Translate

Friday, 19 May 2017

Fossil bivalves of Cyprus – Απολιθωμένα δίθυρα της Κύπρου


Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Τα απολιθωμένα δίθυρα της Κύπρου

Τα απολιθωμένα δίθυρα αποτελούν μερικά από τα συχνότερα και πιο χαρακτηριστικά θαλάσσια απολιθώματα της Κύπρου. Βρίσκονται κυρίως μέσα σε ιζηματογενή πετρώματα που σχηματίστηκαν όταν μεγάλες περιοχές του σημερινού νησιού βρίσκονταν ακόμη κάτω από τη θάλασσα.

Τα όστρακά τους διατηρούν πληροφορίες για τους οργανισμούς που ζούσαν στις αρχαίες θάλασσες, αλλά και για το βάθος, τη θερμοκρασία, την αλατότητα, το υπόστρωμα και τις γενικότερες περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το γεωλογικό παρελθόν.

Τι είναι τα δίθυρα

Τα δίθυρα είναι μαλάκια της κλάσης Bivalvia. Το μαλακό σώμα τους προστατεύεται από δύο ασβεστολιθικές θυρίδες, οι οποίες ενώνονται κατά μήκος μιας αρθρωτής περιοχής και μπορούν να ανοίγουν και να κλείνουν με τη βοήθεια συνδέσμου και ισχυρών μυών.

Στα δίθυρα ανήκουν τα στρείδια, τα μύδια, τα χτένια, οι αχιβάδες, οι πίννες και πολλές άλλες γνωστές ομάδες. Τα περισσότερα είδη ζουν στη θάλασσα, αλλά υπάρχουν επίσης δίθυρα των υφάλμυρων και των γλυκών νερών.

Ορισμένα ζουν ελεύθερα πάνω στο ίζημα, άλλα θάβονται στην άμμο ή στη λάσπη και άλλα προσκολλώνται σε βράχους και σκληρές επιφάνειες. Υπάρχουν επίσης είδη που διανοίγουν κοιλότητες σε μαλακά πετρώματα, ξύλα ή άλλες επιφάνειες.

Γιατί διατηρούνται συχνά ως απολιθώματα

Τα κελύφη των δίθυρων αποτελούνται κυρίως από ανθρακικό ασβέστιο, με τη μορφή ασβεστίτη, αραγωνίτη ή συνδυασμού των δύο. Τα σκληρά κελύφη έχουν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να διατηρηθούν από τους μαλακούς ιστούς του ζώου, οι οποίοι αποσυντίθενται γρήγορα μετά τον θάνατο.

Όταν ένα νεκρό δίθυρο καλυφθεί γρήγορα από άμμο, ιλύ ή άλλο ίζημα, το κέλυφος προστατεύεται σε κάποιο βαθμό από τη διάβρωση, τη μεταφορά και τη δραστηριότητα άλλων οργανισμών. Με την πάροδο του χρόνου, τα στρώματα των ιζημάτων συμπιέζονται και συγκολλούνται, σχηματίζοντας ιζηματογενές πέτρωμα.

Η διατήρηση δεν είναι πάντοτε πλήρης. Συχνά απομένει μόνο μία θυρίδα, επειδή ο σύνδεσμος που συγκρατεί τις δύο θυρίδες αποσυντίθεται και το κέλυφος διαχωρίζεται.

Τρόποι απολίθωσης

Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρείται μέρος ή ολόκληρο το αρχικό ασβεστιτικό κέλυφος. Σε άλλες περιπτώσεις το αρχικό υλικό διαλύεται ή αντικαθίσταται σταδιακά από διαφορετικά ορυκτά.

Όταν το κέλυφος διαλυθεί αφού έχει ήδη εγκλειστεί στο πέτρωμα, μπορεί να παραμείνει ένα εξωτερικό εκμαγείο που διατηρεί τη γλυπτική της εξωτερικής επιφάνειας. Μπορεί επίσης να σχηματιστεί εσωτερικό εκμαγείο, γνωστό ως λιθόπυρηνας, το οποίο αποτυπώνει το σχήμα του εσωτερικού της κλειστής περιοχής του κελύφους.

