Below in English
Κείμενο George Konstantinou
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος, με το διεθνές κοινό όνομα Blue-cheeked Bee-eater και το επιστημονικό όνομα Merops persicus Pallas, 1773, είναι ένα εντυπωσιακό αποδημητικό πουλί της οικογένειας Meropidae. Είναι στενός συγγενής του κοινού Μελισσοφάγου (Merops apiaster), ο οποίος περνά από την Κύπρο σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς και αναπαράγεται στο νησί.
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος είναι πολύ πιο σπάνιος στην Κύπρο. Εμφανίζεται κυρίως κατά την εαρινή μετανάστευση, συνήθως σε μικρούς αριθμούς, ενώ υπάρχουν και λιγότερες φθινοπωρινές καταγραφές. Ορισμένες χρονιές μπορεί να παρατηρηθούν περισσότερα πουλιά ή μικρά κοπάδια, αλλά το είδος δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως κοινός ή τακτικός αναπαραγόμενος κάτοικος του τόπου μας.
Χαρακτηριστική εμφάνιση
Πρόκειται για λεπτόσωμο πουλί με μακριές και μυτερές φτερούγες, λεπτό καμπυλωτό ράμφος και δύο επιμηκυμένες κεντρικές ουραίες πένες. Το μήκος του σώματος είναι περίπου 28–31 εκατοστά, χωρίς να υπολογίζεται πάντοτε ολόκληρο το μήκος των μακριών ουραίων πενών.
Το φτέρωμά του είναι κυρίως πράσινο. Το μέτωπο και οι πλευρές του προσώπου έχουν γαλαζοπράσινες ή τιρκουάζ αποχρώσεις, από τις οποίες προέρχεται η αγγλική ονομασία Blue-cheeked Bee-eater. Μια στενή μαύρη λωρίδα περνά από το μάτι, ενώ το ράμφος είναι μαύρο, μακρύ, μυτερό και ελαφρώς κυρτό προς τα κάτω.
Ο λαιμός παρουσιάζει κιτρινωπές έως καστανοκίτρινες αποχρώσεις, οι οποίες οριοθετούνται από μια σκοτεινότερη γραμμή. Οι φτερούγες και η ουρά διατηρούν κυρίως πράσινες και γαλαζοπράσινες αποχρώσεις. Τα δύο φύλα είναι παρόμοια, αν και οι επιμηκυμένες ουραίες πένες του θηλυκού μπορεί να είναι ελαφρώς κοντύτερες.
Τα νεαρά πουλιά έχουν πιο θαμπά χρώματα και δεν διαθέτουν ακόμη τις μακριές κεντρικές ουραίες πένες των ενηλίκων.
Διαφορές από τον κοινό Μελισσοφάγο
Στην Κύπρο ο Πράσινος Μελισσοφάγος μπορεί εύκολα να συγχυστεί με τον πολύ συχνότερο Μελισσοφάγο (Merops apiaster), ιδιαίτερα όταν τα πουλιά πετούν ψηλά ή παρατηρούνται από μεγάλη απόσταση.
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος έχει περισσότερο ομοιόμορφα πράσινο σώμα, πράσινη ράχη και χαρακτηριστικές γαλαζοπράσινες παρειές. Ο κοινός Μελισσοφάγος παρουσιάζει πολύ περισσότερα καστανά, κίτρινα και γαλάζια χρώματα, με καστανοκόκκινη κορυφή και ράχη, κίτρινο λαιμό και γαλάζιο κάτω μέρος του σώματος.
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος είναι ελαφρώς πιο μακρόστενος και οι κεντρικές ουραίες πένες του μπορεί να φαίνονται μακρύτερες. Σημαντικό γνώρισμα αναγνώρισης αποτελεί και η φωνή του, η οποία ακούγεται πιο επίπεδη, οξεία και λιγότερο μελωδική από τη χαρακτηριστική, ρευστή φωνή του κοινού Μελισσοφάγου.
Επειδή τα δύο είδη μπορεί να ταξιδεύουν ή να τρέφονται μαζί, η ασφαλής αναγνώριση απαιτεί προσεκτική παρατήρηση του χρωματισμού, του σχεδίου του προσώπου, της ουράς και της φωνής.
