Translate

Thursday, 28 December 2017

Etruscan shrew or white-toothed pygmy shrew – Suncus etruscus (Savi, 1822) – Νανομυγαλή – Cyprus

Photos Tseri  8/4/2023 by George Konstantinou


Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Η νανομυγαλή, Suncus etruscus (Savi, 1822), είναι ένα εξαιρετικά μικρό εντομοφάγο θηλαστικό της οικογένειας Soricidae. Θεωρείται το μικρότερο σήμερα ζωντανό θηλαστικό στον κόσμο με βάση το μέσο σωματικό βάρος. Τα περισσότερα ενήλικα άτομα ζυγίζουν περίπου 1,8–3 γραμμάρια, αν και έχουν αναφερθεί τιμές από περίπου 1,3 μέχρι 2,5 γραμμάρια σε διαφορετικές πηγές και πληθυσμούς.

Η νυχτερίδα του Kitti, Craseonycteris thonglongyai, θεωρείται μικρότερη ως προς το μήκος του σώματος και το μέγεθος του κρανίου. Η νανομυγαλή, όμως, διατηρεί το ρεκόρ του μικρότερου ζωντανού θηλαστικού ως προς τη μάζα.

Παρά τη μικροσκοπική της εμφάνιση, είναι δραστήριος και αποτελεσματικός θηρευτής μικρών ασπονδύλων, με έναν από τους ταχύτερους μεταβολικούς ρυθμούς που έχουν καταγραφεί στα θηλαστικά.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Chordata
Ομοταξία: Mammalia
Τάξη: Eulipotyphla
Οικογένεια: Soricidae – Μυγαλές
Υποοικογένεια: Crocidurinae – Λευκόδοντες μυγαλές
Γένος: Suncus Ehrenberg, 1832
Είδος: Suncus etruscus (Savi, 1822)
Αρχική ονομασία: Sorex etruscus Savi, 1822
Αγγλικές κοινές ονομασίες: Etruscan shrew, Etruscan pygmy shrew, white-toothed pygmy shrew, Savi’s pygmy shrew
Ελληνική κοινή ονομασία: Νανομυγαλή
Κατάσταση στην Κύπρο: Καταγεγραμμένο είδος της κυπριακής πανίδας

Δεν είναι ποντίκι

Η νανομυγαλή μπορεί εξωτερικά να θυμίζει πολύ μικρό ποντίκι, αλλά δεν είναι τρωκτικό. Ανήκει στην τάξη Eulipotyphla, μαζί με τις άλλες μυγαλές, τους σκαντζόχοιρους, τους ασπάλακες και συγγενικές ομάδες εντομοφάγων θηλαστικών.

Οι μυγαλές διακρίνονται από το μακρύ και μυτερό ρύγχος, τα πολύ μικρά μάτια, τα αιχμηρά δόντια και τον εξαιρετικά γρήγορο μεταβολισμό τους. Δεν διαθέτουν τους μεγάλους κοπτήρες που χαρακτηρίζουν τα ποντίκια και τα άλλα τρωκτικά.

Το μικρό μέγεθος, οι ταχύτατες κινήσεις και η κρυπτική συμπεριφορά της νανομυγαλής κάνουν την παρατήρησή της στη φύση εξαιρετικά δύσκολη.

Μορφολογία

Το σώμα είναι λεπτό και επιμήκες, με μήκος περίπου 3,5–5 εκατοστά χωρίς την ουρά. Η ουρά προσθέτει συνήθως άλλα 2,4–3,2 εκατοστά. Τα μεγέθη παρουσιάζουν μικρές διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς και στις μεθόδους μέτρησης.

Το κεφάλι είναι σχετικά μεγάλο σε σύγκριση με το σώμα και καταλήγει σε μακρύ, ευκίνητο και μυτερό ρύγχος. Τα αυτιά είναι σχετικά μεγάλα και εξέχουν από το τρίχωμα, ενώ τα μάτια είναι πολύ μικρά.

Το τρίχωμα της ράχης και των πλευρών είναι συνήθως καστανόγκριζο ή ανοιχτό καστανό. Η κάτω επιφάνεια είναι πιο ανοιχτή, γκρίζα ή υπόλευκη. Κατά τους ψυχρότερους μήνες το τρίχωμα μπορεί να γίνεται πυκνότερο.

