See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.
Λίστα με τα Ορθόπτερα της Κύπρου - ;LIst of Orthoptera of Cyprus
Family:Tettigoniidae
Ενδημικό υποεΊδος της Κύπρου - Endemic subspecies of Cyprus
Photos Athalassa by George Konstantinou
Below in English
Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου
Ένα ενδημικό υποείδος της Κύπρου
Το Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951 είναι ενδημικό υποείδος της Κύπρου και ανήκει στην οικογένεια Tettigoniidae, στην οποία περιλαμβάνονται τα μακρόκερα τριζόνια ή bush-crickets.
Η καθιερωμένη αγγλική ονομασία του είδους είναι Long-winged Conehead. Για το κυπριακό υποείδος χρησιμοποιείται επίσης η ονομασία Cyprian Long-winged Cone-head. Η φράση «κυπριακό μακρόπτερο κωνοκέφαλο τριζόνι» αποτελεί περιγραφική ελληνική απόδοση.
Το είδος Conocephalus fuscus εξαπλώνεται σε μεγάλο τμήμα της Ευρώπης και της εύκρατης Ασίας. Αντίθετα, το υποείδος C. f. cyprius περιορίζεται στην Κύπρο.
Διόρθωση της επιστημονικής ονομασίας
Η πλήρης ονομασία πρέπει να αποδίδεται ως:
Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951.
Ο Johann Christian Fabricius περιέγραψε το είδος Conocephalus fuscus το 1793, αρχικά με την ονομασία Locusta fusca. Για αυτό η αρχή του είδους γράφεται Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793).
Το κυπριακό υποείδος cyprius περιγράφηκε πολύ αργότερα από τον Γερμανό ορθοπτερολόγο Willy Ramme, το 1951. Η σωστή αρχή του υποείδους είναι επομένως Ramme, 1951 και όχι Fabricius, 1793.
Η διάκριση μεταξύ των δύο αρχών είναι ουσιαστική:
- Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793): το είδος,
- Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951: το ενδημικό κυπριακό υποείδος.
Το όνομα cyprius αναφέρεται άμεσα στην κατανομή του στην Κύπρο.
Η οικογένεια Tettigoniidae
Τα μέλη της οικογένειας Tettigoniidae διακρίνονται από τις πολύ μακριές και λεπτές κεραίες τους, οι οποίες συχνά υπερβαίνουν το μήκος του σώματος.
Ανήκουν στην υποτάξη Ensifera, μαζί με τους γρύλους και συγγενικές ομάδες. Η ονομασία Ensifera σημαίνει περίπου «ξιφοφόρα» και αναφέρεται στον συχνά μακρύ, ξιφοειδή ωοθέτη των θηλυκών.
Σε αντίθεση με τις κοντοκέρατες ακρίδες της υποτάξης Caelifera, τα περισσότερα Tettigoniidae έχουν:
- πολύ μακριές κεραίες,
- πλευρικά πεπλατυσμένο σώμα,
- όργανα ακοής στις πρόσθιες κνήμες,
- ήχο που παράγεται κυρίως με την τριβή των πρόσθιων πτερύγων,
- εμφανή ωοθέτη στα θηλυκά.
Το γένος Conocephalus
Το όνομα Conocephalus προέρχεται από ελληνικές λέξεις που αναφέρονται στην κωνική μορφή της κεφαλής.
Τα είδη του γένους είναι λεπτά, επιμήκη τριζόνια που ζουν κυρίως ανάμεσα σε ψηλά χόρτα, βούρλα, καλάμια, σπαθόχορτα και άλλη πυκνή ποώδη βλάστηση.
Η κωνική κεφαλή και το στενό σώμα διευκολύνουν την κίνηση ανάμεσα σε κατακόρυφα φύλλα και στελέχη. Ο πράσινος και καστανός χρωματισμός προσφέρει αποτελεσματική παραλλαγή.
Το Conocephalus fuscus τοποθετείται συνήθως στο υπογένος Anisoptera.
Μορφολογία
Το Conocephalus fuscus cyprius έχει λεπτό και επιμήκες σώμα. Η κεφαλή είναι χαρακτηριστικά κωνική και το μέτωπο παρουσιάζει κεκλιμένο περίγραμμα.
