See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.
List of butterflys of Cyprus - Λίστα των πεταλούδων της Κύπρου
Photos Prodromos 6/7/2020 by George Konstantinou
Below in English
Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Μια κυπριακή μορφή με ξεχωριστή ταυτότητα
Η Hyponephele lupina cypriaca είναι ενδημικό υποείδος της Κύπρου. Αυτό σημαίνει ότι το είδος Hyponephele lupina έχει πολύ ευρύτερη εξάπλωση, αλλά ο συγκεκριμένος υποειδικός πληθυσμός απαντά φυσικά μόνο στην Κύπρο.
Πρόκειται για μεσαίου μεγέθους καστανή πεταλούδα της οικογένειας Nymphalidae και της υποοικογένειας Satyrinae. Ζει κυρίως σε ξηρές, θερμές και χορτώδεις περιοχές, από τα χαμηλά υψόμετρα μέχρι τις ορεινές ζώνες.
Στην Κύπρο έχει μία γενεά τον χρόνο και τα ενήλικα παρατηρούνται κυρίως από την άνοιξη μέχρι το καλοκαίρι. Κυπριακές πηγές αναφέρουν περίοδο πτήσης περίπου από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με το υψόμετρο και τις ετήσιες κλιματικές συνθήκες.
Επιστημονική ονομασία του είδους
Η επιστημονική ονομασία του είδους γράφεται συνήθως:
Hyponephele lupina (O. Costa, 1836)
Ο Oronzio Gabriele Costa περιέγραψε αρχικά το είδος με την ονομασία:
≡ Satyrus lupinus O. Costa, 1836
Επειδή το είδος περιγράφηκε αρχικά στο γένος Satyrus και μεταφέρθηκε αργότερα στο γένος Hyponephele, το όνομα Costa και η χρονολογία 1836 τοποθετούνται μέσα σε παρενθέσεις. Το αρχικό “O.” στον τίτλο αναφέρεται στον Oronzio Costa και μπορεί να διατηρηθεί για να διακρίνεται από άλλους συγγραφείς με το ίδιο επώνυμο.
Hyponephele lupina ή Hyponephele lupinus;
Στη βιβλιογραφία και στις σύγχρονες βάσεις δεδομένων απαντούν δύο γραφές του ονόματος: Hyponephele lupina και Hyponephele lupinus. Το GBIF και το Catalogue of Life χρησιμοποιούν σήμερα τη μορφή Hyponephele lupinus, ενώ πολλοί ευρωπαϊκοί οδηγοί, ερευνητικές εργασίες και κυπριακές πηγές χρησιμοποιούν τη μορφή Hyponephele lupina.
Η διαφορά αφορά τη γραμματική συμφωνία του ειδικού επιθέτου με το γένος και όχι δύο διαφορετικά είδη. Η μορφή Hyponephele lupina είναι ευρύτατα χρησιμοποιούμενη στη σύγχρονη ευρωπαϊκή και κυπριακή βιβλιογραφία και μπορεί να διατηρηθεί στον τίτλο, αρκεί να αναφέρεται ότι η γραφή Hyponephele lupinus εμφανίζεται επίσης σε σημαντικές ταξινομικές βάσεις.
Το κυπριακό υποείδος
Η πλήρης ονομασία του κυπριακού υποείδους είναι:
Hyponephele lupina cypriaca Riley, 1921
Η ονομασία cypriaca σημαίνει «κυπριακή» και δηλώνει τη γεωγραφική αποκλειστικότητα του υποείδους. Η πατρότητα του υποείδους αποδίδεται στον Βρετανό εντομολόγο Norman Denbigh Riley, ο οποίος το περιέγραψε το 1921.
Το Riley, 1921 δεν τοποθετείται σε παρενθέσεις όταν χρησιμοποιείται ο αρχικός συνδυασμός του υποειδικού ονόματος στο γένος Hyponephele, σύμφωνα με τη μορφή που δίνεται στις σχετικές κυπριακές βιβλιογραφικές πηγές.
Ορισμένες μη εξειδικευμένες ιστοσελίδες γράφουν λανθασμένα Hyponephele lupina cypriaca (Costa, 1836). Ο Costa είναι ο συγγραφέας του είδους, όχι του κυπριακού υποείδους. Η ορθή υποειδική πατρότητα είναι Riley, 1921.
