Translate

Sunday, 15 April 2018

Ντόπια κυπριακή φυλή βοοειδών στο Έλος Φασουρίου (Akrotiri marh) - Bos indicus – Indigenous Cyprus cattle at Fassouri Marsh – Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


Photos and video at Fassouri Marsh 15/4/2018  by George Konstantinou








Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Φωτογραφίες και βίντεο στο Έλος Φασουρίου, 15 Απριλίου 2018, του George Konstantinou

Η μοναδική ντόπια φυλή βοοειδών της Κύπρου

Η ντόπια κυπριακή φυλή βοοειδών αποτελεί τη μοναδική επίσημα αναγνωρισμένη τοπική φυλή βοοειδών του νησιού. Τα ζώα αυτά εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν επί χιλιάδες χρόνια στις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες, στο ξηρό περιβάλλον, στην περιορισμένη τροφή και στις παραδοσιακές γεωργικές εργασίες της Κύπρου.

Δεν πρόκειται απλώς για αγελάδες που γεννήθηκαν στην Κύπρο. Αποτελούν διακριτή κτηνοτροφική φυλή, με ιδιαίτερα μορφολογικά, λειτουργικά και γενετικά χαρακτηριστικά. Η διατήρησή της έχει μεγάλη σημασία για τη γενετική ποικιλότητα των αγροτικών ζώων, την ιστορία της κυπριακής γεωργίας και τη διαχείριση ορισμένων φυσικών οικοσυστημάτων.

Οι αγελάδες και οι ταύροι της αρχικής ανάρτησης φωτογραφήθηκαν και κινηματογραφήθηκαν στο Έλος Φασουρίου, γνωστό επίσης ως Έλος Ακρωτηρίου, στις 15 Απριλίου 2018.

Αρχαία παρουσία στην Κύπρο

Τα βοοειδή δεν υπήρχαν φυσικά στην Κύπρο πριν από την άφιξη του ανθρώπου. Οι πρώτοι γεωργικοί πληθυσμοί μετέφεραν εξημερωμένα ζώα στο νησί από γειτονικές περιοχές κατά τη Νεολιθική εποχή.

Με την πάροδο των χιλιετιών, οι πληθυσμοί των βοοειδών προσαρμόστηκαν στο κυπριακό περιβάλλον. Η γεωγραφική απομόνωση, η επιλογή από τους γεωργούς και η χρήση τους για συγκεκριμένες εργασίες συνέβαλαν στη διαμόρφωση της ντόπιας φυλής.

Σύγχρονες γενετικές μελέτες δείχνουν ότι η κυπριακή φυλή διαθέτει πολύπλοκη γενετική ιστορία και παρουσιάζει συγγένειες τόσο με βοοειδή τύπου ζεμπού όσο και με αφρικανικούς πληθυσμούς Bos taurus. Το γενετικό αυτό μωσαϊκό πιθανότατα αντανακλά αρχαίες μετακινήσεις ζώων και εμπορικές επαφές στην ευρύτερη περιοχή.

Τα δύο παραδοσιακά μορφολογικά πρότυπα

Ιστορικά, η ντόπια κυπριακή φυλή διακρινόταν σε δύο μορφολογικούς τύπους:

  • τον ορεινό τύπο ή τύπο Πάφου,
  • τον πεδινό τύπο ή τύπο Μεσαορίας.

Τα ζώα των ορεινών περιοχών περιγράφονται ως μικρόσωμα, με τραχύτερο τρίχωμα και χρωματισμό σε διάφορες αποχρώσεις του καφέ. Ανάμεσά τους απαντούν και μαύρα ζώα.

Τα βοοειδή του πεδινού τύπου ήταν συνήθως πιο μεγαλόσωμα και ισχυρά, με λεπτότερο τρίχωμα, ξανθοκόκκινο χρωματισμό και ανοικτότερη ή υπόλευκη κοιλιά.

