Translate

Saturday, 18 January 2020

Wallcreeper – Tichodroma muraria (Linnaeus, 1766) – Τοιχοδρόμος, Σβαρνίστρα, Βραχοβάτης – Cyprus


Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Γενική περιγραφή

Ο Τοιχοδρόμος, Tichodroma muraria (Linnaeus, 1766), είναι ένα μικρό αλλά εντυπωσιακό στρουθιόμορφο πουλί, άριστα προσαρμοσμένο στη ζωή πάνω σε κατακόρυφους βράχους. Αποτελεί το μοναδικό σύγχρονο είδος του γένους Tichodroma και της οικογένειας Tichodromidae.

Στην Κύπρο είναι γνωστός με τις ονομασίες Τοιχοδρόμος, Σβαρνίστρα και Βραχοβάτης. Δεν αναπαράγεται στο νησί και δεν αποτελεί τακτικό χειμερινό επισκέπτη. Καταγράφεται μόνο περιστασιακά, κυρίως κατά τη χειμερινή περίοδο, και θεωρείται ένα από τα σπανιότερα πουλιά που μπορεί να συναντήσει κάποιος στην Κύπρο.

Επιστημονική ονομασία

Το είδος περιγράφηκε από τον Κάρολο Λινναίο το 1766 με την ονομασία Certhia muraria. Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Tichodroma, γι’ αυτό το όνομα του συγγραφέα και το έτος περιγραφής γράφονται σε παρένθεση.

Η ονομασία Tichodroma προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις τεῖχος και δρόμος, περιγράφοντας ένα πουλί που κινείται ή «τρέχει» πάνω στους τοίχους. Η λέξη muraria προέρχεται από το λατινικό murus, που σημαίνει τοίχος.

Εμφάνιση

Ο Τοιχοδρόμος έχει μήκος περίπου 15,5–17 εκατοστά και βάρος περίπου 15–19 γραμμάρια. Το σώμα του είναι λεπτό, με σχετικά κοντή ουρά, στρογγυλεμένες φτερούγες και μακρύ, λεπτό, ελαφρώς κυρτό ράμφος.

Το γενικό χρώμα του σώματος είναι γκριζογάλανο. Όταν οι φτερούγες είναι κλειστές, το πουλί φαίνεται αρκετά διακριτικό και μπορεί εύκολα να χαθεί μέσα στο γκρίζο χρώμα ενός βράχου.

Όταν όμως ανοίξει τις φτερούγες, αποκαλύπτονται τα εντυπωσιακά βαθυκόκκινα ή πορφυρά καλυπτήρια, σε συνδυασμό με μαύρα φτερά και χαρακτηριστικές λευκές κηλίδες. Αυτή η ξαφνική εμφάνιση του κόκκινου χρώματος θυμίζει το άνοιγμα των φτερών μιας μεγάλης πεταλούδας.

Αρσενικό, θηλυκό και νεαρό

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, το ενήλικο αρσενικό έχει μαύρο λαιμό και άνω μέρος του στήθους. Το θηλυκό έχει συνήθως πιο περιορισμένο μαύρο χρώμα στον λαιμό ή μπορεί να διατηρεί ανοιχτόχρωμο λαιμό.

Το φθινόπωρο και τον χειμώνα, ο μαύρος λαιμός του αρσενικού αντικαθίσταται από υπόλευκο πτέρωμα. Έτσι, η διάκριση των φύλων γίνεται δυσκολότερη κατά την περίοδο κατά την οποία το είδος είναι πιθανότερο να εμφανιστεί στην Κύπρο.

Τα νεαρά πουλιά μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα ενήλικα σε χειμερινό πτέρωμα, αλλά έχουν πιο θαμπό χρωματισμό.

Προσαρμογή στους κατακόρυφους βράχους

Ο Τοιχοδρόμος περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σκαρφαλώνοντας σε απόκρημνες βραχώδεις επιφάνειες. Τα ισχυρά πόδια και τα νύχια του τού επιτρέπουν να συγκρατείται σε μικρές ανωμαλίες του βράχου.

