χρησιμοποιεί περισσότερους από έναν τύπους ανοικτού βιοτόπου.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Orthoptera
Υποτάξη: Caelifera
Υπεροικογένεια: Acridoidea
Οικογένεια: Acrididae MacLeay, 1821
Υποοικογένεια: Acridinae MacLeay, 1821
Φυλή: Truxalini
Γένος: Truxalis Fabricius, 1775
Είδος: Truxalis eximia Eichwald, 1830
Υποείδος: Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950
Αγγλική κοινή ονομασία: Cyprian Cone-headed Grasshopper
Περιγραφική ελληνική ονομασία: Κυπριακή κωνοκέφαλη ακρίδα
Ενδημισμός: Ενδημικό υποείδος της Κύπρου
Ευρωπαϊκή αξιολόγηση του είδους: Ανεπαρκώς Γνωστό – Data Deficient (DD)



Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950 – An Endemic Grasshopper Subspecies of Cyprus

Text and photographs by George Konstantinou

The Cyprian Cone-headed Grasshopper

Truxalis eximia cypria is a grasshopper subspecies endemic to Cyprus. It belongs to the family Acrididae, subfamily Acridinae and tribe Truxalini.

The established English common name used in Cypriot sources is Cyprian Cone-headed Grasshopper. Some newer sources also use the descriptive name Long-headed Grasshopper, although this may be applied to other insects with an elongated head.

No widely established Greek common name specifically referring to the subspecies has been documented. “Cyprian cone-headed grasshopper” can be translated descriptively into Greek, but it should not be presented as an officially standardised Greek name.

Species and Subspecies

The complete scientific name contains three elements:

Truxalis eximia cypria

Truxalis is the genus, eximia the species and cypria the Cypriot subspecies.

The species Truxalis eximia was described by Eichwald in 1830 and has a broad distribution extending from the eastern Mediterranean and Asia Minor through the Caucasus, Iran and Central Asia to the Indian subcontinent.

Two principal subspecies are recognised:

  • Truxalis eximia eximia Eichwald, 1830,
  • Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950.

The nominotypical T. e. eximia occupies the continental range. T. e. cypria is confined to Cyprus and forms an endemic component of the island’s fauna.

The complete species Truxalis eximia is therefore not endemic to Cyprus. Endemism applies specifically to the subspecies cypria.

Description by Dirsh

Orthopterist Vitaly Michailovich Dirsh, a major specialist in grasshopper systematics, described the Cypriot subspecies in 1950.

The Orthoptera Species File gives Lakkovounera Forest, Cyprus, as its type locality. A type locality is the geographic origin of the material upon which the formal scientific description was based.

The name cypria derives directly from Cyprus and records the subspecies’ unique geographic distribution.

The Name eximia

The Latin adjective eximia means exceptional, distinguished or remarkable.

This is particularly appropriate for a grasshopper whose appearance differs strongly from the compact form of many other Acrididae.

The body, head, antennae, wings and legs are all greatly elongated, producing an almost stick-like appearance.

Size

Truxalis eximia cypria is a large and exceptionally slender grasshopper.

Published information on Cypriot Orthoptera gives approximate body lengths of:

  • 44 millimetres for males,
  • 70 millimetres for females.

Body measurements normally extend from the tip of the head to the end of the abdomen and do not necessarily include the wings or hind legs.

Females are substantially larger and heavier than males, representing a strong sexual size dimorphism.

Elongated Head

The head is long, narrow and strongly reclined. Its anterior region forms a characteristic conical or lance-like projection.

The compound eyes occur on the sides of the elongated head, providing a broad field of vision useful for detecting movement and approaching predators within vegetation.

Head elongation is among the principal characteristics of Truxalis and explains the common name “cone-headed grasshopper”.

Antennae

The antennae are long, broad near the base and gradually narrow towards the tip. They are described as ensiform, meaning sword-shaped.

Despite their striking length, the insect belongs to the short-horned grasshoppers of the suborder Caelifera. “Short-horned” is a comparative term distinguishing them from crickets and bush-crickets of the Ensifera, whose antennae are frequently longer than their bodies.

The antennae bear sensory structures detecting smell, touch, air movement and other environmental signals.

Body and Thorax

The thorax is narrow and elongated. The pronotum, the hardened plate covering the first thoracic segment, is also long and slender.

The entire body possesses an almost cylindrical, stick-like construction. This helps the insect blend with the narrow leaves and stems of grasses.

When aligned with vegetation and remaining motionless, it can become extremely difficult to detect.

Wings

The forewings, known as tegmina, are exceptionally long and narrow. They cover the abdomen and protect the more delicate hindwings.

In Truxalis eximia cypria, the wing tips are comparatively rounded. This characteristic helps distinguish it from Acrida ungarica, another elongated grasshopper occurring in Cyprus.

The hindwings are thin and membranous, folding beneath the tegmina at rest.

Both sexes possess fully developed wings. Flight assists movement between suitable patches of vegetation, although the smaller males are generally more mobile.

Hind Legs

The hind legs are long and adapted for jumping. The femora are narrow and elongated, while the tibiae carry rows of strong spines.

Powerful muscles within the hind femora store energy before a jump. Sudden extension of the tibiae allows rapid escape from a predator.

A short flight may follow the jump, particularly in smaller, lighter males.

Colour Variation

The subspecies occurs in several colour forms, including:

  • green,
  • yellow-green,
  • straw-coloured,
  • light brown,
  • grey-brown.

Many individuals possess a pale line beginning behind the eyes and extending along the pronotum and forewings.

Green forms are effectively concealed among living grasses, while brown and straw-coloured forms merge with dry summer vegetation.

Colour variation may be influenced by developmental stage, genetic background and environmental conditions.

Camouflage

Truxalis eximia cypria provides an excellent example of morphological adaptation to tall grass.

Its narrow body resembles a leaf or stem. The longitudinal lines follow the direction of surrounding grasses and reduce visual contrast.

When threatened, the grasshopper may move around to the opposite side of a stem, keeping vegetation between itself and the observer. It may also remain completely motionless and rely upon camouflage.

At closer approach, it escapes by jumping and flying.

Distinction from Acrida ungarica

Cyprus also supports Acrida ungarica, another large cone-headed grasshopper with a greatly elongated body.

The two have a similar appearance and often use comparable open habitats. Useful differences nevertheless exist.

In Truxalis eximia cypria:

  • the arolium between the tarsal claws is small,
  • the wing tip is comparatively rounded,
  • adults occur mainly from mid-March until the end of June.

In Acrida ungarica:

  • the arolium is large,
  • the wing tip is more acute,
  • adults principally occur from midsummer into autumn.

Their contrasting adult seasons are highly useful. Adults of both are unlikely to be found together frequently, even though they can occupy the same habitat.

Reliable identification should combine morphology and seasonality.

Habitat

Truxalis eximia cypria principally occupies warm, open areas at low elevation.

Typical habitats include:

  • phrygana,
  • open garrigue,
  • sand dunes,
  • large grasslands,
  • abandoned fields,
  • agricultural margins,
  • open valleys,
  • dry lowlands,
  • places supporting tall grasses,
  • mosaics of farmland and natural vegetation.

Dense or comparatively tall grasses provide food, camouflage and surfaces upon which individuals rest and move.

Feeding

Like many Acridinae, Truxalis eximia cypria is primarily herbivorous and closely associated with grasses.

It cuts small sections from leaves using powerful chewing mandibles. Narrow grass blades correspond closely with its elongated form and lifestyle.

No detailed published list of specific Cypriot food plants was located. Particular plant species should therefore not be presented as confirmed hosts without direct feeding observations.

Finding an individual resting upon a plant does not itself prove that the plant is being eaten.

Life Cycle

Truxalis eximia cypria undergoes incomplete metamorphosis through three principal stages:

  1. egg,
  2. nymph,
  3. adult.

There is no pupal stage.

Grasshopper eggs are generally deposited in groups within soil and surrounded by a foamy secretion that hardens into a protective egg pod. The exact oviposition details of the Cypriot subspecies remain insufficiently published.

After hatching, young nymphs resemble small wingless adults and grow through successive moults.

The wings develop externally as wing pads and acquire their final form after the last moult.

Overwintering as a Nymph

Truxalis eximia principally overwinters in the nymphal stage. Young grasshoppers remain among vegetation during the cooler months and resume development as temperatures rise.

Nymphal overwintering allows rapid completion of development during late winter and early spring.

This explains why adult Truxalis eximia cypria appear earlier than many other large Cypriot grasshoppers.

Adult Season

Adults in Cyprus normally occur from mid-March until the end of June.

The timing may be influenced by winter rainfall, temperature, vegetation growth, altitude, slope exposure and local microclimate.

Adults may not appear until May in cooler parts of the wider species range.

As Cypriot vegetation dries in late spring and early summer, straw-coloured forms become exceptionally well concealed.

Reproduction

After reaching maturity, males search for females among the vegetation. Mate recognition may involve visual, chemical and mechanical signals.

Following mating, the female selects suitable soil for egg deposition. Soil texture, moisture and vegetation cover can influence egg survival.

Insufficient published information is available on egg number, embryonic development or the exact number of nymphal instars in T. e. cypria. Such details should not be inferred uncritically from other species.