Η πρόσφατη γενετική έρευνα δείχνει ότι οι δύο παλαιότεροι τύποι δεν αποτελούν σήμερα δύο ξεχωριστές γενετικές φυλές. Η ανταλλαγή ταύρων μεταξύ των εκτροφέων, κυρίως για την αποφυγή αιμομιξίας, φαίνεται ότι συνέβαλε στην ενοποίησή τους σε έναν γενετικά συνεκτικό πληθυσμό.

Χαρακτηριστικά της φυλής

Τα κοινότερα μορφολογικά γνωρίσματα της ντόπιας κυπριακής φυλής είναι:

  • η εμφανής καμπούρα πάνω από τους ώμους,
  • η σχετικά μεγάλη λαμυρίδα κάτω από τον λαιμό,
  • η ισχυρή σωματική διάπλαση,
  • η μεγάλη ανθεκτικότητα στη ζέστη,
  • τα κέρατα, τα οποία υπάρχουν παραδοσιακά και στα δύο φύλα,
  • η μαύρη τούφα στην άκρη της ουράς,
  • τα σκούρα χείλη και ρουθούνια,
  • ο λευκόγκριζος δακτύλιος γύρω από το στόμα και τα ρουθούνια,
  • ο ανοικτότερος χρωματισμός κοντά στη βάση των οπλών.

Ο χρωματισμός δεν είναι ομοιόμορφος. Υπάρχουν ξανθοκόκκινα, καστανά, σκούρα καφέ και μαύρα ζώα, καθώς και ενδιάμεσες αποχρώσεις.

Η καμπούρα, η λαμυρίδα και η αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες συνδέονται με την ισχυρή γενετική επίδραση βοοειδών τύπου ζεμπού. Ωστόσο, η σημερινή κυπριακή φυλή δεν πρέπει να παρουσιάζεται απλώς ως κάποια ξένη φυλή ζεμπού. Είναι ένας ιδιαίτερος κυπριακός πληθυσμός με μακρά τοπική εξέλιξη και σύνθετη γενετική καταγωγή.

Προσαρμογή στο κυπριακό περιβάλλον

Η φυλή είναι προσαρμοσμένη στις υψηλές θερμοκρασίες, στην ξηρασία και στη βόσκηση σε φτωχότερα ή τραχύτερα λιβάδια. Μπορεί να αξιοποιεί φυτική ύλη χαμηλότερης διατροφικής αξίας, την οποία οι πιο απαιτητικές εμπορικές φυλές δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά.

Τα ντόπια βοοειδή έχουν χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης και μικρότερη παραγωγικότητα σε σύγκριση με τις σύγχρονες εμπορικές φυλές. Η γαλακτοπαραγωγή των αγελάδων περιορίζεται κατά κανόνα στην ποσότητα που χρειάζεται το μοσχάρι τους.

Αυτά τα χαρακτηριστικά θεωρήθηκαν μειονεκτήματα όταν η κτηνοτροφία προσανατολίστηκε στην εντατική παραγωγή. Σε φυσικά ή ημιφυσικά συστήματα βόσκησης, όμως, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά τους να αξιοποιούν δύσκολη βλάστηση αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα.

Η παραδοσιακή χρήση των ζώων

Για αιώνες τα ντόπια βοοειδή δεν εκτρέφονταν κυρίως για γάλα ή κρέας. Η σημαντικότερη προσφορά τους ήταν η δύναμή τους.

Χρησιμοποιούνταν για:

  • το όργωμα των χωραφιών,
  • το αλώνισμα των δημητριακών,
  • τη μεταφορά γεωργικών προϊόντων,
  • τη μετακίνηση ανθρώπων και φορτίων,
  • το τράβηγμα κάρων και άλλων γεωργικών εργαλείων.

Οι ταύροι και τα ευνουχισμένα αρσενικά αποτελούσαν για πολλές οικογένειες το σημαντικότερο μέσο εκτέλεσης των βαριών γεωργικών εργασιών. Η αντοχή τους στη ζέστη και στις μεγάλες περιόδους εργασίας τα καθιστούσε πολύτιμα για την αγροτική οικονομία.