Σε άλλες περιπτώσεις, η κοιλότητα που δημιουργήθηκε από τη διάλυση γεμίζει με νέο ορυκτό υλικό και παράγει ένα φυσικό αντίγραφο του αρχικού κελύφους. Η κατάσταση διατήρησης εξαρτάται από τη χημεία των υδάτων, το είδος του ιζήματος, την πίεση, τη θερμοκρασία και τον χρόνο.

Η γεωλογική ιστορία πίσω από τα κυπριακά ευρήματα

Το μεγαλύτερο μέρος της γεωλογικής ιστορίας της Κύπρου εξελίχθηκε μέσα και κάτω από τη θάλασσα. Το οφιολιθικό σύμπλεγμα του Τροόδους σχηματίστηκε ως ωκεάνιος φλοιός και ανυψώθηκε σταδιακά, ενώ γύρω και πάνω από αυτό εναποτέθηκαν διαδοχικά θαλάσσια ιζήματα.

Καθώς η Κύπρος ανυψωνόταν, οι θαλάσσιες λεκάνες γίνονταν σταδιακά ρηχότερες. Περιοχές που βρίσκονταν στον βυθό μετατράπηκαν σε παράκτια περιβάλλοντα, λιμνοθάλασσες, δέλτα ποταμών και, τελικά, σε ξηρά.

Τα απολιθωμένα δίθυρα που σήμερα εντοπίζονται σε λόφους, πρανή δρόμων και πετρώματα μακριά από την ακτή αποτελούν άμεση απόδειξη αυτής της ανύψωσης. Τα ζώα αυτά δεν ζούσαν στη στεριά· τα στρώματα μέσα στα οποία απολιθώθηκαν ανυψώθηκαν πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας πολύ αργότερα.

Σε ποια πετρώματα βρίσκονται

Απολιθωμένα δίθυρα μπορούν να βρεθούν σε διάφορους θαλάσσιους ιζηματογενείς σχηματισμούς της Κύπρου. Είναι ιδιαίτερα άφθονα σε νεότερους σχηματισμούς του Νεογενούς και του Τεταρτογενούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν μάργες, ασβεστιτικούς ψαμμίτες, ασβεστόλιθους, κρητίδες και παράκτια αποθέματα.

Σχηματισμοί όπως της Πάχνας, της Λευκωσίας και της Αθαλάσσας καταγράφουν διαφορετικές φάσεις της θαλάσσιας και παράκτιας εξέλιξης της Κύπρου. Δεν έχουν όλα τα στρώματα την ίδια ηλικία ούτε σχηματίστηκαν στο ίδιο βάθος ή κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Στις πλειοκαινικές και πλειστοκαινικές αποθέσεις της Κύπρου έχουν αναφερθεί πολυάριθμα απολιθώματα δίθυρων, μεταξύ των οποίων εκπρόσωποι των ομάδων Ostrea, Chama, Cardium, Spondylus, Arca και Venus. Οι ονομασίες αυτές περιλαμβάνουν παλαιότερες ταξινομικές χρήσεις και δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ταυτοποιήσεις των δειγμάτων των φωτογραφιών.

Τι μας αποκαλύπτουν για το αρχαίο περιβάλλον

Το είδος, το μέγεθος, ο τρόπος ζωής και η κατάσταση διατήρησης ενός δίθυρου μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για το περιβάλλον στο οποίο έζησε. Δίθυρα προσαρμοσμένα σε βραχώδη υποστρώματα υποδεικνύουν διαφορετικές συνθήκες από είδη που ζούσαν θαμμένα μέσα σε λεπτή λάσπη.

Τα παχιά και ισχυρά κελύφη μπορεί να συνδέονται με περιβάλλοντα υψηλής ενέργειας, όπως ρηχές ακτές με έντονο κυματισμό. Λεπτότερα κελύφη μπορούν να διατηρηθούν σε ηπιότερα περιβάλλοντα, εφόσον η ταφή τους ήταν γρήγορη και δεν καταστράφηκαν.

