See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο
ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - Οργανωμένος δυναμικός κατάλογος 2.071 taxa - FLORA OF CYPRUS - Organized Dynamic Checklist 2.071 taxa · classified by status, family and genus
Below in English
Κείμενο George Konstantinou
Η οικογένεια Martyniaceae, γνωστή στα αγγλικά ως unicorn-plant family ή devil’s-claw family, είναι μια μικρή οικογένεια ανθοφόρων φυτών που ανήκει στην τάξη Lamiales. Περιλαμβάνει 5 αποδεκτά γένη και περίπου 16 είδη, τα οποία είναι ιθαγενή κυρίως στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Αμερικής.
Τα είδη της οικογένειας είναι συνήθως ποώδη φυτά με αδενώδεις, κολλώδεις τρίχες, μεγάλα άνθη και ιδιαίτερα χαρακτηριστικούς καρπούς. Οι ώριμοι καρποί πολλών ειδών διαθέτουν δύο επιμήκεις, καμπυλωτές απολήξεις που μοιάζουν με κέρατα ή νύχια.
Σύμφωνα με τον οργανωμένο κατάλογο της κυπριακής χλωρίδας, η οικογένεια Martyniaceae αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο από 1 γένος και 1 taxon. Πρόκειται για το περιστασιακό ξενικό είδος Proboscidea louisianica (Mill.) Thell.
Ταξινομική σημείωση
Η επιστημονικά αποδεκτή ορθογραφία της οικογένειας είναι Martyniaceae. Στον οργανωμένο κατάλογο εμφανίζεται ως «Martiniaceae» και χρειάζεται να διορθωθεί σε Martyniaceae.
Το όνομα της οικογένειας προέρχεται από το γένος Martynia, το οποίο ονομάστηκε προς τιμήν του Άγγλου βοτανικού John Martyn.
Γενικά χαρακτηριστικά
Τα μέλη της οικογένειας είναι κυρίως μονοετή ή πολυετή ποώδη φυτά. Οι βλαστοί, τα φύλλα και οι ανθοφόροι άξονες καλύπτονται συχνά από πυκνές αδενώδεις τρίχες που εκκρίνουν κολλώδεις ουσίες. Οι ουσίες αυτές μπορεί να παγιδεύουν μικρά έντομα, σκόνη και άλλα σωματίδια, χωρίς όμως τα φυτά να θεωρούνται πραγματικά σαρκοφάγα.
Τα φύλλα είναι απλά, συνήθως μεγάλα, πλατιά και καρδιόσχημα έως σχεδόν κυκλικά. Διατάσσονται αντίθετα ή κατ’ εναλλαγή και φέρουν μακρύ μίσχο. Η επιφάνειά τους είναι συχνά μαλακή, τριχωτή και κολλώδης.
Τα άνθη είναι μεγάλα, εντυπωσιακά και αμφίφυλα. Η στεφάνη είναι σωληνοειδής ή χωνοειδής και καταλήγει συνήθως σε πέντε άνισους λοβούς. Το χρώμα της μπορεί να είναι λευκό, ρόδινο, πορφυρό ή κιτρινωπό, συχνά με κηλίδες και γραμμώσεις που καθοδηγούν τους επικονιαστές προς το εσωτερικό του άνθους.
Ο καρπός είναι αρχικά σαρκώδης, αλλά κατά την ωρίμανση το εξωτερικό του περίβλημα αποσυντίθεται και αποκαλύπτει ένα σκληρό, ξυλώδες εσωτερικό τμήμα. Αυτό καταλήγει σε δύο μακριές και καμπυλωτές απολήξεις, οι οποίες προσκολλώνται στο τρίχωμα ή στα πόδια των ζώων.
Η οικογένεια Martyniaceae στην Κύπρο
Το μοναδικό είδος της οικογένειας που καταγράφεται στην Κύπρο είναι το Proboscidea louisianica. Πρόκειται για φυτό αμερικανικής προέλευσης, το οποίο έχει μεταφερθεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου μέσω καλλιέργειας, σπόρων, ζωοτροφών ή άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων.
Στην Κύπρο χαρακτηρίζεται ως περιστασιακό ξενικό – Casual (CA). Αυτό σημαίνει ότι έχει καταγραφεί να αναπτύσσεται εκτός καλλιέργειας, αλλά δεν θεωρείται ότι διατηρεί μόνιμους αυτοσυντηρούμενους πληθυσμούς χωρίς επανειλημμένες νέες εισαγωγές.
Taxa της οικογένειας Martyniaceae στην Κύπρο
Ξενικά και εγκλιματισμένα taxa
Proboscidea
- Proboscidea louisianica (Mill.) Thell. – Είδος – Περιστασιακό ξενικό (CA)
Σύνολο: 1 γένος και 1 taxon.