Η ντόπια φυλή είναι επομένως άμεσα συνδεδεμένη με την παραδοσιακή ζωή της κυπριακής υπαίθρου.

Η μηχανοποίηση και η κατάρρευση του πληθυσμού

Η εκτεταμένη μηχανοποίηση της γεωργίας, ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφαίρεσε από τα ντόπια βοοειδή την κυριότερη οικονομική τους χρήση.

Τα τρακτέρ αντικατέστησαν τα ζώα στο όργωμα και στο αλώνισμα, ενώ τα μηχανοκίνητα οχήματα χρησιμοποιήθηκαν στις μεταφορές. Παράλληλα, εισήχθησαν εμπορικές φυλές με μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγή ή ταχύτερη ανάπτυξη.

Σύμφωνα με το Τμήμα Γεωργίας, ο πληθυσμός της ντόπιας φυλής μειώθηκε από περίπου 27.500 ζώα το 1960 σε 26.000 το 1965, 16.000 το 1970, 14.500 το 1973, 7.000 το 1974 και περίπου 5.000 το 1975.

Η δραματική αυτή μείωση έφερε τη φυλή αντιμέτωπη με τον κίνδυνο εξαφάνισης.

Προσπάθειες διασταύρωσης

Κατά την περίοδο της βρετανικής αποικιακής διοίκησης έγιναν προσπάθειες βελτίωσης της παραγωγικότητας της ντόπιας φυλής μέσω διασταυρώσεων με κρεοπαραγωγικές φυλές, όπως η Aberdeen Angus.

Σύμφωνα με το Τμήμα Γεωργίας, οι προσπάθειες αυτές δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ντόπια φυλή συνέχισε να χρησιμοποιείται κυρίως ως ζώο εργασίας μέχρι την επικράτηση της μηχανοποιημένης γεωργίας.

Η σημερινή διατήρηση της φυλής βασίζεται στην προστασία της γενετικής της ταυτότητας και στην αποφυγή ανεξέλεγκτων διασταυρώσεων με εισαγόμενες εμπορικές φυλές.

Ο σημερινός πληθυσμός

Η απογραφή του Τμήματος Γεωργίας για το 2022 κατέγραψε συνολικά 1.202 ζώα της ντόπιας φυλής σε 78 εκμεταλλεύσεις. Από αυτά, τα 629 ήταν αγελάδες και τα υπόλοιπα 573 ήταν ταύροι, μοσχάρια, μοσχίδες και νεαρά βοοειδή.

Η πληθυσμιακή εξέλιξη των τελευταίων απογραφών ήταν:

  • 2008: 746 ζώα,
  • 2010: 807,
  • 2012: 1.102,
  • 2014: 1.397,
  • 2016: 1.384,
  • 2018: 1.324,
  • 2020: 1.244,
  • 2022: 1.202.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι προσπάθειες διατήρησης απέτρεψαν την άμεση εξαφάνιση της φυλής. Η σταδιακή μείωση μετά το 2014, όμως, υποδεικνύει ότι η επιβίωσή της δεν είναι εξασφαλισμένη.

Η διατήρηση ενός αριθμού ζώων δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται σωστή επιλογή αναπαραγωγικών ζώων, αποφυγή στενής συγγένειας, διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας και οικονομική στήριξη των εκτροφέων.

Νεότερα γενετικά δεδομένα

Σε γενετική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2026 εξετάστηκαν 116 ζώα, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο 10% του συνολικού πληθυσμού της φυλής.