Γύρω από το στόμα και το ρύγχος υπάρχουν πολυάριθμες αισθητήριες τρίχες. Οι τρίχες αυτές βοηθούν το ζώο να αντιλαμβάνεται εμπόδια και θηράματα, ιδιαίτερα τη νύχτα και μέσα σε στενές σχισμές.

Λευκά δόντια

Η νανομυγαλή ανήκει στην υποοικογένεια Crocidurinae, τα μέλη της οποίας αποκαλούνται λευκόδοντες μυγαλές. Σε αντίθεση με ορισμένες άλλες μυγαλές, τα άκρα των δοντιών της δεν έχουν έντονη ερυθρή χρώση από αποθέσεις σιδήρου.

Συνήθως διαθέτει 30 δόντια. Ένα από τα ενδιάμεσα δόντια της άνω γνάθου είναι πολύ μικρό και υποτυπώδες και μπορεί να απουσιάζει σε ορισμένα άτομα.

Η εξέταση της οδοντοστοιχίας, του κρανίου και άλλων μορφολογικών γνωρισμάτων είναι συχνά απαραίτητη για την ασφαλή διάκριση των μικρών μυγαλών.

Ένας εξαιρετικά γρήγορος μεταβολισμός

Τα πολύ μικρά θηλαστικά χάνουν θερμότητα γρηγορότερα από τα μεγαλύτερα, επειδή διαθέτουν πολύ μεγάλη επιφάνεια σώματος σε σχέση με τον όγκο και τη μάζα τους. Για να διατηρήσει σταθερή τη θερμοκρασία της, η νανομυγαλή χρειάζεται να παράγει συνεχώς μεγάλες ποσότητες ενέργειας.

Ο καρδιακός της ρυθμός μπορεί σε περιόδους έντονης δραστηριότητας να ξεπεράσει τους 1.000 παλμούς το λεπτό. Σε εργαστηριακές μετρήσεις έχουν αναφερθεί μέγιστες τιμές που πλησιάζουν τους 1.500 παλμούς το λεπτό. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν σταθερό καρδιακό ρυθμό, αλλά ακραίες φυσιολογικές τιμές σε συγκεκριμένες συνθήκες.

Ο ταχύτατος μεταβολισμός την υποχρεώνει να τρέφεται συχνά. Μπορεί να καταναλώνει καθημερινά ποσότητα τροφής ίση με περίπου 1,5–2 φορές το σωματικό της βάρος.

Διατροφή

Η νανομυγαλή είναι κυρίως εντομοφάγο ζώο. Τρέφεται με:

  • μικρά έντομα,
  • προνύμφες εντόμων,
  • γρύλους και μικρές ακρίδες,
  • αράχνες,
  • πολύποδα και άλλα μικρά αρθρόποδα,
  • σκουλήκια,
  • και διάφορα μαλακά ασπόνδυλα.

Μπορεί να επιτεθεί σε θήραμα που πλησιάζει το δικό της μέγεθος. Συνήθως προτιμά ασπόνδυλα με λεπτό ή μαλακό εξωσκελετό, τα οποία μπορεί να ακινητοποιήσει και να καταναλώσει ευκολότερα.

Κατά το κυνήγι βασίζεται περισσότερο στην αφή, στις αισθητήριες τρίχες, στην όσφρηση και στην αντίληψη των κινήσεων παρά στην όραση. Οι κινήσεις της είναι εξαιρετικά γρήγορες και μπορεί να αλλάζει κατεύθυνση σχεδόν ακαριαία.

Οι παλαιότεροι ισχυρισμοί ότι πεθαίνει υποχρεωτικά αν παραμείνει ακριβώς τέσσερις ώρες χωρίς τροφή αποτελούν υπεραπλούστευση. Είναι βέβαιο ότι δεν αντέχει παρατεταμένη νηστεία, αλλά ο πραγματικός χρόνος επιβίωσης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, την κατάσταση του ζώου και τη δυνατότητά του να εισέλθει σε λήθαργο.