Proboscidea louisianica (Mill.) Thell.
Το Proboscidea louisianica, γνωστό στα αγγλικά ως common devil’s claw, unicorn plant, ram’s horn ή elephant tusks, είναι μονοετές ποώδες φυτό. Η φυσική του εξάπλωση εκτείνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι το Μεξικό.
Το φυτό αναπτύσσει παχείς, διακλαδισμένους και συχνά απλωτούς βλαστούς. Ολόκληρο το υπέργειο τμήμα καλύπτεται από αδενώδεις τρίχες και έχει κολλώδη υφή. Όταν τριφτεί ή τραυματιστεί, μπορεί να αναδίδει έντονη και όχι πάντα ευχάριστη οσμή.
Τα φύλλα είναι μεγάλα, πλατιά, καρδιόσχημα ή σχεδόν κυκλικά, με κυματιστό ή ελαφρώς οδοντωτό περιθώριο. Φέρονται σε μακριούς μίσχους και σχηματίζουν πυκνή φυλλική κάλυψη κοντά στο έδαφος.
Τα άνθη είναι μεγάλα, σωληνοειδή έως χωνοειδή, λευκορόδινα ή ανοιχτοπόρφυρα, με κιτρινωπές και πορφυρές κηλίδες ή γραμμώσεις στον λαιμό της στεφάνης. Τα μορφολογικά αυτά σημάδια λειτουργούν ως οπτικοί οδηγοί για τις μέλισσες και άλλα έντομα που επισκέπτονται τα άνθη.
Ο χαρακτηριστικός καρπός
Ο καρπός αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είδους. Όταν είναι νεαρός είναι πράσινος, σαρκώδης και καμπυλωτός. Καθώς ωριμάζει, το σαρκώδες εξωτερικό περίβλημα αποσυντίθεται και αποκαλύπτει ένα σκληρό, σκούρο και ξυλώδες ενδοκάρπιο.
Το ξυλώδες τμήμα καταλήγει σε δύο μεγάλες καμπυλωτές απολήξεις, οι οποίες σταδιακά διαχωρίζονται και σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά «κέρατα» ή «νύχια». Στο εσωτερικό του περιέχονται αρκετοί μεγάλοι, σκούροι σπόροι.
Ενδιαιτήματα στην Κύπρο
Ως περιστασιακό ξενικό φυτό, το Proboscidea louisianica μπορεί να εμφανιστεί σε:
- καλλιεργημένα και εγκαταλειμμένα χωράφια,
- κήπους και περιοχές όπου είχε καλλιεργηθεί,
- παρυφές δρόμων,
- σωρούς χώματος και μπάζων,
- διαταραγμένα και πλούσια σε θρεπτικά συστατικά εδάφη,
- περιοχές όπου μεταφέρονται ζωοτροφές, σπόροι ή γεωργικά προϊόντα.
Στην Κύπρο έχει καταγραφεί σε υψόμετρο περίπου 300 μέτρων. Η εμφάνισή του μπορεί να είναι προσωρινή και να εξαρτάται από νέες εισαγωγές σπόρων ή από ευνοϊκές εποχικές συνθήκες.
Αναπαραγωγή και διασπορά
Το είδος αναπαράγεται αποκλειστικά με σπόρους. Τα άνθη επικονιάζονται κυρίως από μέλισσες και άλλα έντομα, τα οποία προσελκύονται από το μέγεθος, το χρώμα και τις γραμμώσεις της στεφάνης.
Οι ώριμοι καρποί προσκολλώνται στα πόδια, στις οπλές ή στο τρίχωμα μεγάλων ζώων. Καθώς τα ζώα μετακινούνται, οι καρποί μεταφέρονται σε νέες θέσεις και σταδιακά απελευθερώνουν τους σπόρους. Αυτός ο τρόπος διασποράς ονομάζεται επιζωοχωρία.
Οι σπόροι μπορούν επίσης να μεταφερθούν με το χώμα, τα γεωργικά μηχανήματα, τις ζωοτροφές, τα καλλιεργούμενα προϊόντα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Προσαρμογές στο περιβάλλον
Η πυκνή αδενώδης τρίχωση μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της απώλειας νερού και στην αποτροπή ορισμένων φυτοφάγων οργανισμών. Η μεγάλη επιφάνεια των φύλλων επιτρέπει την ταχεία φωτοσύνθεση όταν υπάρχει διαθέσιμη υγρασία.
Ο μονοετής κύκλος ζωής επιτρέπει στο φυτό να ολοκληρώνει γρήγορα την ανάπτυξη, την άνθηση και την παραγωγή σπόρων. Οι σκληροί καρποί προστατεύουν τους σπόρους, ενώ οι κερατοειδείς απολήξεις διευκολύνουν τη μεταφορά τους σε μεγάλες αποστάσεις.