Δεν στηρίζεται στην ουρά του όπως οι δρυοκολάπτες και ορισμένοι δενδροβάτες. Κινείται με μικρά άλματα και σύντομες πτήσεις, ανοίγοντας συνεχώς τις φτερούγες του για να διατηρεί την ισορροπία του ή για να μετακινείται από τη μία προεξοχή στην άλλη.

Καθώς ανεβαίνει στον βράχο, αλλάζει συχνά κατεύθυνση, εξετάζοντας ρωγμές και κοιλότητες. Όταν φθάσει ψηλότερα, μπορεί να πετάξει προς χαμηλότερο σημείο και να αρχίσει ξανά την αναζήτηση τροφής.

Διατροφή

Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από μικρά ασπόνδυλα που ζουν μέσα στις ρωγμές των βράχων, όπως:

  • έντομα και οι προνύμφες τους,
  • μικρά σκαθάρια,
  • μυρμήγκια,
  • μικρές μύγες,
  • αράχνες,
  • άλλα μικροσκοπικά αρθρόποδα.

Χρησιμοποιεί το μακρύ, λεπτό και κυρτό ράμφος του σαν λαβίδα, εισάγοντάς το μέσα σε στενές σχισμές όπου άλλα πουλιά δεν μπορούν εύκολα να φθάσουν.

Η αναζήτηση τροφής γίνεται συνήθως μεθοδικά. Το πουλί μπορεί να εξετάζει για αρκετή ώρα την ίδια βραχώδη επιφάνεια, ανοίγοντας κατά διαστήματα τις κόκκινες φτερούγες του.

Βιότοπος

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο ζει κυρίως σε απόκρημνες ορθοπλαγιές, φαράγγια και βραχώδεις κορυφές μεγάλου υψομέτρου. Προτιμά βράχους με πολλές ρωγμές, προεξοχές και μικρές κοιλότητες, όπου μπορεί να βρει τροφή και κατάλληλες θέσεις φωλιάσματος.

Τον χειμώνα μετακινείται συχνά σε χαμηλότερα υψόμετρα. Τότε μπορεί να εμφανιστεί σε:

  • χαμηλότερα βραχώδη βουνά,
  • φαράγγια,
  • λατομεία,
  • παράκτιους γκρεμούς,
  • κάστρα και τείχη,
  • παλιές εκκλησίες,
  • μοναστήρια,
  • μεγάλα πέτρινα κτήρια,
  • γέφυρες και φράγματα.

Οι τεχνητές πέτρινες επιφάνειες μπορούν να λειτουργήσουν ως υποκατάστατα των φυσικών βράχων, εφόσον διαθέτουν ρωγμές και αρκετή τροφή.

Πτήση και συμπεριφορά

Η πτήση του είναι κυματιστή και χαρακτηρίζεται από πλατιές, στρογγυλεμένες φτερούγες. Το έντονο κόκκινο, το μαύρο και οι λευκές κηλίδες των φτερούγων γίνονται ιδιαίτερα εμφανή όταν πετά ή όταν αναπηδά πάνω στον βράχο.

Συνήθως παρατηρείται μόνο του. Κατά τον χειμώνα μπορεί να υπερασπίζεται μια συγκεκριμένη περιοχή αναζήτησης τροφής, όπως έναν βραχώδη γκρεμό, ένα λατομείο ή ένα μεγάλο παλιό κτήριο.

Παρά τα έντονα χρώματα των φτερούγων του, όταν παραμένει ακίνητο πάνω σε γκρίζο βράχο καμουφλάρεται εξαιρετικά καλά. Συχνά εντοπίζεται μόνο όταν κινηθεί ή ανοίξει τις φτερούγες του.

Φωνή

Ο Τοιχοδρόμος είναι συνήθως ήσυχος, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το κάλεσμά του είναι λεπτό, οξύ και σφυριχτό. Το τραγούδι αποτελείται από σειρά καθαρών, υψηλών σφυριγμάτων που σταδιακά μεταβάλλονται σε ένταση και ύψος.

