See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.
List of Birds of Cyprus - Κατάλογος πουλιών της Κύπρου - And all the bird species in this blog
Family: MuscicapidaeΚείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Το αηδόνι
Το κοινό αηδόνι, Luscinia megarhynchos, είναι μικρό μεταναστευτικό στρουθιόμορφο πτηνό της οικογένειας Muscicapidae. Είναι παγκοσμίως γνωστό για το εξαιρετικά πλούσιο, δυνατό και μελωδικό κελάηδημα του αρσενικού.
Η εμφάνισή του είναι σχετικά απλή και διακριτική. Το πτηνό περνά μεγάλο μέρος της ζωής του κρυμμένο μέσα σε πυκνούς θάμνους, παρόχθια βλάστηση και χαμηλή δασική κάλυψη. Για τον λόγο αυτό, γίνεται συχνότερα αντιληπτό από τη φωνή παρά από την εμφάνισή του.
Στην Κύπρο ονομάζεται συνήθως αηδόνι, ενώ χρησιμοποιείται και η πληρέστερη ονομασία κοινό αηδόνι. Οι αγγλικές ονομασίες του είναι Common Nightingale, Rufous Nightingale και απλώς Nightingale.
Εξωτερική εμφάνιση
Το κοινό αηδόνι έχει μήκος περίπου 15–16,5 εκατοστά. Το σώμα του είναι λίγο μεγαλύτερο και πιο γεροδεμένο από εκείνο του κοκκινολαίμη, με τον οποίο παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες ως προς τη στάση και τις κινήσεις.
Τα ανώτερα μέρη είναι σχετικά ομοιόμορφα καστανά, ενώ η ουρά και το ουροπύγιο έχουν θερμότερο σκουροκοκκινωπό ή καστανοκόκκινο χρώμα. Τα κατώτερα μέρη είναι ανοιχτότερα, γκριζοκάστανα έως υπόλευκα, χωρίς έντονα σχέδια.
Το μάτι είναι μεγάλο και σκούρο, με λεπτό ανοιχτόχρωμο δακτύλιο. Το ράμφος είναι λεπτό και κατάλληλο για τη σύλληψη μικρών ασπόνδυλων. Τα πόδια είναι σχετικά μακριά και έχουν ροζοκάστανη ή ανοιχτή καστανή απόχρωση.
Το αρσενικό και το θηλυκό είναι σχεδόν όμοια στην εμφάνιση. Τα νεαρά πτηνά διακρίνονται από το κηλιδωτό πτέρωμα, το οποίο θυμίζει άλλα νεαρά μέλη της οικογένειας Muscicapidae.
Διαφορά από το τζικλαηδόνι
Το κοινό αηδόνι μοιάζει πολύ με το τζικλαηδόνι, Luscinia luscinia. Τα δύο είδη μπορούν να προκαλέσουν δυσκολία στην αναγνώριση, ιδιαίτερα όταν παρατηρούνται για λίγο ή σε κακές φωτιστικές συνθήκες.
Το κοινό αηδόνι παρουσιάζει συνήθως:
- θερμότερο καστανό χρωματισμό,
- εμφανέστερα κοκκινοκάστανη ουρά,
- πιο ανοιχτά και καθαρά κατώτερα μέρη,
- λιγότερο έντονα γκριζοκάστανο ή κηλιδωτό στήθος.
Το τζικλαηδόνι είναι γενικά ψυχρότερο γκριζοκάστανο, με πιο σκούρα ουρά και περισσότερο κηλιδωμένο ή νεφελώδες στήθος. Παρ’ όλα αυτά, η ασφαλής αναγνώριση ορισμένων ατόμων απαιτεί προσεκτική εξέταση της φωνής, του πτερώματος και της συνολικής μορφολογίας.
Στην Κύπρο το κοινό αηδόνι είναι πολύ πιο τακτικό, ενώ το τζικλαηδόνι εμφανίζεται κυρίως ως λιγότερο συχνός διαβατικός μετανάστης.
Το περίφημο κελάηδημα
Το κελάηδημα του αρσενικού αποτελείται από μεγάλη ποικιλία δυνατών, καθαρών και σύνθετων φράσεων. Περιλαμβάνει σφυρίγματα, τρίλιες, επαναλαμβανόμενους ήχους, γρήγορες ακολουθίες και χαρακτηριστικές φράσεις που αρχίζουν αργά και επιταχύνονται.
Κάθε αρσενικό μπορεί να χρησιμοποιεί μεγάλο αριθμό διαφορετικών φωνητικών φράσεων. Το τραγούδι χρησιμεύει στην προσέλκυση θηλυκού και στην υπεράσπιση της αναπαραγωγικής επικράτειας απέναντι σε άλλα αρσενικά.
Το αηδόνι τραγουδά τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα. Τα ασύζευκτα αρσενικά είναι ιδιαίτερα δραστήρια τη νύχτα, όταν ο ήχος μεταφέρεται σε μεγάλες αποστάσεις χωρίς να καλύπτεται από τις φωνές πολλών άλλων πτηνών.
Μετά τη δημιουργία ζευγαριού, η νυχτερινή δραστηριότητα του αρσενικού μπορεί να μειωθεί, αλλά το ημερήσιο τραγούδι συνεχίζεται για την υπεράσπιση της επικράτειας.
Γιατί τραγουδά τη νύχτα
Η νυχτερινή φωνή του αηδονιού δεν σημαίνει ότι το είδος είναι αποκλειστικά νυκτόβιο. Το πτηνό είναι δραστήριο και αναζητά τροφή κυρίως κατά τη διάρκεια της ημέρας και στις ώρες με χαμηλό φωτισμό.