Προσωρινός λήθαργος

Σε χαμηλές θερμοκρασίες ή όταν δεν υπάρχει αρκετή τροφή, η νανομυγαλή μπορεί να εισέλθει σε προσωρινό λήθαργο ή torpor. Κατά τη διάρκεια αυτής της κατάστασης μειώνει σημαντικά τη θερμοκρασία του σώματος και τον μεταβολικό της ρυθμό, εξοικονομώντας ενέργεια.

Η θερμοκρασία του σώματος μπορεί να πέσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα για θηλαστικό. Κατά την επαναθέρμανση εμφανίζονται ταχύτατες μυϊκές συσπάσεις και μεγάλη αύξηση του καρδιακού και αναπνευστικού ρυθμού.

Ο torpor δεν είναι το ίδιο με τη μακροχρόνια χειμερία νάρκη. Πρόκειται για βραχεία και αναστρέψιμη φυσιολογική κατάσταση που μπορεί να διαρκέσει ώρες και να επαναλαμβάνεται όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

Δραστηριότητα και συμπεριφορά

Η νανομυγαλή είναι κυρίως νυχτόβια, αλλά μπορεί να παρουσιάζει σύντομες περιόδους δραστηριότητας σε ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Οι ανάγκες της για τροφή δεν της επιτρέπουν μεγάλα διαστήματα συνεχούς ανάπαυσης.

Είναι κυρίως μοναχικό και εδαφικό ζώο, εκτός από την αναπαραγωγική περίοδο και το διάστημα κατά το οποίο το θηλυκό φροντίζει τα μικρά του. Χρησιμοποιεί οξείς ήχους, μικρά καλέσματα και επιθετικές κινήσεις κατά τις συναντήσεις με άλλα άτομα.

Όταν δεν τρέφεται, περνά σημαντικό χρόνο καθαρίζοντας το τρίχωμα και τις αισθητήριες τρίχες του. Η διατήρηση των αισθητήριων οργάνων σε καλή κατάσταση είναι απαραίτητη για ένα ζώο που κυνηγά κυρίως μέσα στο σκοτάδι.

Βιότοπος

Το είδος προτιμά θερμές περιοχές που διαθέτουν προστατευμένα και σχετικά υγρά μικροενδιαιτήματα. Μπορεί να ζει σε:

  • μεσογειακούς θαμνώνες,
  • λιβάδια και παρυφές δασών,
  • όχθες ρυακιών και υγροτόπων,
  • ελαιώνες, αμπελώνες και οπωρώνες,
  • εγκαταλειμμένους κήπους,
  • ξερολιθιές,
  • σωρούς από πέτρες,
  • ερείπια και παλαιά κτίσματα,
  • και σχισμές του εδάφους.

Δεν είναι ιδιαίτερα ικανή στη διάνοιξη δικών της στοών. Χρησιμοποιεί φυσικές σχισμές, κενά κάτω από πέτρες και εγκαταλειμμένες φωλιές άλλων μικρών ζώων.

Αποφεύγει συνήθως τις εντατικά καλλιεργούμενες εκτάσεις όπου απουσιάζει η φυσική βλάστηση και γίνεται εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων.

Παρουσία στην Κύπρο

Η παρουσία του Suncus etruscus στην Κύπρο είναι επιστημονικά καταγεγραμμένη, αλλά το είδος παρατηρείται πολύ σπάνια ζωντανό. Το μικροσκοπικό του μέγεθος, η νυχτόβια δραστηριότητα, η μεγάλη ταχύτητα και η τάση του να παραμένει κρυμμένο κάτω από πέτρες και μέσα στη βλάστηση το κάνουν εύκολο να περάσει απαρατήρητο.

Πολλές καταγραφές μυγαλών πραγματοποιούνται έμμεσα, μέσω της εξέτασης οστών και δοντιών που βρίσκονται σε εμετικά σύμπηκτα κουκουβαγιών. Οι κουκουβάγιες καταπίνουν συχνά ολόκληρα τα μικρά θηλαστικά και αργότερα αποβάλλουν τα άπεπτα οστά και τις τρίχες σε συμπαγείς σβόλους. Η εξέταση του κρανίου και της οδοντοστοιχίας μπορεί να αποκαλύψει την παρουσία της νανομυγαλής σε μια περιοχή.