Τραγουδούν κυρίως τα αρσενικά κατά την αναπαραγωγική περίοδο, αλλά και τα θηλυκά μπορούν να χρησιμοποιούν φωνές για την υπεράσπιση χειμερινών περιοχών τροφοληψίας.

Αναπαραγωγή

Ο Τοιχοδρόμος αναπαράγεται στις μεγάλες ορεινές αλυσίδες της Ευρασίας. Η φωλιά κατασκευάζεται βαθιά μέσα σε σχισμή βράχου, όπου προστατεύεται από τις καιρικές συνθήκες και τους περισσότερους θηρευτές.

Το θηλυκό κατασκευάζει μια μικρή φωλιά από φυτικές ίνες, βρύα, γρασίδι, τρίχες και φτερά. Συνήθως γεννά τρία έως πέντε αυγά. Η επώαση γίνεται κυρίως από το θηλυκό, ενώ το αρσενικό μπορεί να του μεταφέρει τροφή.

Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς συμμετέχουν στη διατροφή των νεοσσών, μεταφέροντας έντομα και προνύμφες στη φωλιά. Το είδος δεν αναπαράγεται στην Κύπρο.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η κατανομή του Τοιχοδρόμου εκτείνεται στις μεγάλες ορεινές περιοχές της Ευρασίας, από τη νότια και κεντρική Ευρώπη έως την κεντρική και ανατολική Ασία.

Αναπαράγεται στα Πυρηναία, στις Άλπεις, στα Απέννινα, στα Καρπάθια, στα Βαλκάνια, στα βουνά της Τουρκίας και του Καυκάσου, στο Ιράν, στα Ιμαλάια και σε ορεινές περιοχές που εκτείνονται έως τη Μογγολία και την Κίνα.

Τα περισσότερα άτομα πραγματοποιούν κυρίως υψομετρικές μετακινήσεις. Εγκαταλείπουν τις υψηλές ορεινές περιοχές τον χειμώνα και κατεβαίνουν σε χαμηλότερα υψόμετρα. Ορισμένα άτομα όμως μετακινούνται σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις και εμφανίζονται περιστασιακά μακριά από τις κανονικές περιοχές εξάπλωσής τους.

Υποείδη

Αναγνωρίζονται συνήθως δύο υποείδη:

  • Tichodroma muraria muraria – Ευρώπη και νοτιοδυτική Ασία έως το βόρειο και δυτικό Ιράν.
  • Tichodroma muraria nepalensis Bonaparte, 1850 – από τμήματα της κεντρικής Ασίας και το ανατολικό Ιράν έως τα Ιμαλάια, τη Μογγολία και την Κίνα.

Τα πουλιά που φθάνουν στην Κύπρο αναμένεται να ανήκουν στο ονομαστικό υποείδος T. m. muraria, το οποίο απαντά στην Ευρώπη, στην Τουρκία και στη νοτιοδυτική Ασία.

Παρουσία στην Κύπρο

Ο Τοιχοδρόμος είναι πολύ σπάνιος και περιστασιακός επισκέπτης της Κύπρου, κυρίως κατά τη χειμερινή περίοδο. Δεν εμφανίζεται κάθε χρόνο και οι περισσότερες παρατηρήσεις αφορούν μεμονωμένα άτομα.

Μια παλαιά τεκμηριωμένη παρατήρηση από την Κύπρο δημοσιεύθηκε το 1970 στο επιστημονικό περιοδικό British Birds. Μεταγενέστερες σποραδικές καταγραφές επιβεβαιώνουν ότι το νησί βρίσκεται μέσα στην ευρύτερη περιοχή όπου μπορεί περιστασιακά να φθάσει το είδος κατά τις χειμερινές του μετακινήσεις.