Βιότοπος
Στις περιοχές αναπαραγωγής του, ο Πράσινος Μελισσοφάγος προτιμά θερμά, ανοικτά και σχετικά ξηρά τοπία. Συναντάται σε ημιερημικές περιοχές, στεπώδεις εκτάσεις, ανοικτές πεδιάδες, κοιλάδες ποταμών, αραιά δάση, σαβάνες, αγροτικές περιοχές και τοπία με ακακίες ή άλλα διάσπαρτα δέντρα.
Χρειάζεται ανοικτούς χώρους πλούσιους σε ιπτάμενα έντομα και κατάλληλα υπερυψωμένα σημεία από τα οποία μπορεί να κυνηγά. Συχνά κάθεται πάνω σε ηλεκτρικά καλώδια, ξερά κλαδιά, πασσάλους και κορυφές θάμνων.
Για την αναπαραγωγή χρειάζεται αμμώδες ή μαλακό έδαφος, στο οποίο μπορεί να ανοίξει τη φωλιά του. Χρησιμοποιεί κάθετες όχθες ποταμών, αμμώδεις πλαγιές, χαμηλούς γκρεμούς, αναχώματα, όχθες καναλιών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επίπεδο έδαφος.
Κατά τη μετανάστευση στην Κύπρο μπορεί να παρατηρηθεί σε υγροτόπους, γεωργικές περιοχές, ανοικτές πεδιάδες, ακρωτήρια, παράκτιες εκτάσεις, λίμνες, φράγματα και περιοχές με ηλεκτρικά καλώδια ή μεμονωμένα δέντρα.
Διατροφή και τεχνική κυνηγιού
Όπως υποδηλώνει το όνομά του, τρέφεται κυρίως με μεγάλα ιπτάμενα έντομα. Στη διατροφή του περιλαμβάνονται μέλισσες, σφήκες, σερσένια, λιβελούλες, πεταλούδες, νυχτοπεταλούδες, ακρίδες, τζιτζίκια, μύγες και διάφορα κολεόπτερα.
Οι λιβελούλες μπορούν να αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό μέρος της διατροφής του, κυρίως σε περιοχές κοντά σε γλυκά νερά. Η ακριβής σύνθεση της τροφής του μεταβάλλεται ανάλογα με τον τόπο, την εποχή και τη διαθεσιμότητα των εντόμων.
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος κυνηγά συνήθως από ένα εμφανές υπερυψωμένο σημείο. Μόλις εντοπίσει ένα έντομο, απογειώνεται, το συλλαμβάνει στον αέρα με το ράμφος και συχνά επιστρέφει στο ίδιο ή σε γειτονικό σημείο.
Όταν συλλαμβάνει μέλισσες, σφήκες ή άλλα έντομα με κεντρί, τα χτυπά και τα τρίβει πάνω στο κλαδί ή στο καλώδιο όπου κάθεται. Με αυτόν τον τρόπο ακινητοποιεί το έντομο και μειώνει τον κίνδυνο από το κεντρί πριν το καταπιεί.
Οι μελισσοφάγοι δεν τρέφονται αποκλειστικά με μέλισσες. Καταναλώνουν μεγάλη ποικιλία εντόμων και διαδραματίζουν φυσικό ρόλο στη λειτουργία των οικοσυστημάτων.
Κοινωνική συμπεριφορά
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος είναι κοινωνικό πουλί και συχνά εμφανίζεται σε ζεύγη, μικρές ομάδες ή μεγαλύτερα κοπάδια. Τα πουλιά διατηρούν επαφή μεταξύ τους με χαρακτηριστικές φωνές, ιδιαίτερα όταν πετούν σε μεγάλο ύψος.
Κατά τη μετανάστευση μπορεί να περάσει πάνω από μια περιοχή χωρίς να σταματήσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις η φωνή αποτελεί συχνά την πρώτη ένδειξη της παρουσίας του, προτού τα πουλιά γίνουν ορατά.
Όταν βρει μια περιοχή με αφθονία ιπτάμενων εντόμων, μπορεί να παραμείνει εκεί για αρκετή ώρα, κυνηγώντας επανειλημμένα από ηλεκτρικά καλώδια ή κλαδιά. Μπορεί επίσης να συνυπάρχει και να τρέφεται μαζί με τον κοινό Μελισσοφάγο.
Αναπαραγωγή
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος φωλιάζει μόνος, σε χαλαρές ομάδες ή σε μικρές αποικίες. Μπορεί επίσης να σχηματίσει μικτές αποικίες με άλλα είδη μελισσοφάγων, όπου οι περιοχές εξάπλωσής τους συναντώνται.
