Translate

Saturday, 26 September 2026

Η δημιουργία της νήσου Κύπρου, ελέφαντες, ιπποπόταμοι και προϊστορικοί άνθρωποι - Διαλεξη Γιώργου Κωνσταντίνου και Έκθεση Απολιθωμάτων στο The Cyprus Planetarium – 8/8/2024 -The Formation of the Island of Cyprus, Elephants, Hippopotamuses and Prehistoric Humans – Lecture by George Konstantinou and Fossil Exhibition at The Cyprus Planetarium – 8/8/2024

 See also

George Konstantinou Books – Βιβλία του Γιώργου Κωνσταντίνου

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


Below in English

Γεωλογία και ιστορία της Κύπρου  -  Η δημιουργία της νήσου Κύπρου, ελέφαντες, ιπποπόταμοι και προϊστορικοί άνθρωποι Ομιλία Γιώργου Κωνσταντίνου και Έκθεση Απολιθωμάτων

Η Κύπρος θεωρείται ωκεάνιο νησί και είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης δύο τεκτονικών πλακών. Ο φλοιός της γης διαιρείται σε 12 κομμάτια, τα οποία αποτελούν τις τεκτονικές πλάκες. Οι τεκτονικές πλάκες επιπλέουν πάνω στον μανδύα της γης. Επιπλέουν επειδή ο μανδύας της γης είναι ένα παχύρευστο στρώμα, το οποίο εκτείνεται από βάθος 30 χιλιομέτρων έως 2.900 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της γης. Αυτές οι 12 τεκτονικές πλάκες κινούνται συνεχώς, ακόμα και σήμερα, από 1 έως μερικούς πόντους τον χρόνο, και στο βάθος εκατομμυρίων ετών μετακινούν τις ηπείρους της γης. Όλες οι σεισμικές δραστηριότητες στη γη οφείλονται στην κίνηση αυτών των τεκτονικών πλακών.

Πριν από εκατομμύρια χρόνια, η αφρικανική πλάκα συγκρούστηκε με την ευρασιατική πλάκα. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν η αφρικανική πλάκα να βυθιστεί κάτω από την ευρασιατική. Κατά τη διάρκεια της βύθισης, η ελαφρότερη πέτρα της αφρικανικής πλάκας άρχισε να λιώνει λόγω της τριβής και, υπό μορφή λάβας, ήρθε σε επαφή με το θαλασσινό νερό. Καθώς στερεοποιούνταν, η λάβα άρχισε να ανυψώνεται προς την επιφάνεια της θάλασσας. Σε διάστημα χιλιάδων ετών, το υλικό αυτό ανυψώθηκε, και αρχικά δημιουργήθηκε η κορυφή του Τροόδους. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, έγινε η ανάδυση του Πενταδάκτυλου, δημιουργώντας δύο ξεχωριστά νησιά, το Τρόοδος και τον Πενταδάκτυλο.

Φανταστείτε την τότε προϊστορική Κύπρο ως δύο καταπράσινα ακατοίκητα νησιά. Η ανύψωση συνεχίστηκε (και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα), ενώ οι ισχυρές βροχοπτώσεις της εποχής διέβρωναν τις δύο οροσειρές, οι οποίες τότε ήταν πολύ ψηλότερες από ό,τι σήμερα. Τα ιζήματα που μεταφέρονταν από τις βροχοπτώσεις δημιούργησαν την πεδιάδα της Μεσαορίας, ενώνοντας τις δύο οροσειρές και διαμορφώνοντας την τελική γεωγραφική εικόνα της Κύπρου. Η ανύψωση της Κύπρου εξακολουθεί να συμβαίνει, όπως και σε γειτονικές μας χώρες.

Αμέσως μετά την εμφάνιση της πρώτης ξηράς, ξεκίνησε και η εμφάνιση της πρώτης ζωής. Στην αρχή, τα δύο νησιά ήταν άγονα και έρημα βραχονήσια, χωρίς καμία μορφή ζωής (πανίδα και χλωρίδα). Οι πρώτοι κάτοικοι της ξηράς ήταν πιθανώς φώκιες και διάφορα είδη θαλασσοπουλιών που τρέφονταν από τη θάλασσα και φώλιαζαν στις ακτές.

Με την πάροδο χιλιάδων ετών, έντομα ταξίδεψαν από τις γειτονικές χώρες μέσω του αέρα και επιπλέοντων κορμών, ενώ τα πρώτα φυτά εμφανίστηκαν σε μορφή σπόρων, που μεταφέρθηκαν από πουλιά, τον αέρα και τη θάλασσα. Πολλά είδη αραχνών χρησιμοποιούν τον ιστό τους σαν πανί, για να μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις. Η διαδικασία εποίκησης της Κύπρου με πανίδα και χλωρίδα έγινε με εξαιρετικά αργό ρυθμό, αλλά ολοκληρώθηκε σε διάστημα εκατομμυρίων ετών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα θαλάσσια απολιθώματα κοχυλιών, θαλάσσιων οργανισμών, ψαριών, θαλάσσιων φυτών και οστών από θαλάσσια και χερσαία θηλαστικά. Θαλάσσια απολιθώματα συναντούμε σε ολόκληρη την Κύπρο, από τις ακτές μέχρι την ενδοχώρα.

Η διαδικασία της ανάδυσης της Κύπρου από τη θάλασσα, όπως την ξέρουμε σήμερα, διήρκεσε εκατομμύρια χρόνια, με αποτέλεσμα θαλάσσιοι οργανισμοί να βρεθούν στην ξηρά και να κλειστούν μέσα σε ιζήματα.

Τα απολιθώματα είναι υπολείμματα από φυτά και ζώα που έζησαν στο παρελθόν, βρίσκονται κλεισμένα μέσα σε ιζήματα και έχουν ηλικία άνω των 10.000 ετών. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν ολόκληρο τον σκελετό του οργανισμού, τμήμα του, τα ίχνη του ή ακόμα και το αποτύπωμά του. Η επιστήμη που μελετά τα απολιθώματα ονομάζεται παλαιοντολογία και θεωρείται μία από τις πιο σπουδαίες επιστήμες, διότι η μελέτη των απολιθωμάτων βοηθά στην κατανόηση της εξέλιξης της ζωής στον πλανήτη μας.

Επιπλέον, τα απολιθώματα μας παρέχουν πληροφορίες για τα ζώα και τα φυτά που έζησαν πριν από εκατομμύρια χρόνια, δηλαδή για τα είδη που υπήρχαν και εξαφανίστηκαν, τους λόγους της εξαφάνισης τους, καθώς και την εξέλιξη αυτών των οργανισμών κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών. Μέσω των απολιθωμάτων μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε τις κλιματολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της γεωλογικής ιστορίας της γης.