Στην Κύπρο μπορεί να αναζητηθεί κυρίως σε:

  • απόκρημνες ορθοπλαγιές του Πενταδακτύλου,
  • βραχώδεις περιοχές του Τροόδους,
  • μεγάλα φαράγγια,
  • λατομεία,
  • φράγματα,
  • κάστρα και παλαιά πέτρινα κτήρια.

Η εμφάνισή του σε μια περιοχή δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει εκεί για ολόκληρο τον χειμώνα. Μπορεί να χρησιμοποιήσει προσωρινά έναν βράχο και να μετακινηθεί γρήγορα σε άλλη θέση.

Αναγνώριση στο πεδίο

Ο συνδυασμός των ακόλουθων γνωρισμάτων καθιστά τον Τοιχοδρόμο σχεδόν αλάνθαστο:

  • γκριζογάλανο σώμα,
  • μακρύ και λεπτό κυρτό ράμφος,
  • κοντή ουρά,
  • αναρρίχηση πάνω σε κατακόρυφους βράχους,
  • πλατιές φτερούγες με έντονο κόκκινο χρώμα,
  • μαύρα φτερά με μεγάλες λευκές κηλίδες,
  • χαρακτηριστική κίνηση που θυμίζει πεταλούδα.

Από μεγάλη απόσταση και με κλειστές φτερούγες μπορεί να συγχυσθεί στιγμιαία με μικρό γκρίζο πουλί ή ακόμη και να μη γίνει καθόλου αντιληπτός. Το άνοιγμα των κόκκινων φτερούγων αποτελεί το ασφαλέστερο οπτικό γνώρισμα.

Κατάσταση διατήρησης

Σε παγκόσμιο επίπεδο το είδος κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern. Διαθέτει πολύ μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση, αν και δεν είναι κοινό παντού και οι πληθυσμοί του είναι διάσπαρτοι εξαιτίας της εξειδίκευσής του στους βραχώδεις βιότοπους.

Τοπικές απειλές μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • την καταστροφή ή αλλοίωση ορθοπλαγιών,
  • την εκτεταμένη λατόμευση,
  • την αναρρίχηση κοντά σε ενεργές φωλιές,
  • την κατασκευή δρόμων και εγκαταστάσεων,
  • τη χρήση φυτοφαρμάκων που μειώνει τα διαθέσιμα έντομα,
  • την ενόχληση από παρατηρητές και φωτογράφους.

Υπεύθυνη παρατήρηση

Επειδή κάθε εμφάνιση Τοιχοδρόμου στην Κύπρο προσελκύει μεγάλο ενδιαφέρον, η παρατήρηση πρέπει να γίνεται από απόσταση. Δεν πρέπει να καταδιώκεται το πουλί ούτε να χρησιμοποιούνται συνεχείς αναπαραγωγές της φωνής του για να πλησιάσει.

Η ακριβής θέση ενός σπάνιου πουλιού πρέπει να κοινοποιείται με υπευθυνότητα, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε επικίνδυνο βράχο, ιδιωτικό χώρο ή ευαίσθητο βιότοπο. Η ασφάλεια του πουλιού και των παρατηρητών είναι σημαντικότερη από μια κοντινή φωτογραφία.

Ταξινομική κατάταξη

  • Βασίλειο: Animalia
  • Φύλο: Chordata
  • Κλάση: Aves
  • Τάξη: Passeriformes
  • Υπεροικογένεια: Certhioidea
  • Οικογένεια: Tichodromidae Swainson, 1827
  • Γένος: Tichodroma Illiger, 1811
  • Είδος: Tichodroma muraria (Linnaeus, 1766)
  • Αρχική ονομασία: Certhia muraria Linnaeus, 1766
  • Αγγλικό κοινό όνομα: Wallcreeper
  • Ελληνικά ονόματα: Τοιχοδρόμος, Σβαρνίστρα, Βραχοβάτης
  • Καθεστώς στην Κύπρο: πολύ σπάνιος, περιστασιακός χειμερινός επισκέπτης
  • Παγκόσμια κατάσταση IUCN: Least Concern – Μειωμένου Ενδιαφέροντος

Πηγές


Wallcreeper – Tichodroma muraria (Linnaeus, 1766) – Cyprus

Text by George Konstantinou

General description

The Wallcreeper, Tichodroma muraria (Linnaeus, 1766), is a small but remarkable passerine bird superbly adapted to life on vertical rock faces. It is the only living species of the genus Tichodroma and the family Tichodromidae.

