Translate

Sunday, 28 January 2018

Ward’s weed – Carrichtera annua (L.) DC. - Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο



Photos Geri  28/1/2018 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Carrichtera annua (L.) DC.

Η Carrichtera annua είναι ένα μικρό ετήσιο φυτό της οικογένειας Brassicaceae, της ίδιας οικογένειας στην οποία ανήκουν οι βρούβες, οι μουστάρδες και πολλά καλλιεργούμενα λαχανικά. Είναι γνωστή στα αγγλικά ως Ward’s weed, ενώ δεν έχει καταγραφεί ευρέως καθιερωμένη ελληνική κοινή ονομασία.

Παρότι τα άνθη της είναι μικρά, το είδος παρουσιάζει ιδιαίτερο βοτανικό ενδιαφέρον εξαιτίας του ασυνήθιστου καρπού του. Ο καρπός καταλήγει σε ένα πλατύ, κοίλο και κουταλοειδές ράμφος, το οποίο αποτελεί το σημαντικότερο γνώρισμα για την ασφαλή αναγνώρισή του.

Το γένος Carrichtera θεωρείται μονοτυπικό, καθώς περιλαμβάνει μόνο το είδος Carrichtera annua.

Μορφή και κύκλος ζωής

Είναι ετήσιο θερόφυτο, δηλαδή ολοκληρώνει ολόκληρο τον βιολογικό του κύκλο μέσα σε μία ευνοϊκή περίοδο και επιβιώνει κατά την ξηρή εποχή με τη μορφή σπόρων.

Βλαστάνει μετά τις φθινοπωρινές ή χειμερινές βροχές, αναπτύσσεται κατά τους ψυχρότερους μήνες και ανθίζει νωρίς την άνοιξη. Μετά την ωρίμανση των καρπών, το υπέργειο τμήμα ξηραίνεται.

Το φυτό συνήθως φθάνει σε ύψος 5–40 εκατοστών. Μπορεί να είναι όρθιο, ανερχόμενο ή μερικώς κατακείμενο, με αρκετούς βλαστούς που ξεκινούν κοντά στη βάση.

Βλαστοί και τρίχωμα

Οι βλαστοί είναι λεπτοί, πράσινοι και διακλαδισμένοι, κυρίως από το κατώτερο τμήμα. Καλύπτονται από αραιές έως πυκνότερες σκληρές τρίχες, πολλές από τις οποίες είναι στραμμένες προς τα πίσω.

Το οπισθόκλινο αυτό τρίχωμα προσδίδει τραχιά υφή στο φυτό. Παρόμοιες τρίχες υπάρχουν στους μίσχους των φύλλων, στα φύλλα, στους κάλυκες και στους νεαρούς καρπούς.

Φύλλα

Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή και έμμισχα. Το περίγραμμά τους είναι επιμήκες, αλλά το έλασμα είναι τόσο βαθιά διαιρεμένο ώστε το φύλλο φαίνεται να αποτελείται από πολλά στενά τμήματα.

Είναι πτεροσχιδή έως διπλά ή τριπλά πτεροσχιδή. Οι τελικοί λοβοί είναι στενοί, γραμμοειδείς έως επιμήκεις και έχουν συνήθως αμβλεία κορυφή.

Τα κατώτερα φύλλα είναι μεγαλύτερα και σχηματίζουν αρχικά χαμηλή συγκέντρωση κοντά στο έδαφος. Τα ανώτερα είναι μικρότερα και αραιότερα τοποθετημένα πάνω στους ανθοφόρους βλαστούς.

Ο έντονος τεμαχισμός του ελάσματος μειώνει τη συνεχή επιφάνεια του φύλλου που εκτίθεται στον ξηρό αέρα και στον ήλιο.

Ταξιανθία

Τα άνθη αναπτύσσονται σε βοτρυώδεις ταξιανθίες. Στην αρχή τα άνθη βρίσκονται σχετικά κοντά μεταξύ τους, αλλά ο άξονας της ταξιανθίας επιμηκύνεται σημαντικά κατά την καρποφορία.