Σε πολλές περιοχές συναντάμε διαφορετικά είδη απολιθωμάτων, και αυτό οφείλεται στις κλιματολογικές αλλαγές των τελευταίων εκατομμυρίων ετών, οι οποίες οδήγησαν στην εξαφάνιση πολλών ειδών και την εμφάνιση νέων. Αυτό το φαινόμενο έχει συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν και το ζούμε και σήμερα, όπου, με την αύξηση της θερμοκρασίας στη Μεσόγειο, πολλά είδη από την Ερυθρά Θάλασσα εισέρχονται μέσω της διώρυγας του Σουέζ και εγκλιματίζονται στα νερά μας. Ορισμένα από αυτά τα είδη έχουν καταστροφικές συνέπειες στα υπάρχοντα οικοσυστήματα. Η εισβολή των θαλάσσιων ειδών από την Ερυθρά Θάλασσα οφείλεται τόσο στην κλιματική αλλαγή όσο και στην ανθρώπινη παρέμβαση μέσω της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ.

Απολιθώματα θαλάσσιων θηλαστικών, όπως δελφίνια και τεράστιες φάλαινες, έχουν βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας, καθώς και δόντια από διάφορα είδη καρχαριών και οστά θαλάσσιων χελωνών.

Τα αρχαιότερα απολιθώματα που συναντούμε στην Κύπρο είναι τα θαλάσσια απολιθώματα της ανώτερης τριαδικής περιόδου, με ηλικία άνω των 200 εκατομμυρίων ετών. Φυσικά, αυτήν την περίοδο η Κύπρος δεν υπήρχε. Κατά την ανάδυσή της από τη θάλασσα, έφερε στην επιφάνεια τα ιζήματα της αρχέγονης αυτής περιόδου. Τα ιζήματα αυτά τα συναντούμε σε 3-4 διαφορετικές περιοχές της Κύπρου, με σημαντικά απολιθώματα όπως διάφορα είδη από Αμμωνίτες, Belemnites, Hydrozoan και Halobia. Επίσης, σημαντικά είναι τα φυτικά απολιθώματα που βρήκαμε, όπως φύλλα από διάφορα φυτά, ξύλα, καρπούς και κουκουνάρια από διάφορα κωνοφόρα άγνωστα δέντρα που έζησαν στο νησί μας και πλέον δεν υπάρχουν. Απολιθώματα από κωνοφόρα δέντρα έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές της Λευκωσίας, μαρτυρώντας ότι κατά την Πλειστόκαινο περίοδο (χρονική περίοδος που εκτείνεται από 1,8 εκατ. χρόνια έως 11.000 χρόνια πριν) υπήρχαν απέραντα δάση.

Τα φυτικά απολιθώματα που συναντούμε στην Κύπρο περιλαμβάνουν μικρά κομμάτια ξύλου κλεισμένα μέσα σε ιζήματα, απολιθωμένα φύλλα και καρπούς δέντρων, κυρίως κουκουνάρια από διάφορα είδη κωνοφόρων δέντρων. Εντυπωσιακά είναι τα τεράστια απολιθωμένα κουκουνάρια που βρέθηκαν σε μια περιοχή στους πρόποδες του Τροόδους, τα οποία ανήκουν σε ένα άγνωστο είδος κωνοφόρου που έζησε στην Κύπρο και εξαφανίστηκε πριν από 1,8 εκατομμύρια χρόνια.

Επίσης, κάρβουνα εκατομμυρίων ετών που έχουν βρεθεί αρκετά μέτρα κάτω από το έδαφος υποδεικνύουν αρχέγονες πυρκαγιές που προκλήθηκαν από κεραυνούς. Γενικά, τα φυτικά απολιθώματα μαρτυρούν μια Κύπρο καταπράσινη, γεμάτη απέραντα δάση. Κατά το Ανώτερο Πλειστόκαινο εμφανίζεται η ενδημική νησιωτική πανίδα. Στο Ανώτερο Πλειόκαινο και Πλειστόκαινο παρατηρούνται ισχυρές και ταχείες κλιματικές μεταβολές. Οι παγετώδεις περίοδοι εναλλάσσονταν με θερμότερες μεσοπαγετώδεις περιόδους. Νέες έρευνες δείχνουν ότι είχαμε έως και 30 παγετώδεις περιόδους τα τελευταία 3 εκατ. χρόνια, με μία κάθε 100.000 χρόνια. Κατά τις παγετώδεις περιόδους, η έκταση της Κύπρου αυξανόταν, αλλά ποτέ δεν ενωνόταν με την κοντινή χέρσο.

Η διάσπαρτη μετακίνηση μέσω θάλασσας μπορεί να εξηγήσει τη μοναδική σύνθεση της ενδημικής πανίδας της Κύπρου, καθώς τα ζώα που έφτασαν στο νησί είχαν κολυμβητικές ικανότητες. Τα φυτοφάγα ζώα είναι εξαιρετικοί κολυμβητές, σε αντίθεση με τα μεγάλα σαρκοφάγα. Η στάθμη της θάλασσας κατά τις περιόδους αυτές ήταν περίπου 100-120 μέτρα χαμηλότερη από τη σημερινή. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια των παγετώνων του Πλειστοκαίνου, η Κύπρος απείχε περίπου 30 χιλιόμετρα από την πλησιέστερη ξηρά (τον κόλπο Αλεξανδρέττας), με πολλά ενδιάμεσα νησάκια.

