Translate

Saturday, 20 January 2018

Alfalfa weevil – Hypera postica (Gyllenhal, 1813) – Φυτονόμος – Ρυγχωτός κάνθαρος της μηδικής – Cyprus


Many thanks to Filippos Georgiades  to find the species. 

Photos Nicosia 20/1/2018 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Φυτονόμος – Hypera postica (Gyllenhal, 1813)

Η Hypera postica είναι ένα μικρό σκαθάρι της οικογένειας Curculionidae, τα μέλη της οποίας είναι γνωστά ως ρυγχωτοί κάνθαροι ή weevils. Στα ελληνικά αναφέρεται ως φυτονόμος και ρυγχωτός κάνθαρος της μηδικής, ενώ η καθιερωμένη αγγλική ονομασία του είναι Alfalfa weevil ή Lucerne weevil.

Το είδος συνδέεται κυρίως με τη μηδική, Medicago sativa, αλλά μπορεί να χρησιμοποιεί και άλλα ψυχανθή ως φυτά-ξενιστές. Η προνύμφη προκαλεί τη μεγαλύτερη ζημιά, επειδή τρέφεται με τους μαλακούς ιστούς των φύλλων.

Η παρουσία του στην Κύπρο τεκμηριώνεται και από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν στη Λευκωσία στις 20 Ιανουαρίου 2018.

Το ενήλικο έντομο

Το ενήλικο είναι μικρό, με μήκος συνήθως 4–5,5 χιλιοστά. Το σώμα του είναι ωοειδές και ελαφρώς κυρτό, με σχετικά κοντά πόδια και χαρακτηριστικό ρύγχος.

Το ρύγχος είναι κοντό, πλατύ και καμπυλωμένο προς τα κάτω. Στην άκρη του βρίσκονται τα στοματικά μόρια, τα οποία είναι προσαρμοσμένα για μάσηση φυτικών ιστών και για τη δημιουργία μικρών κοιλοτήτων στους βλαστούς κατά την ωοτοκία.

Οι κεραίες είναι γονατοειδείς, δηλαδή σχηματίζουν εμφανή γωνία, και καταλήγουν σε διογκωμένη ροπαλοειδή κορυφή. Εκφύονται από τις πλευρές του ρύγχους, όπως συμβαίνει στους περισσότερους ρυγχωτούς κάνθαρους.

Χρωματισμός

Ο βασικός χρωματισμός είναι καστανός, γκριζοκάστανος ή κιτρινοκάστανος. Το σώμα καλύπτεται από μικρές τρίχες ή λέπια, τα οποία δημιουργούν ένα σύνθετο και συχνά ανομοιόμορφο σχέδιο.

Κατά μήκος της ράχης των ελύτρων υπάρχει συνήθως μια πλατιά, σκουρόχρωμη λωρίδα. Μέσα ή γύρω από αυτή μπορεί να διακρίνονται ωχρότερες περιοχές, σχηματίζοντας ένα ασαφές σφηνοειδές ή επιμήκες σχέδιο.

Ο χρωματισμός επηρεάζεται από την ηλικία και τη φθορά. Σε παλαιότερα άτομα τα επιφανειακά λέπια χάνονται, με αποτέλεσμα το έντομο να φαίνεται πιο σκούρο και λιγότερο ευδιάκριτα σχεδιασμένο.

Έλυτρα και πτέρυγες

Τα έλυτρα είναι οι σκληρυμένες πρόσθιες πτέρυγες που καλύπτουν και προστατεύουν την κοιλιά και τις λεπτές οπίσθιες πτέρυγες. Φέρουν επιμήκεις σειρές από μικρά βαθουλώματα και λεπτές τρίχες.

Το ενήλικο μπορεί να πετάξει, αλλά συχνά μετακινείται βαδίζοντας πάνω στους βλαστούς και στα φύλλα. Όταν ενοχληθεί, μπορεί να πέσει στο έδαφος και να παραμείνει ακίνητο ανάμεσα στη βλάστηση, όπου ο καστανός χρωματισμός του προσφέρει αποτελεσματική απόκρυψη.