Endemism

An endemic taxon occurs naturally only within a particular geographic region.

Truxalis eximia cypria naturally occurs only in Cyprus. The island’s isolation restricted genetic exchange with continental Truxalis eximia populations and allowed the Cypriot population to differentiate.

Dirsh considered this differentiation sufficiently consistent to describe the population as a distinct subspecies.

It remains part of the same species as continental populations but possesses geographic and morphological characteristics supporting separate taxonomic recognition.

The Importance of Island Isolation

Islands function as natural evolutionary laboratories. Isolated populations encounter different climates, vegetation, predators and seasonal cycles.

Over many generations, differences can accumulate and produce endemic subspecies or species.

Truxalis eximia cypria forms part of the distinctive Orthoptera fauna of Cyprus, which contains several endemic species and subspecies.

Modern research on Cypriot Orthoptera continues to recognise it among the island’s endemic taxa.

Type Locality

The Orthoptera Species File records Lakkovounera Forest in Cyprus as the type locality.

This is scientifically important because it connects the subspecies name with the historical specimen or specimen series supporting its description.

A type locality does not mean that the subspecies is confined to that single place. It is the reference location associated with the taxonomic description.

The Geri Record

The photographs in the original post were taken by George Konstantinou at Geri in Nicosia District.

Two photographs are presented, but no specific photographic date is given. None should be assigned without additional information.

Geri lies within a lowland mosaic of agricultural land, wasteland, phrygana and urban development. Suitable habitat can persist where tall grasses and open vegetation remain.

Ecological Role

Truxalis eximia cypria transfers energy from grasses to higher trophic levels.

Nymphs and adults may be eaten by spiders, mantises, predatory insects, lizards, snakes, insectivorous birds and small mammals.

Eggs may be attacked by parasitoids or consumed by soil invertebrates.

Although grasshoppers consume vegetation, they also form an important connection between primary production and predators.

Relationship with Agriculture

The subspecies can occur in grassland, fallow fields and agricultural margins, but no evidence was found identifying it as a major agricultural pest in Cyprus.

The presence of a large grasshopper within or beside a field does not demonstrate economically significant damage.

It should not be confused with gregarious migratory locusts capable of forming enormous swarms. Truxalis eximia cypria is a solitary grasshopper, with no evidence that it forms destructive migratory swarms in Cyprus.

Applying insecticide solely because of its presence could harm many non-target invertebrates without a demonstrated agricultural need.

Threats

The restricted global range of an endemic subspecies makes it entirely dependent upon the condition of Cypriot ecosystems.

Potential threats include:

  • urban expansion,
  • destruction of open grassland,
  • agricultural intensification,
  • widespread insecticide use,
  • removal of grasses from field margins,
  • excessively frequent clearance of wasteland,
  • fires at ecologically damaging times,
  • transformation of dunes and coastal habitats,
  • prolonged drought and altered rainfall.

Land abandonment can temporarily create suitable herbaceous growth. If complete scrub closure or construction follows, however, open habitat is lost.

Habitat Conservation

Protection does not necessarily require intervention directed solely at this grasshopper. It can be supported through the maintenance of open, structurally diverse landscapes.

Useful measures include:

  • retaining uncultivated strips and natural margins,
  • reducing insecticide use,
  • preserving native grasses,
  • avoiding simultaneous mowing of entire sites,
  • protecting dunes and phrygana,
  • maintaining mosaics of short and tall herbaceous vegetation,
  • systematic population recording.

Rotational management, leaving some sections uncut at all times, maintains refuges for nymphs and adults.

Conservation Status

The European assessment of Orthoptera classifies the species Truxalis eximia as Data Deficient (DD) in both Europe and the European Union.

This assessment was conducted at species level and not separately for the endemic Cypriot subspecies.

Data Deficient does not mean either secure or threatened. It indicates that available information is insufficient for a reliable extinction-risk assessment.

Data collection is particularly important for T. e. cypria because its complete global range is confined to a single island.

Recording and Research

Useful information accompanying each observation includes:

  • exact locality,
  • date,
  • altitude,
  • sex and developmental stage,
  • vegetation type,
  • site management,
  • photographs of the complete body and wing tips.

Repeated visits to the same sites can reveal whether populations are stable, increasing or declining.

Monitoring should include protected natural areas as well as agricultural and peri-urban landscapes because the subspecies uses several types of open habitat.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Insecta
Order: Orthoptera
Suborder: Caelifera
Superfamily: Acridoidea
Family: Acrididae MacLeay, 1821
Subfamily: Acridinae MacLeay, 1821
Tribe: Truxalini
Genus: Truxalis Fabricius, 1775
Species: Truxalis eximia Eichwald, 1830
Subspecies: Truxalis eximia cypria Dirsh, 1950
English common name: Cyprian Cone-headed Grasshopper
Descriptive Greek name: Κυπριακή κωνοκέφαλη ακρίδα
Endemism: Endemic subspecies of Cyprus
European species assessment: Data Deficient (DD)

Πηγές – Sources




Cyprian Stick Grasshopper - Pyrgomorpha cypria Bolívar, I., 1901 - Endemic to Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

Λίστα με τα Ορθόπτερα της Κύπρου - ;LIst of Orthoptera of Cyprus


Ενδημικό είδος της Κύπρου.- Endemic to Cyprus.

Family:Pyrgomorphidae

Photos Geri  by George Konstantinou


Below in English

Pyrgomorpha cypria – Η ενδημική ραβδόμορφη ακρίδα της Κύπρου

Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου

Ένα αποκλειστικά κυπριακό είδος

Η Pyrgomorpha cypria Bolívar, 1901 είναι μικρή ακρίδα της οικογένειας Pyrgomorphidae, η οποία απαντά φυσικά αποκλειστικά στην Κύπρο. Αποτελεί επομένως ενδημικό είδος του νησιού και ολόκληρος ο παγκόσμιος πληθυσμός της περιορίζεται στην κυπριακή επικράτεια.

Η τεκμηριωμένη αγγλική κοινή ονομασία της είναι Cyprian Stick Grasshopper. Η απόδοση «κυπριακή ραβδόμορφη ακρίδα» μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιγραφικά στα ελληνικά, χωρίς να αποτελεί καθιερωμένη επίσημη λαϊκή ονομασία.

Πρόκειται για διακριτό είδος και όχι για ενδημικό υποείδος κάποιου ευρύτερα εξαπλωμένου εντόμου. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική: η ονομασία Pyrgomorpha cypria αναφέρεται σε ολόκληρο είδος του οποίου η φυσική κατανομή περιορίζεται στην Κύπρο.

Η οικογένεια Pyrgomorphidae

Η οικογένεια Pyrgomorphidae περιλαμβάνει ακρίδες που απαντούν κυρίως σε θερμές περιοχές της Αφρικής, της νότιας Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας.

Πολλά μέλη της οικογένειας διακρίνονται από το επίμηκες ή κωνικό κεφάλι, το σχετικά στενό σώμα και τον χρωματισμό που τα βοηθά να συγχωνεύονται οπτικά με τη βλάστηση και το έδαφος.

Το γένος Pyrgomorpha Audinet-Serville, 1838 είναι το τυπικό γένος της οικογένειας. Περιλαμβάνει μικρές έως μεσαίου μεγέθους ακρίδες με κωνική κεφαλή, επικλινές πρόσωπο και συχνά λεπτή, ραβδόμορφη εμφάνιση.

Περιγραφή και ονοματοδοσία

Το είδος περιγράφηκε επιστημονικά το 1901 από τον Ισπανό εντομολόγο Ignacio Bolívar y Urrutia. Στη ζωολογική βιβλιογραφία το όνομά του εμφανίζεται συνήθως ως Bolívar ή I. Bolívar.

Η Κύπρος αποτελεί την τυπική τοποθεσία του είδους. Ως λεκτότυπος έχει καθοριστεί αρσενικό δείγμα που φυλάσσεται στο Museo Nacional de Ciencias Naturales της Μαδρίτης.

Η ύπαρξη δείγματος αναφοράς επιτρέπει στους ταξινόμους να συγκρίνουν μεταγενέστερο υλικό με το δείγμα στο οποίο στηρίζεται η εφαρμογή του επιστημονικού ονόματος.

Μορφολογία

Η Pyrgomorpha cypria είναι μικρή και σχετικά λεπτή ακρίδα. Το σώμα της παρουσιάζει χαμηλό, επίμηκες περίγραμμα, το οποίο της επιτρέπει να παραμένει δυσδιάκριτη ανάμεσα σε ξερά στελέχη, χαμηλά φυτά και αραιή βλάστηση.

Το κεφάλι είναι κωνικό, με επικλινές πρόσωπο και προτεταμένη κορυφή. Η προέκταση αυτή ονομάζεται fastigium και αποτελεί χρήσιμο χαρακτηριστικό για τη διάκριση συγγενικών ειδών.

Το πρόνωτο, δηλαδή η σκληρή πλάκα αμέσως πίσω από το κεφάλι, μπορεί να παρουσιάζει λεπτή γλυπτική, μικρές ανωμαλίες και κατά μήκος γραμμώσεις. Τα οπίσθια πόδια είναι ισχυρότερα και μακρύτερα από τα δύο πρόσθια ζεύγη και είναι προσαρμοσμένα για άλματα.