Η παρουσία οργανισμών που απαιτούσαν κανονική θαλάσσια αλατότητα διαφέρει από συναθροίσεις ειδών ανθεκτικών σε υφάλμυρα νερά. Μελετώντας ολόκληρη την απολιθωμένη πανίδα και το πέτρωμα, οι γεωλόγοι μπορούν να ανασυνθέσουν με μεγαλύτερη αξιοπιστία το αρχαίο περιβάλλον.

Στρείδια και προσκολλημένες μορφές

Τα απολιθωμένα στρείδια συγκαταλέγονται στα συχνά ευρήματα των κυπριακών θαλάσσιων σχηματισμών. Ζούσαν προσκολλημένα σε σκληρές επιφάνειες και συνήθως είχαν παχιές, ακανόνιστες θυρίδες που αντανακλούσαν το σχήμα του υποστρώματος πάνω στο οποίο αναπτύσσονταν.

Οι συσσωρεύσεις στρειδιών μπορεί να υποδεικνύουν ρηχά νερά, σταθερό υπόστρωμα και σχετικά υψηλή παραγωγικότητα. Ωστόσο, πρέπει πάντοτε να εξετάζεται εάν τα κελύφη βρέθηκαν στη θέση ζωής τους ή μεταφέρθηκαν από κύματα και ρεύματα.

Χτένια και ελεύθερα δίθυρα

Τα χτένια και οι συγγενικές μορφές της οικογένειας Pectinidae αναγνωρίζονται συχνά από το ανεμισμοειδές περίγραμμα και τις ακτινωτές νευρώσεις των θυρίδων. Ορισμένα ζούσαν ελεύθερα πάνω στον βυθό, ενώ άλλα προσκολλούνταν προσωρινά σε επιφάνειες.

Απολιθώματα Pectinidae είναι γνωστά από διάφορες νεογενείς αποθέσεις της Μεσογείου, περιλαμβανομένης της Κύπρου. Η ακριβής ταυτοποίησή τους απαιτεί εξέταση του σχήματος, των νευρώσεων, της άρθρωσης και των μικρών προεκτάσεων κοντά στην κορυφή του κελύφους.

Θαμμένες μορφές

Πολλά δίθυρα ζούσαν μερικώς ή ολόκληρα θαμμένα μέσα στο ίζημα. Χρησιμοποιούσαν μυώδες πόδι για να εισχωρούν στην άμμο ή στη λάσπη και σίφωνες για να αναπνέουν και να φιλτράρουν τροφή από το νερό.

Η μορφή του κελύφους και οι μυϊκές ουλές στο εσωτερικό μπορούν να αποκαλύψουν στοιχεία για το πόσο βαθιά θαβόταν το ζώο. Η θέση της γραμμής του μανδύα και η παρουσία παλλιακού κόλπου συνδέονται συχνά με την ανάπτυξη σιφώνων.

Συγκεντρώσεις απολιθωμένων κελυφών

Σε ορισμένα πετρώματα παρατηρούνται πυκνές συγκεντρώσεις από ολόκληρα ή σπασμένα κελύφη. Μερικές δημιουργήθηκαν από οργανισμούς που ζούσαν μαζί στην ίδια περιοχή, ενώ άλλες σχηματίστηκαν μετά τη μεταφορά και συγκέντρωση των κελυφών από κύματα, καταιγίδες ή θαλάσσια ρεύματα.

Μια συγκέντρωση που σχηματίστηκε από οργανισμούς οι οποίοι ζούσαν μαζί ονομάζεται βιοκοινωνία. Αντίθετα, μια συγκέντρωση λειψάνων που μεταφέρθηκαν ή συσσωρεύτηκαν μετά τον θάνατο των οργανισμών χαρακτηρίζεται ως θανατοκοινωνία.

Η διάκριση απαιτεί μελέτη του προσανατολισμού των κελυφών, του βαθμού θραύσης και αποτριβής, της ταξινόμησης κατά μέγεθος και της σχέσης τους με το περιβάλλον ίζημα.