Ετυμολογία
Το όνομα του γένους Hyponephele σχηματίζεται από τις ελληνικές λέξεις «ὑπό», δηλαδή κάτω από, και «νεφέλη», δηλαδή σύννεφο. Η ονομασία μπορεί να παραπέμπει στις νεφελώδεις ή σκιασμένες αποχρώσεις της κάτω επιφάνειας των φτερών.
Το ειδικό επίθετο lupina προέρχεται από το λατινικό lupinus, που σημαίνει «λυκίσιος» ή «σχετικός με τον λύκο». Δεν είναι βέβαιο ποιο ακριβώς γνώρισμα της πεταλούδας οδήγησε τον Costa στην επιλογή αυτού του επιθέτου.
Το υποειδικό επίθετο cypriaca σημαίνει «της Κύπρου» ή «κυπριακή».
Μέγεθος και γενική εμφάνιση
Το άνοιγμα των φτερών κυμαίνεται συνήθως περίπου από 33 έως 43 χιλιοστά. Είναι μεσαίου μεγέθους πεταλούδα, με βασικό χρωματισμό σε αποχρώσεις του καστανού, του γκριζοκάστανου και του σκουρόχρωμου ώχρου.
Όταν προσγειώνεται κρατά συνήθως τις φτερούγες κλειστές κατακόρυφα πάνω από το σώμα. Σπάνια τις ανοίγει πλήρως σε θέση ανάπαυσης, γεγονός που δυσκολεύει τη φωτογράφιση της επάνω επιφάνειας και των διαγνωστικών χαρακτηριστικών του φύλου.
Η πτήση της είναι γρήγορη, χαμηλή και συχνά ακανόνιστη. Μετά από σύντομη διαδρομή προσγειώνεται ανάμεσα σε ξερά χόρτα, όπου ο καστανός και γκριζωπός χρωματισμός της προσφέρει αποτελεσματικό καμουφλάζ.
Έντονος φυλετικός διμορφισμός
Το είδος παρουσιάζει εμφανείς διαφορές ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό. Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως στην επάνω επιφάνεια των πρόσθιων φτερών, στην έκταση του πορτοκαλί χρώματος και στον αριθμό ή την εμφάνιση των οφθαλμοειδών κηλίδων.
Αρσενικό
Η επάνω επιφάνεια των φτερών του αρσενικού είναι σκούρα γκριζοκάστανη έως καστανή. Κοντά στην κορυφή της πρόσθιας φτερούγας υπάρχει συνήθως μία μαύρη οφθαλμοειδής κηλίδα, η οποία μπορεί να φέρει μικρή λευκή κόρη.
Το σημαντικότερο γνώρισμα είναι η πλατιά, σκούρα ανδροκονιακή ζώνη στην πρόσθια φτερούγα. Η ζώνη αποτελείται από εξειδικευμένα λέπια που συνδέονται με την παραγωγή και απελευθέρωση φερομονών κατά την ερωτική συμπεριφορά.
Αυτό το χαρακτηριστικό “brand” έδωσε στην πεταλούδα την αγγλική ονομασία “Branded Meadow Brown”. Δεν πρόκειται για τραύμα ή αποχρωματισμό, αλλά για φυσιολογικό δευτερεύον φυλετικό γνώρισμα του αρσενικού.
Η κάτω επιφάνεια της πρόσθιας φτερούγας έχει θερμή πορτοκαλοκαστανή ή σκουροκίτρινη κεντρική περιοχή, η οποία περιβάλλεται από καστανό περιθώριο. Η οφθαλμοειδής κηλίδα κοντά στην κορυφή παραμένει ορατή.
Θηλυκό
Το θηλυκό είναι συνήθως πιο ανοιχτόχρωμο και παρουσιάζει μεγαλύτερη έκταση πορτοκαλί ή κιτρινοκάστανου χρώματος στην επάνω επιφάνεια των πρόσθιων φτερών. Δεν διαθέτει την παχιά ανδροκονιακή ζώνη του αρσενικού.