Αυγό

Το θηλυκό χρησιμοποιεί το ρύγχος του για να ανοίξει μικρή οπή σε νεαρό βλαστό, μίσχο ή οφθαλμό της μηδικής. Μέσα στην κοιλότητα τοποθετεί μια μικρή ομάδα αυγών και στη συνέχεια μπορεί να κλείσει την είσοδο με φυτικό υλικό.

Τα αυγά είναι μικρά, ωοειδή και αρχικά κιτρινωπά. Τοποθετημένα μέσα στους φυτικούς ιστούς προστατεύονται από την ξήρανση, τις απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας και ορισμένους θηρευτές.

Ο αριθμός των αυγών και η εποχή ωοτοκίας μεταβάλλονται ανάλογα με το κλίμα. Σε περιοχές με ήπιους χειμώνες η ωοτοκία μπορεί να αρχίσει το φθινόπωρο ή μέσα στον χειμώνα.

Προνύμφη

Η προνύμφη έχει εντελώς διαφορετική εμφάνιση από το ενήλικο. Είναι επιμήκης, ελαφρώς κυρτή και δεν διαθέτει πραγματικά πόδια.

Το σώμα είναι κιτρινοπράσινο έως έντονα πράσινο, με μία εμφανή λευκή γραμμή κατά μήκος της ράχης και συχνά λεπτότερες ωχρές γραμμές στα πλάγια. Η κεφαλική κάψα είναι γυαλιστερή και μαύρη.

Λίγο πριν από τη νύμφωση μπορεί να φθάσει περίπου το ένα εκατοστό. Η κίνησή της διευκολύνεται από μικρές σαρκώδεις προεξοχές στην κάτω επιφάνεια του σώματος, παρότι δεν έχει τα αρθρωτά πόδια μιας κάμπιας.

Κατά την ανάπτυξή της περνά συνήθως από τέσσερα προνυμφικά στάδια, πραγματοποιώντας τρεις εκδύσεις.

Τροφή της προνύμφης

Οι νεαρές προνύμφες συγκεντρώνονται αρχικά στους τρυφερούς κορυφαίους οφθαλμούς και στα νεότερα φύλλα. Δημιουργούν μικρές οπές και ακανόνιστες διαβρώσεις στο έλασμα.

Καθώς μεγαλώνουν, μετακινούνται προς τα χαμηλότερα και περισσότερο ανεπτυγμένα φύλλα. Τρώνε τον μαλακό ιστό ανάμεσα στις νευρώσεις, αφήνοντας πίσω το νευρικό δίκτυο. Η ζημιά αυτή χαρακτηρίζεται ως σκελετοποίηση των φύλλων.

Σε έντονη προσβολή, μεγάλο μέρος του φυλλώματος μπορεί να αποκτήσει γκριζωπή ή υπόλευκη εμφάνιση, σαν να έχει ξεραθεί ή καεί. Η απώλεια φωτοσυνθετικής επιφάνειας μειώνει την ανάπτυξη και την παραγωγή χορτομάζας.

Νύμφωση

Όταν ολοκληρώσει την ανάπτυξή της, η προνύμφη κατασκευάζει ένα αραιό, λευκό ή υπόλευκο βομβύκιο από μεταξώδεις ίνες. Το βομβύκιο έχει περίπου το μέγεθος μικρού μπιζελιού και στερεώνεται συνήθως πάνω σε φύλλο, ανάμεσα σε φύλλα ή κοντά στη βάση του φυτού.

Το πλέγμα είναι αρκετά χαλαρό ώστε η νύμφη να διακρίνεται στο εσωτερικό. Κατά το στάδιο αυτό πραγματοποιείται η μεταμόρφωση από την άποδη προνύμφη στο ενήλικο σκαθάρι.

Η διάρκεια της νύμφωσης εξαρτάται κυρίως από τη θερμοκρασία και συχνά διαρκεί περίπου μία έως δύο εβδομάδες.