Επομένως, είτε κολυμπώντας είτε επιπλέοντας πάνω σε κορμούς δέντρων, αυτά τα ζώα κατάφεραν να φτάσουν και να εποικίσουν το νησί. Αυτά τα ζώα περιλαμβάνουν τους νάνους ιπποπόταμους (Hippopotamus minor), τους νάνους ελέφαντες (Palaeoloxodon cypriotes), τη μοσχογαλή, καθώς και μερικά είδη όπως μυγαλές, ακανθοποντικοί, χελώνες ξηράς, χελώνες γλυκού νερού, σαλιγκάρια, πουλιά και ερπετά. Η Πλειστοκαινική πανίδα της Κύπρου, όπως και των άλλων νησιών της Μεσογείου (Κρήτη, Σαρδηνία, Ρόδος, Τήλος, Κορσική, Σικελία), χαρακτηρίζεται ως μη ισορροπημένη λόγω της απουσίας μεγάλων σαρκοφάγων ζώων. Στην Κύπρο, το μοναδικό σαρκοφάγο ζώο του Πλειστοκαίνου είναι η μοσχογαλή (Genetta plesictοides), ένα μικρό σαρκοφάγο με μέγεθος μικρότερο από γάτα, που τρεφόταν με σαύρες, πουλιά, τρωκτικά και μεγαλόσωμα έντομα. Τα φυτά και τα ζώα που ζουν σε γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές τείνουν να αναπτύσσουν ενδημικές μορφές.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα αυτής της απομόνωσης είναι η δημιουργία γιγαντιαίων μορφών στα μικρού μεγέθους σπονδυλωτά (ερπετά, πτηνά, θηλαστικά) και η δημιουργία νάνων μορφών στα μεγάλου μεγέθους ζώα, όπως οι ελέφαντες, οι ιπποπόταμοι και τα ελάφια.

Αιτίες του νανισμού και του γιγαντισμού στα νησιώτικα οικοσυστήματα είναι: Η μικρή έκταση των νησιών σε σχέση με τις ηπειρωτικές περιοχές, οι μειωμένες πηγές τροφής, η απουσία εχθρών (θηρευτών), η μείωση της γονιδιακής δεξαμενής και η ενδογαμία.

Οι κυπριακοί ελέφαντες και οι ιπποπόταμοι μετά την επίδραση του νανισμού είχαν μήκος μέχρι 1,5 μέτρο και 75 εκατοστά ύψος και με βάρος περίπου 250 κιλά. Το μικρό μέγεθος, τους έδωσε μεγαλύτερη ευκινησία και προσαρμοστικότητα στο σχετικά ορεινό και ημιορεινό κυπριακό περιβάλλον και στις περιορισμένες πηγές τροφής. Ακόμα ένα θαύμα της φύσης που ο μόνος σκοπός του νανισμού ήταν την επιβίωση των ζώων και την διαιώνιση του είδους.

Με την πάροδο των χιλιάδων χρόνων και λόγο της απομόνωσης τους στο νησιώτικο περιβάλλον τα ζώα αυτά εξελιχθήκαν σε ενδημικά ζώα της Κύπρου. Και όταν λέμε ενδημικά ζώα της Κύπρου σημάνει ότι αυτά τα ζώα ζούσαν στην Κύπρο και πουθενά αλλού στον κόσμο. Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη των ζώων αυτών στην Κύπρο έγινε από την βρετανίδα παλαιοντολόγο Ροδοθεα Μπέιτς το 1903.

Τα ζώα αυτά λοιπόν μετά την άφιξη τους στο νησί από τις γειτονικές χώρες έζησαν ανενόχλητα στην Κύπρο για χιλιάδες χρόνια μέχρι που οι άνθρωποι άρχισαν να έρχονται και να εποικούν το νησί από τις γειτονικές χώρες περίπου πριν 12 χιλιάδες χρόνια. Οι άνθρωποι τότε ήταν κυνηγοί τροφοσυλέκτες , δηλαδή ζούσαν αποκλειστικά από το Κυνήγι και με ότι έβρισκαν στην φύση δηλαδή καρπούς, χόρτα, σαλιγκάρια κτλ. Πολύ πιθανόν να κυνήγησαν τα ζώα αυτά μέχρι τελικού αφανισμού.

Μέχρι στιγμής έχουν αναφερθεί στην Κύπρο περίπου 40 θέσεις με οστά νάνων ιπποπόταμων και νάνων ελεφάντων με συντριπτική πλειοψηφία τα οστά των ιπποπόταμων.

Μια από τις πιο σημαντικές θέσης είναι αυτή στην Αγία Νάπα η οποία έχει μερικώς ανασκαφή από το γεωλογικό τμήμα της Κύπρου σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο Αθηνών. Μέχρι στιγμής βρέθηκαν τα οστά από 180 ιπποπόταμους και ενός ελέφαντα καθώς και ενός είδους μοσχογαλής. Από υπολογισμούς του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης στον χώρο υπάρχουν ακόμα οστά από εκατοντάδες ζώα. Ο χώρος αυτός εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπήρξε μια φυσική παγίδα για τα ζώα αυτά καθώς δεν βρέθηκαν σημάδια που να μαρτυρούν την παρουσία ανθρώπου.

Μια άλλη πολύ σημαντική θέση είναι αυτή που βρίσκετε στον Αετόγκρεμμο στις βάσης Ακρωτηρίου. Η θέση αυτή ανασκάφτηκε από τον Αμερικανό Άλαν Σίμονς και θεωρήθηκε ως η πιο παλαιά θέση που αποδεικνύει την παρουσία του ανθρώπου στην Κύπρο πριν 10.500 χρόνια. Ως επί το πλείστο βρέθηκαν περίπου οστά από 500 ιπποπόταμους και οστά από δυο ελέφαντες. Ο χώρος αυτός έχει συνδεθεί με τον άνθρωπο καθώς τα οστά παρουσιάζουν καύση και τεμαχισμό. Επίσης, βρέθηκαν στον χώρο και εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι. Το συμπέρασμα είναι ότι οι προϊστορικοί αυτοί πρώτοι κάτοικοι της Κύπρου κυνηγούσαν αυτά τα προϊστορικά ζώα, που όπως φαίνεται υπήρξαν για αυτούς σημαντική πηγή τροφής.

Επίσης, στην παραλιακή σπηλιά των Αγίων Σαράντα στην Ξυλοφάγου έχουν βρεθεί πολλά οστά ιπποπόταμων. Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι αρκετοί χώροι που έχουν βρεθεί οστά αυτών των ζώων συνδέονται με τη θρησκεία μας, όπως και η σπηλιά αυτή. Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι που έβρισκαν τα οστά και τα δόντια των ζώων αυτών υπέθεταν ότι ήταν τα οστά κάποιων ασκητών που ασκήτευαν και πέθαναν μέσα στο σπήλαιο, και ως εκ τούτου αγίασαν. Μέσα στη σπηλιά αυτή έχουν τοποθετήσει εικόνες αγίων και ο χώρος χρησιμοποιείται ως εκκλησία, εξ ου και το όνομα «Σπηλιά των Αγίων Σαράντα». Η Εκκλησία μας ουδέποτε έχει δεχτεί αυτούς τους τοπικούς θρύλους.