Η έρευνα έδειξε ότι η κυπριακή φυλή εξακολουθεί να διαθέτει μέτρια έως υψηλή γενετική ποικιλότητα και σχετικά χαμηλό επίπεδο αιμομιξίας. Δεν βρέθηκαν ενδείξεις γενικευμένης πρόσφατης ανάμειξης με τις εμπορικές φυλές που εκτρέφονται στην Κύπρο.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε γενετική συνοχή μεταξύ ζώων από διαφορετικές επαρχίες. Τα αποτελέσματα αυτά είναι ενθαρρυντικά, αλλά δεν μειώνουν την ανάγκη για οργανωμένο πρόγραμμα διατήρησης.

Η γενετική ποικιλότητα της φυλής αποτελεί πολύτιμο απόθεμα προσαρμοστικών χαρακτηριστικών, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη ζέστη, την ξηρασία και την ανάγκη για ανθεκτικότερα αγροτικά ζώα.

Το Έλος Φασουρίου

Το Έλος Φασουρίου, γνωστό και ως Έλος Ακρωτηρίου ή Καλαμιώνας Φασουρίου, βρίσκεται στη χερσόνησο Ακρωτηρίου της επαρχίας Λεμεσού. Καλύπτει έκταση περίπου 150 εκταρίων και αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου φυσικού συμπλέγματος υγροτόπων της Κύπρου.

Η περιοχή προστατεύεται στο πλαίσιο της Σύμβασης Ραμσάρ, αναγνωρίζεται ως Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά και έχει καθοριστεί ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία των Βρετανικών Βάσεων.

Ο υγρότοπος διαθέτει καλαμιώνες, υγρά λιβάδια, ανοικτές επιφάνειες νερού, κανάλια και εποχικά πλημμυρισμένες εκτάσεις. Φιλοξενεί σημαντικά αναπαραγόμενα και μεταναστευτικά πουλιά, καθώς και σπάνια φυτά και πολλά είδη ασπόνδυλων.

Οι κυπριακές αγελάδες ως διαχειριστές του υγροτόπου

Η βόσκηση της ντόπιας κυπριακής φυλής στο Έλος Φασουρίου δεν αποτελεί απλώς κτηνοτροφική δραστηριότητα. Χρησιμοποιείται ως εργαλείο οικολογικής διαχείρισης.

Όταν η βόσκηση εγκαταλείφθηκε ή μειώθηκε, τα πυκνά καλάμια επεκτάθηκαν σε μεγάλο μέρος του υγροτόπου. Οι ενιαίοι, πολύ πυκνοί καλαμιώνες περιορίζουν τα ανοικτά υγρά λιβάδια και τις ρηχές υδάτινες επιφάνειες που χρειάζονται πολλά πουλιά για να τραφούν ή να φωλιάσουν.

Οι αγελάδες:

  • τρώνε νεαρά καλάμια και άλλα ψηλά φυτά,
  • ποδοπατούν τμήματα της πυκνής βλάστησης,
  • δημιουργούν μικρά ανοίγματα και περάσματα,
  • διατηρούν χαμηλότερα τα υγρά λιβάδια,
  • σχηματίζουν ένα μωσαϊκό από καλαμιώνες, ανοικτή βλάστηση και γυμνό έδαφος,
  • διευκολύνουν την πρόσβαση των πουλιών σε ρηχά νερά και θέσεις τροφοληψίας.

Η διαχειριζόμενη βόσκηση δεν έχει στόχο να εξαφανίσει τον καλαμιώνα. Σκοπός της είναι να αποτρέψει την πλήρη κυριαρχία του και να διατηρήσει διαφορετικούς τύπους ενδιαιτημάτων στον ίδιο υγρότοπο.

Αποτελέσματα της ελεγχόμενης βόσκησης

Στο πλαίσιο του προγράμματος αποκατάστασης του Έλους Ακρωτηρίου, ο αριθμός των ντόπιων κυπριακών βοοειδών που έβοσκαν στην περιοχή αυξήθηκε από 28 ζώα το 2015 σε 87 το 2017 και 167 το 2023.