Δεν έχει τεκμηριωθεί ιδιαίτερο κυπριακό υποείδος. Οι σύγχρονες ταξινομικές βάσεις αντιμετωπίζουν τον κυπριακό πληθυσμό στο επίπεδο του είδους, ως Suncus etruscus.

Παγκόσμια εξάπλωση

Η νανομυγαλή έχει ευρεία αλλά συχνά ασυνεχή εξάπλωση. Απαντά στη νότια Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή και σε μεγάλες περιοχές της νότιας και νοτιοανατολικής Ασίας.

Στην Ευρώπη καταγράφεται κυρίως στις θερμότερες μεσογειακές περιοχές, περιλαμβανομένων της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Μάλτας και χωρών των Βαλκανίων.

Η παρουσία της σε ορισμένα νησιά μπορεί να σχετίζεται με εισαγωγή από τον άνθρωπο. Για την Κύπρο δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανασυσταθεί ο τρόπος και ο χρόνος άφιξης μικρών χερσαίων θηλαστικών. Η σημερινή παρουσία της στο νησί είναι πάντως καθιερωμένη και δεν χαρακτηρίζεται ως πρόσφατη βιολογική εισβολή.

Αναπαραγωγή

Η αναπαραγωγική περίοδος εκτείνεται κυρίως από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, αν και σε θερμά κλίματα μπορεί να παρατηρηθεί αναπαραγωγική δραστηριότητα και σε άλλες περιόδους.

Η κύηση διαρκεί περίπου 27–28 ημέρες και το θηλυκό γεννά συνήθως δύο έως έξι μικρά. Τα νεογέννητα είναι γυμνά, τυφλά και ζυγίζουν περίπου 0,2 γραμμάρια. Τα μάτια ανοίγουν περίπου δύο εβδομάδες μετά τη γέννηση και η ανάπτυξή τους είναι πολύ γρήγορη.

Όταν η φωλιά κινδυνεύει, η μητέρα μπορεί να μεταφέρει την οικογένεια με μια συμπεριφορά γνωστή ως «καραβάνι». Ένα μικρό κρατά με το στόμα του τη βάση της ουράς της μητέρας και τα υπόλοιπα πιάνονται διαδοχικά το ένα από το άλλο, σχηματίζοντας μια κινούμενη αλυσίδα.

Τα μικρά απογαλακτίζονται περίπου στις είκοσι ημέρες και γίνονται ανεξάρτητα μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Προσδόκιμο ζωής

Η ακριβής διάρκεια ζωής στη φύση δεν είναι καλά τεκμηριωμένη. Εκτιμάται ότι μπορεί να φτάνει περίπου τα δύο χρόνια, αλλά πολλά άτομα πιθανότατα πεθαίνουν νωρίτερα εξαιτίας θήρευσης, έλλειψης τροφής, ακραίων καιρικών συνθηκών ή ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Η μικρή διάρκεια ζωής αντισταθμίζεται από τη σχετικά γρήγορη ανάπτυξη και την ικανότητα αναπαραγωγής σε νεαρή ηλικία.

Θηρευτές

Οι σημαντικότεροι θηρευτές της είναι οι κουκουβάγιες και άλλα αρπακτικά πτηνά. Μπορεί επίσης να συλλαμβάνεται από φίδια, αλεπούδες, νυφίτσες όπου υπάρχουν, οικόσιτες ή αδέσποτες γάτες και άλλους μικρούς σαρκοφάγους θηρευτές.

Οι γάτες ενδέχεται να σκοτώνουν μυγαλές χωρίς πάντοτε να τις τρώνε, πιθανώς εξαιτίας της έντονης οσμής που παράγουν οι πλευρικοί αδένες ορισμένων ειδών.

Οικολογική σημασία

Παρά το μικρό της μέγεθος, η νανομυγαλή είναι δραστήριος θηρευτής που καταναλώνει καθημερινά μεγάλο αριθμό μικρών ασπονδύλων. Συμβάλλει στον φυσικό έλεγχο πληθυσμών εντόμων και άλλων αρθροπόδων.