Ένα άλλο παράδειγμα όπου βρέθηκαν οστά ιπποπόταμων και συνδέθηκαν με τη θρησκεία είναι στον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας, όπου εκεί που βρήκαν τα οστά έκτισαν την εκκλησία του Αγίου Φανουρίου. Επίσης, εκεί οι άνθρωποι έπαιρναν τα οστά, νομίζοντας ότι ήταν οστά αγίων, τα κονιορτοποιούσαν και τα έτρωγαν επειδή πίστευαν ότι είχαν θαυματουργές ιαματικές ιδιότητες. Λίγα μέτρα από την εκκλησία υπάρχει μικρή σπηλιά, όπου βρέθηκαν τα οστά και χρησιμοποιείται επίσης ως εκκλησία. Σε άλλες περιπτώσεις, τα απολιθώματα των ζώων αυτών αποδόθηκαν σε υπολείμματα δρακόντων, γι’ αυτό και προέκυψαν τοπωνύμια όπως Δρακοντόσπηλιος, Δρακοντότρυπα, Δρακοντοβούναρο και η Σπηλιά του Δράκου.

Ακόμα ένας χώρος με οστά ιπποπόταμων βρίσκεται στην κατεχόμενη Ακανθού και έχει ανασκαφεί μερικώς από τον Ολλανδό Πόλ Σόνταρ. Μετά τον θάνατο του καθηγητή Σόνταρ, το πανεπιστήμιό του θέλησε να επιστραφούν στην Κύπρο τα απολιθώματα που μετέφερε στην Ολλανδία. Για αυτό το σκοπό τα παρέδωσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο αρνήθηκε να τα επιστρέψει όταν τα ζήτησε το Υπουργείο Εσωτερικών.

Ένας χώρος με οστά ιπποπόταμων και ελεφάντων βρίσκεται στον κατεχόμενο Κορμακίτη, με το όνομα Δρακοντοβούναρο. Επίσης, στα κατεχόμενα Λιβερά υπάρχει ακόμα ένας χώρος με οστά ιπποπόταμων και ελεφάντων μέσα σε μάντρα ζώων. Άλλες τοποθεσίες όπου βρέθηκαν οστά αυτών των ζώων είναι στο κατεχόμενο Δίκωμο, στην κατεχόμενη Κυθρέα, στην Έμπα, στον Ακάμα και στην Κισσόνεργα. Σχεδόν όλοι οι χώροι που αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν σπηλιές (φυσικά καταφύγια), τα οποία σήμερα τα περισσότερα έχουν καταρρεύσει. Ένας άλλος πολύ σημαντικός χώρος με οστά είναι αυτός που βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή Ξυλοφάγου. Στην περιοχή αυτή έχουν βρεθεί οστά ιπποπόταμων, ελεφάντων, μοσχογαλής, αρπακτικών πουλιών, χελώνων γλυκού νερού και χελώνων ξηράς. Ο χώρος αυτός δεν έχει συνδεθεί ακόμα με την παρουσία ανθρώπου. Το σημαντικό του χώρου αυτού είναι ότι τα οστά των ελεφάντων είναι πολύ περισσότερα από αυτά των ιπποπόταμων. Τα οστά των ελεφάντων είναι σπάνια και πάντα υπερτερούσαν κατά πολύ τα οστά των ιπποπόταμων, ενώ εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χαυλιόδοντες, τα δόντια και τα οστά των ελεφάντων. Ο χώρος αυτός υπολογίστηκε ότι έχει ηλικία πέραν των 100.000 χρόνων, δηλαδή πολύ πριν την παρουσία των ανθρώπων.

Επίσης, από μελέτες που έκανα στην περιοχή κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκεί κάποτε υπήρχε μια πολύ μεγάλη λίμνη γλυκού νερού, η οποία σε περιόδους ανομβρίας συρρικνωνόταν. Τα ζώα, στην προσπάθειά τους να πλησιάσουν και να πιούν νερό, παγιδεύονταν στη λάσπη και πέθαιναν.

Τα νέα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι ο Palaeoloxodon sp. είναι διαφορετικό είδος από τον Palaeoloxodon cypriotes. Το μέγεθός του είναι σαφώς μεγαλύτερο από τον Palaeoloxodon cypriotes. Ποια όμως είναι η σχέση του με τον P. cypriotes; Αποτελεί προγονική του μορφή ή όχι; Ποια είναι η ηλικία των ευρημάτων; Χρονολογήσεις για τον P. cypriotes έχουν δείξει ότι τα ευρήματα χρονολογούνται από το Ανώτερο Πλειστόκαινο.

Κατόπιν ενεργειών και με έξοδα του Συνδέσμου Προστασίας Φυσικής Κληρονομιάς και Βιοποικιλότητας της Κύπρου, φέραμε ξένους παλαιοντολόγους, στους οποίους υποδείξαμε τον χώρο όπου βρέθηκαν τα οστά.

Κατόπιν επιστημονικών μετρήσεων των ευρημάτων, επιβεβαιώθηκε αυτό που πίστευαν από την αρχή ο Γιώργος και η Φανή Κωνσταντίνου, δηλαδή ότι πρόκειται για νέο είδος ελέφαντα, με ύψος περίπου 1,80 μέτρα και βάρος περίπου 600 κιλά. Επιστημονικές μετρήσεις των ευρημάτων έχει κάνει, κατόπιν προσκλήσεώς μας, και ο David Reese από το Πανεπιστήμιο Γέιλ, ο οποίος μας διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για νέο είδος ελέφαντα.

Η ανακοίνωση αυτών των νέων ευρημάτων έγινε σε διεθνές συνέδριο στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 στην Carlsberg, με τίτλο «Τα Πλειστοκαινικά Θηλαστικά της Κύπρου - Νέα Ευρήματα». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στους χώρους του Κυπριακού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, εντός του ζυθοποιείου της Carlsberg, σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Προστασίας Φυσικής Κληρονομιάς και Βιοποικιλότητας της Κύπρου. Συμμετείχαν διεθνώς γνωστοί και διακεκριμένοι επιστήμονες.

Σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης, παραδώσαμε υλικό από το νέο είδος ελέφαντα για εξαγωγή DNA. Η όλη υπόθεση βρίσκεται υπό μελέτη, και ελπίζουμε σύντομα να έχουμε τα επιστημονικά πορίσματα που θα ρίξουν φως σε ακόμα ένα κομμάτι της προϊστορίας του τόπου μας.