Στην πρόσθια φτερούγα εμφανίζονται συνήθως δύο μαύρες οφθαλμοειδείς κηλίδες μέσα ή κοντά στην πορτοκαλιά περιοχή. Η επάνω κηλίδα είναι μεγαλύτερη και μπορεί να διαθέτει λευκή κόρη, ενώ η χαμηλότερη είναι συχνά μικρότερη.
Η κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών είναι ανοιχτότερη γκριζοκάστανη, με λεπτό, διάστικτο ή νεφελώδες σχέδιο. Το περίγραμμα και οι ακανόνιστες γραμμές τής επιτρέπουν να συγχέεται με το έδαφος και τα ξερά χόρτα.
Κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών
Και στα δύο φύλα η κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών είναι γκριζοκάστανη έως καστανή και καλύπτεται από πολυάριθμα μικρά σκούρα λέπια. Τα λέπια σχηματίζουν στικτό και ελαφρώς γραμμωτό σχέδιο.
Το εξωτερικό περιθώριο των οπίσθιων φτερών είναι κυματοειδές και εμφανίζει σχετικά βαθιές κοιλότητες ανάμεσα στις νευρώσεις. Το γνώρισμα αυτό βοηθά στη διάκριση από ορισμένες παρόμοιες καστανές πεταλούδες.
Αναγνώριση από τον Κυπριακό καστανό των λιβαδιών
Στην Κύπρο, μία από τις σημαντικότερες πιθανές συγχύσεις είναι με τον ενδημικό Κυπριακό καστανό των λιβαδιών, Maniola cypricola. Τα δύο είδη μπορεί να πετούν στις ίδιες περιοχές και να έχουν παρόμοιο καστανό και πορτοκαλί χρωματισμό.
Η Hyponephele lupina cypriaca είναι συνήθως πιο επιμήκης και παρουσιάζει διαφορετικό σχέδιο στην κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών. Το εξωτερικό περιθώριο των οπίσθιων φτερών είναι εντονότερα κυματοειδές ή κοίλο ανάμεσα στις νευρώσεις.
Το αρσενικό της Hyponephele φέρει χαρακτηριστική παχιά ανδροκονιακή ζώνη διαφορετικής μορφής από τα σκούρα ανδροκονιακά σημάδια του αρσενικού Maniola cypricola. Στα θηλυκά, ο αριθμός, η θέση και η εμφάνιση των οφθαλμοειδών κηλίδων προσφέρουν πρόσθετα στοιχεία.
Η διάκριση πρέπει να γίνεται με συνδυασμό χαρακτηριστικών και, όπου είναι δυνατόν, με φωτογραφίες τόσο της επάνω όσο και της κάτω επιφάνειας.
Διάκριση από την Hyponephele lycaon
Η Hyponephele lupina μοιάζει επίσης πολύ με τη συγγενική Hyponephele lycaon. Οι δύο μορφές ανήκουν σε ένα περίπλοκο ταξινομικό σύμπλεγμα, στο οποίο ορισμένα είδη παρουσιάζουν μεγάλη εξωτερική ομοιότητα αλλά σημαντική γενετική διαφοροποίηση.
Η H. lupina είναι κατά κανόνα μεγαλύτερη. Στην κάτω επιφάνεια των οπίσθιων φτερών οι σκούρες γραμμώσεις είναι συνήθως πιο αδύναμες ή περισσότερο διακοπτόμενες, ενώ στη H. lycaon μπορεί να είναι καθαρότερες και πληρέστερες.
Στην Κύπρο η συγκεκριμένη σύγχυση έχει μικρότερη πρακτική σημασία, επειδή η Hyponephele lycaon δεν αποτελεί κανονικό μέλος της πανίδας του νησιού. Η αναγνώριση πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι ο κυπριακός πληθυσμός αποδίδεται στο ενδημικό υποείδος H. l. cypriaca.
Βιότοπος
Η Hyponephele lupina cypriaca είναι πεταλούδα ξηρών και θερμών ανοικτών τοπίων. Συναντάται σε χορτώδεις πλαγιές, πετρώδη λιβάδια, ξηρούς βοσκότοπους, θαμνώνες, δασικά ξέφωτα και ανοικτές εκτάσεις με αραιή βλάστηση.