Βιολογικός κύκλος

Το είδος παρουσιάζει συνήθως μία κύρια γενιά τον χρόνο, αν και η εποχική δραστηριότητα μεταβάλλεται σημαντικά μεταξύ περιοχών με διαφορετικό κλίμα.

Σε περιοχές με ήπιο χειμώνα, όπως η Κύπρος, τα ενήλικα μπορεί να παραμένουν ενεργά ή κρυμμένα μέσα στη βλάστηση και στα φυτικά υπολείμματα. Τα αυγά μπορούν να τοποθετούνται από το φθινόπωρο έως την άνοιξη, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.

Οι προνύμφες εμφανίζονται όταν υπάρχει τρυφερή νέα βλάστηση. Μετά τη νύμφωση, τα νέα ενήλικα τρέφονται για ένα διάστημα και μπορούν να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους κατά τους θερμούς και ξηρούς μήνες.

Η θερινή αυτή αδράνεια βοηθά το έντομο να επιβιώνει όταν η μηδική και τα άγρια φυτά-ξενιστές έχουν ξεραθεί ή δεν διαθέτουν τρυφερή βλάστηση.

Φυτά-ξενιστές

Κύριο φυτό-ξενιστής είναι η μηδική, Medicago sativa. Έχουν επίσης καταγραφεί προσβολές ή διατροφή σε άλλα ψυχανθή, όπως είδη των γενών:

  • Medicago,
  • Trifolium,
  • Melilotus,
  • Vicia,
  • Lotus.

Η παρουσία ενός ενήλικου πάνω σε διαφορετικό φυτό δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το συγκεκριμένο φυτό αποτελεί κανονικό ξενιστή αναπαραγωγής. Για την επιβεβαίωση απαιτείται παρατήρηση αυγών, προνυμφών ή σταθερής διατροφής.

Η μηδική στην Κύπρο

Η μηδική είναι σημαντικό κτηνοτροφικό φυτό, καλλιεργούμενο για την παραγωγή χλωρής και αποξηραμένης ζωοτροφής. Επειδή είναι πολυετής καλλιέργεια, παρέχει για μεγάλο χρονικό διάστημα τροφή και καταφύγιο στο έντομο.

Στην Κύπρο, οι ήπιοι χειμώνες μπορούν να επιτρέπουν πρώιμη δραστηριότητα ενηλίκων και προνυμφών. Η πραγματική περίοδος εμφάνισης εξαρτάται από τις βροχές, την άρδευση, τις κοπές της καλλιέργειας και τις θερμοκρασίες κάθε χρονιάς.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Hypera postica έχει παλαιαρκτική προέλευση και απαντά φυσικά σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, της Μεσογείου, της βόρειας Αφρικής και της δυτικής και κεντρικής Ασίας.

Έχει εισαχθεί σε άλλες περιοχές, με σημαντικότερο παράδειγμα τη Βόρεια Αμερική, όπου εξελίχθηκε σε έναν από τους γνωστότερους εχθρούς της μηδικής. Έχει επίσης καταγραφεί ως εισαγμένο είδος σε άλλες χώρες εκτός της αρχικής του εξάπλωσης.

Η οικονομική σημασία του δεν είναι ίδια παντού. Εξαρτάται από την έκταση των καλλιεργειών μηδικής, το κλίμα, τις καλλιεργητικές πρακτικές και την παρουσία φυσικών εχθρών.

Φυσικοί εχθροί

Οι πληθυσμοί του περιορίζονται από διάφορους θηρευτές, παρασιτοειδή και παθογόνους οργανισμούς.

Πασχαλίτσες, αρπακτικά ημίπτερα, αράχνες και άλλα γενικά αρπακτικά μπορούν να καταναλώνουν αυγά ή μικρές προνύμφες. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης μικρές παρασιτοειδείς σφήκες.