In Cyprus, it is known by the Greek names Toichodromos, Svarnistra and Vrachovatis. It does not breed on the island and is not a regular winter visitor. It occurs only occasionally, mainly during winter, and is regarded as one of the rarest birds that may be encountered in Cyprus.

Scientific name

The species was described by Carl Linnaeus in 1766 under the name Certhia muraria. It was later transferred to the genus Tichodroma, which is why the author’s name and year are placed in parentheses.

The name Tichodroma is derived from the Ancient Greek words teikhos, meaning wall, and dromos, meaning runner. The specific name muraria comes from the Latin murus, also meaning wall.

Appearance

The Wallcreeper measures approximately 15.5–17 centimetres in length and weighs around 15–19 grams. It has a slender body, relatively short tail, broad rounded wings and a long, thin, slightly curved bill.

Its general body colour is bluish grey. When the wings are closed, the bird appears rather inconspicuous and can easily disappear against the grey surface of a rock face.

When it opens its wings, however, the striking deep-red or crimson wing coverts are revealed, combined with black flight feathers and distinctive white spots. This sudden display of red resembles the opening wings of a large butterfly.

Male, female and juvenile

During the breeding season, the adult male has a black throat and upper breast. The female usually has a smaller black throat patch or may retain a pale throat.

During autumn and winter, the male’s black throat is replaced by whitish plumage. The sexes are therefore more difficult to distinguish during the period when the species is most likely to appear in Cyprus.

Juveniles largely resemble adults in winter plumage but have a duller overall appearance.

Adaptation to vertical cliffs

The Wallcreeper spends most of the day climbing steep rock faces. Its strong feet and claws allow it to cling to very small irregularities in the rock.

It does not use its tail for support in the same manner as woodpeckers and some treecreepers. It moves with short hops and brief flights, repeatedly opening its wings to maintain balance or move from one projection to another.

As it climbs, it frequently changes direction and examines cracks and cavities. After reaching a higher position, it may fly down to a lower point and begin searching again.

Diet

Its diet consists mainly of small invertebrates living inside rock crevices, including:

  • insects and their larvae,
  • small beetles,
  • ants,
  • small flies,
  • spiders,
  • other minute arthropods.

It uses its long, slender and curved bill like a pair of forceps, inserting it into narrow cracks that other birds cannot easily reach.

Foraging is usually methodical. The bird may examine the same rock face for a considerable time, periodically opening its crimson wings.

Habitat

During the breeding season, it occupies steep cliffs, gorges and high-altitude rocky peaks. It favours rock faces containing numerous cracks, ledges and small cavities, where it can find food and suitable nesting sites.

During winter it often moves to lower elevations, where it may occur on:

  • lower rocky mountains,
  • gorges,
  • quarries,
  • coastal cliffs,
  • castles and defensive walls,
  • old churches,
  • monasteries,
  • large stone buildings,
  • bridges and dams.

Artificial stone surfaces can serve as substitutes for natural cliffs when they provide crevices and a sufficient supply of food.

Flight and behaviour

Its flight is undulating and characterised by broad, rounded wings. The vivid red, black and white pattern becomes especially prominent when the bird flies or moves across a cliff.

It is normally observed alone. During winter, an individual may defend a particular feeding area, such as a cliff, quarry or large old building.

Despite the brilliant colour of its wings, a motionless Wallcreeper is extremely well camouflaged against grey rock. It is often detected only when it moves or opens its wings.

Voice

The Wallcreeper is generally quiet, particularly during winter. Its call is thin, high-pitched and whistling. The song consists of a sequence of clear, high whistles that gradually change in pitch and intensity.