Μπορεί να εμφανιστεί από χαμηλά υψόμετρα μέχρι τις ορεινές περιοχές. Η παρατήρηση στον Πρόδρομο στα 1.300–1.400 περίπου μέτρα δείχνει την ικανότητα του υποείδους να ζει στις ψυχρότερες και υψηλότερες ζώνες του Τροόδους.
Χρειάζεται χόρτα για την ανάπτυξη των προνυμφών και άνθη με νέκταρ για τα ενήλικα. Ταυτόχρονα ευνοείται από ανοικτές ηλιόλουστες θέσεις, όπου μπορεί να θερμαίνεται και να πετά.
Εξάπλωση του είδους
Το είδος Hyponephele lupina έχει ευρεία αλλά κατακερματισμένη παλαιαρκτική εξάπλωση. Απαντά σε τμήματα της βόρειας Αφρικής, της νοτιοδυτικής Ευρώπης, της Ιταλίας, των Βαλκανίων, της Ελλάδας και της ανατολικής Μεσογείου.
Η εξάπλωσή του συνεχίζεται προς την Τουρκία, τη νότια Ρωσία, την κεντρική Ασία, το Ιράν και ανατολικότερα προς το Μπαλουχιστάν και την περιοχή των Ιμαλαΐων, αν και ορισμένοι ανατολικοί πληθυσμοί ανήκουν σε διαφορετικά υποείδη ή συγγενικά είδη.
Οι τοπικοί πληθυσμοί μπορεί να είναι γεωγραφικά απομονωμένοι. Πρόσφατες γενετικές μελέτες έδειξαν βαθιά διαφοροποίηση μέσα στο σύμπλεγμα Hyponephele lycaon–lupina, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την προσεκτική ταξινομική αξιολόγηση κάθε πληθυσμού.
Εξάπλωση στην Κύπρο
Το υποείδος Hyponephele lupina cypriaca απαντά μόνο στην Κύπρο. Κυπριακές πηγές αναφέρουν ότι είναι εξαπλωμένο σε μεγάλο μέρος του νησιού, αν και η αφθονία του δεν είναι ομοιόμορφη.
Μπορεί να συνυπάρχει με τη Maniola cypricola, αλλά συχνά είναι λιγότερο κοινό. Η παρουσία του εξαρτάται από την ύπαρξη ξηρών χορτώδων ενδιαιτημάτων που δεν έχουν καταστραφεί από οικοδομική ανάπτυξη, εντατική καλλιέργεια ή πλήρη μετατροπή της βλάστησης.
Περίοδος πτήσης
Στην Κύπρο αναφέρεται ότι έχει μία γενεά τον χρόνο. Τα ενήλικα πετούν περίπου από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο.
Στα χαμηλότερα και θερμότερα υψόμετρα μπορεί να εμφανίζονται νωρίτερα, ενώ στις ορεινές περιοχές η κύρια περίοδος πτήσης μετατοπίζεται προς το καλοκαίρι. Η φωτογράφιση στον Πρόδρομο στις 6 Ιουλίου βρίσκεται μέσα στην αναμενόμενη περίοδο πτήσης του ορεινού πληθυσμού.
Οι υψηλές θερμοκρασίες και η θερινή ξηρασία μπορεί να μειώνουν τη δραστηριότητα κατά τις θερμότερες ώρες. Τα ενήλικα μπορεί να καταφεύγουν στη σκιά των θάμνων ή χαμηλά μέσα στη βλάστηση.
Διατροφή των ενηλίκων
Τα ενήλικα τρέφονται με νέκταρ από διάφορα αγριολούλουδα των ξηρών λιβαδιών και των δασικών ξέφωτων. Επισκέπτονται μικρά σύνθετα άνθη, γαϊδουράγκαθα, θυμάρια και άλλα ανθοφόρα φυτά που παραμένουν διαθέσιμα κατά την περίοδο πτήσης.
Στις ορεινές περιοχές, όπου η ανθοφορία διατηρείται περισσότερο μέσα στο καλοκαίρι, μπορούν να βρίσκουν νέκταρ όταν μεγάλο μέρος της χαμηλότερης κυπριακής υπαίθρου έχει ήδη ξεραθεί.