Ο συνδυασμός ελεγχόμενης βόσκησης και μηχανικής κοπής απομάκρυνε περίπου 38.000 τετραγωνικά μέτρα πυκνού καλαμιώνα. Η διαθέσιμη έκταση βόσκησης αυξήθηκε από 13 εκτάρια το 2015 σε 18 εκτάρια το 2017 και περίπου 29 εκτάρια το 2023.

Η δημιουργία περισσότερων ανοικτών θέσεων συνδέθηκε με αυξημένη χρήση της περιοχής από παρυδάτια πουλιά. Μεταξύ των σημαντικών ειδών που ωφελούνται από το μωσαϊκό ανοικτών και πυκνών ενδιαιτημάτων είναι η πελλοκατερίνα ή βαλτόπαπια (Aythya nyroca), η πελλοκαρκάτζια ή πελλοκαλλιμάνα (Vanellus spinosus) και ο καλαμοκαννάς (Himantopus himantopus).

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η προστασία μιας απειλούμενης κτηνοτροφικής φυλής μπορεί να συνδεθεί άμεσα με την αποκατάσταση και προστασία ενός σημαντικού φυσικού οικοσυστήματος.

Η βόσκηση χρειάζεται σωστή διαχείριση

Η βόσκηση σε έναν ευαίσθητο υγρότοπο πρέπει να σχεδιάζεται και να παρακολουθείται προσεκτικά. Πολύ μικρός αριθμός ζώων δεν μπορεί να περιορίσει την εξάπλωση των καλαμιών, ενώ υπερβολικά μεγάλος αριθμός μπορεί να προκαλέσει υπερβόσκηση, καταστροφή σπάνιων φυτών, συμπίεση του εδάφους και υποβάθμιση των όχθεων.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

  • η εποχή και η διάρκεια της βόσκησης,
  • ο αριθμός των ζώων,
  • η στάθμη του νερού,
  • η κατάσταση της βλάστησης,
  • οι θέσεις φωλιάσματος των πουλιών,
  • η παρουσία σπάνιων φυτών,
  • η διαθεσιμότητα πόσιμου νερού και συμπληρωματικής τροφής,
  • η υγεία και ευζωία των βοοειδών.

Η διατήρηση ισορροπίας απαιτεί συνεργασία μεταξύ κτηνοτρόφων, οικολόγων, κτηνιάτρων, αρμόδιων υπηρεσιών και επιστημόνων.

Πολιτιστική και οικολογική κληρονομιά

Η κυπριακή φυλή βοοειδών αποτελεί ζωντανό τμήμα της αγροτικής ιστορίας του τόπου. Τα ζώα αυτά όργωσαν τα χωράφια, μετέφεραν προϊόντα και στήριξαν την επιβίωση αμέτρητων γεωργικών οικογενειών για αιώνες.

Σήμερα μπορούν να αποκτήσουν έναν νέο ρόλο. Αντί να χρησιμοποιούνται ως ζώα έλξης, μπορούν να συμβάλλουν στη διατήρηση υγροτόπων, λιβαδιών και παραδοσιακών αγροτικών τοπίων.

Η προστασία τους δεν αφορά μόνο τη διάσωση ενός σπάνιου οικόσιτου ζώου. Αφορά τη διατήρηση ενός γενετικού πόρου, μιας γεωργικής παράδοσης και ενός φυσικού τρόπου διαχείρισης της βλάστησης.

Συντεταγμένες και Google Maps

Οι ακόλουθες συντεταγμένες υποδεικνύουν το Έλος Φασουρίου και όχι το ακριβές σημείο όπου βρίσκονταν τα φωτογραφημένα ζώα:

Συντεταγμένες: 34.631314, 32.933758
Google Maps: Έλος Φασουρίου – Έλος Ακρωτηρίου

Οι επισκέπτες πρέπει να παραμένουν στους επιτρεπόμενους δρόμους και στα σημεία παρατήρησης, να μην εισέρχονται στις περιφραγμένες εκτάσεις βόσκησης και να μην πλησιάζουν αγελάδες, ταύρους ή μοσχάρια.

