Translate

Tuesday, 15 August 2023

Eurasian bittern or great bittern - Botaurus stellaris (Linnaeus, 1758) - (Ευρασιατικός) Ήταυρος, Βουρωδιός - Cyprus

See also 

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

List of Birds of Cyprus - Κατάλογος πουλιών της Κύπρου - And all the bird species in this blog

Οι 10 ερωδιοί της Κύπρου (Web TV) - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 1/3/2018


Family: Ardeidae

Photos  Akroriri 25/4/2022 by George Konstantinou

Below in English

Ευρασιατικός ήταυρος ή βουρωδιός – Botaurus stellaris (Linnaeus, 1758) – Κύπρος

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Ένας κρυπτικός ερωδιός των καλαμιώνων

Ο ευρασιατικός ήταυρος ή βουρωδιός, Botaurus stellaris, είναι μεγαλόσωμο υδρόβιο πτηνό της οικογένειας Ardeidae, στην οποία ανήκουν οι ερωδιοί, οι τσικνιάδες και οι συγγενικές μορφές.

Παρά το σχετικά μεγάλο μέγεθός του, είναι ένα από τα δυσκολότερα πτηνά των υγροτόπων στην παρατήρηση. Περνά μεγάλο μέρος της ημέρας κρυμμένο μέσα σε πυκνούς καλαμιώνες, όπου το χρώμα και οι ραβδώσεις του πτερώματός του το καθιστούν σχεδόν αόρατο.

Η αγγλική ονομασία Eurasian Bittern το διακρίνει από τα άλλα είδη ηταύρων που απαντούν στην Αμερική, την Αυστραλία και άλλες περιοχές. Ονομάζεται επίσης Great Bittern, επειδή είναι αισθητά μεγαλύτερο από τα μικρότερα είδη που ήταν παραδοσιακά γνωστά ως little bitterns.

Εξωτερική εμφάνιση

Ο ευρασιατικός ήταυρος έχει γεροδεμένο σώμα, κοντά πόδια σε σύγκριση με πολλούς άλλους ερωδιούς, παχύ λαιμό και ισχυρό, μυτερό ράμφος.

Το μήκος του σώματός του κυμαίνεται συνήθως περίπου από 64 έως 80 εκατοστά, ενώ το άνοιγμα των φτερών μπορεί να φθάσει περίπου τα 125–135 εκατοστά. Τα αρσενικά είναι κατά κανόνα μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα θηλυκά.

Το πτέρωμα αποτελείται από αποχρώσεις του κιτρινοκάστανου, του ωχροκίτρινου, του καφέ και του μαύρου. Οι πολυάριθμες κάθετες ραβδώσεις και οι ακανόνιστες κηλίδες μιμούνται τους ξερούς βλαστούς, τις σκιές και τα φύλλα των καλαμιώνων.

Στην κεφαλή διακρίνονται σκούρα κορώνα και χαρακτηριστική μαύρη γραμμή που εκτείνεται από τη βάση του ράμφους προς την πλευρά του λαιμού. Το ράμφος είναι κιτρινωπό έως πρασινωπό και τα μάτια κιτρινωπά.

Τα δύο φύλα μοιάζουν στην εμφάνιση, αν και το αρσενικό είναι συνήθως μεγαλύτερο. Τα νεαρά πτηνά έχουν συχνά πιο θερμό καστανό χρωματισμό και λιγότερο έντονες αντιθέσεις.

Η χαρακτηριστική στάση απόκρυψης

Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, ο ήταυρος μπορεί να μείνει εντελώς ακίνητος, να τεντώσει τον λαιμό και να στρέψει το ράμφος προς τα πάνω.

Με αυτή τη στάση, οι κάθετες γραμμές του πτερώματος ευθυγραμμίζονται οπτικά με τα καλάμια. Το πτηνό μπορεί ακόμη και να κινεί ελαφρά το σώμα του ακολουθώντας την κίνηση της βλάστησης από τον άνεμο.

Η συμπεριφορά αυτή, γνωστή στα αγγλικά ως bitterning, αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα συνδυασμού μορφολογικής και συμπεριφορικής προσαρμογής. Αν η απειλή πλησιάσει υπερβολικά, ο ήταυρος απογειώνεται συνήθως απότομα και απομακρύνεται με βαριά αλλά δυνατή πτήση.

