See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο
Κατάλογος κατεχομένων δήμων και κοινοτήτων της Κύπρου - List of cities, towns and villages in occupied Cyprus
List of cities towns and villages in Cyprus - Κατάλογος δήμων και κοινοτήτων της Κύπρου
Photos 22/9/2020 by George Konstantinou
Below in English
Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου
Η Βαρίσεια
Η Βαρίσεια, γνωστή επίσης ως Βαρίσια ή Βαρίσα, είναι εγκαταλελειμμένο χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, στην περιοχή της Τηλλυρίας και στις βόρειες υπώρειες της οροσειράς του Τροόδους.
Βρίσκεται περίπου οκτώ χιλιόμετρα δυτικά του Ξερού και κοντά στο χωριό Γαληνή. Από το 1974 βρίσκεται μέσα στη νεκρή ζώνη των Ηνωμένων Εθνών και παραμένει χωρίς μόνιμο πληθυσμό.
Τα ερειπωμένα σπίτια, οι παλαιοί δρόμοι, οι εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες και η βλάστηση που έχει καταλάβει μεγάλο μέρος του οικισμού συνθέτουν σήμερα την εικόνα ενός χωριού στο οποίο η ανθρώπινη ζωή διακόπηκε απότομα.
Οι διαφορετικές ονομασίες
Το όνομα του χωριού συναντάται στις πηγές με διάφορες μορφές, όπως Βαρίσεια, Βαρίσια, Βαρίσα, Variseia και Varisha.
Σύμφωνα με τον ερευνητή κυπριακών τοπωνυμίων Jack C. Goodwin, η ονομασία ενδέχεται να σχετίζεται με το κυπριακό ρήμα «βαρκούμαι» ή με έκφραση που σημαίνει «κουράζομαι». Η ερμηνεία αυτή αποτελεί τοπωνυμική υπόθεση και δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως βέβαιη.
Η τουρκική ονομασία Şirinköy σημαίνει «όμορφο», «χαριτωμένο» ή «ευχάριστο χωριό». Η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, παρόλο που κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν από το 1974 η Βαρίσεια κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Ελληνοκυπρίους.
Η θέση και το φυσικό περιβάλλον
Η Βαρίσεια βρίσκεται σε μια μεταβατική γεωγραφική περιοχή ανάμεσα στις βόρειες πλαγιές του Τροόδους και την παράκτια πεδιάδα του κόλπου της Μόρφου.
Το τοπίο χαρακτηρίζεται από χαμηλούς λόφους, κοιλάδες, εποχικά υδατορεύματα και γεωργική γη. Από την περιοχή διέρχεται ο ποταμός του Κάμπου, το νερό του οποίου χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για την άρδευση των καλλιεργειών.
Πριν από την εγκατάλειψη του χωριού καλλιεργούνταν σιτηρά, αμπέλια, ελιές, χαρουπιές, αμυγδαλιές και συκιές. Η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν βασικές δραστηριότητες των κατοίκων.
Η θέση του χωριού το συνέδεε οικονομικά και κοινωνικά με άλλους οικισμούς της δυτικής επαρχίας Λευκωσίας και ιδιαίτερα με την περιοχή του Ξερού και της Μόρφου.
Η παλαιότερη πληθυσμιακή σύνθεση
Η δημογραφική ιστορία της Βαρίσειας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα του PRIO Cyprus Centre, στην οθωμανική απογραφή του 1831 το χωριό καταγράφηκε ως μουσουλμανικός οικισμός. Κατά την περίοδο της βρετανικής διοίκησης, όμως, η πληθυσμιακή του σύνθεση μεταβλήθηκε σημαντικά.
Βρετανικά έγγραφα αναφέρουν ότι το 1882 πολλοί κάτοικοι ασπάστηκαν ή επανήλθαν στον Χριστιανισμό. Στις επόμενες δεκαετίες ο χριστιανικός πληθυσμός αυξανόταν, ενώ ο μουσουλμανικός μειωνόταν σταδιακά.