Έτσι, στα ώριμα φυτά οι παλαιότεροι καρποί βρίσκονται χαμηλότερα, ενώ τα νεότερα άνθη και μπουμπούκια παραμένουν κοντά στην κορυφή. Η διαδοχική αυτή ανάπτυξη επιτρέπει στο ίδιο φυτό να φέρει ταυτόχρονα άνθη, άγουρους καρπούς και ώριμους καρπούς.

Άνθη

Τα άνθη ακολουθούν τη χαρακτηριστική τετραμερή κατασκευή των Brassicaceae. Διαθέτουν τέσσερα σέπαλα και τέσσερα πέταλα τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού.

Τα πέταλα έχουν μήκος περίπου 8–9 χιλιοστά. Είναι κρεμώδη, υπόλευκα ή ωχροκίτρινα και συνήθως φέρουν λεπτές ιώδεις, πορφυρές ή πρασινωπές νευρώσεις. Οι νευρώσεις είναι πιο εμφανείς προς τη βάση τους.

Στο κέντρο βρίσκονται έξι στήμονες: τέσσερις μακρύτεροι και δύο βραχύτεροι. Η διάταξη αυτή ονομάζεται τετραδυναμία και είναι βασικό χαρακτηριστικό της οικογένειας Brassicaceae.

Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα. Μπορούν να επικονιάζονται από μικρά έντομα, ενώ είναι επίσης δυνατή η αυτογονιμοποίηση.

Ανθοφορία στην Κύπρο

Στην Κύπρο ανθίζει κυρίως από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο. Η ακριβής περίοδος επηρεάζεται από τις χειμερινές βροχοπτώσεις και τις θερμοκρασίες.

Σε χρονιές με πρώιμες και επαρκείς βροχές μπορεί να αναπτυχθεί και να ανθίσει νωρίτερα. Αντίθετα, η παρατεταμένη ξηρασία περιορίζει το μέγεθος των φυτών και τη διάρκεια της ανθοφορίας.

Ο χαρακτηριστικός καρπός

Ο καρπός είναι μικρή κεράτινη ή βραχεία πυριτίδα, μήκους περίπου 6–8 χιλιοστών. Φέρεται πάνω σε βραχύ ποδίσκο και κατά την ωρίμανση στρέφεται συνήθως προς τα κάτω.

Αποτελείται από δύο μορφολογικά διαφορετικά τμήματα:

  • Το κατώτερο τμήμα είναι σχεδόν σφαιρικό ή ωοειδές, τριχωτό και περιέχει τους σπόρους.
  • Το ανώτερο τμήμα είναι άγονο, πεπλατυσμένο και διευρύνεται σε ένα κοίλο, κουταλοειδές ράμφος.

Το ράμφος έχει μήκος περίπου 3–4 χιλιοστά και δεν περιέχει σπόρους. Η μορφή του θυμίζει μικροσκοπικό κουτάλι ή ράμφος πάπιας και καθιστά τους ώριμους καρπούς σχεδόν αδύνατο να συγχέονται με εκείνους άλλων κυπριακών φυτών.

Το σποροφόρο τμήμα χωρίζεται εσωτερικά σε δύο χώρους. Σε κάθε χώρο αναπτύσσονται συνήθως τρεις ή τέσσερις μικροί σπόροι.

Σπόροι και διασπορά

Οι σπόροι είναι μικροί, καστανοί και περίπου σφαιρικοί έως αντιωοειδείς. Η μορφή τους μπορεί να διαφοροποιείται ελαφρά ανάλογα με τη θέση και την πίεση που δέχθηκαν μέσα στον καρπό.

Όταν βραχούν, το περίβλημά τους μπορεί να παράγει βλεννώδη ουσία. Η βλέννα βοηθά τον σπόρο να προσκολληθεί στο έδαφος και να συγκρατήσει υγρασία γύρω από την επιφάνειά του.

Η διασπορά γίνεται κυρίως κοντά στο μητρικό φυτό. Μετακίνηση χώματος, επιφανειακή απορροή νερού, γεωργικές δραστηριότητες, οχήματα και ζώα μπορούν να μεταφέρουν τους καρπούς ή τους σπόρους σε μεγαλύτερες αποστάσεις.