Πτήση και αναγνώριση

Κατά την απογείωση, ο ευρασιατικός ήταυρος μπορεί να φαίνεται βαρύς και κάπως αδέξιος. Μόλις αποκτήσει ύψος, πετά με πλατιές, σταθερές κινήσεις των φτερών.

Όπως οι περισσότεροι ερωδιοί, μαζεύει τον λαιμό προς το σώμα κατά την πτήση. Τα πόδια προεξέχουν πίσω από την ουρά, ενώ τα πλατιά, στρογγυλεμένα φτερά και ο καστανός χρωματισμός βοηθούν στην αναγνώρισή του.

Η παρατήρηση πτητικού ήταυρου είναι συχνά σύντομη, επειδή το πτηνό επιχειρεί να προσγειωθεί γρήγορα μέσα σε έναν άλλο πυκνό καλαμιώνα.

Η βαθιά φωνή του αρσενικού

Το αρσενικό παράγει κατά την αναπαραγωγική περίοδο έναν εξαιρετικά βαθύ και υπόκωφο ήχο, ο οποίος θυμίζει μακρινό βούισμα, κόρνα ομίχλης ή μουγκρητό ταύρου.

Η φωνή μπορεί να μεταφέρεται σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων όταν επικρατεί ησυχία και ευνοϊκές καιρικές συνθήκες. Επειδή το πτηνό παραμένει κρυμμένο στη βλάστηση, η χαρακτηριστική αυτή φωνή χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και καταμέτρηση των αναπαραγόμενων αρσενικών.

Η ονομασία του γένους Botaurus συνδέεται με λέξεις που παραπέμπουν σε βόδι ή ταύρο και αναφέρεται ακριβώς σε αυτή τη βαθιά φωνή. Η ειδική ονομασία stellaris σημαίνει περίπου «αστερόμορφος» ή «διάστικτος με αστέρια» και σχετίζεται με τα σχέδια του πτερώματος.

Βιότοπος

Ο ευρασιατικός ήταυρος συνδέεται κυρίως με εκτεταμένους υγροτόπους γλυκού ή υφάλμυρου νερού που διαθέτουν πυκνή παρόχθια βλάστηση.

Ο σημαντικότερος βιότοπός του είναι οι καλαμιώνες με κοινό καλάμι, Phragmites australis. Χρησιμοποιεί επίσης έλη, λίμνες, λιμνοθάλασσες, αβαθείς δεξαμενές, τάφρους και αργά κινούμενα υδάτινα συστήματα με ψαθιά, βούρλα και άλλη υψηλή ελοφυτική βλάστηση.

Χρειάζεται συνδυασμό πυκνής κάλυψης και ανοιχτών ρηχών επιφανειών νερού, όπου μπορεί να αναζητά τροφή. Η στάθμη του νερού είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή επηρεάζει τόσο την ασφάλεια της φωλιάς όσο και τη διαθεσιμότητα της λείας.

Κατά τη μετανάστευση μπορεί να χρησιμοποιήσει μικρότερους ή προσωρινούς υγροτόπους, εφόσον υπάρχει αρκετή βλάστηση για κάλυψη και κατάλληλο ρηχό νερό για τροφοληψία.

Τροφή και τρόπος κυνηγιού

Ο ευρασιατικός ήταυρος τρέφεται κυρίως με:

  • ψάρια,
  • βατράχους και γυρίνους,
  • υδρόβια έντομα και τις προνύμφες τους,
  • καρκινοειδή,
  • μαλάκια,
  • σκουλήκια,
  • μικρά ερπετά,
  • μικρά θηλαστικά,
  • νεοσσούς ή άλλα μικρά πτηνά, όταν παρουσιαστεί ευκαιρία.

Κυνηγά περπατώντας αργά ανάμεσα στα καλάμια ή παραμένοντας ακίνητος κοντά στην άκρη του νερού. Όταν εντοπίσει τη λεία, εκτινάσσει γρήγορα τον λαιμό και τη συλλαμβάνει με το ισχυρό ράμφος.

Η διατροφή του μεταβάλλεται ανάλογα με την περιοχή, την εποχή και τη διαθεσιμότητα της τροφής. Τα ψάρια και τα αμφίβια αποτελούν συχνά σημαντικό μέρος της, αλλά το είδος εκμεταλλεύεται μεγάλη ποικιλία μικρών ζώων των υγροτόπων.