Ταξινόμηση

  • Ελληνικές κοινές ονομασίες: Ντόπια κυπριακή φυλή βοοειδών, Κυπριακή φυλή βοοειδών
  • Αγγλικές κοινές ονομασίες: Indigenous Cyprus cattle, Cyprus local cattle breed
  • Βασίλειο: Animalia
  • Συνομοταξία: Chordata
  • Κλάση: Mammalia
  • Τάξη: Artiodactyla
  • Οικογένεια: Bovidae
  • Υποοικογένεια: Bovinae
  • Γένος: Bos
  • Κατοικίδιο βοοειδές: σύμπλεγμα Bos taurus–Bos indicus
  • Φυλή: Ντόπια κυπριακή φυλή βοοειδών

Ταξινομική διευκρίνιση: Το Τμήμα Γεωργίας κατατάσσει παραδοσιακά τη φυλή στο Bos indicus, βασιζόμενο στα μορφολογικά χαρακτηριστικά της. Οι νεότερες γενετικές μελέτες δείχνουν μια διακριτή κυπριακή φυλή με σύνθετη καταγωγή και γενετικές συγγένειες τόσο με βοοειδή τύπου ζεμπού όσο και με αφρικανικούς πληθυσμούς Bos taurus.

Πηγές























Indigenous Cyprus cattle at Fassouri Marsh – Cyprus

Text by George Konstantinou

Photographs and video at Fassouri Marsh, 15 April 2018, by George Konstantinou

The only indigenous cattle breed of Cyprus

The indigenous Cyprus cattle breed is the island’s only officially recognised local cattle breed. These animals evolved and adapted over thousands of years to the island’s particular climatic conditions, dry environment, limited food resources and traditional agricultural practices.

They are not simply cattle born in Cyprus. They form a distinct livestock breed with particular morphological, functional and genetic characteristics. Their conservation is important for the genetic diversity of farm animals, the history of Cypriot agriculture and the management of certain natural ecosystems.

The cows and bulls shown in the original post were photographed and filmed at Fassouri Marsh, also known as Akrotiri Marsh, on 15 April 2018.

Ancient presence in Cyprus

Cattle did not occur naturally in Cyprus before the arrival of humans. Early farming communities transported domesticated animals to the island from neighbouring regions during the Neolithic period.

Over the millennia, cattle populations adapted to the Cypriot environment. Geographical isolation, selection by farmers and their use for particular tasks contributed to the development of the local breed.

Modern genetic studies show that the Cyprus breed has a complex genetic history, with affinities to both zebu-type cattle and African Bos taurus populations. This genetic mosaic probably reflects ancient animal movements and trading contacts across the wider region.

Two traditional morphological types

Historically, the indigenous Cyprus breed was divided into two morphological types:

  • the mountain or Paphos type;
  • the lowland or Mesaoria type.

Animals from mountainous areas were described as smaller, with a coarser coat occurring in different shades of brown. Black animals were also recorded.

Cattle of the lowland type were generally larger and more strongly built, with a finer coat, reddish-blond colouring and a paler or whitish abdomen.

Recent genetic research indicates that these older types do not currently constitute two separate genetic breeds. The exchange of bulls between farmers, principally to avoid inbreeding, appears to have contributed to their unification into a genetically coherent population.

Breed characteristics

The most characteristic features of the indigenous Cyprus cattle include:

  • a conspicuous hump above the shoulders;
  • a relatively large dewlap beneath the neck;
  • a strong physical build;
  • high tolerance of heat;
  • horns, traditionally present in both sexes;
  • a black tuft at the end of the tail;
  • dark lips and nostrils;
  • a pale greyish-white ring around the mouth and nostrils;
  • paler hair near the base of the hooves.

The coat colour is not uniform. Reddish-blond, brown, dark brown and black animals occur, together with intermediate shades.

The hump, dewlap and tolerance of high temperatures are associated with the strong genetic influence of zebu-type cattle. However, the modern Cyprus breed should not be presented merely as a foreign zebu breed. It is a distinctive Cypriot population with a long local history and complex genetic ancestry.