Βιότοπος στην Κύπρο

Η Carrichtera annua είναι φυτό ανοικτών, ξηρών και συχνά διαταραγμένων τοποθεσιών. Προτιμά σημεία με χαμηλή βλάστηση, όπου υπάρχει αρκετό φως και περιορισμένος ανταγωνισμός από ψηλότερα πολυετή φυτά.

Μπορεί να βρεθεί σε:

  • χέρσους και εγκαταλειμμένους αγρούς,
  • περιθώρια καλλιεργειών,
  • άκρες χωματόδρομων και μονοπατιών,
  • ξηρά πρανή,
  • πετρώδεις και ανοιχτές εκτάσεις,
  • χαμηλούς βοσκότοπους,
  • περιοχές κοντά σε οικισμούς,
  • άλλες διαταραγμένες θέσεις.

Οι επιβεβαιωμένες κυπριακές καταγραφές τοποθετούν το είδος κυρίως σε χαμηλά υψόμετρα, περίπου μεταξύ 100 και 300 μέτρων. Έχει επίσης δημοσιευθεί συλλογή από την αρχή του φαραγγιού του Πεντάσχοινου, κοντά στον Άγιο Θεόδωρο, σε υψόμετρο περίπου 75 μέτρων.

Παρουσία και καθεστώς στην Κύπρο

Η Carrichtera annua θεωρείται αυτόχθονο είδος της κυπριακής χλωρίδας. Δεν είναι ενδημική στην Κύπρο και η εξάπλωσή της στο νησί φαίνεται να είναι πιο περιορισμένη από εκείνη πολλών άλλων κοινών φυτών των διαταραγμένων βιοτόπων.

Η παρουσία της μπορεί εύκολα να παραβλεφθεί εξαιτίας του μικρού μεγέθους, της πρώιμης ανθοφορίας και της σύντομης περιόδου κατά την οποία παραμένει πράσινη. Οι ώριμοι κουταλοειδείς καρποί αποτελούν τον ευκολότερο τρόπο εντοπισμού και επιβεβαίωσής της.

Παγκόσμια εξάπλωση

Η φυσική της εξάπλωση εκτείνεται από τις Κανάριες Νήσους και τη Μεσόγειο μέχρι το Ιράν και την Αραβική Χερσόνησο. Περιλαμβάνει περιοχές της νότιας Ευρώπης, της βόρειας Αφρικής, της ανατολικής Μεσογείου και της νοτιοδυτικής Ασίας.

Έχει εισαχθεί σε διάφορες χώρες έξω από τη φυσική της περιοχή. Στην Αυστραλία και σε ορισμένες άλλες περιοχές έχει εξαπλωθεί σε ξηρούς βοσκότοπους και αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητο ή χωροκατακτητικό ζιζάνιο.

Η συμπεριφορά της σε χώρες όπου έχει εισαχθεί δεν πρέπει να συγχέεται με το καθεστώς της στην Κύπρο, όπου αποτελεί γηγενές είδος.

Προσαρμογή στην ξηρασία

Η βασικότερη προσαρμογή του φυτού στο μεσογειακό κλίμα είναι ο ετήσιος κύκλος του. Αναπτύσσεται κατά την ψυχρή και υγρή περίοδο και ολοκληρώνει την παραγωγή σπόρων πριν από την έντονη θερινή ξηρασία.

Το μικρό μέγεθος, τα βαθιά διαιρεμένα φύλλα και η σύντομη περίοδος ανάπτυξης περιορίζουν τις ανάγκες του σε νερό. Οι σπόροι παραμένουν στο έδαφος κατά τους θερμούς μήνες και βλαστάνουν όταν αποκατασταθούν κατάλληλες συνθήκες υγρασίας.

Οικολογικός ρόλος

Τα μικρά άνθη προσφέρουν περιορισμένες αλλά χρήσιμες ποσότητες γύρης και νέκταρος σε μικρά έντομα κατά το τέλος του χειμώνα και την αρχή της άνοιξης.