Οι κεραίες είναι εξαιρετικά μακριές και λειτουργούν ως ευαίσθητα αισθητήρια όργανα. Βοηθούν το έντομο να αντιλαμβάνεται εμπόδια, κινήσεις, επαφές και χημικά ερεθίσματα μέσα στην πυκνή βλάστηση.
Ο βασικός χρωματισμός είναι συνήθως πράσινος. Κατά μήκος της ράχης εκτείνεται συχνά μια καστανή ή σκουρόχρωμη λωρίδα, η οποία αρχίζει από την κεφαλή, διασχίζει το πρόνωτο και συνεχίζεται πάνω στις πτέρυγες.
Το κάτω μέρος του σώματος και τα πλάγια μπορεί να είναι ανοιχτότερα πράσινα ή κιτρινοπράσινα. Η χρωματική διάταξη διασπά το περίγραμμα του εντόμου και το κάνει να μοιάζει με φύλλο ή λεπτό φυτικό στέλεχος.
Οι μακριές πτέρυγες
Η αγγλική ονομασία Long-winged Conehead αναφέρεται στις πλήρως ανεπτυγμένες πτέρυγες, οι οποίες φθάνουν μέχρι ή εκτείνονται πέρα από την άκρη της κοιλιάς.
Οι πρόσθιες πτέρυγες είναι στενές και περισσότερο ανθεκτικές. Καλύπτουν τις πλατύτερες, μεμβρανώδεις οπίσθιες πτέρυγες, οι οποίες ξεδιπλώνονται κατά την πτήση.
Η δυνατότητα πτήσης επιτρέπει στα άτομα:
- να μετακινούνται ανάμεσα σε κατάλληλες συστάδες βλάστησης,
- να αναζητούν τροφή και συντρόφους,
- να εγκαταλείπουν θέσεις που ξηραίνονται ή διαταράσσονται,
- να αποφεύγουν ορισμένους θηρευτές.
Παρά την ικανότητά του να πετά, το έντομο περνά μεγάλο μέρος του χρόνου περπατώντας και αναρριχώμενο πάνω στα στελέχη.
Αρσενικό και θηλυκό
Τα δύο φύλα μπορούν να διακριθούν ευκολότερα από το άκρο της κοιλιάς.
Το θηλυκό διαθέτει μακρύ, σχετικά ίσιο και ξιφοειδή ωοθέτη. Ο ωοθέτης δεν αποτελεί κεντρί και δεν χρησιμοποιείται για άμυνα ή για επίθεση στον άνθρωπο. Είναι εξειδικευμένο όργανο τοποθέτησης των αυγών μέσα σε φυτικό υλικό.
Το αρσενικό δεν έχει ωοθέτη. Στο άκρο της κοιλιάς φέρει κέρκους και άλλες δομές που χρησιμοποιούνται κατά τη σύζευξη και αποτελούν σημαντικά ταξινομικά χαρακτηριστικά.
Στα αρσενικά, η βάση των πρόσθιων πτερύγων διαθέτει τις δομές που παράγουν το χαρακτηριστικό κάλεσμα.
Το τραγούδι του αρσενικού
Το αρσενικό παράγει ήχο τρίβοντας ειδικά διαμορφωμένα τμήματα των πρόσθιων πτερύγων μεταξύ τους. Η διαδικασία ονομάζεται στριδουλισμός.
Το κάλεσμα του Conocephalus fuscus είναι απαλό, υψηλής συχνότητας και θυμίζει συνεχή συριστικό βόμβο. Μεγάλο μέρος της ενέργειας του ήχου βρίσκεται σε υψηλές συχνότητες, γι’ αυτό ορισμένοι άνθρωποι τον ακούν δύσκολα ή καθόλου.
Η ικανότητα του ανθρώπου να ακούει υψηλές συχνότητες μειώνεται συχνά με την ηλικία. Για τον εντοπισμό του είδους μπορούν επομένως να χρησιμοποιηθούν ανιχνευτές υπερήχων ή ηχογραφήσεις που μετατρέπουν τις υψηλές συχνότητες σε ακουστό φάσμα.