Θέλω επίσης να αναφερθώ στον νεολιθικό άνθρωπο, ο οποίος αμέσως μετά τον αφανισμό των προϊστορικών ζώων της Κύπρου έφερε από τις γειτονικές χώρες διάφορα είδη ζώων για εκτροφή. Τα ζώα αυτά περιλαμβάνουν ένα είδος άγριων αγελάδων, αίγαγρους, χοίρους, αλεπούδες, άγρινα, σκύλους, γάτες και το ελάφι Dama mesopotamica. Να σημειώσω ότι το αγρινό, όταν το έφεραν οι νεολιθικοί άνθρωποι πριν από περίπου 6.000 με 8.000 χρόνια, ήταν αρκετά μεγαλύτερο από το σημερινό (βάσει των οστών που έχουν βρεθεί). Σήμερα, το αγρινό έχει αρχίσει να υφίσταται τον νησιωτικό νανισμό. Μέχρι τώρα οι ειδικοί πίστευαν ότι η γάτα είχε εξημερωθεί και γίνει κατοικίδιο ζώο πριν από 5.000 χρόνια στην Αρχαία Αίγυπτο. Ωστόσο, μια πολύ σημαντική επιστημονική ανακάλυψη, που αλλάζει την ιστορία της σχέσης ανθρώπου και γάτας παγκοσμίως, έγινε στην Κύπρο από Γάλλους αρχαιολόγους. Συγκεκριμένα, οι Γάλλοι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στην περιοχή Σιηλλουρόκαμπος, στο χωριό Παρεκκλησιά, σε νεολιθικό οικισμό κοντά στη Λεμεσό, στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η γάτα είχε εξημερωθεί πριν από 9.500 χρόνια στην αρχαία Κύπρο. Βρήκαν μέσα σε τάφο τον σκελετό ανθρώπου μαζί με τον σκελετό γάτας, ηλικίας 9.500 χρόνων.

Οι νεολιθικοί άνθρωποι έφεραν γάτες και σκύλους ως κατοικίδια για να σκοτώνουν κάθε είδους μικρά ζώα, από έντομα μέχρι φίδια, καθαρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα χωριά και τα σπίτια από ανεπιθύμητα ζώα και, κυρίως, από τρωκτικά που κατέστρεφαν τις σοδειές και τα αποθηκευμένα τους τρόφιμα. Στη σημερινή εποχή, οι άνθρωποι έχουν γάτες ως κατοικίδια ζώα (pets), συνδέονται συναισθηματικά μαζί τους και ζουν μαζί. Μερικά από αυτά τα ζώα διέφυγαν από τον άνθρωπο και επανήλθαν στην άγρια κατάστασή τους. Τα ζώα αυτά είναι το αγρινό, η αλεπού και, πολύ πιθανόν, ο λαγός, τα οποία υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Επίσης, ένα από αυτά τα ζώα είναι και το ελάφι Dama mesopotamica, το οποίο υπήρχε στο νησί και εξαφανίστηκε πριν από 500 χρόνια λόγω ανελέητου κυνηγιού.

Προσωπικά, ως ερευνητής, έχω μερικά αναπάντητα ερωτήματα: Οι ελέφαντες και οι ιπποπόταμοι εικάζεται ότι ήρθαν στην Κύπρο στη μορφή που τους γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή ο ελέφαντας των 6 τόνων και ο ιπποπόταμος των 2 τόνων. Αυτά τα τεράστια ζώα έζησαν στο νησί μας για χιλιάδες χρόνια προτού υποστούν τον νησιωτικό νανισμό, και χιλιάδες πέθαναν με το αρχικό τεράστιο μέγεθος.

Τα απολιθώματα που έχουν βρεθεί μέχρι τώρα προέρχονται από νάνα ζώα. Πού είναι τα απολιθώματα των μεγάλων ζώων, με τα τεράστια κρανία και τα μεγάλα κόκαλα; Πώς είναι δυνατόν να βρίσκουμε θαλάσσια απολιθώματα εκατομμυρίων ετών, μικρά όσο μια κεφαλή καρφίτσας, αλλά να μην βρίσκουμε τα τεράστια κόκαλα των πρώτων ελεφάντων και ιπποπόταμων; Μήπως τα ζώα ήρθαν στην Κύπρο ήδη σε νάνα μορφή και δεν υπάρχουν τα απολιθώματα των γιγάντιων προγόνων τους;

Ένα άλλο ερώτημα είναι: Οι ιπποπόταμοι ζουν σε έλη και λίμνες γλυκού νερού, συγγενεύουν με τις φάλαινες, και ενώ περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στο νερό, δεν μπορούν να κολυμπήσουν, αλλά περπατούν στον βυθό. Επίσης, σπάνια μπαίνουν σε θαλασσινό νερό. Πώς, λοιπόν, έφτασαν στο νησί μας; Μήπως κάποτε στο μακρινό παρελθόν η Κύπρος συνδεόταν με μια στενή λωρίδα γης, από το ακρωτήριο του Αποστόλου Ανδρέα προς κάποια γειτονική χώρα, και τα ζώα ήρθαν από εκεί σε νάνα μορφή;

Ένα ακόμα ερώτημα αφορά την περίοδο που οι νεολιθικοί άνθρωποι έφεραν στην Κύπρο τα τεράστια ημιάγρια βοοειδή, βάρους 500-600 κιλών, για εκτροφή πριν από αρκετές χιλιάδες χρόνια. Πώς κατάφεραν να κατασκευάσουν μεγάλες σχεδίες για να τα μεταφέρουν αυτά τα ζώα; Πώς τα κατάφεραν και τα έφεραν; Ελπίζω στο μέλλον να δοθούν όλες αυτές οι απαντήσεις.

Η προστασία της φυσικής μας κληρονομιάς πρέπει να αποτελέσει πολιτική προτεραιότητα, διότι η γνώση του παρελθόντος θα αποτελέσει τη συνέχεια μας για το μέλλον. Ελπίζω στην ευαισθητοποίηση των αρμοδίων για άμεση προστασία της φυσικής μας κληρονομιάς, η οποία μέχρι τώρα λεηλατείται από ξένους χωρίς κανένα εμπόδιο, καθώς όλοι οι χώροι που έχω αναφέρει πιο πάνω δεν τυγχάνουν καμίας προστασίας.