Οι κεραίες είναι σχετικά βραχείες, όπως συμβαίνει γενικά στις βραχύκερες ακρίδες της υποτάξης Caelifera.

Μέγεθος και φυλετικός διμορφισμός

Το είδος παρουσιάζει σαφή διαφορά μεγέθους μεταξύ των φύλων. Το αρσενικό έχει μήκος περίπου 14 χιλιοστά, ενώ το θηλυκό μπορεί να φθάνει περίπου τα 20 χιλιοστά.

Το μεγαλύτερο σώμα του θηλυκού συνδέεται με την ανάπτυξη και τη μεταφορά των αυγών. Το αρσενικό είναι συνήθως μικρότερο και περισσότερο ευκίνητο.

Το μέγεθος αποτελεί βοηθητικό και όχι απόλυτο διαγνωστικό γνώρισμα. Η ηλικία, η κατάσταση του δείγματος και η φυσική ατομική ποικιλότητα μπορούν να επηρεάσουν τις μετρήσεις.

Χρωματική ποικιλότητα και καμουφλάζ

Ο χρωματισμός της Pyrgomorpha cypria παρουσιάζει σημαντική ποικιλότητα. Άτομα μπορούν να εμφανίζονται πράσινα, ελαιοπράσινα, καστανά, γκριζοκάστανα ή με κοκκινωπές και ρόδινες αποχρώσεις.

Κατά μήκος του σώματος μπορεί να διακρίνονται ανοιχτόχρωμες ή σκουρόχρωμες γραμμές. Οι γραμμώσεις διασπούν οπτικά το περίγραμμα του εντόμου και το κάνουν να μοιάζει με λεπτό φύλλο ή φυτικό στέλεχος.

Η χρωματική ποικιλότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για διαφορετικά είδη. Ο χρωματισμός των ακριδών μπορεί να επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες, το αναπτυξιακό στάδιο και τις συνθήκες του περιβάλλοντος.

Όταν το έντομο παραμένει ακίνητο ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση, ο εντοπισμός του είναι συχνά δυσκολότερος από όσο υποδηλώνει το μέγεθός του.

Διάκριση από την  Pyrgomorpha cognata (Krauss,1877)

Στην Κύπρο απαντά επίσης η συγγενική Pyrgomorpha cognata. Τα δύο είδη μπορεί να μοιάζουν αρκετά, ιδιαίτερα όταν η αναγνώριση στηρίζεται αποκλειστικά στον χρωματισμό.

Ένα από τα χρήσιμα χαρακτηριστικά είναι η μορφή της κορυφής του κεφαλιού. Η Pyrgomorpha cypria διαθέτει γενικά βραχύτερο fastigium, ενώ στην Pyrgomorpha cognata η προέκταση είναι περισσότερο επιμήκης.

Εξετάζονται επίσης:

  • οι αναλογίες του κεφαλιού και του σώματος,
  • το σχήμα και η γλυπτική του προνώτου,
  • το μέγεθος του εντόμου,
  • η ανάπτυξη των πτερύγων,
  • τα χαρακτηριστικά των γεννητικών οργάνων,
  • η εποχή και ο βιότοπος της παρατήρησης.

Ο χρωματισμός από μόνος του δεν είναι ασφαλές κριτήριο. Για δύσκολα δείγματα απαιτούνται καθαρές φωτογραφίες της κεφαλής, του προνώτου και της πλευρικής όψης ή λεπτομερέστερη μορφολογική εξέταση.

Βιότοποι

Η ενδημική ακρίδα χρησιμοποιεί μεγάλο εύρος ανοικτών και θερμών βιοτόπων. Καταγράφεται ιδιαίτερα σε εκτατικά διαχειριζόμενα τοπία, φρυγανότοπους, παράκτιες περιοχές, αμμώδεις θέσεις, αραιούς θαμνώνες και ηλιόλουστες βουνοπλαγιές.

Μπορεί επίσης να απαντά σε αγροτικά τοπία όπου παραμένουν λωρίδες φυσικής βλάστησης, ακαλλιέργητες εκτάσεις, παρυφές χωραφιών και περιοχές με χαμηλή ένταση διαχείρισης.

Η παρουσία γυμνού εδάφους ανάμεσα σε ποώδη φυτά δημιουργεί κατάλληλες θέσεις για θέρμανση, κίνηση και πιθανή ωοτοκία. Η ετερογένεια της βλάστησης προσφέρει τροφή, κάλυψη και διαφορετικά μικροκλίματα.

Το είδος δεν περιορίζεται στις ακτές ή στις πεδιάδες. Έχει αναφερθεί από τη Μεσαορία μέχρι τις ορεινές περιοχές του Τροόδους και τις πλαγιές γύρω από τον Όλυμπο.

Διατροφή

Όπως οι περισσότερες ακρίδες της οικογένειάς της, η Pyrgomorpha cypria είναι κυρίως φυτοφάγος. Τρέφεται με τμήματα χαμηλών ποωδών φυτών, όπως φύλλα, τρυφερούς βλαστούς και άλλο φυτικό υλικό.

Δεν είναι επιστημονικά ασφαλές να αποδοθεί στο είδος συγκεκριμένος κατάλογος φυτών ξενιστών χωρίς άμεσες παρατηρήσεις ή πειραματικά δεδομένα.

Η παρουσία του σε αγροτικές περιοχές δεν σημαίνει ότι αποτελεί γεωργικό παράσιτο. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σχηματίζει καταστροφικά σμήνη ή προκαλεί εκτεταμένες ζημιές στις καλλιέργειες της Κύπρου.

Κύκλος ζωής

Η Pyrgomorpha cypria παρουσιάζει ατελή μεταμόρφωση. Ο κύκλος ζωής της περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια:

  • αυγό,
  • νύμφη,
  • ενήλικο έντομο.

Οι νεαρές νύμφες μοιάζουν με μικρότερες εκδοχές των ενηλίκων, αλλά δεν διαθέτουν πλήρως αναπτυγμένες πτέρυγες και αναπαραγωγικά όργανα.

Καθώς μεγαλώνουν, αποβάλλουν επανειλημμένα τον εξωσκελετό τους. Με κάθε έκδυση αυξάνονται σε μέγεθος και αποκτούν περισσότερο ανεπτυγμένες καταβολές πτερύγων.

Η ωοτοκία στις ακρίδες πραγματοποιείται γενικά μέσα ή κοντά στο έδαφος, όπου τα αυγά προστατεύονται από τις ακραίες καιρικές συνθήκες. Οι ακριβείς λεπτομέρειες της ωοτοκίας και του αριθμού των αυγών της P. cypria δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες στη διαθέσιμη βιβλιογραφία.

Διαχείμαση και εποχή εμφάνισης

Το είδος φαίνεται να διαχειμάζει κυρίως ως νύμφη. Ενήλικα άτομα εμφανίζονται συνήθως από τα τέλη Φεβρουαρίου και γίνονται ιδιαίτερα συχνά κατά τον Απρίλιο και τον Μάιο.

Έχει αναφερθεί επίσης διαχείμαση ενηλίκων, γεγονός που δείχνει ότι ο εποχικός κύκλος μπορεί να παρουσιάζει κάποια ευελιξία ανάλογα με το υψόμετρο, τη θερμοκρασία και τις βροχοπτώσεις.

Παρατηρήσεις κατά τον Νοέμβριο έχουν καταγράψει μόνο νύμφες, στοιχείο που συμφωνεί με τη διαχείμαση στο ανώριμο στάδιο.

Την άνοιξη, σε κατάλληλες περιοχές, μπορεί να φαίνεται ως μία από τις συχνότερες ακρίδες. Η αφθονία της όμως μπορεί να μεταβάλλεται σημαντικά από έτος σε έτος, ανάλογα με τις βροχές και την ανάπτυξη της ποώδους βλάστησης.

Συμπεριφορά

Η Pyrgomorpha cypria βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ακινησία και στην παραλλαγή της. Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, μπορεί να μετακινηθεί στην αντίθετη πλευρά ενός στελέχους, να περπατήσει μέσα στη βλάστηση ή να απομακρυνθεί με άλμα.

Το επίμηκες σχήμα και οι κατά μήκος γραμμές του σώματος μειώνουν την αντίθεση με τα λεπτά φύλλα και τα ξερά στελέχη.

Ως ετερόθερμο έντομο εξαρτάται από την εξωτερική θερμοκρασία. Η έκθεση στον ήλιο επιτρέπει την αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος και διευκολύνει την κίνηση, τη διατροφή και την αναπαραγωγική δραστηριότητα.

Η σημασία του ενδημισμού

Ο χαρακτηρισμός «ενδημικό είδος της Κύπρου» σημαίνει ότι η Pyrgomorpha cypria δεν διαθέτει φυσικούς πληθυσμούς σε άλλη χώρα.

Η γεωγραφική απομόνωση της Κύπρου δημιούργησε συνθήκες μέσα στις οποίες διάφοροι πληθυσμοί φυτών και ζώων διαφοροποιήθηκαν από τους συγγενείς τους στις γύρω ηπειρωτικές περιοχές.

Η ακριβής εξελικτική ιστορία της P. cypria απαιτεί μορφολογικές και γενετικές μελέτες. Ωστόσο, η σημερινή περιορισμένη κατανομή της δείχνει ότι αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο της κυπριακής πανίδας.