Αποτελεί ταυτόχρονα σημαντική τροφή για κουκουβάγιες και άλλους θηρευτές. Συνδέει έτσι τα πολύ μικρά ασπόνδυλα με ανώτερα επίπεδα του τροφικού πλέγματος.

Η παρουσία της μπορεί να υποδεικνύει ότι μια περιοχή διατηρεί επαρκή φυτοκάλυψη, μικρά καταφύγια και πλούσια πανίδα ασπονδύλων.

Απειλές

Σε παγκόσμιο επίπεδο το είδος αξιολογείται ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος. Η ευρεία εξάπλωση, όμως, δεν σημαίνει ότι όλοι οι τοπικοί πληθυσμοί είναι ασφαλείς.

Οι βασικές απειλές περιλαμβάνουν:

  • την καταστροφή θαμνώνων και παρυφών φυσικής βλάστησης,
  • την αφαίρεση ξερολιθιών και σωρών από πέτρες,
  • την εντατικοποίηση της γεωργίας,
  • τη χρήση εντομοκτόνων και τρωκτικοκτόνων,
  • τη μείωση των διαθέσιμων εντόμων,
  • την ξηρασία και τα παρατεταμένα κύματα καύσωνα,
  • τις πυρκαγιές,
  • και τη θήρευση από οικόσιτες και αδέσποτες γάτες.

Λόγω του εξαιρετικά γρήγορου μεταβολισμού της, η νανομυγαλή είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας και στη μείωση της διαθέσιμης τροφής.

Προστασία

Η διατήρηση των ξερολιθιών, της φυσικής βλάστησης στις άκρες των αγρών, των θαμνωδών λωρίδων, των μικρών υγρών καταφυγίων και των παλαιών ελαιώνων δημιουργεί κατάλληλα μικροενδιαιτήματα.

Η περιορισμένη χρήση φυτοφαρμάκων προστατεύει τόσο τη νανομυγαλή όσο και τα ασπόνδυλα με τα οποία τρέφεται. Η αποφυγή δηλητηριασμένων δολωμάτων και η υπεύθυνη διαχείριση των κατοικίδιων γατών μπορούν επίσης να μειώσουν την έμμεση θνησιμότητα μικρών θηλαστικών.

Αν βρεθεί ζωντανή νανομυγαλή, δεν πρέπει να κρατηθεί σε αιχμαλωσία ή να τοποθετηθεί σε κλουβί. Λόγω των εξαιρετικά υψηλών ενεργειακών αναγκών της, η ακατάλληλη αιχμαλωσία μπορεί να οδηγήσει πολύ γρήγορα στον θάνατό της.

Στοιχεία φωτογραφιών

Φωτογραφίες: George Konstantinou
Χώρα: Κύπρος

Πηγές



Etruscan shrew or white-toothed pygmy shrew – Suncus etruscus (Savi, 1822) – Cyprus

Text by George Konstantinou.

The Etruscan shrew, Suncus etruscus (Savi, 1822), is an extremely small insectivorous mammal belonging to the family Soricidae. It is regarded as the world’s smallest living mammal by average body mass. Most adults weigh approximately 1.8–3 grams, although figures ranging from about 1.3 to 2.5 grams have been reported for different populations and sources.

Kitti’s hog-nosed bat, Craseonycteris thonglongyai, is considered smaller in body and skull length. The Etruscan shrew, however, retains the record as the smallest living mammal by mass.

Despite its minute appearance, it is an active and efficient predator of small invertebrates, possessing one of the fastest metabolic rates recorded among mammals.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Mammalia
Order: Eulipotyphla
Family: Soricidae – Shrews
Subfamily: Crocidurinae – White-toothed shrews
Genus: Suncus Ehrenberg, 1832
Species: Suncus etruscus (Savi, 1822)
Original name: Sorex etruscus Savi, 1822
English common names: Etruscan shrew, Etruscan pygmy shrew, white-toothed pygmy shrew, Savi’s pygmy shrew
Greek common name: Νανομυγαλή
Status in Cyprus: Recorded member of the Cypriot mammal fauna

It is not a mouse

The Etruscan shrew may resemble a tiny mouse, but it is not a rodent. It belongs to the order Eulipotyphla, together with other shrews, hedgehogs, moles and related insectivorous mammals.