Ελπίζω επίσης σύντομα να δημιουργηθεί ένα κυπριακό μουσείο φυσικής ιστορίας, το οποίο με τη συνεργασία και βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικών μας πανεπιστημίων θα προσφέρει αυτό που χρειάζεται ο τόπος μας. Μπορούν να αξιοποιηθούν μοναδικά παγκοσμίως δείγματα, που θα καταστήσουν το μουσείο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Οι νέοι μας, μαθητές δημοτικών και γυμνασίων, φοιτητές, τουρίστες, εκπαιδευτικοί, αλλά και το ευρύτερο κοινό, θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν την αξιοθαύμαστη, σπάνια και μοναδική φυσική κληρονομιά του τόπου μας. Μέσα από τη γνώση που θα πάρουν από τα εκθέματα, τις διαλέξεις και τα έντυπα, θα μάθουν να αγαπούν και να προστατεύουν τη φυσική μας κληρονομιά, κάτι που σημαίνει πολιτισμός και πρόοδος. Όλα αυτά είναι τεράστιου επιστημονικού ενδιαφέροντος και θα προσελκύσουν πολλούς επιστήμονες από όλον τον κόσμο. Με τις μελέτες και τα πορίσματά τους θα δώσουν πολύτιμες πληροφορίες για τον τόπο μας και θα αναδείξουν την Κύπρο ως κέντρο σημαντικού επιστημονικού ενδιαφέροντος.

Μουσεία φυσικής ιστορίας υπάρχουν σε όλες τις χώρες του κόσμου, αποτελώντας πόλο έλξης τουριστών και ντόπιων επισκεπτών, καθώς και πηγή μάθησης. Ένα κοντινό μας παράδειγμα είναι το μουσείο φυσικής ιστορίας της Κρήτης, το οποίο λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία. Στην Κύπρο έχουμε δύο αξιόλογα μουσεία: το μουσείο Θάλασσας του Τορναρίτη - Πιερίδη στην Αγία Νάπα και το μουσείο «Φώτος Φωτιάδης» στην Carlsberg στα Λατσιά. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό, καθώς χρειαζόμαστε ένα εθνικό μουσείο με κρατική στήριξη και ερευνητικά κέντρα. (Γιώργος Κωνσταντίνου, 9/8/2024)

Από άρθρο μου στην εφημερίδα Πολίτης και από τη διάλεξη που έκανα στις 8/8/2024 στο Sky Amphitheatre, την οποία διοργάνωσε το Cyprus Planetarium στην Ιερά Μητρόπολη Ταμασσού και Ορεινής. Η προσέλευση του κόσμου στη διάλεξη ήταν απίστευτη και τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν πολύ γρήγορα, κάτι που δείχνει την ανάγκη του κοινού για ένα μουσείο φυσικής ιστορίας.

Geology and History of Cyprus – The Formation of the Island of Cyprus, Elephants, Hippopotamuses and Prehistoric Humans – Lecture by George Konstantinou and Fossil Exhibition

Cyprus is considered an oceanic island and is the result of the collision of two tectonic plates. The Earth's crust is divided into 12 pieces, which constitute the tectonic plates. The tectonic plates float on the Earth's mantle. They float because the Earth's mantle is a viscous layer, which extends from a depth of 30 kilometres to 2,900 kilometres below the Earth's surface. These 12 tectonic plates are constantly moving, even today, from 1 to several centimetres per year, and over millions of years they move the Earth's continents. All seismic activity on Earth is due to the movement of these tectonic plates.

Millions of years ago, the African Plate collided with the Eurasian Plate. The result of the collision was that the African Plate sank beneath the Eurasian Plate. During the subduction, the lighter rock of the African Plate began to melt because of friction and, in the form of lava, came into contact with seawater. As it solidified, the lava began to rise towards the surface of the sea. Over a period of thousands of years, this material was uplifted, and initially the summit of Troodos was created. Thousands of years later, the Pentadaktylos emerged, creating two separate islands, Troodos and Pentadaktylos.

Imagine prehistoric Cyprus at that time as two lush green uninhabited islands. The uplift continued (and continues even today), while the heavy rainfall of the period eroded the two mountain ranges, which at that time were much higher than they are today. The sediments carried by the rainfall created the Mesaoria plain, joining the two mountain ranges and shaping the final geographical form of Cyprus. The uplift of Cyprus is still taking place, as it is in neighbouring countries.

Immediately after the appearance of the first land, the appearance of the first life also began. At first, the two islands were barren and deserted rocky islets, without any form of life (fauna and flora). The first inhabitants of the land were probably seals and various species of seabirds that fed from the sea and nested on the coasts.

Over thousands of years, insects travelled from neighbouring countries through the air and on floating tree trunks, while the first plants appeared in the form of seeds carried by birds, the wind and the sea. Many species of spiders use their webs like sails to travel long distances. The process of colonisation of Cyprus by fauna and flora took place at an extremely slow rate, but was completed over millions of years.

Of particular interest are marine fossils of shells, marine organisms, fish, marine plants, and bones of marine and terrestrial mammals. Marine fossils are found throughout Cyprus, from the coasts to the interior.

The process of the emergence of Cyprus from the sea, as we know it today, lasted millions of years, resulting in marine organisms being brought onto land and enclosed within sediments.

Fossils are remains of plants and animals that lived in the past, are enclosed within sediments, and are more than 10,000 years old. These may include the organism's entire skeleton, part of it, its traces, or even its imprint. The science that studies fossils is called palaeontology and is considered one of the most important sciences, because the study of fossils helps us understand the evolution of life on our planet.

In addition, fossils provide us with information about the animals and plants that lived millions of years ago, that is, the species that existed and became extinct, the reasons for their extinction, as well as the evolution of these organisms over millions of years. Through fossils we can also understand climatic changes during the geological history of the Earth.

In many areas we encounter different kinds of fossils, and this is due to the climatic changes of the last millions of years, which led to the extinction of many species and the appearance of new ones. This phenomenon has occurred several times in the past and we are experiencing it today as well, where, with the rise in temperature in the Mediterranean, many species from the Red Sea enter through the Suez Canal and become established in our waters. Some of these species have destructive consequences for existing ecosystems. The invasion of marine species from the Red Sea is due both to climate change and to human intervention through the opening of the Suez Canal.

Fossils of marine mammals, such as dolphins and huge whales, have been found in the wider Nicosia area, as well as teeth from various species of sharks and bones of sea turtles.

The oldest fossils found in Cyprus are the marine fossils of the Upper Triassic period, more than 200 million years old. Of course, Cyprus did not exist during this period. During its emergence from the sea, it brought the sediments of this primordial period to the surface. These sediments are found in 3-4 different areas of Cyprus, with important fossils such as various species of ammonites, Belemnites, Hydrozoan and Halobia. Also important are the plant fossils that we have found, such as leaves from various plants, wood, fruits and cones from various unknown coniferous trees that lived on our island and no longer exist. Fossils from coniferous trees have been found in many areas of Nicosia, testifying that during the Pleistocene period (a period extending from 1.8 million years to 11,000 years ago) there were vast forests.