Η απώλεια ενός τέτοιου είδους από την Κύπρο θα ισοδυναμούσε με παγκόσμια εξαφάνιση.

Κατάσταση διατήρησης

Η Pyrgomorpha cypria έχει αξιολογηθεί στον Ευρωπαϊκό Κόκκινο Κατάλογο των Ορθοπτέρων ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC).

Η κατάταξη αυτή υποδηλώνει ότι, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, το είδος δεν θεωρείται σήμερα ότι αντιμετωπίζει άμεσο υψηλό κίνδυνο εξαφάνισης.

Δεν σημαίνει όμως ότι δεν χρειάζεται παρακολούθηση. Επειδή η παγκόσμια εξάπλωσή του περιορίζεται σε ένα μόνο νησί, οποιαδήποτε εκτεταμένη μεταβολή των κυπριακών οικοσυστημάτων μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το είδος.

Πιθανές πιέσεις

Οι σημαντικότερες πιθανές πιέσεις περιλαμβάνουν:

  • την οικιστική και τουριστική ανάπτυξη παράκτιων περιοχών,
  • την καταστροφή αμμοθινών και ανοικτών φυσικών εκτάσεων,
  • την εντατικοποίηση της γεωργίας,
  • την εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων,
  • τη συχνή αποψίλωση ή κοπή της φυσικής βλάστησης,
  • τις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές,
  • την παρατεταμένη ξηρασία και τις μεταβολές του κλίματος.

Η διατήρηση μωσαϊκών από φρύγανα, ποώδη βλάστηση, γυμνό έδαφος και αραιούς θάμνους είναι σημαντική για το είδος και για πολλά άλλα κυπριακά ασπόνδυλα.

Η παρατήρηση στο Γέρι

Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται από το Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας και λήφθηκαν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.

Η περιοχή περιλαμβάνει ανοικτές εκτάσεις, χαμηλή φυσική βλάστηση, γεωργικές παρυφές και θερμές ξηρές θέσεις που μπορούν να προσφέρουν κατάλληλο ενδιαίτημα στην ενδημική ακρίδα.

Για αξιόπιστη φωτογραφική τεκμηρίωση είναι χρήσιμο να καταγράφονται η ημερομηνία, η ακριβής περιοχή, το αναπτυξιακό στάδιο, ο βιότοπος και, όταν είναι δυνατόν, διαφορετικές όψεις του εντόμου.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Orthoptera
Υπόταξη: Caelifera
Υπεροικογένεια: Pyrgomorphoidea
Οικογένεια: Pyrgomorphidae
Υποοικογένεια: Pyrgomorphinae
Φυλή: Pyrgomorphini
Γένος: Pyrgomorpha Audinet-Serville, 1838
Είδος: Pyrgomorpha cypria Bolívar, 1901
Κατάσταση κατανομής: Ενδημικό είδος της Κύπρου
Αγγλική κοινή ονομασία: Cyprian Stick Grasshopper
Κατάσταση διατήρησης στην Ευρώπη: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)


Pyrgomorpha cypria – The Endemic Cyprian Stick Grasshopper

Text and photographs by George Konstantinou

A Species Found Only in Cyprus

Pyrgomorpha cypria Bolívar, 1901 is a small grasshopper belonging to the family Pyrgomorphidae. It occurs naturally only in Cyprus and is consequently an endemic species whose entire global distribution is confined to the island.

Its documented English common name is Cyprian Stick Grasshopper.

It is a distinct species rather than an endemic subspecies of a more widely distributed insect. This distinction is important: the name Pyrgomorpha cypria refers to a complete evolutionary species found nowhere outside Cyprus.

The Family Pyrgomorphidae

The family Pyrgomorphidae consists primarily of grasshoppers inhabiting warm regions of Africa, southern Europe, the Middle East and Asia.

Many members possess a tapering or conical head, a comparatively narrow body and colours that allow them to blend with vegetation and the ground.

The genus Pyrgomorpha Audinet-Serville, 1838 is the type genus of the family. Its members are small to medium-sized grasshoppers with a conical head, sloping face and frequently slender, stick-like appearance.

Scientific Description and Name

The species was scientifically described in 1901 by the Spanish entomologist Ignacio Bolívar y Urrutia, whose name is generally abbreviated to Bolívar or I. Bolívar in zoological literature.

Cyprus is the type locality. A male has been designated as the lectotype and is held by the Museo Nacional de Ciencias Naturales in Madrid.

The preservation of a name-bearing specimen allows taxonomists to compare subsequently collected material with the specimen defining the scientific application of the name.

Morphology

Pyrgomorpha cypria is a small, relatively slender grasshopper. Its low, elongated outline allows it to remain inconspicuous among dry stems, low plants and sparse vegetation.

The head is conical, with a sloping face and projecting tip. This projection is known as the fastigium and provides a useful feature for distinguishing related species.

The pronotum, the hardened plate immediately behind the head, may display fine sculpturing, small irregularities and longitudinal lines. The hind legs are longer and more powerful than the first two pairs and are adapted for jumping.

The antennae are comparatively short, as is typical of the short-horned grasshoppers of the suborder Caelifera.

Size and Sexual Dimorphism

The species displays a clear difference in size between the sexes. Males measure approximately 14 millimetres, while females may reach about 20 millimetres.

The greater body size of the female is associated with the production and carriage of eggs. Males are generally smaller and more agile.

Size is helpful but should not be used as an absolute identification feature. Age, specimen condition and natural individual variation may all affect measurements.

Colour Variation and Camouflage

Colouration varies considerably. Individuals may be green, olive, brown, grey-brown, reddish or pinkish.

Pale or dark longitudinal lines may extend along the body. These markings visually divide the insect’s outline and make it resemble a narrow leaf or plant stem.

Colour variation does not necessarily indicate the presence of different species. Grasshopper colour can be influenced by genetic factors, developmental stage and environmental conditions.

When an individual remains motionless within low vegetation, its camouflage may make it surprisingly difficult to detect.

Distinction from  Pyrgomorpha cognata (Krauss,1877)

The related Pyrgomorpha cognata also occurs in Cyprus. The two species may appear similar, particularly when identification is based only on colour.

One helpful feature is the structure of the head. Pyrgomorpha cypria generally possesses a shorter fastigium, whereas the projection is more elongated in Pyrgomorpha cognata.

Identification may also consider:

  • the proportions of the head and body,
  • the shape and sculpturing of the pronotum,
  • body size,
  • development of the wings,
  • reproductive structures,
  • the habitat and season of observation.

Colour alone is unreliable. Difficult specimens require clear photographs of the head, pronotum and lateral profile or a more detailed morphological examination.

Habitats

The endemic grasshopper occupies a broad range of warm, open habitats. It is particularly associated with extensively managed landscapes, garrigue, coastal areas, sandy sites, open scrub and sunny mountain slopes.

It may also occur in agricultural landscapes where strips of natural vegetation, uncultivated patches, field margins and areas of low-intensity management remain.

Patches of exposed ground among herbaceous plants provide places for warming, movement and possible egg laying. Varied vegetation supplies food, shelter and a range of microclimates.

The species is not restricted to coasts and lowlands. It has been reported from the Mesaoria Plain to the Troodos Mountains and slopes around Mount Olympus.

Diet

Like most related grasshoppers, Pyrgomorpha cypria is primarily herbivorous. It feeds upon parts of low-growing plants, including leaves, young shoots and other plant material.

A particular list of host plants should not be attributed to the species without direct observations or experimental evidence.

Its presence in agricultural areas does not by itself make it an agricultural pest. There is no evidence that it forms destructive swarms or causes extensive crop damage in Cyprus.

Life Cycle

Pyrgomorpha cypria undergoes incomplete metamorphosis, with three principal stages:

  • egg,
  • nymph,
  • adult.

Young nymphs resemble smaller versions of the adults but lack fully developed wings and reproductive organs.

As they grow, they repeatedly shed their exoskeleton. Each moult produces a larger nymph with more developed wing pads.

Grasshoppers generally deposit their eggs within or close to the soil, where they receive some protection from extreme environmental conditions. Detailed information on egg numbers and the precise oviposition behaviour of P. cypria remains limited.

Overwintering and Seasonal Appearance

The species appears to overwinter mainly as a nymph. Adults generally begin to appear from late February and are particularly common during April and May.

Overwintering adults have also been reported, suggesting that the seasonal cycle possesses some flexibility according to altitude, temperature and rainfall.

Observations made in November have recorded only nymphs, supporting the interpretation that immature individuals commonly pass through the winter.

In suitable habitats during spring, it may appear to be one of the most abundant grasshoppers. Its numbers can nevertheless vary between years according to rainfall and the development of herbaceous vegetation.

Behaviour

The species depends strongly upon camouflage and immobility. When threatened, an individual may move to the opposite side of a stem, walk into denser vegetation or escape with a jump.

Its elongated shape and longitudinal markings reduce the visual contrast between the insect and narrow leaves or dry stems.

As an ectothermic insect, it relies on external heat. Exposure to sunlight raises its body temperature and supports movement, feeding and reproductive activity.

The Significance of Endemism

Describing Pyrgomorpha cypria as endemic means that it possesses no natural populations outside Cyprus.