Είδη του γένους Bathyplectes, όπως τα Bathyplectes curculionis και Bathyplectes anurus, τοποθετούν το αυγό τους μέσα στην προνύμφη του σκαθαριού. Η προνύμφη της σφήκας αναπτύσσεται στο εσωτερικό του ξενιστή και τελικά τον θανατώνει.

Ο εντομοπαθογόνος μύκητας Zoophthora phytonomi μπορεί να προκαλέσει σημαντική θνησιμότητα, ιδιαίτερα όταν επικρατούν κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υψηλής υγρασίας.

Η αναφορά αυτών των οργανισμών διεθνώς δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν επιβεβαιωθεί ως φυσικοί εχθροί του είδους στην Κύπρο.

Οικολογική και γεωργική σημασία

Στο φυσικό του περιβάλλον αποτελεί μέρος των τροφικών σχέσεων ανάμεσα στα ψυχανθή, τα φυτοφάγα έντομα, τους θηρευτές, τα παρασιτοειδή και τα παθογόνα.

Σε καλλιέργειες μηδικής, όμως, μεγάλοι πληθυσμοί προνυμφών μπορούν να μειώσουν σημαντικά το φύλλωμα. Η σοβαρότητα της ζημιάς εξαρτάται από την πυκνότητα των προνυμφών, το στάδιο ανάπτυξης της καλλιέργειας και τον χρόνο μέχρι την επόμενη κοπή.

Η παρουσία λίγων ατόμων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απαιτείται επέμβαση. Η εκτίμηση πρέπει να βασίζεται σε συστηματική δειγματοληψία και σε τοπικά οικονομικά όρια επέμβασης.

Ολοκληρωμένη διαχείριση

Η αντιμετώπιση σε καλλιέργειες πρέπει να βασίζεται στην ολοκληρωμένη διαχείριση εχθρών και όχι στην αυτόματη χρήση εντομοκτόνων.

Σημαντικά μέτρα περιλαμβάνουν:

  • τακτικό έλεγχο των κορυφών και των φύλλων,
  • καταμέτρηση των προνυμφών,
  • αξιολόγηση του ποσοστού φυλλικής ζημιάς,
  • προγραμματισμό της κοπής όταν η καλλιέργεια βρίσκεται κοντά στη συγκομιδή,
  • διατήρηση των ωφέλιμων αρθροπόδων,
  • αποφυγή άσκοπων ψεκασμών,
  • χρήση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων μόνο όταν είναι απαραίτητο.

Η πρώιμη κοπή μπορεί να αφαιρέσει σημαντικό μέρος των προνυμφών και της διαθέσιμης τροφής τους. Ωστόσο, η απόφαση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση και την προβλεπόμενη χρήση της καλλιέργειας.

Οι οδηγίες για φυτοπροστατευτικά προϊόντα αλλάζουν και διαφέρουν ανά χώρα. Για την Κύπρο πρέπει να ακολουθούνται αποκλειστικά οι ισχύουσες εγκρίσεις και οι οδηγίες των αρμόδιων γεωπόνων.

Διάκριση από παρόμοια είδη

Το ενήλικο μπορεί να συγχέεται με άλλα μικρά καστανά είδη του γένους Hypera και με άλλους ρυγχωτούς κάνθαρους που συναντώνται πάνω σε ψυχανθή.

Χρήσιμα γνωρίσματα είναι:

  • το μήκος 4–5,5 χιλιοστών,
  • το κοντό και πλατύ ρύγχος,
  • η σκοτεινή επιμήκης ζώνη στη ράχη,
  • το σχετικά πλατύ πρόνωτο,
  • το λεπιδωτό σχέδιο των ελύτρων.

Η προνύμφη διακρίνεται από τον συνδυασμό του πράσινου σώματος, της λευκής ραχιαίας γραμμής και της μαύρης κεφαλικής κάψας.

Μπορεί να συγχέεται με την προνύμφη του Hypera punctata. Το συγκεκριμένο είδος είναι μεγαλύτερο και η προνύμφη του έχει καστανή ή κιτρινοκάστανη, αντί μαύρη, κεφαλή.