Χρήσεις
Το είδος έχει καλλιεργηθεί ως καλλωπιστικό λόγω των μεγάλων ανθέων και των ασυνήθιστων καρπών του. Οι νεαροί και ακόμη μαλακοί καρποί ορισμένων ποικιλιών χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τουρσιών.
Οι ώριμοι ξυλώδεις καρποί έχουν χρησιμοποιηθεί στη χειροτεχνία και στη δημιουργία διακοσμητικών αντικειμένων. Οι σπόροι συγγενικών ειδών του γένους Proboscidea έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά από αυτόχθονες λαούς της Αμερικής για διατροφή και για την κατασκευή καλαθιών.
Πιθανές επιπτώσεις και παρακολούθηση
Οι αγκαθωτοί καρποί μπορούν να τραυματίσουν τα πόδια ή το στόμα ζώων και να προσκολληθούν στο μαλλί, στο τρίχωμα ή στις οπλές τους. Σε γεωργικές περιοχές το φυτό μπορεί να λειτουργήσει ως ζιζάνιο και να δυσχεράνει ορισμένες καλλιεργητικές εργασίες.
Στην Κύπρο δεν θεωρείται εγκλιματισμένο ή εισβλητικό, αλλά περιστασιακό. Η καταγραφή νέων εμφανίσεων είναι σημαντική για να διαπιστωθεί εάν το είδος παραμένει προσωρινό ή εάν αρχίζει να σχηματίζει σταθερούς, αυτοσυντηρούμενους πληθυσμούς.
Εάν εμφανιστεί κοντά σε φυσικά ενδιαιτήματα ή κτηνοτροφικές μονάδες, μπορεί να απομακρύνεται πριν από την ωρίμανση των καρπών. Οι ώριμοι καρποί πρέπει να συλλέγονται προσεκτικά ώστε να αποφεύγεται η διασπορά των σπόρων.
Ταξινόμηση και στοιχεία του είδους στην Κύπρο
- Βασίλειο: Plantae
- Φύλο: Streptophyta
- Κλάση: Equisetopsida
- Υποκλάση: Magnoliidae
- Τάξη: Lamiales
- Οικογένεια: Martyniaceae
- Γένος: Proboscidea
- Είδος: Proboscidea louisianica (Mill.) Thell.
- Ταξινομική βαθμίδα: Είδος
- Καθεστώς στην Κύπρο: Περιστασιακό ξενικό – Casual (CA)
- Ενδημισμός: Μη ενδημικό
- Βιομορφή: Θερόφυτο – Therophyte
- Υψομετρική εξάπλωση στην Κύπρο: 300 μέτρα
- Περίοδος άνθησης στην Κύπρο: Απρίλιος–Ιούνιος
- Αριθμός στον οργανωμένο κατάλογο: 1840
Πηγές
- Χλωρίδα της Κύπρου – Οργανωμένος δυναμικός κατάλογος 2.071 taxa
- Flora of Cyprus – Proboscidea louisianica
- Plants of the World Online – Martyniaceae
- Plants of the World Online – Proboscidea louisianica
- Plants of the World Online – Proboscidea
Text by George Konstantinou
The family Martyniaceae, known as the unicorn-plant family or devil’s-claw family, is a small family of flowering plants belonging to the order Lamiales. It includes 5 accepted genera and approximately 16 species, which are native mainly to the tropical and subtropical regions of the Americas.
The species of the family are usually herbaceous plants with glandular, sticky hairs, large flowers and particularly distinctive fruits. The mature fruits of many species possess two elongated, curved projections resembling horns or claws.
According to the organized checklist of the Cypriot flora, the family Martyniaceae is represented in Cyprus by 1 genus and 1 taxon. It is the casual alien species Proboscidea louisianica (Mill.) Thell.
Taxonomic note
The scientifically accepted spelling of the family is Martyniaceae. In the organized checklist, it appears as “Martiniaceae” and needs to be corrected to Martyniaceae.
The name of the family is derived from the genus Martynia, which was named in honour of the English botanist John Martyn.
General characteristics
The members of the family are mainly annual or perennial herbaceous plants. The stems, leaves and flowering axes are often covered with dense glandular hairs that secrete sticky substances. These substances may trap small insects, dust and other particles, although the plants are not considered truly carnivorous.
The leaves are simple, usually large, broad and heart-shaped to almost circular. They are arranged oppositely or alternately and possess long petioles. Their surface is often soft, hairy and sticky.