The geographic isolation of the island created conditions in which various animal and plant populations became differentiated from relatives in surrounding continental regions.

The exact evolutionary history of P. cypria requires further morphological and genetic research. Its present distribution nevertheless establishes it as a distinctive component of the Cypriot fauna.

Its disappearance from Cyprus would represent its extinction at the global level.

Conservation Status

The European Red List of Grasshoppers, Crickets and Bush-crickets classifies Pyrgomorpha cypria as Least Concern (LC).

This assessment indicates that the available evidence does not currently suggest an immediate high risk of extinction.

Least Concern does not mean that monitoring is unnecessary. Because the entire world distribution is confined to one island, extensive changes to Cypriot ecosystems could affect the species across its complete range.

Potential Pressures

Potential pressures include:

  • urban and tourism development in coastal areas,
  • loss of dunes and open natural habitats,
  • agricultural intensification,
  • extensive use of insecticides and herbicides,
  • frequent clearance or mowing of natural vegetation,
  • repeated fires,
  • prolonged drought and climatic change.

Maintaining mosaics of garrigue, herbaceous vegetation, exposed soil and scattered shrubs benefits this species and numerous other Cypriot invertebrates.

The Observation at Geri

The photographs presented in the original post were taken by George Konstantinou at Geri in the Nicosia District.

The surrounding landscape includes open ground, low natural vegetation, agricultural margins and warm, dry sites capable of providing suitable habitat for the endemic grasshopper.

Reliable photographic documentation should ideally include the date, precise locality, developmental stage, habitat and several views showing the head, pronotum and lateral profile.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Insecta
Order: Orthoptera
Suborder: Caelifera
Superfamily: Pyrgomorphoidea
Family: Pyrgomorphidae
Subfamily: Pyrgomorphinae
Tribe: Pyrgomorphini
Genus: Pyrgomorpha Audinet-Serville, 1838
Species: Pyrgomorpha cypria Bolívar, 1901
Distribution status: Endemic species of Cyprus
English common name: Cyprian Stick Grasshopper
European conservation status: Least Concern (LC)

Πηγές – Sources


Migratory locust, African Grasshopper - Locusta migratoria (Linnaeus, 1758) – Μεταναστευτική ακρίδα της Κύπρου - Cyprus

See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

Λίστα με τα Ορθόπτερα της Κύπρου - ;LIst of Orthoptera of Cyprus

 Family:Acrididae

Photos Geri 26/6/2006 by George Konstantinou

Below in English

Locusta migratoria – Μεταναστευτική ακρίδα της Κύπρου

Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου

Η μεταναστευτική ακρίδα

Η Locusta migratoria (Linnaeus, 1758), γνωστή στα αγγλικά ως Migratory Locust, είναι μία από τις πιο διαδεδομένες ακρίδες στον κόσμο και το μοναδικό αναγνωρισμένο είδος του γένους Locusta.

Απαντά σε εκτεταμένες περιοχές της Αφρικής, της Ευρώπης, της Ασίας και του νοτιοδυτικού Ειρηνικού. Η μεγάλη γεωγραφική της εξάπλωση, η ικανότητα πτήσης και η δυνατότητά της να μεταβάλλει τη συμπεριφορά και τη μορφολογία της ανάλογα με την πληθυσμιακή πυκνότητα την κατέστησαν ένα από τα πιο μελετημένα είδη Ορθοπτέρων.

Το είδος απαντά και στην Κύπρο. Η παρουσία μεμονωμένων ατόμων στο νησί δεν σημαίνει απαραίτητα ότι βρίσκεται σε εξέλιξη εισβολή ή σχηματισμός σμήνους. Στις περισσότερες περιπτώσεις παρατηρούνται άτομα της μοναχικής φάσης, τα οποία συμπεριφέρονται όπως οι συνηθισμένες μεγάλες ακρίδες.

Η ονομασία African Grasshopper, που χρησιμοποιείται περιστασιακά, είναι πολύ λιγότερο ακριβής από την καθιερωμένη αγγλική ονομασία Migratory Locust, επειδή το είδος δεν περιορίζεται στην Αφρική.

Ακρίδα και λαίλαπα

Στην καθημερινή χρήση, η λέξη locust δεν δηλώνει ξεχωριστή ταξινομική ομάδα. Περιγράφει ορισμένα είδη ακρίδων που έχουν την ικανότητα να μεταβαίνουν από μοναχικούς πληθυσμούς σε πολυάριθμες, συντονισμένες συγκεντρώσεις.

Όταν οι πληθυσμοί τους είναι αραιοί, τα έντομα ζουν κυρίως μόνα και αποφεύγουν τη στενή επαφή. Όταν όμως η πυκνότητα αυξηθεί υπερβολικά, μπορούν να αλλάξουν συμπεριφορά, χρωματισμό, σωματικές αναλογίες και φυσιολογία.

Οι νύμφες μπορεί τότε να σχηματίσουν κινούμενες ομάδες στο έδαφος και τα ενήλικα μεγάλα ιπτάμενα σμήνη. Αυτή η εξαιρετική ικανότητα μεταβολής είναι που διαφοροποιεί μια πραγματική μεταναστευτική ακρίδα από τα περισσότερα άλλα είδη ακριδών.

Η Locusta migratoria δεν πρέπει να συγχέεται με την ακρίδα της ερήμου, Schistocerca gregaria. Πρόκειται για διαφορετικά είδη, παρόλο που και τα δύο μπορούν να σχηματίσουν μεταναστευτικά σμήνη.

Ταξινομική ιστορία

Ο Κάρολος Λινναίος περιέγραψε το είδος το 1758 με την ονομασία Gryllus (Locusta) migratorius στη δέκατη έκδοση του έργου Systema Naturae.

Η επιστημονική ονομασία μεταφέρθηκε αργότερα στο γένος Locusta. Επειδή το είδος περιγράφηκε αρχικά σε διαφορετικό γένος, το όνομα του συγγραφέα και το έτος τοποθετούνται μέσα σε παρενθέσεις: Locusta migratoria (Linnaeus, 1758).

Η λέξη migratoria αναφέρεται στη μεταναστευτική συμπεριφορά του είδους.

Δύο συντυπικά δείγματα, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, φυλάσσονται στη συλλογή της Linnean Society of London.

Το ζήτημα των υποειδών

Λόγω της τεράστιας εξάπλωσης του είδους και της παρουσίας του σε διαφορετικές οικολογικές και κλιματικές ζώνες, έχουν περιγραφεί πολυάριθμα υποείδη και γεωγραφικές μορφές.

Η εγκυρότητα πολλών από αυτά αμφισβητήθηκε ή αναθεωρήθηκε. Σύγχρονες γενετικές μελέτες έχουν δείξει ότι η παραδοσιακή διαίρεση σε πολλά υποείδη δεν αποδίδει πάντοτε με ακρίβεια τις εξελικτικές σχέσεις των πληθυσμών.

Η μορφή Locusta migratoria cinerascens (Fabricius, 1781) έχει χρησιμοποιηθεί για μεσογειακούς πληθυσμούς. Ωστόσο, επειδή η υποειδική ταξινόμηση παραμένει περίπλοκη και δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα από όλες τις πηγές, είναι ασφαλέστερο το κυπριακό έντομο να παρουσιάζεται ως Locusta migratoria, εκτός εάν υπάρχει λεπτομερής ταξινομική ή γενετική τεκμηρίωση συγκεκριμένου δείγματος.

Μορφολογία του ενηλίκου

Η μεταναστευτική ακρίδα είναι μεγάλο και ισχυρόσωμο ορθόπτερο. Το κεφάλι είναι σχετικά μεγάλο, με ισχυρές γνάθους κατάλληλες για την κοπή φυτικού υλικού.

Οι κεραίες είναι βραχείες σε σχέση με το σώμα, χαρακτηριστικό της υποτάξης Caelifera. Οι σύνθετοι οφθαλμοί προσφέρουν ευρύ οπτικό πεδίο και βοηθούν στην αντίληψη της κίνησης.

Το πρόνωτο σχηματίζει μια ανθεκτική προστατευτική πλάκα πίσω από το κεφάλι. Τα δύο πρώτα ζεύγη ποδιών χρησιμοποιούνται κυρίως για βάδιση και στήριξη, ενώ τα οπίσθια πόδια είναι μακριά, μυώδη και προσαρμοσμένα για ισχυρά άλματα.

Οι πρόσθιες πτέρυγες είναι στενότερες και περισσότερο δερματώδεις. Προστατεύουν τις πλατύτερες μεμβρανώδεις οπίσθιες πτέρυγες, οι οποίες παράγουν την κύρια ανυψωτική δύναμη κατά την πτήση.

Οι πτέρυγες εκτείνονται συνήθως πέρα από την άκρη της κοιλιάς και επιτρέπουν στο έντομο να καλύπτει σημαντικές αποστάσεις.

Μέγεθος και φυλετικός διμορφισμός

Το μέγεθος μεταβάλλεται ανάλογα με το φύλο, τη γεωγραφική προέλευση και την πληθυσμιακή φάση.