Το κάλεσμα επιτρέπει στα θηλυκά να εντοπίζουν αρσενικά του ίδιου είδους μέσα στην πυκνή βλάστηση. Παράλληλα, μπορεί να αποκαλύψει τη θέση του τραγουδιστή σε νυχτερίδες, πουλιά, αράχνες και άλλους θηρευτές.
Όργανα ακοής στα πόδια
Τα όργανα ακοής των Tettigoniidae δεν βρίσκονται στην κεφαλή. Μικρά τυμπανικά όργανα είναι τοποθετημένα στις κνήμες του πρώτου ζεύγους ποδιών.
Η θέση αυτή επιτρέπει στο έντομο να αντιλαμβάνεται τους ήχους των άλλων ατόμων και να εκτιμά την κατεύθυνση από την οποία προέρχονται.
Η ακουστική επικοινωνία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική μέσα σε ψηλή βλάστηση, όπου η οπτική επαφή μεταξύ των ατόμων είναι περιορισμένη.
Διατροφή
Το Conocephalus fuscus είναι παμφάγο, αλλά μεγάλο μέρος της διατροφής του αποτελείται από φυτικό υλικό.
Τρέφεται με:
- αγρωστώδη και σπέρματα χόρτων,
- βούρλα και άλλα υγροτοπικά φυτά,
- τρυφερούς φυτικούς ιστούς,
- μικρά έντομα και άλλα ασπόνδυλα.
Τα μικρά θηράματα μπορεί να περιλαμβάνουν αφίδες, μικρές κάμπιες και μαλακόσωμα αρθρόποδα. Η ζωική τροφή προσφέρει πρωτεΐνες, οι οποίες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες κατά την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το κυπριακό υποείδος αποτελεί σημαντικό γεωργικό παράσιτο.
Βιότοποι
Το είδος συνδέεται συχνά με ψηλή, πυκνή βλάστηση σε θέσεις με σχετικά αυξημένη υγρασία.
Κατάλληλοι βιότοποι περιλαμβάνουν:
- υγρά λιβάδια,
- καλαμιώνες,
- βουρλώνες και συστάδες σπαθόχορτων,
- παρυφές τελμάτων και λιμνών,
- αρδευτικά κανάλια και τάφρους,
- όχθες ρυακιών,
- παράκτιους υγροτόπους,
- ακαλλιέργητες εκτάσεις με ψηλά χόρτα.
Σε θερμές περιοχές με αυξημένη ατμοσφαιρική υγρασία μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί περισσότερο μεσοφιλικά ή σχετικά ξηρά λιβάδια, εφόσον υπάρχει επαρκής ψηλή βλάστηση.
Στην Κύπρο έχει καταγραφεί μεταξύ άλλων στην Αθαλάσσα και στον υγρότοπο Ακρωτηρίου. Η παρουσία του στο Ακρωτήρι υπογραμμίζει τη σημασία των καλαμιώνων, των υγρών λιβαδιών και των εποχικά πλημμυρισμένων εκτάσεων.
Γιατί χρειάζεται ψηλή βλάστηση
Η ψηλή βλάστηση δεν προσφέρει μόνο τροφή. Δημιουργεί ένα περίπλοκο τρισδιάστατο περιβάλλον μέσα στο οποίο το έντομο μπορεί να κινηθεί, να τραγουδήσει, να συζευχθεί και να κρυφτεί.
Τα κατακόρυφα στελέχη χρησιμεύουν ως θέσεις:
- ανάπαυσης,
- έκδυσης των νυμφών,
- αναζήτησης τροφής,
- εκπομπής του καλέσματος,
- ωοτοκίας,
- προστασίας από θηρευτές.
Η συχνή κοπή ή η πλήρης απομάκρυνση της βλάστησης μπορεί να καταστρέψει ταυτόχρονα το καταφύγιο, τις θέσεις ωοτοκίας και τα αυγά του εντόμου.
Αναπαραγωγή
Το αρσενικό προσελκύει το θηλυκό με το τραγούδι του. Μετά τη σύζευξη μεταφέρει σπερματοφόρο, το οποίο περιέχει το σπέρμα και συνοδεύεται από θρεπτικό υλικό.