Μέχρι το 1931 είχαν απομείνει στο χωριό μόνο δύο ηλικιωμένοι Τουρκοκύπριοι. Έκτοτε η Βαρίσεια εξελίχθηκε ουσιαστικά σε αμιγώς ελληνοκυπριακό χωριό.
Οι πληροφορίες αυτές δείχνουν ότι η ταυτότητα ενός κυπριακού οικισμού δεν παρέμενε πάντοτε αμετάβλητη, αλλά μπορούσε να διαμορφωθεί μέσα από δημογραφικές, θρησκευτικές και κοινωνικές μεταβολές.
Η αύξηση του πληθυσμού
Η Βαρίσεια γνώρισε σταθερή πληθυσμιακή ανάπτυξη από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1973.
Στις διαθέσιμες απογραφικές καταγραφές αναφέρονται:
- 1881: 60 κάτοικοι
- 1901: 79 κάτοικοι
- 1921: 94 κάτοικοι
- 1931: 128 κάτοικοι
- 1960: 223 κάτοικοι
- 1973: 244 κάτοικοι
Η αύξηση από μερικές δεκάδες κατοίκους σε 244 λίγο πριν από την τουρκική εισβολή δείχνει ότι η Βαρίσεια ήταν ένας μικρός αλλά ζωντανός αγροτικός οικισμός.
Τα σπίτια, οι αποθήκες, οι αυλές, οι δρόμοι και οι καλλιεργημένες εκτάσεις αποτελούσαν μέρος μιας οργανωμένης κοινότητας με οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις.
Η περίοδος των διακοινοτικών συγκρούσεων
Κατά τη διάρκεια των διακοινοτικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1960 δεν καταγράφεται εκτοπισμός του πληθυσμού της Βαρίσειας.
Το χωριό εξακολούθησε να κατοικείται και ο πληθυσμός του αυξήθηκε από 223 κατοίκους το 1960 σε 244 το 1973.
Η οριστική διακοπή της ζωής στον οικισμό ήρθε το καλοκαίρι του 1974, όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και η προέλαση του τουρκικού στρατού ανάγκασαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους.
Η εγκατάλειψη του 1974
Το 1974 ολόκληρος ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός της Βαρίσειας εκτοπίστηκε.
Οι κάτοικοι κατέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές κοινότητες και πόλεις. Όπως συνέβη και με άλλους εκτοπισμένους πληθυσμούς, οι κάτοικοι της Βαρίσειας διασκορπίστηκαν, διατηρώντας όμως την καταγωγή, τις οικογενειακές μνήμες και τους δεσμούς τους με το χωριό.
Μετά την κατάπαυση του πυρός, η περιοχή του οικισμού περιλήφθηκε στη ζώνη ανάμεσα στις γραμμές αντιπαράταξης. Έκτοτε βρίσκεται μέσα στη νεκρή ζώνη των Ηνωμένων Εθνών, η οποία επιτηρείται από την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο, την UNFICYP.
Η νεκρή ζώνη εκτείνεται σε μήκος περίπου 180 χιλιομέτρων κατά μήκος της Κύπρου. Το πλάτος της μεταβάλλεται σημαντικά και σε ορισμένες αγροτικές περιοχές περιλαμβάνει χωράφια, δρόμους και εγκαταλελειμμένους οικισμούς.
Ένα χωριό μέσα στη νεκρή ζώνη
Η θέση της Βαρίσειας μέσα στη νεκρή ζώνη διαφοροποιεί την περίπτωσή της από εκείνη χωριών που βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές και επανακατοικήθηκαν μετά το 1974.
Η Βαρίσεια δεν απέκτησε νέο μόνιμο πληθυσμό. Τα κτίριά της παρέμειναν εκτεθειμένα στη φυσική φθορά, χωρίς τη συστηματική συντήρηση που απαιτεί ένας κατοικημένος οικισμός.
Η πρόσβαση στη νεκρή ζώνη δεν είναι γενικά ελεύθερη. Επιτρέπεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με σχετική έγκριση της UNFICYP. Σε ορισμένα τμήματά της επιτρέπεται περιορισμένη γεωργική δραστηριότητα από εξουσιοδοτημένους καλλιεργητές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εγκαταλελειμμένοι οικισμοί έχουν επανακατοικηθεί.