Η ασφαλής ταυτοποίηση ενήλικων ατόμων του γένους μπορεί να απαιτεί στερεομικροσκοπική εξέταση και σύγκριση με εξειδικευμένα ταξινομικά κλειδιά.

Είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο;

Η Hypera postica δεν είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο. Δεν διαθέτει κεντρί, δεν είναι δηλητηριώδης και δεν επιτίθεται σε ανθρώπους ή κατοικίδια ζώα.

Το ρύγχος της χρησιμοποιείται για διατροφή σε φυτικούς ιστούς και για την προετοιμασία θέσεων ωοτοκίας. Δεν είναι προσαρμοσμένο για να προκαλεί δάγκωμα στον άνθρωπο.

Η σημασία του είδους είναι κυρίως γεωργική και όχι υγειονομική.

Ονοματολογία

Το είδος περιγράφηκε το 1813 από τον Leonard Gyllenhal με την ονομασία Rhynchaenus postica. Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Hypera.

Γι’ αυτό το όνομα του αρχικού συγγραφέα και το έτος περιγραφής τοποθετούνται μέσα σε παρένθεση: Hypera postica (Gyllenhal, 1813).

Στη βιβλιογραφία μπορεί να συναντηθούν παλαιότερες ονομασίες, όπως:

  • Rhynchaenus postica Gyllenhal, 1813,
  • Phytonomus posticus (Gyllenhal),
  • Hypera variabilis (Herbst),
  • Phytonomus variabilis (Herbst).

Η αποδεκτή ονομασία είναι Hypera postica (Gyllenhal, 1813).

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Animalia
  • Συνομοταξία: Arthropoda
  • Ομοταξία: Insecta
  • Τάξη: Coleoptera
  • Υπόταξη: Polyphaga
  • Υπεροικογένεια: Curculionoidea
  • Οικογένεια: Curculionidae
  • Υποοικογένεια: Hyperinae
  • Γένος: Hypera
  • Είδος: Hypera postica (Gyllenhal, 1813)
  • Ελληνικές κοινές ονομασίες: Φυτονόμος, Ρυγχωτός κάνθαρος της μηδικής
  • Αγγλικές κοινές ονομασίες: Alfalfa weevil, Lucerne weevil

Στοιχεία φωτογραφιών

Φωτογραφίες: George Konstantinou
Τοποθεσία: Λευκωσία, Κύπρος
Ημερομηνία φωτογράφισης: 20 Ιανουαρίου 2018
Συντεταγμένες περιοχής: 35.1856° N, 33.3823° E
Google Maps: Λευκωσία, Κύπρος

Εντοπισμός και υπόδειξη του είδους: Filippos Georgiades.

Οι συντεταγμένες αντιστοιχούν στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας και όχι κατ’ ανάγκη στο ακριβές σημείο φωτογράφισης.

Πηγές





Alfalfa weevil – Hypera postica (Gyllenhal, 1813) – Cyprus

Text by George Konstantinou.

Alfalfa weevil – Hypera postica (Gyllenhal, 1813)

Hypera postica is a small beetle belonging to the family Curculionidae, whose members are commonly known as weevils. Its established English names are Alfalfa weevil and Lucerne weevil.

The species is associated principally with alfalfa or lucerne, Medicago sativa, although it may use other legumes as host plants. The larva causes most of the damage because it feeds on the soft tissues of the leaves.

Its presence in Cyprus is also documented by the photographs taken in Nicosia on 20 January 2018.

Adult

The adult is small, generally measuring 4–5.5 millimetres long. Its body is oval and slightly convex, with relatively short legs and a characteristic rostrum.

The rostrum is short, broad and curved downwards. The mouthparts are situated at its tip and are adapted for chewing plant tissue and creating small cavities in stems during egg-laying.

The antennae are elbowed and terminate in an enlarged club. They arise from the sides of the rostrum, as in most weevils.