The plant fossils found in Cyprus include small pieces of wood enclosed within sediments, fossilised leaves and tree fruits, mainly cones from various species of coniferous trees. Impressive are the huge fossilised cones found in an area at the foothills of Troodos, which belong to an unknown species of conifer that lived in Cyprus and became extinct 1.8 million years ago.

Also, charcoal millions of years old found several metres below the ground indicates ancient fires caused by lightning. In general, plant fossils testify to a lush green Cyprus, full of vast forests. During the Upper Pleistocene, the endemic island fauna appears. In the Upper Pliocene and Pleistocene, strong and rapid climatic changes are observed. Glacial periods alternated with warmer interglacial periods. New research shows that we had as many as 30 glacial periods during the last 3 million years, one every 100,000 years. During the glacial periods, the area of Cyprus increased, but it was never connected to the nearby mainland.

Dispersal across the sea can explain the unique composition of Cyprus's endemic fauna, since the animals that reached the island had swimming abilities. Herbivorous animals are excellent swimmers, unlike large carnivores. Sea level during these periods was approximately 100-120 metres lower than today. It is estimated that during the Pleistocene glaciations, Cyprus was about 30 kilometres from the nearest land (the Gulf of Alexandretta), with many small islands in between.

Therefore, either by swimming or floating on tree trunks, these animals managed to reach and colonise the island. These animals include the dwarf hippopotamuses (Hippopotamus minor), the dwarf elephants (Palaeoloxodon cypriotes), the genet, as well as some species such as shrews, spiny mice, tortoises, freshwater turtles, snails, birds and reptiles. The Pleistocene fauna of Cyprus, like that of the other Mediterranean islands (Crete, Sardinia, Rhodes, Tilos, Corsica, Sicily), is characterised as unbalanced because of the absence of large carnivorous animals. In Cyprus, the only carnivorous animal of the Pleistocene is the genet (Genetta plesictοides), a small carnivore smaller than a cat, which fed on lizards, birds, rodents and large insects. Plants and animals living in geographically isolated areas tend to develop endemic forms.

One of the most impressive results of this isolation is the creation of giant forms in small-sized vertebrates (reptiles, birds, mammals) and the creation of dwarf forms in large animals, such as elephants, hippopotamuses and deer.

Causes of dwarfism and gigantism in island ecosystems are: the small size of islands in comparison with continental areas, reduced food sources, the absence of enemies (predators), reduction of the gene pool and inbreeding.

After the effects of dwarfism, the Cypriot elephants and hippopotamuses had a length of up to 1.5 metres, a height of 75 centimetres and a weight of approximately 250 kilograms. Their small size gave them greater agility and adaptability to the relatively mountainous and semi-mountainous Cypriot environment and to the limited food sources. Yet another wonder of nature, where the sole purpose of dwarfism was the survival of the animals and the perpetuation of the species.

Over thousands of years, and because of their isolation in the island environment, these animals evolved into endemic animals of Cyprus. And when we say endemic animals of Cyprus, it means that these animals lived in Cyprus and nowhere else in the world. The first report of the existence of these animals in Cyprus was made by the British palaeontologist Dorothea Bate in 1903.

These animals, therefore, after their arrival on the island from neighbouring countries, lived undisturbed in Cyprus for thousands of years until humans began to arrive and colonise the island from neighbouring countries approximately 12,000 years ago. Humans at that time were hunter-gatherers, meaning that they lived exclusively from hunting and from whatever they found in nature, namely fruits, greens, snails, etc. It is very possible that they hunted these animals to their final extinction.

So far, approximately 40 sites with bones of dwarf hippopotamuses and dwarf elephants have been reported in Cyprus, with the overwhelming majority being hippopotamus bones.

One of the most important sites is the one at Ayia Napa, which has been partially excavated by the Geological Survey Department of Cyprus in collaboration with the University of Athens. So far, the bones of 180 hippopotamuses and one elephant, as well as one species of genet, have been found. According to calculations by the Geological Survey Department, the site still contains bones from hundreds of animals. At first sight, this site appears to have been a natural trap for these animals, since no signs indicating human presence were found.

Another very important site is the one located at Aetokremmos at the Akrotiri Bases. This site was excavated by the American Alan Simmons and was considered the oldest site proving the presence of humans in Cyprus 10,500 years ago. For the most part, bones from approximately 500 hippopotamuses and bones from two elephants were found. This site has been associated with humans because the bones show burning and butchery. Tools used by humans were also found at the site. The conclusion is that these prehistoric first inhabitants of Cyprus hunted these prehistoric animals, which, as it appears, were an important source of food for them.

Also, many hippopotamus bones have been found in the coastal cave of Agioi Saranta at Xylofagou. It is important for me to mention that several sites where bones of these animals have been found are connected with our religion, as is this cave. In the old days, people who found the bones and teeth of these animals assumed that they were the bones of ascetics who had lived as hermits and died inside the cave, and therefore became saints. Icons of saints have been placed inside this cave and the site is used as a church, hence the name “Cave of Agioi Saranta”. Our Church has never accepted these local legends.

Another example where hippopotamus bones were found and linked with religion is at Agios Georgios, Kyrenia, where, at the place where the bones were found, they built the church of Agios Fanourios. There too, people took the bones, believing that they were the bones of saints, ground them into powder and ate them because they believed that they had miraculous healing properties. A few metres from the church there is a small cave where the bones were found, and it is also used as a church. In other cases, the fossils of these animals were attributed to the remains of dragons, which is why place names such as Drakontospilios, Drakontotrypa, Drakontovounaro and the Cave of the Dragon arose.

Another site with hippopotamus bones is located at occupied Akanthou and has been partially excavated by the Dutchman Paul Sondaar. After Professor Sondaar's death, his university wanted the fossils that he had taken to the Netherlands to be returned to Cyprus. For this purpose they handed them over to the University of Athens, which refused to return them when the Ministry of the Interior requested them.

A site with hippopotamus and elephant bones is located at occupied Kormakitis, with the name Drakontovounaro. Also, at occupied Livera there is another site with hippopotamus and elephant bones inside an animal enclosure. Other locations where bones of these animals have been found are occupied Dikomo, occupied Kythrea, Emba, Akamas and Kissonerga. Almost all the sites mentioned above were caves (natural shelters), most of which have now collapsed. Another very important site with bones is the one located in the coastal area of Xylofagou. In this area, bones of hippopotamuses, elephants, genets, birds of prey, freshwater turtles and tortoises have been found. This site has not yet been linked with human presence. What is important about this site is that the elephant bones are far more numerous than those of the hippopotamuses. Elephant bones are rare and hippopotamus bones have always greatly outnumbered them, whereas here the opposite occurs. Of particular scientific interest are the tusks, teeth and bones of the elephants. This site has been estimated to be more than 100,000 years old, that is, long before the presence of humans.