Το ζευγάρι ανοίγει στο μαλακό έδαφος μια μακριά οριζόντια ή ελαφρώς ανηφορική σήραγγα. Στο εσωτερικό άκρο της δημιουργείται ένας διευρυμένος θάλαμος όπου γεννιούνται τα αβγά. Η σήραγγα μπορεί να φτάσει σε μήκος από περίπου ένα έως τρία μέτρα, ανάλογα με τη σύσταση του εδάφους και τη θέση της φωλιάς.
Το θηλυκό γεννά συνήθως έξι ή επτά λευκά, σχεδόν σφαιρικά αβγά, αν και ο αριθμός μπορεί να κυμαίνεται από τέσσερα έως οκτώ. Και οι δύο γονείς συμμετέχουν στη φροντίδα της φωλιάς και των νεοσσών. Σε ορισμένους πληθυσμούς μπορεί να βοηθούν και άλλα μέλη της οικογενειακής ομάδας.
Η φωλιά δεν κατασκευάζεται από κλαδιά ή χόρτα. Τα αβγά γεννιούνται στον εσωτερικό θάλαμο της σήραγγας, πάνω στο γυμνό έδαφος και στα οργανικά υπολείμματα που συγκεντρώνονται σταδιακά.
Γεωγραφική εξάπλωση
Το είδος αναπαράγεται σε περιοχές της βόρειας Αφρικής και από τη Μέση Ανατολή και την ανατολική Τουρκία μέχρι την κεντρική Ασία και τη βορειοδυτική Ινδία. Οι περισσότεροι πληθυσμοί είναι μεταναστευτικοί και διαχειμάζουν κυρίως σε τροπικές περιοχές της Αφρικής.
Αναγνωρίζονται συνήθως δύο υποείδη:
- Merops persicus persicus, το οποίο αναπαράγεται από τη βορειοανατολική Αφρική και τη Μέση Ανατολή μέχρι την κεντρική και νότια Ασία.
- Merops persicus chrysocercus, το οποίο απαντά στη βορειοδυτική Αφρική και σε περιοχές νοτίως της Σαχάρας.
Η υποειδική ταυτοποίηση μεμονωμένων μεταναστευτικών πουλιών στην Κύπρο δεν πρέπει να γίνεται χωρίς επαρκή μορφολογικά ή άλλα τεκμήρια.
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος στην Κύπρο
Στην Κύπρο ο Πράσινος Μελισσοφάγος είναι σπάνιος έως ολιγάριθμος διερχόμενος μετανάστης. Οι περισσότερες καταγραφές πραγματοποιούνται την άνοιξη, κυρίως τον Απρίλιο και τον Μάιο. Υπάρχουν επίσης φθινοπωρινές παρατηρήσεις, αλλά γενικά είναι λιγότερες.
Συνήθως παρατηρούνται μεμονωμένα πουλιά ή μικρές ομάδες. Περιστασιακά, όμως, μπορούν να εμφανιστούν μεγαλύτερα κοπάδια. Για παράδειγμα, κατά την ανοιξιάτικη μετανάστευση του 2021 καταγράφηκαν αρκετές ομάδες σε διαφορετικές περιοχές της Κύπρου, μεταξύ των οποίων κοπάδι δώδεκα πουλιών στο Ακρωτήρι.
Αυτές οι συγκεντρώσεις δείχνουν ότι η παρουσία του είδους μπορεί να μεταβάλλεται σημαντικά από χρονιά σε χρονιά, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τις μεταναστευτικές κινήσεις.
Ο Πράσινος Μελισσοφάγος δεν θεωρείται αναπαραγόμενο είδος στην Κύπρο. Τα πουλιά που παρατηρούνται στο νησί βρίσκονται σε μεταναστευτική διέλευση και χρησιμοποιούν κατάλληλες περιοχές για προσωρινή ξεκούραση και διατροφή.
Κίνδυνοι και προστασία
Η καταστροφή των κατάλληλων θέσεων φωλεοποίησης, η ισοπέδωση αμμωδών όχθεων και πρανών, η εντατικοποίηση της γεωργίας και η εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων μπορούν να επηρεάσουν το είδος.
Τα εντομοκτόνα μειώνουν την αφθονία των μεγάλων ιπτάμενων εντόμων που αποτελούν την κύρια τροφή του. Παράλληλα, η ρύπανση και η υποβάθμιση των υγροτόπων επηρεάζουν τους πληθυσμούς των λιβελουλών και άλλων υδρόβιων εντόμων.