Φυτά-ξενιστές
Οι προνύμφες τρέφονται με διάφορα αγρωστώδη της οικογένειας Poaceae. Στην ευρύτερη γεωγραφική εξάπλωση έχουν αναφερθεί φυτά από γένη όπως Poa, Festuca, Elymus και Dactylis.
Δεν πρέπει να θεωρείται ότι όλα αυτά τα γένη ή είδη έχουν επιβεβαιωθεί ως ξενιστές του κυπριακού υποείδους. Η ακριβής επιλογή φυτών στην Κύπρο χρειάζεται τεκμηρίωση με παρατηρήσεις ωοτοκίας και ανατροφή προνυμφών.
Η δυνατότητα χρησιμοποίησης περισσότερων από ενός ειδών αγρωστωδών προσφέρει οικολογική ευελιξία, αλλά δεν προστατεύει το υποείδος από τη συνολική απώλεια των ξηρών λιβαδιών.
Αυγό και ωοτοκία
Το θηλυκό αφήνει τα αυγά μεμονωμένα πάνω ή κοντά στα χόρτα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις προνύμφες. Σε συγγενικούς πληθυσμούς έχει αναφερθεί ωοτοκία πάνω στα φύλλα και στους βλαστούς των αγρωστωδών.
Η επιλογή θέσης επηρεάζεται πιθανόν από το ύψος και την πυκνότητα των χόρτων, την έκθεση στον ήλιο και την υγρασία κοντά στο έδαφος.
Προνύμφη και διαχείμαση
Η προνύμφη είναι επιμήκης και λεπτή, με πράσινο ή κιτρινοκάστανο χρωματισμό και διακριτικές επιμήκεις γραμμές. Το σώμα στενεύει προς τα άκρα και η μορφή της ταιριάζει με τα λεπτά φύλλα των αγρωστωδών.
Σε πολλούς πληθυσμούς του είδους, οι προνύμφες εκκολάπτονται προς το τέλος της θερμής περιόδου και διαχειμάζουν σε νεαρό στάδιο. Η σίτιση και η ανάπτυξη συνεχίζονται ή επιταχύνονται την άνοιξη, όταν τα χόρτα αναπτύσσονται ξανά.
Οι λεπτομέρειες του κύκλου ζωής του κυπριακού υποείδους μπορεί να διαφοροποιούνται λόγω των ήπιων χειμώνων και της έντονης θερινής ξηρασίας του νησιού. Χρειάζεται τοπική μελέτη για να επιβεβαιωθεί το ακριβές στάδιο και ο τρόπος διαχείμασης.
Χρυσαλλίδα
Όταν ολοκληρώσει την ανάπτυξή της, η προνύμφη σχηματίζει χρυσαλλίδα χαμηλά μέσα στη βλάστηση ή κοντά στο έδαφος, ανάμεσα σε βλαστούς και φύλλα χόρτων.
Ο ουδέτερος πράσινος ή καστανός χρωματισμός της χρυσαλλίδας προσφέρει καμουφλάζ ανάμεσα στα φυτικά υπολείμματα. Μετά την ολοκλήρωση της μεταμόρφωσης εξέρχεται η ενήλικη πεταλούδα της μοναδικής ετήσιας γενεάς.
Αναπαραγωγική συμπεριφορά και ανδροκόνια
Τα ανδροκόνια είναι εξειδικευμένα λέπια των αρσενικών που συνδέονται με την παραγωγή ή διάδοση φερομονών. Οι ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται στην επικοινωνία ανάμεσα στα φύλα και πιθανότατα βοηθούν το θηλυκό να αναγνωρίσει αρσενικό του ίδιου είδους.
Η ανδροκονιακή ζώνη της Hyponephele lupina είναι τόσο εμφανής ώστε αποτέλεσε τη βάση της αγγλικής ονομασίας “Branded Meadow Brown”. Η θέση, το σχήμα και το πλάτος της προσφέρουν επίσης χρήσιμα ταξινομικά γνωρίσματα.