Ημερήσια συμπεριφορά

Ο ήταυρος είναι συνήθως μοναχικός και περνά μεγάλο μέρος της ζωής του μέσα στην πυκνή βλάστηση. Μπορεί να είναι δραστήριος κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά συχνά κινείται περισσότερο την αυγή, το σούρουπο και τη νύχτα.

Η μυστικοπαθής συμπεριφορά του δυσκολεύει την εκτίμηση του πραγματικού αριθμού των ατόμων που βρίσκονται σε έναν υγρότοπο. Ένα πτηνό μπορεί να παραμένει στην ίδια περιοχή για πολλές ημέρες χωρίς να γίνει αντιληπτό.

Η παρουσία του αποκαλύπτεται μερικές φορές από μια ξαφνική σύντομη πτήση πάνω από τα καλάμια, από πατημασιές στη λάσπη ή, στις περιοχές αναπαραγωγής, από τη φωνή του αρσενικού.

Αναπαραγωγή

Η αναπαραγωγή πραγματοποιείται κυρίως μέσα σε μεγάλους, πυκνούς καλαμιώνες. Τα αρσενικά είναι συχνά πολυγυνικά και μπορεί να ζευγαρώσουν με περισσότερα από ένα θηλυκά.

Το θηλυκό αναλαμβάνει την κατασκευή της φωλιάς, την επώαση και την ανατροφή των νεοσσών. Η φωλιά είναι μια σχετικά ακατάστατη πλατφόρμα από καλάμια, φύλλα και άλλα φυτικά υλικά, τοποθετημένη χαμηλά μέσα στη βλάστηση, συχνά πάνω από ρηχό νερό.

Η γέννα περιλαμβάνει συνήθως τέσσερα έως έξι αυγά. Η επώαση διαρκεί περίπου 25–26 ημέρες και πραγματοποιείται κυρίως ή αποκλειστικά από το θηλυκό.

Οι νεοσσοί εγκαταλείπουν σχετικά νωρίς τη φωλιά και κινούνται μέσα στα καλάμια πριν αποκτήσουν πλήρη πτητική ικανότητα. Παραμένουν όμως εξαρτημένοι από τη μητέρα τους για τροφή και προστασία επί αρκετές εβδομάδες.

Γεωγραφική εξάπλωση και μετακινήσεις

Η ονομαστική υποειδική μορφή, Botaurus stellaris stellaris, εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, της βόρειας Αφρικής και της εύκρατης Ασίας, φθάνοντας ανατολικά έως τη ρωσική Άπω Ανατολή και την Ιαπωνία.

Ορισμένοι πληθυσμοί της δυτικής και νότιας Ευρώπης είναι μόνιμοι ή πραγματοποιούν περιορισμένες μετακινήσεις. Οι πληθυσμοί των ψυχρότερων βόρειων και ανατολικών περιοχών είναι περισσότερο μεταναστευτικοί και κινούνται νοτιότερα όταν οι υγρότοποι παγώνουν.

Ένα δεύτερο υποείδος, το Botaurus stellaris capensis, απαντά στη νότια Αφρική και έχει υποστεί σοβαρή μείωση σε αρκετές περιοχές της εξάπλωσής του.

Ο ευρασιατικός ήταυρος στην Κύπρο

Στην Κύπρο ο ευρασιατικός ήταυρος είναι λιγοστός και τοπικός μεταναστευτικός επισκέπτης και χειμερινός επισκέπτης. Δεν αποτελεί κοινό πτηνό και η παρουσία του μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητη λόγω της εξαιρετικά κρυπτικής συμπεριφοράς του.

Παρατηρείται κυρίως σε υγροτόπους με πυκνούς καλαμιώνες και ρηχό νερό. Κατάλληλες περιοχές περιλαμβάνουν μεγάλα έλη, παράκτιους υγροτόπους, λίμνες και φράγματα με ανεπτυγμένη παρόχθια βλάστηση.

Καταγραφές έχουν πραγματοποιηθεί σε κυπριακούς υγροτόπους όπως το Έλος Ακρωτηρίου–Φασουρίου, το φράγμα Άχνας, το φράγμα Ευρέτου, η λίμνη Ορόκλινης και άλλες κατάλληλες θέσεις. Τα συγκεκριμένα σημεία αποτελούν παραδείγματα καταγραφών και όχι πλήρη κατάλογο της παρουσίας του είδους στην Κύπρο.