Το θηλυκό χρησιμοποιεί τον μακρύ ωοθέτη του για να τοποθετήσει τα αυγά μέσα σε φυτικά στελέχη. Μπορεί αρχικά να ανοίξει ή να διευρύνει μια θέση στο στέλεχος με τις γνάθους και στη συνέχεια να εισαγάγει τον ωοθέτη.
Τα κοίλα ή μαλακά στελέχη αγρωστωδών, καλαμιών και βούρλων προσφέρουν προστασία στα αυγά από την αφυδάτωση, τις ακραίες θερμοκρασίες και ορισμένους θηρευτές.
Κύκλος ζωής
Το έντομο παρουσιάζει ατελή μεταμόρφωση και περνά από τα στάδια:
- αυγό,
- νύμφη,
- ενήλικο.
Οι νύμφες μοιάζουν με μικρότερα, άπτερα ενήλικα. Οι καταβολές των πτερύγων μεγαλώνουν σταδιακά έπειτα από κάθε έκδυση.
Στις ευρωπαϊκές περιοχές το είδος ολοκληρώνει συνήθως μία γενιά τον χρόνο. Τα αυγά αποτελούν το στάδιο διαχείμασης και οι νεαρές νύμφες εμφανίζονται την άνοιξη.
Τα ενήλικα παρατηρούνται κυρίως από το καλοκαίρι μέχρι το φθινόπωρο. Στην Κύπρο, λόγω του θερμότερου κλίματος, η ακριβής εποχή εμφάνισης μπορεί να αρχίζει νωρίτερα ή να παρατείνεται περισσότερο από ό,τι στη βόρεια Ευρώπη.
Για το ενδημικό υποείδος χρειάζονται περισσότερα συστηματικά δεδομένα από διαφορετικές περιοχές και υψόμετρα του νησιού.
Καμουφλάζ και συμπεριφορά
Το πράσινο σώμα και η καστανή ραχιαία λωρίδα προσφέρουν εξαιρετική παραλλαγή ανάμεσα σε φύλλα και στελέχη.
Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, το έντομο μπορεί:
- να μετακινηθεί στην αντίθετη πλευρά του στελέχους,
- να κατεβεί βαθύτερα στη βλάστηση,
- να πηδήξει,
- να πετάξει σε γειτονική συστάδα φυτών.
Η πρώτη αντίδραση είναι συχνά η ακινησία. Για αυτό μπορεί να παραμένει απαρατήρητο ακόμη και σε περιοχές όπου είναι παρόν.
Διάκριση από συγγενικά είδη
Τα είδη του γένους Conocephalus παρουσιάζουν σημαντικές εξωτερικές ομοιότητες. Για ασφαλή αναγνώριση εξετάζονται:
- το μήκος των πτερύγων,
- η μορφή του προνώτου,
- ο χρωματισμός της ράχης,
- τα αγκάθια στην κάτω πλευρά των οπίσθιων μηρών,
- η μορφή του ωοθέτη,
- οι κέρκοι του αρσενικού,
- το τραγούδι.
Το μακρόπτερο κωνοκέφαλο διακρίνεται από συγγενικές βραχύπτερες μορφές επειδή διαθέτει πλήρως αναπτυγμένες πτέρυγες που συνήθως υπερβαίνουν την κοιλιά.
Τα μακρόπτερα άτομα άλλων ειδών μπορούν ωστόσο να προκαλέσουν σύγχυση. Η φωτογραφική αναγνώριση πρέπει ιδανικά να περιλαμβάνει πλευρική και ραχιαία όψη, το άκρο της κοιλιάς και, στο θηλυκό, ολόκληρο τον ωοθέτη.
Το υποείδος cyprius
Το υποείδος Conocephalus fuscus cyprius περιγράφηκε από τον Ramme το 1951 και συνδέεται αποκλειστικά με την Κύπρο.
Η υποειδική κατάταξη δηλώνει ότι ο κυπριακός πληθυσμός ανήκει στο είδος C. fuscus, αλλά παρουσιάζει σταθερές μορφολογικές διαφορές από το ονομαστικό υποείδος C. f. fuscus.
Η γεωγραφική απομόνωση του νησιού επέτρεψε στον πληθυσμό να διαφοροποιηθεί. Για την πληρέστερη κατανόηση αυτής της διαφοροποίησης θα ήταν χρήσιμες σύγχρονες μορφομετρικές, ακουστικές και γενετικές συγκρίσεις με πληθυσμούς της ανατολικής Μεσογείου.