Οι μελισσοφάγοι αντιμετωπίζουν επίσης τον κίνδυνο της παράνομης παγίδευσης και θανάτωσης κατά τη μετανάστευση. Ο Πράσινος Μελισσοφάγος περιλαμβάνεται στα είδη που έχουν καταγραφεί σε στοιχεία σχετικά με την παράνομη παγίδευση πουλιών στην Κύπρο.
Σε παγκόσμιο επίπεδο το είδος κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία «Ελάχιστης Ανησυχίας». Η παγκόσμια αυτή κατάταξη δεν αναιρεί τη σπανιότητά του στην Κύπρο ούτε την ανάγκη προστασίας των μεταναστευτικών σταθμών και των περιοχών διατροφής του.
Ταξινόμηση
- Βασίλειο: Animalia
- Φύλο: Chordata
- Κλάση: Aves
- Τάξη: Coraciiformes
- Οικογένεια: Meropidae
- Γένος: Merops
- Είδος: Merops persicus Pallas, 1773
- Ελληνική κοινή ονομασία: Πράσινος Μελισσοφάγος
- Αγγλική κοινή ονομασία: Blue-cheeked Bee-eater
Πηγές
- Αρχική ανάρτηση – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou
- BirdLife International – Blue-cheeked Bee-eater
- BirdLife Cyprus – Είδη που επηρεάζονται από την παράνομη παγίδευση
- BirdLife Cyprus – Μηνιαίο δελτίο παρατηρήσεων, Μάιος 2021
- Avibase – Merops persicus
- IOC World Bird List
Blue-cheeked Bee-eater – Merops persicus Pallas, 1773 – Πράσινος Μελισσοφάγος – Cyprus
Text by George Konstantinou
The Blue-cheeked Bee-eater, scientifically known as Merops persicus Pallas, 1773, is a striking migratory bird belonging to the family Meropidae. It is closely related to the European Bee-eater (Merops apiaster), which passes through Cyprus in much larger numbers and breeds on the island.
The Blue-cheeked Bee-eater is much scarcer in Cyprus. It occurs principally during spring migration, usually in small numbers, while fewer autumn records are also known. In some years more birds or small flocks may be observed, but the species should not be presented as a common or regular breeding resident of Cyprus.
Characteristic appearance
It is a slender bird with long, pointed wings, a fine curved bill and two elongated central tail feathers. Its body length is approximately 28–31 centimetres, although measurements do not always include the full length of the tail streamers.
Its plumage is predominantly green. The forehead and sides of the face have blue-green or turquoise tones, from which the English name Blue-cheeked Bee-eater is derived. A narrow black stripe passes through the eye, while the bill is black, long, pointed and slightly curved downwards.
The throat shows yellowish to brownish-yellow tones bordered by a darker line. The wings and tail are mainly green and blue-green. The sexes are similar, although the elongated tail feathers of the female may be slightly shorter.
Juvenile birds have duller colours and have not yet developed the long central tail feathers of adults.
Differences from the European Bee-eater
In Cyprus, the Blue-cheeked Bee-eater can easily be confused with the much more frequent European Bee-eater (Merops apiaster), particularly when the birds are flying high or being observed from a considerable distance.
The Blue-cheeked Bee-eater has a more uniformly green body, a green back and characteristic blue-green cheeks. The European Bee-eater displays considerably more chestnut, yellow and blue, with a chestnut crown and back, a yellow throat and blue underparts.
The Blue-cheeked Bee-eater is slightly more elongated, and its central tail feathers may appear longer. Its call is another important identification feature, sounding flatter, sharper and less musical than the characteristic fluid call of the European Bee-eater.
Because the two species may travel or feed together, reliable identification requires careful observation of their plumage, facial pattern, tail and calls.
Habitat
In its breeding areas, the Blue-cheeked Bee-eater prefers warm, open and comparatively dry landscapes. It occurs in semi-desert, steppe, open plains, river valleys, open woodland, savanna, agricultural areas and landscapes containing acacias or other scattered trees.
It requires open areas rich in flying insects and suitable elevated perches from which to hunt. It frequently rests on overhead wires, dry branches, posts and the tops of bushes.
For breeding, it requires sandy or soft soil in which it can excavate its nest. It uses vertical riverbanks, sandy slopes, low cliffs, embankments, canal banks and, in some cases, level ground.
During migration through Cyprus it may be observed around wetlands, agricultural areas, open plains, headlands, coastal areas, lakes, dams and places containing overhead wires or isolated trees.