Τα περισσότερα άτομα εντοπίζονται κατά τις μεταναστευτικές περιόδους ή τον χειμώνα. Υπάρχουν επίσης σποραδικές καταγραφές εκτός των συνηθέστερων περιόδων, οι οποίες δείχνουν ότι η εμφάνισή του εξαρτάται από τις μεταναστευτικές κινήσεις, τις καιρικές συνθήκες και την κατάσταση των υγροτόπων.

Δυσκολία παρατήρησης στην Κύπρο

Ο αριθμός των καταγεγραμμένων ατόμων δεν αντιπροσωπεύει πάντοτε τον πραγματικό αριθμό των πτηνών που περνούν από το νησί.

Ο ήταυρος μπορεί να παραμένει για μεγάλο διάστημα χαμηλά μέσα στα καλάμια και να βγαίνει σε πιο ανοικτό χώρο μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Η καλύτερη πιθανότητα παρατήρησης παρουσιάζεται όταν το πτηνό αλλάζει θέση πετώντας πάνω από τον καλαμιώνα ή αναζητά τροφή σε ανοιχτή παρυφή του νερού.

Η παρατήρηση πρέπει να γίνεται από απόσταση, χωρίς είσοδο στον καλαμιώνα. Η προσέγγιση μπορεί να προκαλέσει άσκοπη ενόχληση σε αυτό και σε πολλά άλλα υδρόβια πτηνά που χρησιμοποιούν την ίδια βλάστηση.

Απειλές

Η μεγαλύτερη απειλή για τον ευρασιατικό ήταυρο είναι η απώλεια και υποβάθμιση των υγροτόπων. Ιδιαίτερα επιζήμιες είναι:

  • η αποξήρανση ελών,
  • η καταστροφή ή καύση καλαμιώνων σε ακατάλληλη εποχή,
  • οι απότομες μεταβολές της στάθμης του νερού,
  • η ρύπανση και ο ευτροφισμός,
  • η υπεράντληση νερού,
  • η έντονη ανθρώπινη ενόχληση,
  • η μείωση των ψαριών, των αμφιβίων και της υπόλοιπης υδρόβιας πανίδας,
  • οι παρατεταμένες ξηρασίες και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η προστασία του είδους δεν εξαρτάται μόνο από τη διατήρηση μεμονωμένων πτηνών. Απαιτεί τη διατήρηση ολόκληρης της λειτουργίας των υγροτόπων, της φυσικής υδρολογίας, των καλαμιώνων και των ανοιχτών περιοχών ρηχού νερού.

Καθεστώς διατήρησης

Σε παγκόσμιο επίπεδο ο ευρασιατικός ήταυρος κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία Least Concern – Μειωμένου Ενδιαφέροντος, επειδή διαθέτει πολύ μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και σημαντικό συνολικό πληθυσμό.

Η παγκόσμια αυτή κατηγορία δεν σημαίνει ότι το είδος ή οι βιότοποί του είναι ασφαλείς σε κάθε χώρα. Πολλοί τοπικοί πληθυσμοί επηρεάστηκαν ιστορικά από την αποξήρανση ελών και την καταστροφή καλαμιώνων.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές περιοχές η αποκατάσταση και σωστή διαχείριση των υγροτόπων επέτρεψε την ανάκαμψη των αναπαραγόμενων πληθυσμών. Το γεγονός αυτό δείχνει πόσο άμεσα ανταποκρίνεται το είδος στη δημιουργία και διατήρηση κατάλληλου ενδιαιτήματος.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Chordata
Ομοταξία: Aves
Τάξη: Pelecaniformes
Οικογένεια: Ardeidae
Υποοικογένεια: Botaurinae
Γένος: Botaurus Stephens, 1819
Είδος: Botaurus stellaris (Linnaeus, 1758)
Υποείδος που απαντά στην Κύπρο: Botaurus stellaris stellaris (Linnaeus, 1758)
Καθεστώς IUCN: Least Concern – Μειωμένου Ενδιαφέροντος
Ελληνικές κοινές ονομασίες: Ευρασιατικός ήταυρος, Ήταυρος, Βουρωδιός
Αγγλικές κοινές ονομασίες: Eurasian Bittern, Great Bittern




Eurasian Bittern or Great Bittern – Botaurus stellaris (Linnaeus, 1758) – Cyprus

Text by George Konstantinou

A Cryptic Heron of the Reedbeds

The Eurasian Bittern or Great Bittern, Botaurus stellaris, is a large wetland bird belonging to the family Ardeidae, which includes herons, egrets and their relatives.