Μαζικοί θάνατοι και μεταβολές του περιβάλλοντος

Το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης αναφέρει ότι ορισμένες πλειοκαινικές και πλειστοκαινικές συγκεντρώσεις θαλάσσιων απολιθωμάτων της Κύπρου αντιπροσωπεύουν θανατοκοινωνίες που προέκυψαν από απότομες μεταβολές του περιβάλλοντος.

Η σταδιακή ανύψωση της Κύπρου προκαλούσε ρήχυνση των γύρω θαλασσών. Παράλληλα, μεγάλες εισροές γλυκού νερού κοντά σε δέλτα ποταμών κατά τις υγρές περιόδους μπορούσαν να μεταβάλουν απότομα την αλατότητα και να προκαλέσουν τον θάνατο θαλάσσιων οργανισμών.

Δεν σχηματίστηκαν όλες οι απολιθωματοφόρες συγκεντρώσεις με αυτόν τον τρόπο. Κάθε εμφάνιση πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά με βάση το γεωλογικό στρώμα, τη θέση των απολιθωμάτων και τα ιζηματολογικά χαρακτηριστικά.

Πώς αναγνωρίζονται

Για την αναγνώριση ενός απολιθωμένου δίθυρου εξετάζονται το γενικό περίγραμμα, η συμμετρία, η κυρτότητα, η κορυφή, η άρθρωση, τα δόντια, οι μυϊκές ουλές και η εξωτερική γλυπτική. Σημαντικά χαρακτηριστικά αποτελούν επίσης οι ομόκεντρες γραμμές ανάπτυξης, οι ακτινωτές νευρώσεις, τα αγκάθια και οι πτυχώσεις.

Η ταυτοποίηση μόνο από μία φωτογραφία της εξωτερικής επιφάνειας μπορεί να είναι αναξιόπιστη. Συχνά απαιτείται εξέταση και των δύο όψεων, ακριβείς μετρήσεις, γνώση της γεωλογικής θέσης και σύγκριση με επιστημονικά περιγραμμένο υλικό.

Όταν δεν υπάρχουν αρκετά διαγνωστικά γνωρίσματα, η επιστημονικά ορθή αναφορά είναι Bivalvia indet., δηλαδή απροσδιόριστο δίθυρο. Είναι προτιμότερη μια ασφαλής γενική αναγνώριση από μια λανθασμένη απόδοση σε γένος ή είδος.

Η σημασία της στρωματογραφικής θέσης

Ένα απολίθωμα αποκτά πολύ μεγαλύτερη επιστημονική αξία όταν είναι γνωστή η ακριβής θέση του μέσα στο γεωλογικό στρώμα. Η λιθολογία, η γεωγραφική θέση και η σχέση του με τα γειτονικά στρώματα επιτρέπουν τη χρονολόγηση και την ερμηνεία του περιβάλλοντος απόθεσης.

Ένα απομονωμένο κέλυφος χωρίς στοιχεία προέλευσης μπορεί να είναι εντυπωσιακό, αλλά προσφέρει πολύ λιγότερες επιστημονικές πληροφορίες. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να φωτογραφίζεται πρώτα το απολίθωμα στη θέση του και να καταγράφονται οι απαραίτητες πληροφορίες.

Καταγραφή ενός ευρήματος

Μια σωστή καταγραφή πρέπει να περιλαμβάνει φωτογραφίες του δείγματος και του πετρώματος, ημερομηνία, γενική τοποθεσία, γεωλογικό σχηματισμό όταν είναι γνωστός και σύντομη περιγραφή της θέσης. Ένα αντικείμενο γνωστού μεγέθους ή μια κλίμακα βοηθά στον υπολογισμό των διαστάσεων.

Χρήσιμες είναι οι φωτογραφίες από διαφορετικές γωνίες, χωρίς υπερβολική επεξεργασία ή έντονες σκιές. Δεν πρέπει να αφαιρείται μηχανικά το πέτρωμα με εργαλεία χωρίς γνώση των κατάλληλων τεχνικών, επειδή μπορεί να καταστραφούν κρίσιμα μορφολογικά χαρακτηριστικά.