Males sing mainly during the breeding season, although females may also vocalise while defending winter feeding territories.

Breeding

The Wallcreeper breeds in the great mountain ranges of Eurasia. Its nest is constructed deep inside a rock crevice, where it is protected from the weather and most predators.

The female builds a small nest using plant fibres, moss, grass, hair and feathers. The clutch normally contains three to five eggs. Incubation is performed mainly by the female, while the male may bring her food.

After hatching, both parents feed the nestlings with insects and larvae. The species does not breed in Cyprus.

Geographical distribution

The Wallcreeper’s distribution extends through the major mountain regions of Eurasia, from southern and central Europe to central and eastern Asia.

It breeds in the Pyrenees, Alps, Apennines, Carpathians, Balkans, the mountains of Turkey and the Caucasus, Iran, the Himalayas and mountain ranges extending eastwards to Mongolia and China.

Most birds perform mainly altitudinal movements, leaving high mountains during winter and descending to lower elevations. Some individuals, however, travel much greater distances and occasionally appear far beyond the normal range.

Subspecies

Two subspecies are generally recognised:

  • Tichodroma muraria muraria – Europe and southwestern Asia to northern and western Iran.
  • Tichodroma muraria nepalensis Bonaparte, 1850 – from parts of Central Asia and eastern Iran to the Himalayas, Mongolia and China.

Birds reaching Cyprus are expected to belong to the nominate subspecies T. m. muraria, which occurs in Europe, Turkey and southwestern Asia.

Occurrence in Cyprus

The Wallcreeper is a very rare and occasional visitor to Cyprus, mainly during winter. It does not occur every year, and most records involve single birds.

An early documented observation from Cyprus was published in the scientific journal British Birds in 1970. Later sporadic records confirm that the island lies within the wider area reached occasionally by the species during its winter movements.

In Cyprus it may be searched for mainly on:

  • steep cliffs of the Pentadaktylos range,
  • rocky areas of the Troodos Mountains,
  • large gorges,
  • quarries,
  • dams,
  • castles and old stone buildings.

Its appearance at a particular site does not mean that it will remain there throughout the winter. It may use a cliff temporarily before moving quickly to another location.

Field identification

The combination of the following features makes the Wallcreeper almost unmistakable:

  • bluish-grey body,
  • long, slender and curved bill,
  • short tail,
  • climbing behaviour on vertical rock faces,
  • broad wings with vivid crimson colouring,
  • black flight feathers with large white spots,
  • distinctive butterfly-like movements.

At a distance, with its wings closed, it may briefly resemble a small grey bird or remain completely unnoticed. The opening of its crimson wings provides the most reliable visual feature.

Conservation status

Globally, the species is classified by the IUCN as Least Concern. It has an extensive geographical range, although it is not common everywhere and its populations are fragmented because of its specialised rocky habitat.

Local threats may include:

  • destruction or modification of cliffs,
  • extensive quarrying,
  • climbing close to active nests,
  • construction of roads and installations,
  • pesticide use that reduces insect prey,
  • disturbance by observers and photographers.

Responsible observation

Because every appearance of a Wallcreeper in Cyprus attracts considerable interest, it should be observed from a distance. The bird should not be pursued, and repeated playback of its calls should not be used to make it approach.

The precise location of a rare bird should be shared responsibly, especially when it occupies a dangerous cliff, private property or a sensitive habitat. The safety of the bird and observers is more important than obtaining a close photograph.

Classification

  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Chordata
  • Class: Aves
  • Order: Passeriformes
  • Superfamily: Certhioidea
  • Family: Tichodromidae Swainson, 1827
  • Genus: Tichodroma Illiger, 1811
  • Species: Tichodroma muraria (Linnaeus, 1766)
  • Original name: Certhia muraria Linnaeus, 1766
  • English common name: Wallcreeper
  • Greek names: Τοιχοδρόμος, Σβαρνίστρα, Βραχοβάτης
  • Status in Cyprus: very rare, occasional winter visitor
  • Global IUCN status: Least Concern

Sources