Adaptation to the Cypriot environment

The breed is adapted to high temperatures, drought and grazing on poorer or coarser pasture. It can use vegetation of relatively low nutritional value that more demanding commercial breeds may be less able to exploit efficiently.

Indigenous cattle have a slower growth rate and lower productivity than modern commercial breeds. The milk production of the cows is generally limited to the quantity required to feed their calves.

These characteristics became disadvantages when livestock farming shifted towards intensive production. In natural or semi-natural grazing systems, however, their hardiness and ability to utilise difficult vegetation are important advantages.

Traditional use

For centuries, indigenous cattle were not kept primarily for milk or meat. Their most important contribution was their strength.

They were used for:

  • ploughing fields;
  • threshing grain;
  • transporting agricultural products;
  • carrying people and loads;
  • pulling carts and other agricultural equipment.

Bulls and castrated males were among the most important means available to rural families for completing heavy agricultural work. Their tolerance of heat and prolonged work made them invaluable to the rural economy.

The breed is therefore directly connected with the traditional life of the Cypriot countryside.

Mechanisation and population collapse

The widespread mechanisation of agriculture, particularly after the Second World War, removed the principal economic role of the indigenous cattle.

Tractors replaced animals in ploughing and threshing, while motor vehicles took over transportation. Commercial breeds with higher milk production or faster growth were introduced at the same time.

According to the Department of Agriculture, the indigenous cattle population declined from approximately 27,500 animals in 1960 to 26,000 in 1965, 16,000 in 1970, 14,500 in 1973, 7,000 in 1974 and about 5,000 in 1975.

This dramatic decline placed the breed at risk of extinction.

Crossbreeding attempts

During British colonial administration, attempts were made to improve the productivity of the indigenous cattle by crossing them with beef breeds such as Aberdeen Angus.

According to the Department of Agriculture, these efforts did not produce the intended results. The indigenous breed continued to be used mainly for draught power until mechanised agriculture became dominant.

Its present conservation depends on protecting its genetic identity and preventing uncontrolled crossbreeding with imported commercial cattle.

Present population

The Department of Agriculture’s 2022 census recorded 1,202 indigenous cattle kept in 78 holdings. Of these, 629 were cows, while the remaining 573 were bulls, calves, heifers and young cattle.

The population recorded in recent censuses was:

  • 2008: 746 animals;
  • 2010: 807;
  • 2012: 1,102;
  • 2014: 1,397;
  • 2016: 1,384;
  • 2018: 1,324;
  • 2020: 1,244;
  • 2022: 1,202.

These figures show that conservation efforts prevented the breed’s immediate extinction. Its gradual decline after 2014, however, indicates that its survival is not guaranteed.

Maintaining a particular number of animals is not sufficient by itself. Appropriate selection of breeding animals, avoidance of close inbreeding, preservation of genetic diversity and economic support for breeders are also required.

Recent genetic evidence

A genetic study published in 2026 examined 116 animals, representing approximately ten per cent of the breed’s total population.

The study showed that the Cyprus breed retains moderate to high genetic diversity and a relatively low level of inbreeding. No evidence of widespread recent admixture with commercial cattle breeds kept in Cyprus was detected.

Genetic cohesion was also found among animals from different districts. These findings are encouraging but do not reduce the need for an organised conservation programme.

The genetic diversity of the breed represents a valuable reserve of adaptive traits, particularly at a time when climate change is increasing heat, drought and the need for more resilient farm animals.

Fassouri Marsh

Fassouri Marsh, also known as Akrotiri Marsh or the Fassouri reedbed, is situated on the Akrotiri Peninsula in Limassol District. It covers approximately 150 hectares and forms part of the largest natural wetland complex in Cyprus.

The area is protected under the Ramsar Convention, recognised as an Important Bird Area and designated as a Special Protection Area under the equivalent legislation of the Sovereign Base Areas.