Τα κατάλοιπα του οικισμού
Στη Βαρίσεια σώζονται ερείπια κατοικιών, τοίχοι, αυλές, ανοίγματα θυρών και παραθύρων, δρόμοι και άλλα στοιχεία της παλαιάς οικιστικής οργάνωσης.
Πολλά κτίσματα κατασκευάστηκαν με τοπική πέτρα, πλιθάρια, ξύλινα στοιχεία και παραδοσιακά κονιάματα. Μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης, οι στέγες και οι ξύλινες κατασκευές έχουν σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει.
Η διάβρωση, οι βροχοπτώσεις, οι μεταβολές της θερμοκρασίας, η ανάπτυξη φυτών και η απουσία συντήρησης επιταχύνουν τη φθορά. Όταν καταρρεύσει η στέγη ενός παραδοσιακού σπιτιού, οι τοίχοι παραμένουν απροστάτευτοι και η καταστροφή του κτιρίου επιταχύνεται.
Παρά την ερειπωμένη τους κατάσταση, τα κτίσματα εξακολουθούν να αποκαλύπτουν την έκταση του οικισμού και τον τρόπο με τον οποίο ήταν οργανωμένη η καθημερινή ζωή.
Η επιστροφή της φύσης
Η απουσία μόνιμης ανθρώπινης δραστηριότητας επέτρεψε στη φυσική βλάστηση να επεκταθεί μέσα στους δρόμους, στις αυλές και στα εγκαταλελειμμένα χωράφια.
Θάμνοι, αγριόχορτα και δέντρα αναπτύσσονται ανάμεσα στα ερείπια. Παλαιά καρποφόρα δέντρα ενδέχεται να επιβιώνουν κοντά στις εγκαταλελειμμένες κατοικίες, υπενθυμίζοντας τις καλλιέργειες και τους κήπους των κατοίκων.
Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε πολλά τμήματα της νεκρής ζώνης, όπου η περιορισμένη ανθρώπινη παρουσία ευνόησε την ανάκαμψη της βλάστησης και τη δημιουργία καταφυγίων για την άγρια πανίδα.
Η οικολογική αναγέννηση, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανθρώπινη τραγωδία που προκάλεσε την εγκατάλειψη. Το σημερινό τοπίο είναι ταυτόχρονα φυσικός χώρος και τόπος εκτοπισμού, απώλειας και μνήμης.
Η αξία της τεκμηρίωσης
Η φωτογραφική και ιστορική καταγραφή της Βαρίσειας είναι σημαντική επειδή τα κτίριά της φθείρονται συνεχώς.
Κάθε φωτογραφία μπορεί να διασώσει πληροφορίες για την αρχιτεκτονική, τα οικοδομικά υλικά, τη μορφή των δρόμων, τις αυλές, τις καλλιέργειες και τη γενικότερη οργάνωση του χωριού.
Η σύγκριση φωτογραφιών διαφορετικών περιόδων επιτρέπει επίσης την παρακολούθηση της κατάστασης των κτισμάτων και της σταδιακής μεταμόρφωσης του τοπίου.
Η τεκμηρίωση πρέπει να πραγματοποιείται με σεβασμό προς τους νόμιμους κατοίκους και ιδιοκτήτες. Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια δεν είναι χώροι χωρίς παρελθόν· αποτελούν οικογενειακές περιουσίες και φορείς προσωπικών αναμνήσεων.
Μνήμη και εκτοπισμός
Για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στη Βαρίσεια, το χωριό δεν αποτελεί απλώς έναν εγκαταλελειμμένο οικισμό.
Οι δρόμοι, τα σπίτια, τα περιβόλια και τα χωράφια συνδέονται με συγκεκριμένες οικογένειες και με εμπειρίες καθημερινής ζωής που διακόπηκαν το 1974.