Τα ενήλικα άτομα της αγελαίας φάσης έχουν συνήθως μήκος περίπου 40–60 χιλιοστά. Τα θηλυκά είναι γενικά μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα αρσενικά, ενώ τα μοναχικά άτομα μπορεί να αποκτούν μεγαλύτερο μέγεθος από τα αντίστοιχα αγελαία.

Στην άκρη της κοιλιάς του θηλυκού διακρίνονται οι βαλβίδες του ωοθέτη, οι οποίες βοηθούν στη διάνοιξη του εδάφους κατά την ωοτοκία.

Χρωματισμός

Η Locusta migratoria παρουσιάζει έντονη χρωματική ποικιλότητα. Τα μοναχικά ενήλικα μπορεί να είναι πράσινα, καστανά, γκριζοκάστανα ή συνδυασμός αυτών των αποχρώσεων.

Ο χρωματισμός τους συχνά συμφωνεί με τη γύρω βλάστηση, προσφέροντας αποτελεσματική παραλλαγή. Τα πράσινα άτομα είναι περισσότερο δυσδιάκριτα μέσα σε ζωηρή βλάστηση, ενώ τα καστανά συγχωνεύονται με ξερά χόρτα και γυμνό έδαφος.

Οι μοναχικές νύμφες είναι συνήθως πράσινες ή καστανές. Στην αγελαία φάση οι νύμφες μπορούν να εμφανίζουν έντονο κιτρινωπό ή πορτοκαλί υπόβαθρο με μαύρες κηλίδες.

Τα αγελαία ενήλικα είναι συχνά καστανωπά με κίτρινες περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες κατά την αναπαραγωγική ωρίμανση.

Πολυφαινισμός φάσεων

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του είδους είναι ο πολυφαινισμός φάσεων. Το ίδιο γενετικά είδος μπορεί να παρουσιάζει διαφορετικές μορφές ως απόκριση στις περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες.

Οι δύο ακραίες καταστάσεις είναι:

  • η μοναχική φάση,
  • η αγελαία φάση.

Ανάμεσά τους υπάρχουν μεταβατικές μορφές. Όταν αυξάνεται η πυκνότητα, ένας μοναχικός πληθυσμός μπορεί να περάσει σταδιακά σε ενδιάμεση φάση συγκέντρωσης και στη συνέχεια στην πλήρως αγελαία κατάσταση.

Εάν η πυκνότητα μειωθεί και τα έντομα απομονωθούν, η διαδικασία μπορεί να αντιστραφεί μέσω μεταβατικών μορφών διάσπασης του πληθυσμού.

Οι μεταβολές δεν περιορίζονται στην εξωτερική εμφάνιση. Επηρεάζονται:

  • η έλξη ή η αποφυγή άλλων ατόμων,
  • το επίπεδο κινητικότητας,
  • ο χρωματισμός,
  • οι αναλογίες του σώματος,
  • η φυσιολογία,
  • η αναπαραγωγική συμπεριφορά,
  • η τάση για ομαδική μετακίνηση.

Τι προκαλεί τη μεταμόρφωση

Ο συνωστισμός και η συχνή σωματική επαφή αποτελούν βασικά ερεθίσματα της μετάβασης προς την αγελαία φάση.

Όταν πολλά άτομα συγκεντρωθούν σε περιορισμένες εκτάσεις κατάλληλου ενδιαιτήματος, αυξάνονται οι οπτικές, οσφρητικές και μηχανικές επαφές. Οι επαναλαμβανόμενες επαφές, ιδιαίτερα στην περιοχή των οπίσθιων ποδιών, μπορούν να ενεργοποιήσουν νευροχημικές και ορμονικές μεταβολές.

Η διαδικασία περιλαμβάνει αλλαγές στην έκφραση γονιδίων και πιθανότατα επιγενετικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση δεν πραγματοποιείται στιγμιαία με μία μόνο επαφή, αλλά αναπτύσσεται καθώς συνεχίζονται οι συνθήκες υψηλής πυκνότητας.

Σχηματισμός ομάδων και σμηνών

Οι αγελαίες νύμφες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη λειτουργικές πτέρυγες, μπορούν να σχηματίσουν πυκνές ομάδες που βαδίζουν και πηδούν συντονισμένα προς την ίδια κατεύθυνση.

Μετά την τελική έκδυση, τα ενήλικα αποκτούν πλήρως ανεπτυγμένες πτέρυγες. Όταν συγκεντρωθούν σε μεγάλους αριθμούς, μπορούν να σχηματίσουν σμήνη και να μετακινηθούν σε μεγάλες αποστάσεις με τη βοήθεια των ανέμων.

Τα σμήνη καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυτικής ύλης και μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές γεωργικές καταστροφές. Τέτοια φαινόμενα απαιτούν ειδικό συνδυασμό υψηλής πληθυσμιακής πυκνότητας, κατάλληλων βροχοπτώσεων, άφθονης τροφής και εκτεταμένων περιοχών αναπαραγωγής.

Η φωτογράφιση ενός μοναχικού ατόμου στην Κύπρο δεν αποτελεί ένδειξη επικείμενης λαίλαπας.

Διατροφή

Η μεταναστευτική ακρίδα είναι κυρίως φυτοφάγος και τρέφεται ιδιαίτερα με φυτά της οικογένειας Poaceae, δηλαδή αγρωστώδη.

Η διατροφή της μπορεί να περιλαμβάνει άγρια χόρτα, καλάμια και καλλιεργούμενα σιτηρά. Σε συνθήκες μεγάλης πυκνότητας και έλλειψης τροφής το φάσμα των φυτών που καταναλώνει μπορεί να διευρυνθεί.

Ένα μεμονωμένο άτομο προκαλεί αμελητέα επίδραση στη βλάστηση. Η οικονομική σημασία του είδους εμφανίζεται όταν τεράστιοι αγελαίοι πληθυσμοί τρέφονται ταυτόχρονα στην ίδια περιοχή.

Βιότοποι

Στη νότια Ευρώπη η Locusta migratoria συνδέεται ιδιαίτερα με θερμούς πεδινούς υγροτόπους, εκτάσεις με καλάμια και ανοικτή υδρόφιλη βλάστηση.

Μπορεί επίσης να βρεθεί σε:

  • ξηρά λιβάδια,
  • γεωργικές εκτάσεις,
  • παρυφές καλλιεργειών,
  • όχθες ποταμών και χαλικόστρωτες κοίτες,
  • παράκτιες πεδιάδες,
  • αμμώδη ή προσχωσιγενή εδάφη,
  • πρόσκαιρα υγρές περιοχές.

Η παρουσία υγρασίας και πράσινης βλάστησης μετά από βροχοπτώσεις μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες αναπαραγωγής. Αργότερα, η ξήρανση της βλάστησης μπορεί να αναγκάσει τα έντομα να συγκεντρωθούν στις εναπομείνασες πράσινες εκτάσεις.

Κύκλος ζωής

Η μεταναστευτική ακρίδα παρουσιάζει ατελή μεταμόρφωση και περνά από τρία βασικά στάδια:

  • αυγό,
  • νύμφη,
  • ενήλικο.

Το θηλυκό χρησιμοποιεί το άκρο της κοιλιάς για να ανοίξει οπή σε μαλακό έδαφος. Τα αυγά τοποθετούνται σε συμπαγή ομάδα, γνωστή ως ωόσακος ή egg pod.

Μια αφρώδης έκκριση περιβάλλει τα αυγά και σχηματίζει προστατευτικό πώμα. Το υλικό συμβάλλει στην προστασία τους από αφυδάτωση, παθογόνους οργανισμούς και ορισμένους θηρευτές.

Μετά την εκκόλαψη εμφανίζονται άπτερες νύμφες, οι οποίες ονομάζονται συχνά hoppers. Περνούν από διαδοχικά νυμφικά στάδια και αυξάνονται σε μέγεθος έπειτα από κάθε έκδυση.

Κατά την τελική έκδυση σχηματίζεται το πλήρως πτερωτό ενήλικο. Η ταχύτητα ανάπτυξης επηρεάζεται έντονα από τη θερμοκρασία, την υγρασία και τη διαθεσιμότητα τροφής.

Εποχή εμφάνισης

Στη νότια Ευρώπη τα ενήλικα παρατηρούνται κυρίως από τον Ιούνιο μέχρι τον Νοέμβριο. Σε θερμές μεσογειακές περιοχές μπορούν να επιβιώσουν ή να εμφανιστούν και κατά τον χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη.

Η ακριβής εποχή εμφάνισης στην Κύπρο μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τις βροχοπτώσεις, τη θερμοκρασία και την κατάσταση των ενδιαιτημάτων.

Οι φωτογραφίες της συγκεκριμένης ανάρτησης λήφθηκαν στις 26 Ιουνίου 2006, ημερομηνία που συμφωνεί με την καλοκαιρινή παρουσία των ενηλίκων.

Ικανότητα πτήσης και μετανάστευση

Η Locusta migratoria είναι ισχυρός ιπτάμενος οργανισμός. Οι μεγάλες οπίσθιες πτέρυγες, οι ισχυροί θωρακικοί μύες και η ικανότητα αξιοποίησης ευνοϊκών ανέμων επιτρέπουν τη μετακίνηση σε μεγάλες αποστάσεις.