Ορισμένες βάσεις δεδομένων ή παλαιότερες πηγές μπορεί να εμφανίζουν το όνομα Conocephalus discolor cyprius ή ακόμη και Conocephalus cyprius. Η αποδεκτή ονομασία στην Orthoptera Species File είναι Conocephalus (Anisoptera) fuscus cyprius Ramme, 1951.
Η σημασία για την Κύπρο
Το κυπριακό υποείδος αποτελεί μοναδικό τμήμα της φυσικής κληρονομιάς του νησιού. Παρόλο που το είδος Conocephalus fuscus έχει ευρεία εξάπλωση, η συγκεκριμένη υποειδική μορφή δεν απαντά φυσικά πουθενά αλλού.
Η προστασία του εξαρτάται επομένως αποκλειστικά από τη διατήρηση κατάλληλων ενδιαιτημάτων στην Κύπρο.
Οι κυπριακοί υγρότοποι έχουν ιδιαίτερη σημασία για πολλά εξειδικευμένα ασπόνδυλα, ακόμη και όταν είναι μικροί, εποχικοί ή περιβάλλονται από ανθρώπινες δραστηριότητες.
Κατάσταση διατήρησης
Το Conocephalus fuscus cyprius έχει καταταχθεί ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC) στις διαθέσιμες αξιολογήσεις των ενδημικών Ορθοπτέρων της Κύπρου.
Η κατηγορία αυτή υποδηλώνει ότι δεν θεωρείται σήμερα άμεσα απειλούμενο. Δεν σημαίνει ότι οι πληθυσμοί ή οι βιότοποί του είναι ασφαλείς από τοπικές υποβαθμίσεις.
Επειδή το υποείδος περιορίζεται στην Κύπρο, η απώλεια κατάλληλων υγροτοπικών και ποωδών ενδιαιτημάτων στο νησί επηρεάζει ολόκληρη την παγκόσμια εξάπλωσή του.
Πιθανές απειλές
Οι σημαντικότερες πιθανές πιέσεις είναι:
- η αποξήρανση και επιχωμάτωση υγροτόπων,
- η εκτροπή ή υπεράντληση νερού,
- η καταστροφή καλαμιώνων και βουρλώνων,
- η συχνή κοπή της βλάστησης,
- οι πυρκαγιές κατά την αναπαραγωγική περίοδο,
- η χρήση εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων,
- η οικιστική και τουριστική ανάπτυξη,
- οι παρατεταμένες ξηρασίες,
- η κλιματική μεταβολή.
Η κοπή όλων των στελεχών σε μία περιοχή μπορεί να καταστρέψει αυγά που έχουν τοποθετηθεί μέσα στο φυτικό υλικό. Η τμηματική και εκ περιτροπής διαχείριση της βλάστησης είναι περισσότερο συμβατή με τη διατήρηση του εντόμου.
Μέτρα προστασίας
Η προστασία του υποείδους μπορεί να ενισχυθεί με:
- διατήρηση φυσικών υγροτόπων και εποχικών υγρών εκτάσεων,
- αποφυγή ολικής κοπής της βλάστησης,
- διατήρηση αθέριστων τμημάτων κατά μήκος καναλιών και τελμάτων,
- περιορισμό της χρήσης φυτοφαρμάκων,
- προστασία των καλαμιώνων από ανεξέλεγκτες πυρκαγιές,
- παρακολούθηση των γνωστών πληθυσμών,
- καταγραφή του τραγουδιού και της εποχής εμφάνισης,
- διατήρηση συνδέσεων μεταξύ κατάλληλων βιοτόπων.
Τα μέτρα αυτά ωφελούν παράλληλα λιβελούλες, πεταλούδες, άλλα Ορθόπτερα, αμφίβια και υγροτοπικά πουλιά.
Οι φωτογραφίες από την Αθαλάσσα
Οι φωτογραφίες της ανάρτησης λήφθηκαν στην Αθαλάσσα της επαρχίας Λευκωσίας από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Η περιοχή περιλαμβάνει τεχνητές υδατοσυλλογές, υγρές παρυφές, ψηλά χόρτα, καλάμια και άλλες μορφές πυκνής βλάστησης που μπορούν να υποστηρίξουν το ενδημικό υποείδος.