Το φυτό συμμετέχει επίσης στην εποχική κάλυψη γυμνού εδάφους. Μετά την ολοκλήρωση του κύκλου του, η μικρή ποσότητα φυτικής ύλης που παράγει αποσυντίθεται και επιστρέφει οργανικό υλικό στο έδαφος.

Οι σπόροι του μπορούν να αποτελέσουν τροφή για μικρά ασπόνδυλα και σποροφάγα ζώα.

Αλλεργίες και προφυλάξεις

Δεν είναι γνωστή ως σημαντική πηγή αερομεταφερόμενης γύρης, καθώς τα άνθη της είναι μικρά και η επικονίαση δεν βασίζεται αποκλειστικά στον άνεμο. Επομένως, δεν θεωρείται από τα βασικά φυτά που προκαλούν εποχική αλλεργική ρινίτιδα.

Η επαφή με το τραχύ τρίχωμα μπορεί να προκαλέσει ήπιο μηχανικό ερεθισμό σε ιδιαίτερα ευαίσθητο δέρμα. Όπως συμβαίνει με κάθε άγριο φυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί ατομική αλλεργική αντίδραση.

Δεν υπάρχουν επαρκώς τεκμηριωμένες παραδοσιακές διατροφικές ή θεραπευτικές χρήσεις του είδους στην Κύπρο. Δεν πρέπει να συλλέγεται για κατανάλωση ή φαρμακευτική χρήση χωρίς ειδική γνώση.

Αναγνώριση

Τα βασικά γνωρίσματα για την αναγνώριση της Carrichtera annua είναι:

  • το μικρό ετήσιο σώμα,
  • οι βλαστοί με οπισθόκλινες σκληρές τρίχες,
  • τα βαθιά διαιρεμένα φύλλα με στενούς λοβούς,
  • τα τέσσερα ωχροκίτρινα ή κρεμώδη πέταλα,
  • οι λεπτές πορφυρές ή ιώδεις νευρώσεις των πετάλων,
  • οι επιμηκυνόμενες βοτρυώδεις ταξιανθίες,
  • οι κρεμαστοί καρποί,
  • το σχεδόν σφαιρικό σποροφόρο τμήμα,
  • το χαρακτηριστικό άγονο, πλατύ και κουταλοειδές ράμφος.

Η αναγνώριση μόνο από τα φύλλα ή τα άνθη μπορεί να είναι δύσκολη, επειδή πολλά μικρά φυτά της οικογένειας Brassicaceae έχουν παρόμοια εμφάνιση. Ο ώριμος καρπός παρέχει το ασφαλέστερο διαγνωστικό γνώρισμα.

Ονοματολογία και ετυμολογία

Το είδος περιγράφηκε αρχικά από τον Κάρολο Λινναίο ως Vella annua. Το 1821 ο Augustin Pyramus de Candolle το μετέφερε στο γένος Carrichtera.

Γι’ αυτό το «L.», που αντιπροσωπεύει τον Λινναίο, τοποθετείται μέσα σε παρένθεση, ενώ το «DC.» δηλώνει τον de Candolle, ο οποίος δημιούργησε τον σημερινό ταξινομικό συνδυασμό.

Το επίθετο annua σημαίνει «ετήσια» και αναφέρεται στον μονοετή κύκλο ζωής του φυτού.

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Plantae
  • Συνομοταξία: Tracheophyta
  • Ομοταξία: Magnoliopsida
  • Τάξη: Brassicales
  • Οικογένεια: Brassicaceae
  • Φυλή: Brassiceae
  • Γένος: Carrichtera
  • Είδος: Carrichtera annua (L.) DC.
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Ward’s weed

Στοιχεία φωτογραφιών

Φωτογραφίες: George Konstantinou
Τοποθεσία: Γέρι, επαρχία Λευκωσίας, Κύπρος
Ημερομηνία φωτογράφισης: 28 Ιανουαρίου 2018
Συντεταγμένες περιοχής: 35.1056° N, 33.4198° E

Οι συντεταγμένες αντιστοιχούν στην ευρύτερη περιοχή του Γερίου και όχι κατ’ ανάγκη στο ακριβές σημείο φωτογράφισης.