Despite its considerable size, it is one of the most difficult wetland birds to observe. It spends much of its time concealed within dense reedbeds, where the colours and streaks of its plumage make it almost invisible.

The English name Eurasian Bittern distinguishes it from the other bitterns occurring in the Americas, Australia and elsewhere. It is also called the Great Bittern because it is substantially larger than the smaller species traditionally known as little bitterns.

Appearance

The Eurasian Bittern possesses a robust body, comparatively short legs, a thick neck and a strong, pointed bill.

Its body length generally ranges from approximately 64 to 80 centimetres, while its wingspan may reach about 125–135 centimetres. Males are normally larger and heavier than females.

The plumage combines buff, yellowish-brown, chestnut, dark brown and black. Numerous vertical streaks and irregular markings imitate the dry stems, shadows and leaves of a reedbed.

The head bears a dark crown and a characteristic black stripe extending from the base of the bill towards the side of the neck. The bill is yellowish to greenish and the eyes are yellowish.

The sexes are similar in appearance, although the male is usually larger. Juveniles frequently show warmer brown coloration and less strongly contrasting markings.

The Characteristic Concealment Posture

When danger is detected, the bittern may remain completely motionless, stretch its neck and point its bill upwards.

In this posture, the vertical markings of the plumage visually align with the surrounding reeds. The bird may even sway gently with vegetation moving in the wind.

This behaviour, known as bitterning, is an outstanding example of morphological and behavioural adaptation working together. If a threat approaches too closely, the bird normally rises suddenly and departs in heavy but powerful flight.

Flight and Identification

The Eurasian Bittern may appear heavy and somewhat ungainly when taking off. Once airborne, it flies with broad, steady wingbeats.

Like most herons, it retracts its neck towards its body in flight. The legs project behind the tail, while the broad, rounded wings and brown coloration assist identification.

A view of a flying bittern is frequently brief because the bird normally attempts to descend rapidly into another area of dense reeds.

The Male’s Booming Voice

During the breeding season, the male produces an exceptionally deep, resonant call resembling a distant booming sound, foghorn or the bellowing of a bull.

Under quiet and favourable conditions, the sound can travel for several kilometres. Because the bird remains concealed in vegetation, this characteristic call is used to detect and count breeding males.

The generic name Botaurus is associated with words referring to an ox or bull and alludes to this remarkable voice. The specific name stellaris approximately means “starred” or “spotted with stars” and refers to the patterned plumage.

Habitat

The Eurasian Bittern is principally associated with extensive freshwater or brackish wetlands supporting dense marginal vegetation.

Its most important habitat consists of reedbeds dominated by common reed, Phragmites australis. It also uses marshes, lakes, lagoons, shallow reservoirs, ditches and slow-flowing water bodies bordered by reeds, bulrushes, sedges and other tall emergent plants.

It requires a combination of dense cover and open areas of shallow water in which to feed. Water level is especially important because it affects both nest security and prey availability.

During migration, the species may use smaller or temporary wetlands, provided that sufficient vegetation for concealment and suitable shallow feeding water are available.

Diet and Hunting

The Eurasian Bittern feeds principally upon:

  • fish,
  • frogs and tadpoles,
  • aquatic insects and their larvae,
  • crustaceans,
  • molluscs,
  • worms,
  • small reptiles,
  • small mammals,
  • chicks or other small birds when opportunities arise.

It hunts by walking slowly between the reeds or by remaining motionless beside the water. When prey is detected, it rapidly extends its neck and seizes it with the powerful bill.

Its diet varies according to location, season and food availability. Fish and amphibians frequently constitute an important part, but the species exploits a broad range of small wetland animals.

Daily Behaviour

The bittern is normally solitary and spends much of its life within dense vegetation. It can be active during daylight but often moves more extensively at dawn, dusk and during the night.