Η πτήση μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς:

  • αναζήτηση τροφής,
  • εντοπισμό υγρών περιοχών,
  • αποφυγή ξηρασίας,
  • εξεύρεση θέσεων αναπαραγωγής,
  • μετακίνηση αγελαίων σμηνών.

Δεν πραγματοποιούν όλα τα άτομα θεαματικές μεταναστεύσεις. Οι μοναχικοί πληθυσμοί μπορεί να παραμένουν τοπικοί ή να πραγματοποιούν πολύ περιορισμένες μετακινήσεις.

Παγκόσμια εξάπλωση

Η μεταναστευτική ακρίδα διαθέτει εξαιρετικά μεγάλη εξάπλωση. Απαντά σε τμήματα της Αφρικής, της Ευρώπης και της Ασίας, καθώς και σε περιοχές της Αυστραλασίας και νησιά του Ειρηνικού.

Στην Ευρώπη ήταν παλαιότερα περισσότερο διαδεδομένη και σχημάτιζε συχνότερα πληθυσμιακές εξάρσεις. Σήμερα έχει γίνει σπάνια ή έχει εξαφανιστεί από ορισμένες βόρειες περιοχές, κυρίως λόγω της απώλειας υγροτόπων και της εντατικής χρήσης της γης.

Η δυνατότητα μεγάλης μετακίνησης δυσκολεύει ορισμένες φορές τη διάκριση μεταξύ μόνιμων τοπικών πληθυσμών και ατόμων που έχουν φθάσει από γειτονικές περιοχές.

Η παρουσία στην Κύπρο

Η Locusta migratoria αποτελεί καταγεγραμμένο μέλος της κυπριακής πανίδας των Ορθοπτέρων. Το νησί διαθέτει θερμό κλίμα, πεδινές γεωργικές εκτάσεις, υγροτόπους και εποχικά πράσινη βλάστηση που μπορούν να προσφέρουν κατάλληλες συνθήκες.

Λόγω της ικανότητας πτήσης του είδους, είναι πιθανό οι κυπριακές καταγραφές να περιλαμβάνουν τόσο τοπικά αναπτυσσόμενα άτομα όσο και περιστασιακούς μετανάστες. Η απόδειξη σταθερής αναπαραγωγής σε μια συγκεκριμένη περιοχή απαιτεί την ανεύρεση νυμφών, ωόσακων ή επαναλαμβανόμενων διαδοχικών γενεών.

Η παρατήρηση στο Γέρι

Οι φωτογραφίες λήφθηκαν στο Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας στις 26 Ιουνίου 2006 από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.

Το Γέρι βρίσκεται κοντά στη Μεσαορία και περιβάλλεται από ανοικτές εκτάσεις, καλλιέργειες, χέρσα χωράφια και εποχική ποώδη βλάστηση. Το μωσαϊκό αυτό μπορεί να προσφέρει προσωρινά κατάλληλες θέσεις τροφοληψίας και ανάπαυσης.

Μια μεμονωμένη παρατήρηση τεκμηριώνει την παρουσία του είδους στον τόπο και τον χρόνο της φωτογράφισης. Δεν επαρκεί από μόνη της για να καθορίσει την προέλευση του ατόμου, το μέγεθος του τοπικού πληθυσμού ή την ύπαρξη αναπαραγωγής.

Οικολογικός ρόλος

Παρόλο που είναι περισσότερο γνωστή για τις γεωργικές καταστροφές που μπορεί να προκαλέσει σε αγελαία φάση, η μεταναστευτική ακρίδα αποτελεί φυσικό μέρος των οικοσυστημάτων όπου απαντά.

Καταναλώνει φυτική ύλη και μετατρέπει μέρος της σε ζωική βιομάζα διαθέσιμη σε θηρευτές. Αποτελεί τροφή για πουλιά, ερπετά, αμφίβια, αράχνες, αρπακτικά έντομα και μικρά θηλαστικά.

Τα αυγά της προσβάλλονται επίσης από παρασιτοειδή έντομα και παθογόνους μικροοργανισμούς, οι οποίοι συμβάλλουν στη φυσική ρύθμιση των πληθυσμών.

Σχέση με τη γεωργία

Σε μοναχική φάση και χαμηλή πυκνότητα, το είδος συνήθως δεν προκαλεί σοβαρές ζημιές. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ευνοϊκές συνθήκες επιτρέψουν διαδοχικές αναπαραγωγικές επιτυχίες και μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση.

Η προληπτική αντιμετώπιση βασίζεται στην παρακολούθηση των περιοχών αναπαραγωγής, στην έγκαιρη αναγνώριση αυξημένων πυκνοτήτων και στην καταγραφή αλλαγών στη συμπεριφορά των νυμφών.

Η αδιάκριτη χρήση εντομοκτόνων μπορεί να επηρεάσει πολλά μη επιβλαβή έντομα και τους φυσικούς εχθρούς των ακριδών. Η επέμβαση πρέπει επομένως να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα πληθυσμιακής έξαρσης και να εφαρμόζεται στοχευμένα από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Κατάσταση διατήρησης

Η Locusta migratoria έχει αξιολογηθεί ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC) στον Ευρωπαϊκό Κόκκινο Κατάλογο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο δεν εμφανίζεται αντίστοιχη ολοκληρωμένη αξιολόγηση στην ευρωπαϊκή βάση EUNIS.

Η κατάταξη ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος αντανακλά την τεράστια παγκόσμια εξάπλωση και τη συνολική ανθεκτικότητα του είδους. Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί όμως έχουν μειωθεί ή εξαφανιστεί τοπικά εξαιτίας:

  • της αποξήρανσης υγροτόπων,
  • της καταστροφής καλαμιώνων και υγρών λιβαδιών,
  • της γεωργικής εντατικοποίησης,
  • της χρήσης φυτοφαρμάκων,
  • της απώλειας ανοικτών ενδιαιτημάτων.

Το ίδιο είδος μπορεί επομένως να αποτελεί σοβαρό γεωργικό εχθρό σε ορισμένες περιοχές και ταυτόχρονα σπάνιο στοιχείο της φυσικής πανίδας σε άλλες.

Το μεγάλο γονιδίωμα

Η μεταναστευτική ακρίδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά γονιδιώματα μεταξύ των εντόμων, με μέγεθος περίπου 6,5 δισεκατομμύρια ζεύγη βάσεων.

Το γονιδίωμά της είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το ανθρώπινο. Το μεγάλο μέγεθος δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι διαθέτει αντίστοιχα περισσότερα λειτουργικά γονίδια, καθώς μεγάλο μέρος του αποτελείται από επαναλαμβανόμενες αλληλουχίες.

Η γενετική μελέτη του είδους βοηθά τους επιστήμονες να κατανοήσουν τη μετάβαση μεταξύ των φάσεων, τη μεταναστευτική συμπεριφορά και την προσαρμογή σε διαφορετικά περιβάλλοντα.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Orthoptera
Υπόταξη: Caelifera
Υπεροικογένεια: Acridoidea
Οικογένεια: Acrididae
Υποοικογένεια: Oedipodinae
Φυλή: Locustini
Γένος: Locusta Linnaeus, 1758
Είδος: Locusta migratoria (Linnaeus, 1758)
Κοινή ονομασία: Μεταναστευτική ακρίδα
Αγγλική κοινή ονομασία: Migratory Locust
Κατάσταση στην Κύπρο: Αυτόχθονο ή/και μεταναστευτικό καταγεγραμμένο είδος
Κατάσταση διατήρησης στην Ευρώπη: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)

Locusta migratoria – The Migratory Locust in Cyprus

Text and photographs by George Konstantinou

The Migratory Locust

Locusta migratoria (Linnaeus, 1758), commonly known as the Migratory Locust, is one of the world’s most widely distributed grasshoppers and the only currently recognised species in the genus Locusta.

It occurs across extensive parts of Africa, Europe, Asia and the southwestern Pacific. Its enormous range, powerful flight and ability to alter its behaviour and morphology in response to population density have made it one of the most intensively studied orthopterans.

The species also occurs in Cyprus. The presence of an individual on the island does not necessarily indicate an invasion or developing swarm. Most observations concern solitary-phase individuals behaving like ordinary large grasshoppers.

The alternative name African Grasshopper is occasionally used, but it is considerably less accurate than Migratory Locust because the species is not restricted to Africa.

Grasshopper and Locust

The word locust does not identify a separate taxonomic group. It is applied to certain grasshopper species capable of changing from dispersed solitary populations into dense, coordinated aggregations.

When population density is low, individuals live mainly alone and generally avoid close contact. When density rises sufficiently, they can undergo major changes in behaviour, colour, body proportions and physiology.

Nymphs may form marching bands on the ground, while adults may develop into large flying swarms. This remarkable capacity distinguishes a true locust from most other grasshopper species.

Locusta migratoria should not be confused with the Desert Locust, Schistocerca gregaria. They are separate species, although both can produce migratory swarms.

Taxonomic History

Carl Linnaeus described the species in 1758 as Gryllus (Locusta) migratorius in the tenth edition of Systema Naturae.

It was subsequently transferred to the genus Locusta. Because Linnaeus originally described it in another genus, the author and year are enclosed in parentheses: Locusta migratoria (Linnaeus, 1758).

The name migratoria refers to its migratory behaviour.