Πηγές

Ward’s weed – Carrichtera annua (L.) DC. – Cyprus

Text by George Konstantinou.

Carrichtera annua (L.) DC.

Carrichtera annua is a small annual plant belonging to the family Brassicaceae, the same family as mustards, cabbages and many cultivated vegetables. It is known in English as Ward’s weed, while no widely established Greek common name has been recorded.

Although its flowers are small, the species is botanically distinctive because of its unusual fruit. The fruit terminates in a broad, concave, spoon-shaped beak, which provides the most important feature for reliable identification.

The genus Carrichtera is considered monotypic, containing only Carrichtera annua.

Growth form and life cycle

It is an annual therophyte, completing its entire biological cycle during a single favourable season and surviving the dry period as seeds.

It germinates following autumn or winter rainfall, develops during the cooler months and flowers in winter and early spring. After the fruits mature, its above-ground parts dry out.

The plant generally grows 5–40 centimetres tall. It may be erect, ascending or partly decumbent, with several stems arising close to the base.

Stems and hairs

The stems are slender, green and branched, mainly from their lower part. They are covered with sparse to denser stiff hairs, many of which point backwards.

These reflexed hairs give the plant a rough texture. Similar hairs occur on the leaf stalks, leaves, calyces and young fruits.

Leaves

The leaves are alternate and stalked. Their general outline is oblong, but the blade is so deeply divided that each leaf appears to consist of numerous narrow sections.

They are pinnatisect to twice or three-times pinnatisect. The final lobes are narrow, linear to oblong and generally have blunt tips.

The lower leaves are larger and initially form a low concentration close to the ground. The upper leaves are smaller and more widely spaced along the flowering stems.

The deep division of the blade reduces the continuous leaf surface exposed to dry air and direct sunlight.

Inflorescence

The flowers are borne in racemes. Initially they are situated relatively close together, but the inflorescence axis lengthens considerably as the fruits develop.

Mature plants may consequently carry older fruits below, with younger flowers and buds remaining near the tip. This progressive development allows a single plant to bear flowers, immature fruits and mature fruits simultaneously.

Flowers

The flowers possess the characteristic four-part structure of the Brassicaceae. They have four sepals and four petals arranged in the form of a cross.

The petals are approximately 8–9 millimetres long. They are creamy, off-white or pale yellow and usually marked with fine violet, purple or greenish veins. These veins are most conspicuous towards their bases.

Six stamens occur at the centre: four longer and two shorter. This arrangement is known as tetradynamous and is a defining feature of the family Brassicaceae.

The flowers are hermaphroditic. They may be pollinated by small insects, while self-pollination is also possible.

Flowering period in Cyprus

In Cyprus, it flowers mainly from January to March. The precise flowering period is influenced by winter rainfall and temperature.

During years with early and sufficient rainfall, it may develop and flower sooner. Prolonged drought, in contrast, limits both plant size and flowering duration.

The characteristic fruit

The fruit is a small silicle approximately 6–8 millimetres long. It is carried on a short stalk and generally becomes pendent as it matures.

It consists of two morphologically different sections:

  • The lower section is almost spherical or ovoid, hairy and contains the seeds.
  • The upper section is sterile, flattened and expanded into a concave, spoon-shaped beak.

The beak is approximately 3–4 millimetres long and contains no seeds. Its shape resembles a tiny spoon or duck’s bill and makes mature fruits almost impossible to confuse with those of other plants found in Cyprus.

The seed-bearing section is internally divided into two chambers. Each chamber generally contains three or four small seeds.

Seeds and dispersal

The seeds are small, brown and approximately spherical to obovoid. Their exact shape may vary slightly according to their position and the pressure exerted upon them inside the fruit.

When moistened, their coats may produce mucilage. This substance helps the seed adhere to the soil and retain moisture around its surface.

Dispersal occurs mainly close to the parent plant. Soil movement, surface water, agricultural activities, vehicles and animals may transport fruits or seeds over greater distances.