Its secretive behaviour makes it difficult to estimate the true number of individuals occupying a wetland. A bird may remain in the same area for many days without being detected.

Its presence is sometimes revealed by a sudden short flight above the reeds, tracks in soft mud or, within breeding areas, the booming call of the male.

Breeding

Breeding occurs mainly inside large, dense reedbeds. Males are frequently polygynous and may mate with more than one female.

The female undertakes nest construction, incubation and the care of the chicks. The nest is a comparatively untidy platform of reeds, leaves and other plant material, positioned low within vegetation and often above shallow water.

The clutch normally contains four to six eggs. Incubation lasts approximately 25–26 days and is performed principally or entirely by the female.

The chicks leave the nest comparatively early and move among the reeds before becoming capable of full flight. They nevertheless remain dependent upon their mother for food and protection for several weeks.

Distribution and Movements

The nominate subspecies, Botaurus stellaris stellaris, occurs across large parts of Europe, northern Africa and temperate Asia, extending eastwards to the Russian Far East and Japan.

Some populations in western and southern Europe are resident or undertake only limited movements. Populations breeding in colder northern and eastern regions are more migratory and move southwards when wetlands freeze.

A second subspecies, Botaurus stellaris capensis, occurs in southern Africa and has undergone severe declines in several parts of its range.

The Eurasian Bittern in Cyprus

In Cyprus, the Eurasian Bittern is a scarce and localised passage migrant and winter visitor. It is not a common bird, and its presence can easily remain undetected because of its exceptionally secretive behaviour.

It is recorded principally at wetlands supporting dense reedbeds and shallow water. Suitable locations include large marshes, coastal wetlands, lakes and reservoirs with well-developed marginal vegetation.

Records have been made at Cypriot wetlands including Akrotiri–Phassouri Marsh, Akhna Dam, Evretou Dam, Oroklini Lake and other suitable sites. These places are examples of documented records and do not constitute a complete list of its occurrence in Cyprus.

Most individuals are detected during migration or in winter. Occasional observations are also made outside the more usual periods, demonstrating that occurrence is influenced by migratory movements, weather conditions and the condition of the island’s wetlands.

The species is not known as a regular breeding bird in Cyprus. Preservation of reedbeds and suitable water levels is essential if the island is to continue providing resting and wintering habitat.

Difficulty of Observation in Cyprus

The number of recorded birds does not necessarily represent the true number passing through the island.

A bittern may remain low inside the reeds for long periods and enter a more open area for only a few seconds. The best opportunity for observation often arises when a bird changes location by flying above a reedbed or feeds along an open water margin.

Observation should be conducted from a distance without entering the reedbed. A close approach may cause unnecessary disturbance to the bittern and to many other waterbirds using the same vegetation.

Threats

The principal threat to the Eurasian Bittern is the loss and degradation of wetlands. Particularly harmful factors include:

  • drainage of marshes,
  • destruction or burning of reedbeds at inappropriate times,
  • abrupt changes in water level,
  • pollution and eutrophication,
  • excessive extraction of water,
  • intensive human disturbance,
  • reduction of fish, amphibians and other aquatic fauna,
  • prolonged drought and the effects of climate change.

Protecting the species requires more than safeguarding individual birds. It depends upon maintaining the full ecological function of wetlands, their natural hydrology, reedbeds and open areas of shallow water.

Conservation Status

Globally, the Eurasian Bittern is classified by the IUCN as Least Concern because it has a very extensive distribution and a substantial total population.

This global category does not imply that the species or its habitats are secure in every country. Many local populations were historically affected by marsh drainage and reedbed destruction.

In several parts of Europe, wetland restoration and appropriate management have enabled breeding populations to recover. This demonstrates how directly the species can respond to the creation and preservation of suitable habitat.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Aves
Order: Pelecaniformes
Family: Ardeidae
Subfamily: Botaurinae
Genus: Botaurus Stephens, 1819
Species: Botaurus stellaris (Linnaeus, 1758)
Subspecies occurring in Cyprus: Botaurus stellaris stellaris (Linnaeus, 1758)
IUCN status: Least Concern
Greek common names: Ευρασιατικός ήταυρος, Ήταυρος, Βουρωδιός
English common names: Eurasian Bittern, Great Bittern

No comments:

Post a Comment