Η καταγραφή αποδεικνύει τη σημασία ακόμη και των περιαστικών υγρών και ποωδών ενδιαιτημάτων. Η διατήρηση ζωνών με αθέριστη βλάστηση μπορεί να επιτρέψει στο έντομο να ολοκληρώνει τον κύκλο ζωής του μέσα σε ένα τοπίο που δέχεται έντονη ανθρώπινη χρήση.
Ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Orthoptera
Υπόταξη: Ensifera
Υπεροικογένεια: Tettigonioidea
Οικογένεια: Tettigoniidae
Υποοικογένεια: Conocephalinae
Φυλή: Conocephalini
Γένος: Conocephalus Thunberg, 1815
Υπογένος: Anisoptera
Είδος: Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793)
Υποείδος: Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951
Κατάσταση κατανομής: Ενδημικό υποείδος της Κύπρου
Αγγλική κοινή ονομασία: Cyprian Long-winged Cone-head
Κατάσταση διατήρησης: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)
Conocephalus fuscus cyprius – The Endemic Long-winged Conehead of Cyprus
Text and photographs by George Konstantinou
An Endemic Subspecies of Cyprus
Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951 is an endemic subspecies of Cyprus belonging to the family Tettigoniidae, the bush-crickets or katydids.
The established English name of the species is Long-winged Conehead. The Cypriot subspecies is also called the Cyprian Long-winged Cone-head.
The species Conocephalus fuscus occurs across much of Europe and temperate Asia. In contrast, the subspecies C. f. cyprius is restricted to Cyprus.
Correction of the Scientific Authority
The complete name should be written as:
Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951.
Johann Christian Fabricius described the species Conocephalus fuscus in 1793, originally naming it Locusta fusca. The species authority is therefore written Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793).
The Cypriot subspecies cyprius was described much later by the German orthopterist Willy Ramme in 1951. Its correct authority is consequently Ramme, 1951, not Fabricius, 1793.
The distinction is important:
- Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793): the species,
- Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951: the endemic Cypriot subspecies.
The name cyprius directly refers to its distribution in Cyprus.
The Family Tettigoniidae
Members of the family Tettigoniidae possess extremely long, slender antennae that frequently exceed the length of the body.
They belong to the suborder Ensifera, together with crickets and related groups. The name Ensifera approximately means “sword-bearing” and refers to the long, sword-like ovipositor found in many females.
Unlike the short-horned grasshoppers of the Caelifera, most tettigoniids possess:
- very long antennae,
- a laterally compressed body,
- hearing organs on the front legs,
- songs produced mainly by rubbing the forewings together,
- a conspicuous ovipositor in females.
The Genus Conocephalus
The name Conocephalus is derived from Greek words referring to the conical shape of the head.
Members of the genus are slender, elongated bush-crickets living principally among tall grasses, rushes, reeds, sedges and other dense herbaceous vegetation.
The conical head and narrow body facilitate movement between vertical leaves and stems. Their green and brown colours provide highly effective camouflage.
Conocephalus fuscus is generally placed in the subgenus Anisoptera.
Morphology
The subspecies possesses a slender, elongated body. Its head is characteristically conical and the face has a sloping profile.
The antennae are exceptionally long and function as sensitive sensory organs. They detect obstacles, movement, contact and chemical stimuli within dense vegetation.
The principal body colour is normally green. A brown or dark dorsal band frequently begins on the head, crosses the pronotum and continues along the wings.
The underside and flanks may be paler green or yellow-green. This colour pattern breaks up the insect’s outline and makes it resemble a leaf or narrow plant stem.
The Long Wings
The common name Long-winged Conehead refers to the fully developed wings, which reach or extend beyond the tip of the abdomen.
The forewings are narrow and comparatively tough. They cover the broad membranous hindwings, which unfold during flight.
Flight allows individuals to:
- move between suitable vegetation patches,
- search for food and mates,
- leave habitats that are drying or being disturbed,
- evade certain predators.
Despite its flight capability, the insect spends much of its time walking and climbing among stems.