Επιστημονική και εκπαιδευτική αξία

Τα απολιθωμένα δίθυρα βοηθούν στη μελέτη της παλαιοβιοποικιλότητας, της εξέλιξης των μαλακίων και των μεταβολών των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Ορισμένες ομάδες μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με άλλα απολιθώματα για τη συσχέτιση και σχετική χρονολόγηση γεωλογικών στρωμάτων.

Επειδή πολλά απολιθωμένα δίθυρα μοιάζουν με σύγχρονους συγγενείς τους, επιτρέπουν συγκρίσεις μεταξύ αρχαίων και σημερινών θαλάσσιων κοινοτήτων. Μπορούν να αποκαλύψουν αλλαγές στη θερμοκρασία των νερών, στο βάθος και στη μορφή των ακτών.

Προστασία της γεωλογικής κληρονομιάς

Τα απολιθώματα αποτελούν μη ανανεώσιμο μέρος της φυσικής και γεωλογικής κληρονομιάς της Κύπρου. Όταν καταστραφεί μια σημαντική απολιθωματοφόρος θέση ή αφαιρεθεί ένα επιστημονικά πολύτιμο δείγμα χωρίς καταγραφή, οι πληροφορίες που χάνονται δεν μπορούν να ανακτηθούν.

Πρέπει να αποφεύγεται η συλλογή από προστατευόμενες περιοχές, αρχαιολογικούς χώρους, επικίνδυνα πρανή και θέσεις όπου απαγορεύεται η πρόσβαση ή η αφαίρεση γεωλογικού υλικού. Ασυνήθιστα, σπάνια ή εξαιρετικά καλά διατηρημένα ευρήματα είναι προτιμότερο να αναφέρονται στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης ή σε αρμόδιο επιστημονικό ίδρυμα.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia – Ζώα
Συνομοταξία: Mollusca – Μαλάκια
Κλάση: Bivalvia – Δίθυρα
Παλαιότερες ονομασίες της κλάσης: Pelecypoda, Lamellibranchiata
Χαρακτηριστικό γνώρισμα: Κέλυφος αποτελούμενο συνήθως από δύο αρθρωμένες θυρίδες
Γεωλογική εμφάνιση: Από το Κάμβριο μέχρι σήμερα
Περιβάλλοντα: Θαλάσσια, υφάλμυρα και γλυκά νερά
Κατάσταση των εικονιζόμενων δειγμάτων: Απροσδιόριστα δίθυρα – Bivalvia indet., εκτός εάν πραγματοποιηθεί λεπτομερής επιστημονική ταυτοποίηση

Πηγές

Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης Κύπρου – Απολιθώματα

Geological Survey Department of Cyprus – Fossils

British Geological Survey – Bivalves

The Miocene Pakhna Formation of southern Cyprus

Geological Magazine – Pliocene–Pleistocene development of the Mesaoria Basin


Fossil bivalves of Cyprus

Text by George Konstantinou.

The fossil bivalves of Cyprus

Fossil bivalves are among the most frequent and characteristic marine fossils found in Cyprus. They occur mainly within sedimentary rocks formed when extensive areas of the present-day island were still submerged beneath the sea.

Their shells preserve information about organisms that inhabited ancient seas and about the depth, temperature, salinity, substrate and wider environmental conditions that existed during the geological past.

What are bivalves?

Bivalves are molluscs belonging to the class Bivalvia. Their soft body is protected by two calcareous valves joined along a hinged region and opened or closed with the assistance of a ligament and powerful muscles.

The group includes oysters, mussels, scallops, cockles, clams, pen shells and many other familiar organisms. Most species are marine, although bivalves also inhabit brackish and fresh water.

Some live freely on the sediment surface, others burrow into sand or mud, and others attach themselves to rocks and other hard surfaces. Certain species also excavate cavities in soft rock, wood or other materials.