Also, from studies that I carried out in the area, I came to the conclusion that a very large freshwater lake once existed there, which shrank during periods of drought. The animals, in their attempt to approach and drink water, became trapped in the mud and died.

The new findings confirm that Palaeoloxodon sp. is a different species from Palaeoloxodon cypriotes. Its size is clearly larger than Palaeoloxodon cypriotes. But what is its relationship with P. cypriotes? Is it an ancestral form of it or not? What is the age of the findings? Dating of P. cypriotes has shown that the findings date from the Upper Pleistocene.

Following actions and at the expense of the Association for the Protection of the Natural Heritage and Biodiversity of Cyprus, we brought foreign palaeontologists, to whom we showed the site where the bones were found.

Following scientific measurements of the findings, what George and Fani Konstantinou had believed from the beginning was confirmed, namely that it is a new species of elephant, with a height of approximately 1.80 metres and a weight of approximately 600 kilograms. Scientific measurements of the findings were also carried out, following our invitation, by David Reese of Yale University, who assured us that it is a new species of elephant.

The announcement of these new findings was made at an international conference on 23 September 2011 at Carlsberg, entitled “The Pleistocene Mammals of Cyprus - New Findings”. The conference was held at the premises of the Cyprus Museum of Natural History, within the Carlsberg brewery, in cooperation with the Association for the Protection of the Natural Heritage and Biodiversity of Cyprus. Internationally known and distinguished scientists participated.

In collaboration with the University of Crete, we provided material from the new species of elephant for DNA extraction. The whole matter is under study, and we hope soon to have the scientific findings that will shed light on yet another part of the prehistory of our land.

I would also like to refer to Neolithic humans, who immediately after the extinction of the prehistoric animals of Cyprus brought various species of animals from neighbouring countries for breeding. These animals include a species of wild cattle, mouflons, pigs, foxes, wild animals, dogs, cats and the deer Dama mesopotamica. It should be noted that the mouflon, when it was brought by Neolithic people approximately 6,000 to 8,000 years ago, was considerably larger than it is today (based on the bones that have been found). Today, the mouflon has begun to undergo island dwarfism. Until now, experts believed that the cat had been domesticated and become a household animal 5,000 years ago in Ancient Egypt. However, a very important scientific discovery, which changes the history of the relationship between humans and cats worldwide, was made in Cyprus by French archaeologists. Specifically, the French archaeologists discovered in the area of Shillourokambos, in the village of Parekklisia, at a Neolithic settlement near Limassol, evidence proving that the cat had been domesticated 9,500 years ago in ancient Cyprus. Inside a grave they found a human skeleton together with the skeleton of a cat, 9,500 years old.

Neolithic people brought cats and dogs as domestic animals to kill all kinds of small animals, from insects to snakes, thereby clearing villages and houses of unwanted animals and, above all, rodents that destroyed their crops and stored food. Today, people keep cats as pets, become emotionally attached to them and live with them. Some of these animals escaped from humans and returned to their wild state. These animals are the mouflon, the fox and, very probably, the hare, which still exist today. Also, one of these animals is the deer Dama mesopotamica, which existed on the island and became extinct 500 years ago because of relentless hunting.

Personally, as a researcher, I have some unanswered questions: It is assumed that elephants and hippopotamuses came to Cyprus in the form in which we know them today, namely the 6-ton elephant and the 2-ton hippopotamus. These enormous animals lived on our island for thousands of years before undergoing island dwarfism, and thousands died while still at their original enormous size.

The fossils found so far come from dwarf animals. Where are the fossils of the large animals, with their enormous skulls and large bones? How is it possible that we find marine fossils millions of years old, as small as the head of a pin, but do not find the enormous bones of the first elephants and hippopotamuses? Could the animals have arrived in Cyprus already in dwarf form, with no fossils of their gigantic ancestors existing here?

Another question is this: Hippopotamuses live in swamps and freshwater lakes, are related to whales, and although they spend most of their time in the water, they cannot swim but walk along the bottom. They also rarely enter seawater. How, then, did they reach our island? Could Cyprus, at some time in the distant past, have been connected by a narrow strip of land from Cape Apostolos Andreas towards a neighbouring country, and could the animals have come from there in dwarf form?

Another question concerns the period when Neolithic people brought to Cyprus enormous semi-wild cattle weighing 500-600 kilograms for breeding several thousand years ago. How did they manage to build large rafts to transport these animals? How did they manage to bring them here? I hope that in the future all these questions will be answered.

The protection of our natural heritage must become a political priority, because knowledge of the past will constitute our continuity into the future. I hope that the competent authorities will become aware of the need for the immediate protection of our natural heritage, which until now has been plundered by foreigners without any obstacle, since none of the sites I have mentioned above receives any protection.

I also hope that a Cypriot museum of natural history will soon be created, which, with the cooperation and assistance of the European Union and our own universities, will provide what our country needs. Unique specimens of worldwide importance can be utilised, making the museum a centre of scientific research. Our young people, primary and secondary school pupils, university students, tourists, educators, as well as the wider public, will have the opportunity to learn about the admirable, rare and unique natural heritage of our country. Through the knowledge they gain from the exhibits, lectures and printed material, they will learn to love and protect our natural heritage, something that means civilisation and progress. All of this is of enormous scientific interest and will attract many scientists from all over the world. Through their studies and conclusions, they will provide valuable information about our country and establish Cyprus as a centre of significant scientific interest.

Natural history museums exist in all countries of the world, serving as attractions for tourists and local visitors, as well as sources of learning. A nearby example is the Natural History Museum of Crete, which operates with great success. In Cyprus we have two noteworthy museums: the Thalassa Museum of Tornaritis - Pierides in Ayia Napa and the “Photos Photiades” Museum at Carlsberg in Latsia. However, this is not enough, as we need a national museum with state support and research centres. (George Konstantinou, 9/8/2024)

From an article of mine in the newspaper Politis and from the lecture I gave on 8/8/2024 at the Sky Amphitheatre, organised by the Cyprus Planetarium at the Holy Metropolis of Tamassos and Orinis. Public attendance at the lecture was incredible and the tickets sold out very quickly, which demonstrates the public's need for a natural history museum.