Colouration

The basic colour is brown, greyish-brown or yellowish-brown. The body is covered with minute hairs or scales that create a complex and often uneven pattern.

A broad dark stripe generally runs along the centre of the elytra. Paler areas within or around it may form an indistinct wedge-shaped or elongated pattern.

Colouration is affected by age and wear. Older specimens lose some of their surface scales and consequently appear darker and less clearly patterned.

Elytra and wings

The elytra are the hardened forewings covering and protecting the abdomen and delicate hindwings. They bear longitudinal rows of small pits and fine hairs.

Adults are capable of flight but frequently move by walking over stems and leaves. When disturbed, they may fall to the ground and remain motionless among the vegetation, where their brown colour provides effective camouflage.

Egg

The female uses her rostrum to create a small opening in a young alfalfa stem, petiole or bud. She deposits a group of eggs inside the cavity and may then close its entrance with plant material.

The eggs are small, oval and initially yellowish. Their position within plant tissue protects them from drying, sudden temperature changes and certain predators.

The number of eggs and the egg-laying season vary according to climate. In regions with mild winters, oviposition may begin during autumn or winter.

Larva

The larva looks entirely different from the adult. It is elongated, slightly curved and lacks true legs.

Its body is yellowish-green to bright green, with a conspicuous white line along the back and often finer pale lines along the sides. The head capsule is glossy black.

Shortly before pupation, it may reach approximately one centimetre in length. Movement is assisted by small fleshy projections on the underside, although it lacks the articulated legs of a caterpillar.

It generally passes through four larval stages, undergoing three moults.

Larval feeding

Young larvae initially gather in the tender terminal buds and newest leaves. They produce small holes and irregular areas of surface damage.

As they grow, they move towards lower, more developed leaves. They consume the soft tissue between the veins, leaving the vein network behind. This type of damage is described as skeletonisation.

During severe infestations, much of the foliage may acquire a greyish or whitish appearance, as though scorched or dried. Loss of photosynthetic surface reduces plant growth and forage production.

Pupation

After completing its development, the larva constructs a loosely woven white or off-white silken cocoon. It is approximately the size of a small pea and is generally attached to a leaf, between leaves or near the plant’s base.

The mesh is sufficiently open for the pupa to remain visible inside. During this stage, transformation from the legless larva to the adult beetle takes place.

Pupal duration depends mainly on temperature and frequently lasts approximately one to two weeks.

Life cycle

The species generally produces one main generation each year, although seasonal activity varies considerably between regions with different climates.

In areas with mild winters, including Cyprus, adults may remain active or concealed in vegetation and plant debris. Eggs may be laid from autumn to spring, depending on weather conditions.

Larvae appear when tender new growth is available. Following pupation, the new adults feed for a period and may reduce their activity during the hot, dry months.

This summer inactivity helps the insect survive when alfalfa and wild host plants have dried or no longer provide tender foliage.

Host plants

The principal host is alfalfa, Medicago sativa. Feeding or infestation has also been recorded on other legumes, including species of:

  • Medicago,
  • Trifolium,
  • Melilotus,
  • Vicia,
  • Lotus.

The presence of an adult on a different plant does not by itself prove that the plant is a regular reproductive host. Confirmation requires the observation of eggs, larvae or sustained feeding.

Alfalfa in Cyprus

Alfalfa is an important forage crop grown for fresh and dried animal feed. As a perennial crop, it provides the insect with food and shelter over an extended period.

The mild Cypriot winter may permit early activity by adults and larvae. The actual season of occurrence depends on rainfall, irrigation, cutting schedules and the temperatures experienced each year.

Geographical distribution

Hypera postica has a Palaearctic origin and occurs naturally across much of Europe, the Mediterranean, northern Africa and western and central Asia.

It has been introduced into other regions, most notably North America, where it became one of the best-known pests of alfalfa. It has also been recorded as introduced in other countries beyond its original range.

Its economic importance is not identical in every region. It depends upon the extent of alfalfa cultivation, climate, farming practices and the presence of natural enemies.