Shrews are distinguished by their long, pointed snout, very small eyes, sharp teeth and extremely rapid metabolism. They do not possess the large incisors characteristic of mice and other rodents.

Its minute size, extremely rapid movements and secretive behaviour make it exceptionally difficult to observe in the wild.

Appearance

The body is slender and elongated, measuring approximately 3.5–5 centimetres without the tail. The tail generally adds another 2.4–3.2 centimetres. Measurements differ slightly among populations and according to the methods used.

The head is relatively large in proportion to the body and ends in a long, mobile and pointed snout. The ears are comparatively large and project from the fur, while the eyes are very small.

The fur on the back and sides is usually brownish-grey or pale brown. The underside is paler, grey or whitish. During the cooler months, the coat may become denser.

Numerous sensory whiskers surround the mouth and snout. These allow the animal to detect obstacles and prey, particularly at night and inside narrow crevices.

White teeth

The species belongs to the subfamily Crocidurinae, whose members are known as white-toothed shrews. Unlike some other shrews, the tips of its teeth are not strongly coloured red by iron deposits.

It usually possesses 30 teeth. One of the upper intermediate teeth is extremely small and rudimentary and may be absent in some individuals.

Examination of the teeth, skull and other morphological features is often necessary for the reliable identification of small shrews.

An exceptionally rapid metabolism

Very small mammals lose heat more rapidly than larger animals because they have a large body surface in relation to their volume and mass. To maintain a stable temperature, the Etruscan shrew must continually produce large quantities of energy.

Its heart rate may exceed 1,000 beats per minute during intense activity. Laboratory measurements have recorded maximum values approaching 1,500 beats per minute. These figures are not its constant heart rate but extreme physiological values recorded under particular conditions.

Its extraordinarily fast metabolism requires frequent feeding. It may consume approximately 1.5–2 times its own body weight in food each day.

Diet

The Etruscan shrew is principally insectivorous. It feeds on:

  • small insects,
  • insect larvae,
  • crickets and small grasshoppers,
  • spiders,
  • millipedes and other small arthropods,
  • worms,
  • and various soft-bodied invertebrates.

It can attack prey approaching its own size. It generally prefers invertebrates with a thin or soft exoskeleton that can be subdued and consumed more easily.

While hunting, it relies more on touch, sensory whiskers, smell and the detection of movement than on eyesight. Its movements are exceptionally fast, and it can change direction almost instantaneously.

Older claims that it inevitably dies after exactly four hours without food are an oversimplification. It certainly cannot tolerate prolonged fasting, but the actual survival time depends on temperature, the animal’s condition and its ability to enter torpor.

Temporary torpor

During cold conditions or food shortages, the Etruscan shrew can enter temporary torpor. In this state it substantially reduces its body temperature and metabolic rate, conserving energy.

Its body temperature may fall to levels that are exceptionally low for a mammal. During rewarming, extremely rapid muscular contractions occur together with major increases in heart and breathing rates.

Torpor is not the same as prolonged hibernation. It is a short and reversible physiological state that may last for hours and can be repeated when conditions require it.

Activity and behaviour

The Etruscan shrew is mainly nocturnal, although it may show short periods of activity throughout the day and night. Its need for food prevents it from remaining continuously inactive for long periods.

It is primarily solitary and territorial except during the breeding season and while females care for their young. It uses high-pitched sounds, brief calls and aggressive movements during encounters with other individuals.

When not feeding, it spends considerable time cleaning its coat and sensory whiskers. Maintaining these sensory structures is essential for an animal that hunts mainly in darkness.

Habitat

The species favours warm regions containing sheltered and relatively humid microhabitats. It may inhabit:

  • Mediterranean shrublands,
  • grasslands and woodland margins,
  • stream banks and wetland margins,
  • olive groves, vineyards and orchards,
  • abandoned gardens,
  • dry-stone walls,
  • piles of stones,
  • ruins and old buildings,
  • and crevices in the ground.