Habitat in Cyprus

Carrichtera annua is a plant of open, dry and frequently disturbed habitats. It favours sites with low vegetation, sufficient light and limited competition from taller perennial plants.

It may occur in:

  • waste and abandoned fields,
  • cultivated margins,
  • dirt-road and path edges,
  • dry banks,
  • stony open ground,
  • low grazing land,
  • areas near settlements,
  • other disturbed places.

Confirmed Cypriot records place the species mainly at low elevations, approximately 100–300 metres. A published collection is also known from the entrance to the Pentaschoinos Gorge near Agios Theodoros, at approximately 75 metres above sea level.

Status in Cyprus

Carrichtera annua is considered native to Cyprus. It is not endemic, and its distribution on the island appears more restricted than that of many other common plants of disturbed habitats.

It can easily be overlooked because of its small size, early flowering season and the short period during which it remains green. The mature spoon-shaped fruits offer the easiest means of detecting and confirming its presence.

Global distribution

Its natural distribution extends from the Canary Islands and the Mediterranean to Iran and the Arabian Peninsula. Its range includes parts of southern Europe, northern Africa, the eastern Mediterranean and southwestern Asia.

It has been introduced into several countries beyond its natural range. In Australia and certain other regions, it has spread through dry grazing land and is treated as an invasive or undesirable weed.

Its behaviour in countries where it has been introduced should not be confused with its status in Cyprus, where it is indigenous.

Adaptation to drought

The plant’s principal adaptation to the Mediterranean climate is its annual cycle. It grows during the cool and wet season and completes seed production before the severe summer drought.

Its small size, deeply divided leaves and short growth period limit its water requirements. Its seeds remain in the soil during the hot months and germinate when suitable moisture conditions return.

Ecological role

The small flowers provide limited but useful amounts of pollen and nectar for small insects during late winter and early spring.

The plant also contributes to the seasonal covering of bare ground. After completing its cycle, the small amount of plant material it produces decomposes and returns organic matter to the soil.

Its seeds may provide food for small invertebrates and seed-eating animals.

Allergies and precautions

The species is not known as an important source of airborne pollen, since its flowers are small and pollination does not depend exclusively on wind. It is therefore not considered a principal cause of seasonal allergic rhinitis.

Contact with its rough hairs may produce mild mechanical irritation on particularly sensitive skin. As with any wild plant, an individual allergic reaction cannot be completely excluded.

No adequately documented traditional culinary or medicinal uses of the species are known from Cyprus. It should not be collected for consumption or therapeutic use without specialist knowledge.

Identification

The principal identifying characteristics of Carrichtera annua are:

  • its small annual growth form,
  • stems bearing reflexed stiff hairs,
  • deeply divided leaves with narrow lobes,
  • four pale-yellow or creamy petals,
  • fine purple or violet veins on the petals,
  • elongating racemes,
  • pendent fruits,
  • the almost spherical seed-bearing section,
  • the distinctive sterile, broad and spoon-shaped beak.

Identification from leaves or flowers alone may be difficult because many small members of the Brassicaceae have a similar appearance. Mature fruits provide the most reliable diagnostic feature.

Nomenclature and etymology

The species was originally described by Carl Linnaeus as Vella annua. In 1821, Augustin Pyramus de Candolle transferred it to the genus Carrichtera.

The abbreviation “L.” is therefore enclosed in parentheses, while “DC.” identifies de Candolle as the author who established the currently accepted combination.

The epithet annua means “annual” and refers to the plant’s one-year life cycle.

Classification

  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Tracheophyta
  • Class: Magnoliopsida
  • Order: Brassicales
  • Family: Brassicaceae
  • Tribe: Brassiceae
  • Genus: Carrichtera
  • Species: Carrichtera annua (L.) DC.
  • Common name: Ward’s weed

Photo details

Photos by George Konstantinou
Location: Geri, Nicosia District, Cyprus
Date photographed: 28 January 2018
Area coordinates: 35.1056° N, 33.4198° E
Google Maps: Geri, Cyprus

The coordinates indicate the wider Geri area and not necessarily the precise location where the plant was photographed.

Sources




No comments:

Post a Comment