Male and Female
The sexes are most easily separated by examining the end of the abdomen.
The female possesses a long, comparatively straight, sword-shaped ovipositor. It is not a sting and is not used for defence or attacking humans. It is a specialised organ for inserting eggs into plant material.
The male lacks an ovipositor. It possesses cerci and other structures at the abdominal tip that function during mating and provide important identification characters.
In males, the bases of the forewings bear the specialised structures used to produce the calling song.
The Male’s Song
The male produces sound by rubbing specialised parts of the forewings together, a process known as stridulation.
The call of Conocephalus fuscus is a quiet, high-frequency, hissing buzz. Much of its energy lies at high frequencies, making it difficult or impossible for some people to hear.
Human sensitivity to high-frequency sound frequently declines with age. Ultrasonic detectors or recordings that convert high frequencies into the audible range can therefore assist surveys.
The song enables females to locate males within dense vegetation. At the same time, it may reveal the singer’s position to bats, birds, spiders and other predators.
Hearing Through the Legs
The hearing organs of tettigoniids are not situated on the head. Small tympanal organs occur on the tibiae of the front legs.
Their position allows the insect to detect the calls of other individuals and estimate the direction from which the sound originates.
Acoustic communication is particularly effective in tall vegetation, where direct visual contact is limited.
Diet
Conocephalus fuscus is omnivorous, although a large part of its diet consists of plant material.
It feeds upon:
- grasses and grass seeds,
- rushes and other wetland plants,
- soft plant tissues,
- small insects and other invertebrates.
Animal prey may include aphids, small caterpillars and other soft-bodied arthropods. Such food provides protein useful for growth and reproduction.
There is no evidence that the Cypriot subspecies is a significant agricultural pest.
Habitats
The species is frequently associated with tall, dense vegetation in relatively humid sites.
Suitable habitats include:
- wet grasslands,
- reedbeds,
- rush and sedge stands,
- margins of ponds and marshes,
- irrigation channels and ditches,
- stream banks,
- coastal wetlands,
- uncultivated areas with tall grasses.
In warm regions with high atmospheric humidity, it may also occupy mesic or relatively dry grasslands where sufficiently tall vegetation remains.
In Cyprus it has been recorded at sites including Athalassa and Akrotiri Marsh. Its occurrence at Akrotiri emphasises the importance of reedbeds, wet meadows and seasonally flooded habitats.
Why Tall Vegetation Matters
Tall vegetation provides more than food. It forms a complex three-dimensional environment in which the insect can move, call, mate and remain concealed.
Vertical stems provide places for:
- resting,
- nymphal moulting,
- feeding,
- producing the calling song,
- egg laying,
- shelter from predators.
Frequent cutting or complete clearance may simultaneously remove shelter, egg-laying sites and eggs deposited inside stems.
Reproduction
The male attracts females with his song. Following mating, he transfers a spermatophore containing sperm and associated nutritious material.
The female uses her long ovipositor to insert eggs into plant stems. She may first bite or enlarge a suitable opening with her mandibles before positioning the ovipositor.
Hollow or soft stems of grasses, reeds and rushes protect the eggs against desiccation, extreme temperatures and some predators.
Life Cycle
The insect undergoes incomplete metamorphosis:
- egg,
- nymph,
- adult.
Nymphs resemble smaller, wingless adults. Their wing buds gradually enlarge following each moult.
In European populations the species generally produces one generation annually. Eggs form the overwintering stage and young nymphs appear during spring.
Adults occur principally from summer into autumn. Because Cyprus has a warmer climate, emergence may begin earlier or continue later than in northern Europe.
More systematic information from different Cypriot localities and elevations is required to define the precise seasonal cycle of the endemic subspecies.
Camouflage and Behaviour
The green body and brown dorsal band provide excellent camouflage among leaves and stems.
When threatened, an individual may:
- move behind a stem,
- descend deeper into vegetation,
- jump,
- fly to a neighbouring plant stand.
Its initial response is often to remain completely motionless. It can consequently escape detection even where it is present.
Identification from Related Species
Species of Conocephalus can appear remarkably similar. Identification considers:
- wing length,
- pronotal structure,
- dorsal colour pattern,
- spines beneath the hind femora,
- shape of the ovipositor,
- male cerci,
- calling song.