Diet and hunting technique
As its name suggests, it feeds mainly on large flying insects. Its diet includes bees, wasps, hornets, dragonflies, butterflies, moths, grasshoppers, cicadas, flies and various beetles.
Dragonflies can form a particularly important part of its diet, especially in areas near freshwater. The precise composition of its food varies according to location, season and insect availability.
The Blue-cheeked Bee-eater usually hunts from a conspicuous elevated perch. As soon as it detects an insect, it takes flight, captures it in the air with its bill and frequently returns to the same or a nearby perch.
When it catches bees, wasps or other stinging insects, it strikes and rubs them against the branch or wire on which it is perched. In this way, it immobilises the insect and reduces the danger from its sting before swallowing it.
Bee-eaters do not feed exclusively on bees. They consume a wide variety of insects and perform a natural role within their ecosystems.
Social behaviour
The Blue-cheeked Bee-eater is a social bird and often occurs in pairs, small groups or larger flocks. The birds maintain contact with one another through characteristic calls, especially when flying at considerable height.
During migration, a flock may pass over an area without stopping. In such cases, its calls often provide the first indication of its presence before the birds become visible.
When it finds an area containing abundant flying insects, it may remain there for some time, repeatedly hunting from overhead wires or branches. It may also associate and feed with European Bee-eaters.
Breeding
The Blue-cheeked Bee-eater nests alone, in loose groups or in small colonies. It may also form mixed colonies with other bee-eater species where their ranges overlap.
The pair excavates a long, horizontal or slightly rising tunnel in soft ground. An enlarged chamber is formed at its inner end, where the eggs are laid. The tunnel may measure approximately one to three metres, depending on the composition of the soil and the nesting site.
The female usually lays six or seven white, almost spherical eggs, although the clutch may contain between four and eight. Both parents participate in caring for the nest and young. In some populations, other members of the family group may also assist.
The nest is not constructed from branches or grass. The eggs are laid in the inner chamber of the tunnel on bare soil and on organic remains that gradually accumulate there.
Geographical distribution
The species breeds in parts of northern Africa and from the Middle East and eastern Turkey through Central Asia to north-western India. Most populations are migratory and winter principally in tropical Africa.
Two subspecies are generally recognised:
- Merops persicus persicus, breeding from north-eastern Africa and the Middle East to Central and South Asia.
- Merops persicus chrysocercus, occurring in north-western Africa and areas south of the Sahara.
Individual migrant birds in Cyprus should not be assigned to a subspecies without sufficient morphological or other supporting evidence.
The Blue-cheeked Bee-eater in Cyprus
In Cyprus, the Blue-cheeked Bee-eater is a rare to scarce passage migrant. Most records occur in spring, principally during April and May. Autumn observations are also known but are generally fewer.
Individual birds or small groups are usually observed. Occasionally, however, larger flocks may appear. During the spring migration of 2021, for example, several groups were recorded in different parts of Cyprus, including a flock of twelve birds at Akrotiri.
These concentrations demonstrate that the occurrence of the species can vary considerably between years, depending on weather conditions and migratory movements.
The Blue-cheeked Bee-eater is not regarded as a breeding species in Cyprus. Birds observed on the island are passing migrants that use suitable areas temporarily for resting and feeding.
Threats and protection
The destruction of suitable nesting sites, levelling of sandy banks and slopes, agricultural intensification and extensive insecticide use can negatively affect the species.
Insecticides reduce the abundance of the large flying insects forming its principal food. Pollution and wetland degradation also affect populations of dragonflies and other aquatic insects.
Bee-eaters additionally face the danger of illegal trapping and killing during migration. The Blue-cheeked Bee-eater is included among the species recorded in data concerning illegal bird trapping in Cyprus.
Globally, the species is classified as Least Concern by the IUCN. This worldwide classification does not alter its scarcity in Cyprus or the need to protect its migration stopover and feeding areas.
Classification
- Kingdom: Animalia
- Phylum: Chordata
- Class: Aves
- Order: Coraciiformes
- Family: Meropidae
- Genus: Merops
- Species: Merops persicus Pallas, 1773
- English common name: Blue-cheeked Bee-eater
- Greek common name: Πράσινος Μελισσοφάγος
Sources
- Original post – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou
- BirdLife International – Blue-cheeked Bee-eater
- BirdLife Cyprus – Species affected by illegal bird trapping
- BirdLife Cyprus – Monthly checklist, May 2021
- Avibase – Merops persicus
- IOC World Bird List
No comments:
Post a Comment