Η φυσική εγκατάλειψη ενός χωριού δεν συνεπάγεται και την εξαφάνισή του από τη συλλογική μνήμη. Το όνομά του εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, οι οικογενειακές ιστορίες μεταδίδονται στις επόμενες γενιές και οι εκτοπισμένοι κάτοικοι διατηρούν τον δεσμό τους με τον τόπο.
Η Βαρίσεια παραμένει επομένως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μικρού κυπριακού χωριού που έμεινε ακατοίκητο λόγω της εισβολής, του εκτοπισμού και της δημιουργίας της νεκρής ζώνης.
Συντεταγμένες: 35.1308° N, 32.7495° E
Υψόμετρο: περίπου 253 μέτρα
Χάρτης: Προβολή της Βαρίσειας στο Google Maps
Φωτογραφική καταγραφή
Οι φωτογραφίες της ανάρτησης λήφθηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Απεικονίζουν την κατάσταση του εγκαταλελειμμένου οικισμού σχεδόν μισό αιώνα μετά την αποχώρηση των κατοίκων του. Αποτελούν τεκμήρια τόσο της συνεχιζόμενης φθοράς των κτισμάτων όσο και της σταδιακής επανάκτησης του χώρου από τη φύση.
Βασικά στοιχεία
Text and photographs by George Konstantinou
Variseia
Variseia, also recorded as Varisia, Varisha or Varisa, is an abandoned village in the Nicosia District of Cyprus. It lies in the Tylliria region, on the northern foothills of the Troodos Mountains.
The village is situated approximately eight kilometres west of Xeros and near the village of Galini. Since 1974, it has remained inside the United Nations Buffer Zone without a permanent population.
Its ruined houses, old streets, abandoned fields and expanding vegetation now form the landscape of a settlement where ordinary human life ended abruptly.
The Village Names
The settlement appears in historical and modern sources under several forms, including Variseia, Varisia, Varisa and Varisha.
According to the Cyprus place-name researcher Jack C. Goodwin, its name may be connected with a Cypriot Greek expression meaning “to become tired”. This remains a toponymic interpretation rather than an established explanation.
The Turkish name Şirinköy means “lovely”, “pleasant” or “charming village”. Turkish Cypriots used this name even though Variseia had become almost entirely Greek Cypriot during the decades preceding 1974.
Location and Natural Setting
Variseia occupies a transitional landscape between the northern slopes of the Troodos Mountains and the coastal plain of Morphou Bay.
Low hills, valleys, seasonal watercourses and agricultural land characterise the surrounding countryside. The Kambos River passes through the wider area, and its water was formerly used to irrigate the village’s crops.
Before 1974, villagers cultivated cereals, vines, olive trees, carobs, almonds and figs. Agriculture and livestock raising were central parts of the local economy.
The village maintained economic and social connections with neighbouring settlements in western Nicosia District, particularly the Xeros and Morphou areas.
Earlier Population Composition
The demographic history of Variseia is particularly complex.
According to the PRIO Cyprus Centre, the Ottoman census of 1831 recorded it as a Muslim village. Its population composition, however, changed significantly during British rule.
British documents report that many villagers converted or reconverted to Christianity in 1882. During the following decades, the Christian population increased while the Muslim population gradually declined.
By 1931, only two elderly Turkish Cypriots remained in the village. Variseia subsequently developed into an essentially Greek Cypriot settlement.
This history illustrates how the communal identity of a Cypriot village could change through demographic, religious and social developments.
Population Growth
Variseia experienced steady population growth from the late nineteenth century until 1973.
The available census figures include:
- 1881: 60 inhabitants
- 1901: 79 inhabitants
- 1921: 94 inhabitants
- 1931: 128 inhabitants
- 1960: 223 inhabitants
- 1973: 244 inhabitants
The increase from a few dozen residents to 244 shortly before the Turkish invasion shows that Variseia was a small but active rural community.
Its houses, courtyards, agricultural buildings, streets and cultivated fields formed part of an organised settlement with strong family and social connections.
The Intercommunal Period
No displacement from Variseia was recorded during the intercommunal conflict of the 1960s.
The village remained inhabited, and its population increased from 223 in 1960 to 244 in 1973.