The Long-winged Conehead differs from related short-winged forms in possessing fully developed wings that normally extend beyond the abdomen.
Long-winged individuals of other species can nevertheless create confusion. Photographic identification should ideally include lateral and dorsal views, the abdominal tip and, in females, the complete ovipositor.
The Subspecies cyprius
Conocephalus fuscus cyprius was described by Ramme in 1951 and is confined to Cyprus.
Its subspecific rank indicates that the Cypriot population belongs to C. fuscus but possesses stable morphological distinctions from the nominate C. f. fuscus.
The island’s geographic isolation allowed the population to become differentiated. Modern morphometric, acoustic and genetic comparisons with eastern Mediterranean populations would help clarify the extent and history of this divergence.
Some databases and older sources may use Conocephalus discolor cyprius or even Conocephalus cyprius. The accepted name in the Orthoptera Species File is Conocephalus (Anisoptera) fuscus cyprius Ramme, 1951.
Importance to Cyprus
The subspecies represents a unique component of Cyprus’s natural heritage. Although Conocephalus fuscus is widely distributed, this particular subspecific form occurs naturally nowhere else.
Its protection consequently depends entirely upon the preservation of suitable habitats in Cyprus.
Cypriot wetlands are particularly important for specialised invertebrates, even when small, seasonal or surrounded by human activity.
Conservation Status
Conocephalus fuscus cyprius is classified as Least Concern (LC) in available assessments of Cyprus’s endemic Orthoptera.
This indicates that it is not presently considered immediately threatened. It does not mean that its populations and habitats are safe from local degradation.
Because the subspecies is confined to Cyprus, loss of suitable wetland and grassland habitats on the island affects its entire global range.
Potential Threats
Potential pressures include:
- drainage and infilling of wetlands,
- diversion or excessive abstraction of water,
- destruction of reeds and rushes,
- frequent cutting of vegetation,
- fires during the reproductive season,
- insecticide and herbicide use,
- urban and tourism development,
- prolonged drought,
- climatic change.
Cutting every stem at a site may destroy eggs inserted into plant tissue. Partial, rotational vegetation management is more compatible with the insect’s conservation.
Conservation Measures
The subspecies can be supported through:
- protection of natural wetlands and seasonally wet areas,
- avoidance of complete vegetation clearance,
- retention of uncut strips beside channels and marshes,
- reduced pesticide use,
- protection of reedbeds from uncontrolled fire,
- monitoring of known populations,
- recording calls and seasonal occurrence,
- maintaining connections between suitable habitats.
These measures also benefit dragonflies, butterflies, other Orthoptera, amphibians and wetland birds.
The Photographs from Athalassa
The photographs in the original post were taken by George Konstantinou at Athalassa in the Nicosia District.
The area contains artificial water bodies, damp margins, tall grasses, reeds and other dense vegetation capable of supporting the endemic subspecies.
The record demonstrates the value of suburban wetland and grassland habitats. Maintaining zones of uncut vegetation can allow the insect to complete its life cycle within landscapes experiencing substantial human use.
Classification
Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Insecta
Order: Orthoptera
Suborder: Ensifera
Superfamily: Tettigonioidea
Family: Tettigoniidae
Subfamily: Conocephalinae
Tribe: Conocephalini
Genus: Conocephalus Thunberg, 1815
Subgenus: Anisoptera
Species: Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793)
Subspecies: Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951
Distribution status: Endemic subspecies of Cyprus
English common name: Cyprian Long-winged Cone-head
Conservation status: Least Concern (LC)
Πηγές – Sources
- Biodiversity of Cyprus – Conocephalus fuscus cyprius
- Orthoptera Species File – Conocephalus fuscus cyprius Ramme, 1951
- Orthoptera Species File – Conocephalus fuscus (Fabricius, 1793)
- Grasshoppers of Europe – Conocephalus fuscus cyprius
- Orthoptera and their Ecology – Conocephalus fuscus
- Conservation prioritisation of Orthoptera assemblages in Cyprus – Diversity
- Grasshopper Conservation in Europe – endemic Orthoptera of Cyprus
- Review of the hydrology and ecology of Akrotiri Marsh

No comments:
Post a Comment