Οικολογική σημασία
Η πεταλούδα αποτελεί μέρος των τροφικών πλεγμάτων των ξηρών λιβαδιών. Τα αυγά και οι προνύμφες καταναλώνονται από αρπακτικά έντομα, αράχνες και παρασιτοειδή, ενώ τα ενήλικα αποτελούν λεία για πουλιά, λιβελούλες και άλλα αρπακτικά.
Τα ενήλικα μεταφέρουν γύρη καθώς επισκέπτονται άνθη για νέκταρ, αν και η σημασία τους ως επικονιαστών διαφέρει ανάλογα με το φυτό.
Ως ενδημικό υποείδος, η H. l. cypriaca αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή εξελικτική μονάδα της κυπριακής βιοποικιλότητας. Η προστασία της εξαρτάται αποκλειστικά από τη διατήρηση των πληθυσμών της στην Κύπρο.
Απειλές
Πιθανές απειλές περιλαμβάνουν την απώλεια ξηρών λιβαδιών και βοσκοτόπων από οικοδομική ανάπτυξη, αναδασώσεις πολύ μεγάλης πυκνότητας, εντατική γεωργία και εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη κάλυψη από θάμνους.
Η εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων μπορεί να μειώσει τόσο τις προνύμφες όσο και τα ανθοφόρα φυτά των ενηλίκων. Η υπερβολική βόσκηση καταστρέφει τη βλάστηση, ενώ η πλήρης διακοπή της βόσκησης μπορεί σε ορισμένες περιοχές να οδηγήσει σε απώλεια του ανοικτού χαρακτήρα του ενδιαιτήματος.
Οι πυρκαγιές μπορούν να καταστρέψουν τοπικούς πληθυσμούς όταν επηρεάζουν μεγάλες εκτάσεις την περίοδο που οι προνύμφες ή οι χρυσαλλίδες βρίσκονται μέσα στη βλάστηση. Η κλιματική αλλαγή μπορεί επίσης να μεταβάλει την ανάπτυξη των αγρωστωδών και τη χρονική σύμπτωση ανάμεσα στην προνύμφη και την κατάλληλη τροφή.
Προστασία
Η διατήρηση του υποείδους απαιτεί προστασία ενός μωσαϊκού από ξηρά λιβάδια, χαμηλούς θαμνώνες, ανοικτά δασικά ξέφωτα και παραδοσιακούς βοσκότοπους.
Η ήπια και ελεγχόμενη βόσκηση μπορεί να βοηθά στη διατήρηση ανοικτής βλάστησης, εφόσον δεν εφαρμόζεται με ένταση που καταστρέφει τα αγρωστώδη και τα ανθοφόρα φυτά.
Η συστηματική παρακολούθηση της περιόδου πτήσης και της αφθονίας θα μπορούσε να δείξει αν οι πληθυσμοί παραμένουν σταθεροί ή επηρεάζονται από τις αλλαγές χρήσης γης και κλίματος. Ιδιαίτερη αξία θα είχε η μελέτη των πραγματικών φυτών-ξενιστών του κυπριακού υποείδους.
Φωτογραφίες
Οι φωτογραφίες της αρχικής ανάρτησης λήφθηκαν στον Πρόδρομο της οροσειράς του Τροόδους στις 6 Ιουλίου 2020 από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Συνοπτικά στοιχεία
Ταξινόμηση
Πηγές
- John, 2022 – Butterflies of Cyprus: αναγνώριση του Hyponephele lupina cypriaca Riley, 1921
- Πολυγνώση – Πεταλούδες της Κύπρου: εξάπλωση και περίοδος πτήσης του κυπριακού υποείδους
- Lukhtanov και Pazhenkova, 2021 – Ταξινομική και γενετική μελέτη του συμπλέγματος Hyponephele lycaon–lupina
- Butterflies of Crete – μορφολογία, βιότοπος, περίοδος πτήσης και φυτά-ξενιστές
- EuroButterflies – εξάπλωση, βιότοπος και περίοδος πτήσης
- Butterflies of Croatia – αναγνώριση, κύκλος ζωής και φυτά-ξενιστές
- GBIF – ταξινομική μεταχείριση ως Hyponephele lupinus
- Biodiversity of Cyprus – αρχική ανάρτηση και στοιχεία φωτογραφιών

No comments:
Post a Comment