The wetland contains reedbeds, wet meadows, open water, channels and seasonally flooded areas. It supports important breeding and migratory birds, rare plants and numerous invertebrates.

Cyprus cattle as wetland managers

Grazing by indigenous Cyprus cattle at Fassouri Marsh is more than a livestock activity. It is used as a tool for ecological management.

When grazing was abandoned or reduced, dense reeds expanded across much of the wetland. Uniform and very dense reedbeds reduce the open wet meadows and shallow-water areas required by many birds for feeding and nesting.

The cattle:

  • consume young reeds and other tall plants;
  • trample parts of the dense vegetation;
  • create small openings and passages;
  • maintain shorter wet meadows;
  • create a mosaic of reedbeds, open vegetation and exposed soil;
  • improve access by birds to shallow water and feeding sites.

Managed grazing is not intended to eliminate the reedbed. Its purpose is to prevent complete domination by reeds and maintain different habitat types within the wetland.

Results of managed grazing

As part of the Akrotiri Marsh restoration programme, the number of indigenous Cyprus cattle grazing at the site increased from 28 animals in 2015 to 87 in 2017 and 167 in 2023.

A combination of managed grazing and mechanical cutting cleared approximately 38,000 square metres of dense reeds. The available grazing area increased from 13 hectares in 2015 to 18 hectares in 2017 and approximately 29 hectares in 2023.

The creation of more open areas was associated with increased use of the wetland by wading birds. Important species benefiting from the mosaic of open and densely vegetated habitats include the Ferruginous Duck (Aythya nyroca), Spur-winged Lapwing (Vanellus spinosus) and Black-winged Stilt (Himantopus himantopus).

The results demonstrate that conserving an endangered livestock breed can be linked directly with the restoration and protection of an important natural ecosystem.

Grazing requires careful management

Grazing within a sensitive wetland must be carefully planned and monitored. Too few animals cannot control reed expansion, while excessive numbers may cause overgrazing, destruction of rare plants, soil compaction and degradation of the banks.

Management must consider:

  • the season and duration of grazing;
  • the number of animals;
  • water levels;
  • vegetation condition;
  • bird-nesting sites;
  • the presence of rare plants;
  • access to drinking water and supplementary feed;
  • the health and welfare of the cattle.

Maintaining a suitable balance requires cooperation among livestock keepers, ecologists, veterinarians, government bodies and scientists.

Cultural and ecological heritage

The Cyprus cattle breed is a living part of the island’s agricultural history. These animals ploughed fields, transported produce and supported countless rural families for centuries.

Today they can assume a new role. Instead of providing draught power, they can contribute to the conservation of wetlands, grasslands and traditional agricultural landscapes.

Their protection is not merely about saving a rare domestic animal. It involves preserving a genetic resource, an agricultural tradition and a natural means of managing vegetation.

Coordinates and Google Maps

The following coordinates indicate Fassouri Marsh and not the precise position of the animals shown in the original post:

Coordinates: 34.631314, 32.933758
Google Maps: Fassouri Marsh – Akrotiri Marsh

Visitors must remain on permitted roads and observation points, avoid entering fenced grazing areas and never approach cows, bulls or calves.

Classification

  • Greek common names: Ντόπια κυπριακή φυλή βοοειδών, Κυπριακή φυλή βοοειδών
  • English common names: Indigenous Cyprus cattle, Cyprus local cattle breed
  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Chordata
  • Class: Mammalia
  • Order: Artiodactyla
  • Family: Bovidae
  • Subfamily: Bovinae
  • Genus: Bos
  • Domestic cattle: Bos taurus–Bos indicus complex
  • Breed: Indigenous Cyprus cattle breed

Taxonomic clarification: The Cyprus Department of Agriculture traditionally classifies the breed under Bos indicus, based on its morphological characteristics. Recent genetic studies describe a distinctive Cypriot breed with complex ancestry and affinities to both zebu-type cattle and African Bos taurus populations.

Sources

No comments:

Post a Comment