Two syntypes, one male and one female, are held in the collection of the Linnean Society of London.

The Subspecies Question

Numerous subspecies and geographic forms have been described because of the species’ vast range and occurrence in widely differing ecological and climatic zones.

The validity of many of these names has been questioned or revised. Modern genetic studies indicate that the traditional division into numerous subspecies does not always represent the evolutionary relationships between populations accurately.

The name Locusta migratoria cinerascens (Fabricius, 1781) has been applied to Mediterranean populations. However, because the subspecific classification remains complex and is not used consistently, the Cypriot insect is best presented as Locusta migratoria unless a particular specimen has been supported by detailed taxonomic or genetic evidence.

Adult Morphology

The Migratory Locust is a large and robust orthopteran. Its head is comparatively large and bears powerful mandibles adapted for cutting plant material.

The antennae are short in proportion to the body, as is characteristic of the suborder Caelifera. Large compound eyes provide a broad field of vision and efficient detection of movement.

The pronotum forms a strong protective plate behind the head. The first two pairs of legs are used primarily for walking and support, while the long, muscular hind legs produce powerful jumps.

The forewings are narrower and more leathery. They protect the broad, membranous hindwings, which provide most of the lifting surface during flight.

The wings usually extend beyond the tip of the abdomen and allow the insect to travel considerable distances.

Size and Sexual Dimorphism

Size varies according to sex, geographic origin and population phase.

Gregarious adults are generally about 40–60 millimetres long. Females are normally larger and heavier than males, while solitary individuals may grow larger than their gregarious equivalents.

The valves of the female’s ovipositor are visible at the end of the abdomen and assist in penetrating the soil during egg laying.

Colouration

Locusta migratoria displays considerable colour variation. Solitary adults may be green, brown, grey-brown or a combination of these colours.

Their appearance frequently matches the surrounding vegetation. Green individuals are concealed among living plants, while brown insects blend with dry grasses and exposed soil.

Solitary nymphs are usually green or brown. Gregarious nymphs may possess a conspicuous yellow or orange background marked with black.

Gregarious adults are often brownish with yellow areas that become more extensive and intense as reproductive maturity approaches.

Phase Polyphenism

One of the species’ defining characteristics is phase polyphenism. The same genetic species can develop markedly different forms in response to social and environmental conditions.

The two extreme states are:

  • the solitary phase,
  • the gregarious phase.

Transitional forms occur between them. As density rises, a solitary population may progress through an intermediate congregating phase before reaching a fully gregarious state.

If density subsequently falls and individuals become isolated, the process can be reversed through dissociating transitional stages.

The differences extend beyond external appearance and affect:

  • attraction to or avoidance of other individuals,
  • locomotor activity,
  • colouration,
  • body proportions,
  • physiology,
  • reproductive behaviour,
  • the tendency to move collectively.

What Causes the Transformation?

Crowding and repeated physical contact are key stimuli initiating the transition towards the gregarious phase.

When numerous individuals become concentrated within a limited area of suitable habitat, visual, chemical and mechanical contacts increase. Repeated touching, particularly involving the hind legs, can initiate neurochemical and hormonal changes.

The response involves altered gene expression and probably epigenetic mechanisms. It is not an instantaneous transformation caused by a single encounter, but develops as high-density conditions continue.

Bands and Swarms

Wingless gregarious nymphs may form dense bands that walk and jump together in the same direction.

Following the final moult, adults possess fully developed wings. When present in enormous numbers, they can form swarms and travel long distances with assistance from prevailing winds.

Such swarms consume large quantities of vegetation and can cause major agricultural damage. Their development requires a particular combination of high population density, favourable rainfall, abundant food and extensive breeding habitats.

Photographing one solitary locust in Cyprus is not evidence that a plague is developing.

Diet

The species is principally herbivorous and has a strong association with the family Poaceae, the grasses.

Its diet may include wild grasses, reeds and cultivated cereals. Under crowded conditions and food shortage, the range of plants consumed may become broader.

One isolated insect has a negligible effect upon vegetation. The species becomes economically significant when immense gregarious populations feed simultaneously within the same area.

Habitats

In southern Europe, Locusta migratoria is particularly associated with warm lowland wetlands, reedbeds and open moisture-dependent vegetation.

It may also inhabit:

  • dry grasslands,
  • agricultural land,
  • field margins,
  • riverbanks and gravel bars,
  • coastal plains,
  • sandy or alluvial soils,
  • seasonally wet areas.

Moisture and fresh vegetation following rainfall can create favourable breeding conditions. Later drying may concentrate the insects within the remaining green areas.

Life Cycle

The Migratory Locust undergoes incomplete metamorphosis and passes through three principal stages:

  • egg,
  • nymph,
  • adult.

The female uses the tip of her abdomen to bore into soft soil. Eggs are deposited together in a compact egg pod.

A foamy secretion surrounds the eggs and forms a protective plug. This material helps protect them against desiccation, pathogens and certain predators.

Wingless nymphs, commonly called hoppers, emerge after hatching. They pass through successive instars and grow after each moult.

The final moult produces the fully winged adult. Developmental speed is strongly influenced by temperature, moisture and food availability.

Seasonal Appearance

In southern Europe, adults are observed mainly from June until November. In warm Mediterranean regions they may survive or appear during winter and early spring.

The precise period of appearance in Cyprus may vary with rainfall, temperature and habitat conditions.

The photographs presented in the original post were taken on 26 June 2006, a date consistent with the summer occurrence of adults.

Flight and Migration

Locusta migratoria is a powerful flier. Broad hindwings, strong thoracic muscles and the ability to exploit favourable winds allow it to cover substantial distances.

Flight may serve several purposes:

  • locating food,
  • finding moist areas,
  • escaping drought,
  • reaching breeding grounds,
  • movement of gregarious swarms.

Not every individual undertakes a spectacular migration. Solitary populations may remain local or make only limited movements.

Global Distribution

The Migratory Locust has an exceptionally broad distribution, extending through parts of Africa, Europe and Asia and into Australasia and Pacific islands.

It was formerly more widespread in Europe and produced population outbreaks more frequently. It has since become rare or disappeared from some northern regions, principally because of wetland loss and intensive land use.

Its capacity for long-distance flight can make it difficult to distinguish permanent local populations from individuals arriving from neighbouring regions.

Occurrence in Cyprus

Locusta migratoria is a recorded member of the Cypriot orthopteran fauna. Cyprus provides a warm climate, lowland agricultural areas, wetlands and seasonally green vegetation that may offer suitable conditions.

Because the species is a strong flier, Cypriot records may include both locally developing insects and occasional migrants. Demonstrating regular breeding at a particular locality requires evidence such as nymphs, egg pods or repeated successive generations.

Nothing in the original observation indicates that the photographed individual belonged to a gregarious population or swarm.

The Observation at Geri

The photographs were taken by George Konstantinou at Geri in the Nicosia District on 26 June 2006.

Geri lies near the Mesaoria and is surrounded by open country, cultivated land, fallow fields and seasonal herbaceous vegetation. This landscape can temporarily provide feeding and resting habitat.

A single observation documents the species at a particular place and time. It cannot by itself determine the insect’s origin, local population size or breeding status.

Ecological Role

Although best known for the agricultural destruction it can cause in the gregarious phase, the Migratory Locust is a natural component of the ecosystems it inhabits.

It consumes plant material and converts part of it into animal biomass available to predators. It is eaten by birds, reptiles, amphibians, spiders, predatory insects and small mammals.

Its eggs are also attacked by parasitoids and pathogens, which contribute to natural population regulation.

Relationship with Agriculture

At low density and in the solitary phase, the species does not normally cause serious damage. Problems develop when favourable conditions permit repeated breeding and rapid population growth.

Preventive management depends upon monitoring breeding areas, detecting increasing densities early and recording changes in nymphal behaviour.

Indiscriminate insecticide use can harm harmless insects and the natural enemies of locusts. Intervention should therefore be based on genuine evidence of an outbreak and applied selectively by the responsible authorities.

Conservation Status

Locusta migratoria is classified as Least Concern (LC) on the European Red List.

The European EUNIS database does not provide an equivalent completed global assessment.

Least Concern reflects the species’ enormous global range and overall resilience. European populations have nevertheless declined or disappeared locally because of:

  • wetland drainage,
  • destruction of reedbeds and wet grasslands,
  • agricultural intensification,
  • pesticide use,
  • loss of open habitats.

The same species can therefore be a major agricultural pest in one region and a rare element of the natural fauna in another.

Its Enormous Genome

The Migratory Locust possesses one of the largest known insect genomes, containing approximately 6.5 billion base pairs.

Its genome is substantially larger than the human genome. This does not necessarily mean that it possesses proportionally more functional genes, because a large part consists of repetitive sequences.

Genetic research on the species contributes to understanding phase transformation, migratory behaviour and adaptation to contrasting environments.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Insecta
Order: Orthoptera
Suborder: Caelifera
Superfamily: Acridoidea
Family: Acrididae
Subfamily: Oedipodinae
Tribe: Locustini
Genus: Locusta Linnaeus, 1758
Species: Locusta migratoria (Linnaeus, 1758)
Common name: Migratory Locust
Status in Cyprus: Recorded native and/or migratory species
European conservation status: Least Concern (LC)

Πηγές – Sources