Why they are commonly preserved as fossils

Bivalve shells consist mainly of calcium carbonate in the form of calcite, aragonite or a combination of both. Their hard shells have a much greater chance of preservation than the animal’s soft tissues, which decompose rapidly after death.

When a dead bivalve is quickly covered by sand, mud or another sediment, its shell receives some protection from erosion, transportation and the activities of other organisms. Over time, the accumulated sediment is compacted and cemented to form sedimentary rock.

Preservation is not always complete. Only one valve is frequently found because the ligament holding the two valves together decays and allows the shell to separate.

Fossilisation processes

In some specimens, part or all of the original calcitic shell is preserved. In others, the original shell material is dissolved or gradually replaced by different minerals.

If the shell dissolves after being enclosed within rock, it may leave an external mould preserving the sculpture of its outer surface. An internal mould, known as a steinkern, may also form and reproduce the shape of the enclosed interior of the shell.

In other cases, the cavity created by dissolution is filled with new mineral material, producing a natural cast of the original shell. The type of preservation depends on groundwater chemistry, sediment type, pressure, temperature and time.

The geological history behind the Cypriot fossils

Much of the geological history of Cyprus unfolded within and beneath the sea. The Troodos Ophiolite formed as oceanic crust and was gradually uplifted, while successive marine sediments accumulated around and above it.

As Cyprus rose, its surrounding marine basins gradually became shallower. Areas that had once formed part of the seabed developed into coastal environments, lagoons, river deltas and, eventually, dry land.

Fossil bivalves now found on hills, road cuttings and rocks far from the coast provide direct evidence of this uplift. These animals did not live on land; the strata containing their remains were raised above sea level long after they had been buried.

Rocks containing fossil bivalves

Fossil bivalves occur in several marine sedimentary formations in Cyprus. They are especially abundant in younger Neogene and Quaternary formations containing marls, calcareous sandstones, limestones, chalks and coastal deposits.

The Pakhna, Nicosia and Athalassa formations document different stages in the marine and coastal evolution of Cyprus. Their strata are not all of the same age and were not deposited at the same depth or under identical environmental conditions.

Numerous bivalve fossils have been reported from the Pliocene and Pleistocene formations of Cyprus, including representatives historically assigned to Ostrea, Chama, Cardium, Spondylus, Arca and Venus. These names include older taxonomic usages and must not automatically be treated as identifications of the specimens shown in the photographs.

Evidence of ancient environments

The species, size, mode of life and preservation of a bivalve can provide important evidence about its original environment. Species adapted to rocky surfaces indicate different conditions from those that lived buried within fine mud.

Thick and robust shells may be associated with high-energy environments, including shallow shores exposed to strong wave action. Thinner shells can be preserved in quieter settings if they are buried rapidly and escape destruction.

The presence of organisms requiring normal marine salinity differs from an assemblage dominated by species tolerant of brackish water. By examining the entire fossil fauna together with the surrounding rock, geologists can reconstruct the ancient environment more reliably.

Oysters and attached forms

Fossil oysters are among the frequently encountered remains in the marine formations of Cyprus. They lived attached to hard surfaces and usually possessed thick, irregular valves reflecting the shape of the substrate on which they grew.

Accumulations of oysters may indicate shallow water, a stable substrate and relatively high biological productivity. It is nevertheless necessary to determine whether the shells remain in their living positions or were transported by waves and currents.

Scallops and free-living bivalves

Scallops and related members of the family Pectinidae are often recognised by their fan-shaped outline and radiating ribs. Some lived freely on the seabed, while others temporarily attached themselves to available surfaces.

Pectinid fossils are known from various Neogene deposits of the Mediterranean, including Cyprus. Accurate identification requires examination of the outline, ribs, hinge and the small projecting structures near the shell’s umbo.

Burrowing forms

Many bivalves lived partly or completely buried within sediment. They used a muscular foot to penetrate sand or mud and siphons to breathe and filter food from the water.

Shell form and muscle scars on the inner surface can provide evidence of how deeply the animal burrowed. The position of the pallial line and the presence of a pallial sinus are often associated with the development of siphons.