It is not particularly well adapted to digging its own burrows. Instead, it uses natural crevices, spaces beneath stones and abandoned nests of other small animals.

It generally avoids intensively cultivated land where natural vegetation is absent and pesticides are used extensively.

Presence in Cyprus

The occurrence of Suncus etruscus in Cyprus is scientifically documented, but living individuals are very rarely observed. Its minute size, nocturnal activity, rapid movement and tendency to remain concealed beneath stones and vegetation allow it to pass unnoticed.

Many shrew records are obtained indirectly through the examination of bones and teeth recovered from owl pellets. Owls frequently swallow small mammals whole and later regurgitate indigestible bones and fur as compact pellets. Examination of the skull and teeth can reveal the presence of the Etruscan shrew in an area.

No distinctive Cypriot subspecies has been documented. Modern taxonomic databases treat the population occurring in Cyprus at species level as Suncus etruscus.

Global distribution

The Etruscan shrew has a broad but often fragmented distribution. It occurs across southern Europe, northern Africa, the Middle East and extensive areas of southern and southeastern Asia.

In Europe it is recorded mainly in warmer Mediterranean regions, including Cyprus, Greece, Italy, Spain, Portugal, Malta and countries of the Balkans.

Its presence on some islands may have resulted from human introduction. For Cyprus, reconstructing the precise means and period by which small terrestrial mammals arrived is not always possible. Its present occurrence on the island is nevertheless well established, and it is not regarded as a recent biological invasion.

Reproduction

The reproductive period extends mainly from spring to autumn, although breeding may occur at other times in warm climates.

Gestation lasts approximately 27–28 days, and the female generally gives birth to two to six young. Newborns are naked, blind and weigh approximately 0.2 grams. Their eyes open around two weeks after birth, and development is rapid.

When the nest is threatened, the mother may relocate the family through a behaviour known as caravanning. One young grips the base of its mother’s tail, while the others hold onto one another in succession, forming a moving chain.

The young are weaned at approximately twenty days and become independent within a few weeks.

Lifespan

Its precise lifespan in the wild is not well documented. It is estimated to reach approximately two years, but many individuals probably die earlier because of predation, food shortages, extreme weather or human activities.

Its short life is compensated for by rapid development and the ability to reproduce at a young age.

Predators

Its principal predators are owls and other birds of prey. It may also be captured by snakes, foxes, weasels where present, domestic or feral cats and other small carnivores.

Cats may kill shrews without necessarily eating them, possibly because of the strong odour produced by lateral glands in some species.

Ecological importance

Despite its small size, the Etruscan shrew is an active predator that consumes large numbers of small invertebrates each day. It contributes to the natural regulation of insects and other arthropods.

At the same time, it provides food for owls and other predators. It therefore connects very small invertebrates with higher levels of the food web.

Its presence may indicate that an area retains sufficient plant cover, small shelters and a rich invertebrate fauna.

Threats

Globally, the species is assessed as Least Concern. Its extensive range does not mean that every local population is secure.

Principal threats include:

  • destruction of shrublands and natural field margins,
  • removal of dry-stone walls and stone piles,
  • agricultural intensification,
  • use of insecticides and rodenticides,
  • reduction of available insect prey,
  • drought and prolonged heatwaves,
  • wildfires,
  • and predation by domestic and feral cats.

Because of its exceptionally rapid metabolism, the Etruscan shrew is particularly vulnerable to sudden temperature changes and reductions in available food.

Conservation

Preserving dry-stone walls, natural vegetation along field boundaries, strips of shrubs, small humid refuges and old olive groves creates suitable microhabitats.

Reducing pesticide use protects both the shrew and the invertebrates on which it feeds. Avoiding poisoned bait and managing domestic cats responsibly can also reduce the indirect mortality of small mammals.

A living Etruscan shrew should not be kept in captivity or placed in a cage. Because of its exceptionally high energy requirements, unsuitable captivity can lead to its death very quickly.

Photograph details

Photographs: George Konstantinou
Country: Tseri Cyprus

Sources













1 comment:

  1. Seen this mammal today in Agios Theodoros Larnaca 5 June 2023

    ReplyDelete