The flowers are large, conspicuous and bisexual. The corolla is tubular or funnel-shaped and usually ends in five unequal lobes. Its colour may be white, pink, purple or yellowish, often with spots and lines that guide pollinators towards the interior of the flower.
The fruit is initially fleshy, but during maturation its outer covering decomposes and exposes a hard, woody inner part. This ends in two long, curved projections that attach to the fur or feet of animals.
The family Martyniaceae in Cyprus
The only species of the family recorded in Cyprus is Proboscidea louisianica. It is a plant of American origin that has been transported to various regions of the world through cultivation, seeds, animal feed or other human activities.
In Cyprus, it is classified as a Casual alien (CA). This means that it has been recorded growing outside cultivation but is not considered to maintain permanent, self-sustaining populations without repeated new introductions.
Taxa of the family Martyniaceae in Cyprus
Alien and naturalized taxa
Proboscidea
- Proboscidea louisianica (Mill.) Thell. – Species – Casual alien (CA)
Total: 1 genus and 1 taxon.
Proboscidea louisianica (Mill.) Thell.
Proboscidea louisianica, known in English as common devil’s claw, unicorn plant, ram’s horn or elephant tusks, is an annual herbaceous plant. Its native distribution extends from the United States to Mexico.
The plant develops thick, branched and often spreading stems. Its entire above-ground part is covered with glandular hairs and has a sticky texture. When rubbed or damaged, it may emit a strong and not always pleasant odour.
The leaves are large, broad, heart-shaped or almost circular, with a wavy or slightly toothed margin. They are borne on long petioles and form dense leaf cover close to the ground.
The flowers are large, tubular to funnel-shaped, pinkish-white or pale purple, with yellowish and purple spots or lines in the throat of the corolla. These morphological markings function as visual guides for bees and other insects visiting the flowers.
The characteristic fruit
The fruit is the most recognizable feature of the species. When young, it is green, fleshy and curved. As it matures, the fleshy outer covering decomposes and exposes a hard, dark and woody endocarp.
The woody part ends in two large curved projections, which gradually separate and form the characteristic “horns” or “claws.” Several large, dark seeds are contained inside it.
Habitats in Cyprus
As a casual alien plant, Proboscidea louisianica may appear in:
- cultivated and abandoned fields,
- gardens and areas where it was formerly cultivated,
- roadsides,
- piles of soil and construction debris,
- disturbed and nutrient-rich ground,
- areas where animal feed, seeds or agricultural products are transported.
In Cyprus, it has been recorded at an altitude of approximately 300 metres. Its appearance may be temporary and dependent on new seed introductions or favourable seasonal conditions.
Reproduction and dispersal
The species reproduces exclusively by seeds. The flowers are pollinated mainly by bees and other insects, which are attracted by the size, colour and markings of the corolla.
The mature fruits attach to the feet, hooves or fur of large animals. As the animals move, the fruits are transported to new locations and gradually release their seeds. This method of dispersal is known as epizoochory.
The seeds may also be transported with soil, agricultural machinery, animal feed, cultivated products and human activities.
Environmental adaptations
The dense glandular covering may contribute to reducing water loss and deterring certain herbivorous organisms. The large leaf surface allows rapid photosynthesis when moisture is available.
The annual life cycle allows the plant to complete its growth, flowering and seed production rapidly. The hard fruits protect the seeds, while their horn-like projections facilitate their transport over long distances.
Uses
The species has been cultivated as an ornamental because of its large flowers and unusual fruits. The young and still-soft fruits of certain varieties are used for making pickles.
The mature woody fruits have been used in handicrafts and the creation of decorative objects. The seeds of related species of the genus Proboscidea have traditionally been used by Indigenous peoples of the Americas for food and basket-making.
Potential impacts and monitoring
The spiny fruits can injure the feet or mouths of animals and attach to their wool, fur or hooves. In agricultural areas, the plant may act as a weed and hinder certain cultivation activities.
In Cyprus, it is not considered naturalized or invasive but casual. Recording new occurrences is important in determining whether the species remains temporary or begins to form stable, self-sustaining populations.
If it appears near natural habitats or livestock facilities, it may be removed before the fruits mature. Mature fruits should be collected carefully to prevent seed dispersal.
Classification and details of the species in Cyprus
- Kingdom: Plantae
- Phylum: Streptophyta
- Class: Equisetopsida
- Subclass: Magnoliidae
- Order: Lamiales
- Family: Martyniaceae
- Genus: Proboscidea
- Species: Proboscidea louisianica (Mill.) Thell.
- Taxonomic rank: Species
- Status in Cyprus: Casual alien (CA)
- Endemism: Not endemic
- Life form: Therophyte
- Altitudinal range in Cyprus: 300 metres
- Flowering period in Cyprus: April–June
- Number in the organized checklist: 1840
No comments:
Post a Comment