Fossil shell concentrations

Some rocks contain dense accumulations of complete or fragmented shells. Certain assemblages were produced by organisms living together in the same area, whereas others formed after waves, storms or currents transported and concentrated the shells.

An accumulation formed by organisms that lived together represents a life assemblage or biocoenosis. By contrast, a concentration of remains transported or accumulated after death is described as a death assemblage or thanatocoenosis.

Distinguishing between them requires examination of shell orientation, breakage, abrasion, size sorting and the relationship between the fossils and their surrounding sediment.

Mass mortality and environmental change

The Geological Survey Department reports that some Pliocene and Pleistocene fossil concentrations in Cyprus represent death assemblages produced by abrupt environmental changes.

The progressive uplift of Cyprus caused the surrounding seas to become shallower. At the same time, large inputs of fresh water near river deltas during periods of high rainfall could abruptly change salinity and cause the death of marine organisms.

Not every fossil-bearing concentration formed in this way. Each occurrence must be evaluated separately according to its geological stratum, the position of the fossils and its sedimentological characteristics.

Fossil identification

To identify a fossil bivalve, specialists examine its overall outline, symmetry, convexity, umbo, hinge, hinge teeth, muscle scars and external sculpture. Concentric growth lines, radial ribs, spines and folds can also provide important diagnostic characters.

Identification based solely on one photograph of the external surface may be unreliable. Examination of both surfaces, accurate measurements, knowledge of the geological locality and comparison with scientifically described material are often required.

When sufficient diagnostic characters are unavailable, the scientifically responsible identification is Bivalvia indet., meaning an indeterminate bivalve. A secure general identification is preferable to an unsupported assignment to a genus or species.

Importance of stratigraphic context

A fossil has much greater scientific value when its precise position within the geological sequence is known. The lithology, geographical locality and relationship with neighbouring strata allow its age and depositional environment to be interpreted.

An isolated shell lacking provenance may be visually impressive but provides far less scientific information. Fossils should therefore be photographed in their original position and the relevant contextual information recorded before any further action is taken.

Documenting a discovery

A good record should include photographs of the specimen and surrounding rock, the date, a general locality, the geological formation when known and a short description of the site. A scale or familiar object of known size assists in establishing the fossil’s dimensions.

Photographs from several angles, without excessive processing or deep shadows, are especially useful. Rock should not be mechanically removed with unsuitable tools because important morphological features can easily be destroyed.

Scientific and educational value

Fossil bivalves assist research into past biodiversity, molluscan evolution and changes within marine ecosystems. When used with other fossils, some groups also contribute to the correlation and relative dating of geological strata.

Because many fossil bivalves resemble their modern relatives, they permit comparisons between ancient and present-day marine communities. Such comparisons can reveal changes in water temperature, depth and the form of ancient coastlines.

Protecting Cyprus’s geological heritage

Fossils are a non-renewable part of the natural and geological heritage of Cyprus. When an important fossil locality is destroyed or a scientifically valuable specimen is removed without documentation, the lost information cannot be recovered.

Collection should be avoided in protected areas, archaeological sites, dangerous cliffs and locations where access or the removal of geological material is prohibited. Unusual, rare or exceptionally preserved discoveries should preferably be reported to the Geological Survey Department or another appropriate scientific institution.

Classification

Kingdom: Animalia – Animals
Phylum: Mollusca – Molluscs
Class: Bivalvia – Bivalves
Older names for the class: Pelecypoda, Lamellibranchiata
Defining feature: A shell normally consisting of two hinged valves
Geological range: Middle Cambrian to the present
Environments: Marine, brackish and fresh water
Status of the illustrated specimens: Indeterminate bivalves – Bivalvia indet., unless a detailed scientific identification is completed

Sources

Geological Survey Department of Cyprus – Fossils

British Geological Survey – Bivalves

The Miocene Pakhna Formation of southern Cyprus

Geological Magazine – Pliocene–Pleistocene development of the Mesaoria Basin


No comments:

Post a Comment