Natural enemies

Populations are limited by various predators, parasitoids and pathogens.

Ladybirds, predatory true bugs, spiders and other generalist predators may consume eggs or small larvae. Small parasitoid wasps can also play an important role.

Species of Bathyplectes, including Bathyplectes curculionis and Bathyplectes anurus, lay their eggs inside weevil larvae. The developing wasp larva grows within its host and eventually kills it.

The entomopathogenic fungus Zoophthora phytonomi may cause substantial mortality, particularly under suitable conditions of temperature and high humidity.

The international association of these organisms with the weevil does not mean that every one of them has been confirmed as a natural enemy in Cyprus.

Ecological and agricultural importance

In its natural environment, the species forms part of the food-web relationships connecting legumes, herbivorous insects, predators, parasitoids and pathogens.

In alfalfa crops, however, high larval populations can remove a substantial amount of foliage. The severity of damage depends on larval density, crop development and the time remaining before the next cutting.

The presence of a small number of individuals does not necessarily justify treatment. Decisions should be based on systematic sampling and locally appropriate economic thresholds.

Integrated management

Management in cultivated fields should be based on integrated pest management rather than the automatic application of insecticides.

Important measures include:

  • regular inspection of terminals and leaves,
  • counting larvae,
  • assessing the percentage of foliage damaged,
  • scheduling cutting when the crop is close to harvest,
  • conserving beneficial arthropods,
  • avoiding unnecessary spraying,
  • using authorised plant-protection products only when necessary.

Early cutting may remove a significant proportion of the larvae and their available food. The decision must nevertheless take account of the crop’s condition and intended use.

Plant-protection authorisations and recommendations change and differ among countries. In Cyprus, only current official approvals and advice from qualified agricultural specialists should be followed.

Distinction from similar species

Adults may be confused with other small brown species of Hypera and with other weevils occurring on legumes.

Useful features include:

  • body length of 4–5.5 millimetres,
  • a short, broad rostrum,
  • a dark longitudinal dorsal band,
  • a relatively broad pronotum,
  • the scaled pattern of the elytra.

The larva is recognised by the combination of a green body, white dorsal stripe and black head capsule.

It may be confused with the larva of Hypera punctata. That species is larger, and its larva has a brown or yellowish-brown head rather than a black one.

Reliable identification of adult Hypera may require examination under a stereomicroscope and comparison with specialist taxonomic keys.

Is it dangerous to humans?

Hypera postica is not dangerous to humans. It has no sting, is not venomous and does not attack people or domestic animals.

Its rostrum is used for feeding on plant tissue and preparing egg-laying sites. It is not adapted to bite humans.

The importance of the species is agricultural rather than medical.

Nomenclature

The species was described in 1813 by Leonard Gyllenhal under the name Rhynchaenus postica. It was subsequently transferred to the genus Hypera.

The original author’s name and year are therefore enclosed in parentheses: Hypera postica (Gyllenhal, 1813).

Older names encountered in the literature include:

  • Rhynchaenus postica Gyllenhal, 1813,
  • Phytonomus posticus (Gyllenhal),
  • Hypera variabilis (Herbst),
  • Phytonomus variabilis (Herbst).

The accepted name is Hypera postica (Gyllenhal, 1813).

Classification

  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Arthropoda
  • Class: Insecta
  • Order: Coleoptera
  • Suborder: Polyphaga
  • Superfamily: Curculionoidea
  • Family: Curculionidae
  • Subfamily: Hyperinae
  • Genus: Hypera
  • Species: Hypera postica (Gyllenhal, 1813)
  • Common names: Alfalfa weevil, Lucerne weevil

Photo details

Photos by George Konstantinou
Location: Nicosia, Cyprus
Date photographed: 20 January 2018
Area coordinates: 35.1856° N, 33.3823° E
Google Maps: Nicosia, Cyprus

Species located and brought to attention by Filippos Georgiades.

The coordinates indicate the wider Nicosia area and not necessarily the precise location where the insect was photographed.

Sources









No comments:

Post a Comment