Permanent disruption came during the summer of 1974, when military operations and the advance of the Turkish army forced the inhabitants to flee their homes and properties.
Displacement in 1974
The entire Greek Cypriot population of Variseia was displaced in 1974.
The villagers took refuge in the government-controlled areas of the Republic of Cyprus and settled in different towns and communities. Although geographically dispersed, they preserved their family histories, village identity and connection with their place of origin.
Following the ceasefire, Variseia became part of the territory between the opposing ceasefire lines. It has since remained inside the United Nations Buffer Zone, patrolled by the United Nations Peacekeeping Force in Cyprus—UNFICYP.
The Buffer Zone extends for approximately 180 kilometres across Cyprus. Its width varies considerably and, in rural areas, it incorporates fields, roads and abandoned settlements.
A Village Inside the Buffer Zone
Variseia differs from abandoned villages situated in the occupied areas that received new populations after 1974.
No new permanent community was established there. Its buildings remained exposed to natural deterioration without the regular maintenance required by an inhabited settlement.
Public access to the Buffer Zone is restricted. Entry is permitted only under specific conditions and with the appropriate authorisation from UNFICYP. Limited agricultural activity is allowed in some sectors, but this does not mean that abandoned villages such as Variseia have been resettled.
Surviving Remains
Ruined houses, walls, courtyards, doorways, window openings, roads and other elements of the former settlement survive at Variseia.
Many buildings were constructed from local stone, mudbrick, timber and traditional mortars. After decades of abandonment, most roofs and exposed wooden elements have collapsed.
Erosion, rainfall, temperature changes, plant growth and the absence of maintenance accelerate the deterioration. Once the roof of a traditional house collapses, its walls lose their protection and decay much more rapidly.
Despite their condition, the ruins continue to reveal the extent of the village and the organisation of daily life before 1974.
Nature Reclaims the Settlement
The absence of a permanent population has allowed natural vegetation to spread through streets, courtyards and former fields.
Shrubs, grasses and trees grow among the ruins. Old fruit trees may still survive near abandoned houses, recalling the gardens and cultivated plots maintained by the villagers.
Similar ecological regeneration has occurred in other parts of the Buffer Zone, where restricted human activity has allowed vegetation and wildlife habitats to recover.
This environmental development does not erase the human tragedy responsible for the abandonment. The present landscape is simultaneously a natural habitat and a place of displacement, loss and memory.
The Importance of Documentation
Photographic and historical documentation of Variseia is increasingly important because its buildings continue to deteriorate.
Each photograph may preserve information concerning architecture, construction materials, roads, courtyards, agriculture and the overall organisation of the village.
Comparing images taken in different years also makes it possible to monitor structural deterioration and the gradual transformation of the landscape.
Such documentation must respect the lawful inhabitants and property owners. These abandoned houses are not places without a past; they are family properties carrying personal and collective memories.
Memory and Displacement
For the people born or raised in Variseia, the village is far more than an abandoned group of buildings.
Its roads, houses, gardens and fields are connected with particular families and with everyday experiences interrupted in 1974.
Physical abandonment does not remove a village from collective memory. Its name continues to be used, family stories pass to younger generations, and displaced residents preserve their relationship with the place.
Variseia consequently remains one of the clearest examples of a small Cypriot village left uninhabited as a result of invasion, displacement and the establishment of the Buffer Zone.
Coordinates: 35.1308° N, 32.7495° E
Elevation: approximately 253 metres
Map: View Variseia on Google Maps
Photographic Record
The photographs accompanying this article were taken on 22 September 2020.
They document the settlement almost half a century after its inhabitants departed, recording both the continuing deterioration of the buildings and the gradual reclamation of the village by nature.
Principal Information
Name: Variseia
Alternative names: Varisia, Varisa, Varisha
Turkish name: Şirinköy
District: Nicosia
Geographical region: Tylliria and the northern foothills of the Troodos Mountains
Present condition: Abandoned settlement inside the United Nations Buffer Zone
Population in 1960: 223
Population in 1973: 244
Year of abandonment: 1974
Date photographed: 22 September 2020

No comments:
Post a Comment