Το δυνατό νυχτερινό τραγούδι σχετίζεται κυρίως με την αναπαραγωγική επικοινωνία. Τη νύχτα υπάρχουν λιγότεροι ανταγωνιστικοί ήχοι, επομένως η φωνή του αρσενικού ακούγεται καθαρότερα και σε μεγαλύτερη απόσταση.
Το τραγούδι είναι εντονότερο μετά την άφιξη στις περιοχές αναπαραγωγής και σταδιακά μειώνεται καθώς ολοκληρώνεται η αναπαραγωγική περίοδος.
Βιότοπος
Το κοινό αηδόνι χρειάζεται πυκνή χαμηλή βλάστηση, η οποία προσφέρει κάλυψη, κατάλληλες θέσεις φωλιάσματος και πλούσια πανίδα ασπόνδυλων.
Χρησιμοποιεί:
- φυλλοβόλα και μικτά δάση με πυκνό υπόροφο,
- θαμνώνες,
- ρεματιές και κοιλάδες,
- όχθες ποταμών και ρυακιών,
- παρυφές δασών,
- εγκαταλειμμένους οπωρώνες,
- αγροτικές περιοχές με φυτοφράκτες,
- κήπους και πάρκα με πυκνούς θάμνους,
- περιοχές με βάτους, αγριοτριανταφυλλιές και άλλη χαμηλή κάλυψη.
Δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μεγάλα και ώριμα δάση. Συχνά προτιμά μωσαϊκό ανοιχτών και θαμνωδών θέσεων, όπου υπάρχει πυκνή βλάστηση κοντά στο έδαφος και αρκετός χώρος για αναζήτηση τροφής.
Τροφή
Το κοινό αηδόνι τρέφεται κυρίως με ασπόνδυλα, όπως:
- σκαθάρια,
- μυρμήγκια,
- μύγες και άλλα δίπτερα,
- κάμπιες,
- μικρές πεταλούδες και νυχτοπεταλούδες,
- αράχνες,
- σαρανταποδαρούσες,
- μικρά σκουλήκια,
- άλλες προνύμφες και αρθρόποδα.
Αναζητά μεγάλο μέρος της τροφής του πάνω ή πολύ κοντά στο έδαφος. Αναποδογυρίζει ξερά φύλλα, εξετάζει το χώμα και κινείται κάτω από την πυκνή φυτική κάλυψη.
Προς το τέλος του καλοκαιριού και κατά τη φθινοπωρινή μετανάστευση μπορεί να καταναλώνει επίσης μικρούς καρπούς και μούρα. Η πρόσθετη αυτή τροφή βοηθά στη συσσώρευση ενέργειας πριν από το μακρινό ταξίδι προς την Αφρική.
Συμπεριφορά
Το αηδόνι είναι συνήθως μοναχικό εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου. Παραμένει συχνά χαμηλά στη βλάστηση και κινείται με μικρά πηδήματα πάνω στο έδαφος ή ανάμεσα στα χαμηλά κλαδιά.
Όταν ενοχληθεί, απομακρύνεται γρήγορα μέσα στη βλάστηση αντί να πετάξει σε μεγάλη απόσταση. Η καστανοκόκκινη ουρά μπορεί να γίνει στιγμιαία εμφανής κατά την κίνησή του.
Τα αρσενικά δημιουργούν και υπερασπίζονται επικράτειες στις περιοχές αναπαραγωγής. Η ισχυρή φωνή τους επιτρέπει να δηλώνουν την παρουσία τους χωρίς να εγκαταλείπουν την προστασία της πυκνής βλάστησης.
Αναπαραγωγή
Το κοινό αηδόνι είναι κυρίως μονογαμικό κατά τη διάρκεια μιας αναπαραγωγικής περιόδου. Το αρσενικό φθάνει συνήθως πρώτο στην περιοχή αναπαραγωγής, καταλαμβάνει επικράτεια και αρχίζει το έντονο τραγούδι.
Η φωλιά κατασκευάζεται από το θηλυκό χαμηλά μέσα σε πυκνή βλάστηση, πάνω ή πολύ κοντά στο έδαφος. Τοποθετείται συχνά ανάμεσα σε ξερά φύλλα, ρίζες, βάτους, πυκνούς θάμνους ή χαμηλά φυτά.
Αποτελείται από ξερά φύλλα, χόρτα, λεπτά κλαδιά και φυτικές ίνες. Η εξωτερική επιφάνειά της εναρμονίζεται με το γύρω περιβάλλον και καθιστά τη φωλιά δύσκολη στον εντοπισμό.
Η γέννα αποτελείται συνήθως από τέσσερα έως πέντε αυγά, τα οποία έχουν ελαιοκάστανο ή πρασινοκάστανο χρώμα. Το θηλυκό αναλαμβάνει κυρίως την επώαση, η οποία διαρκεί περίπου δύο εβδομάδες.
Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς μεταφέρουν τροφή στους νεοσσούς. Οι νεοσσοί εγκαταλείπουν τη φωλιά πριν αποκτήσουν πλήρη ανεξαρτησία και παραμένουν κρυμμένοι στη βλάστηση, όπου συνεχίζουν να τρέφονται από τους γονείς.
Αναπαράγεται το αηδόνι στην Κύπρο;
Ναι, το κοινό αηδόνι αναπαράγεται κανονικά στην Κύπρο.
Το είδος χαρακτηρίζεται στο νησί ως μεταναστευτικός αναπαραγόμενος επισκέπτης και διαβατικός μετανάστης. Τα πρώτα αναπαραγόμενα πτηνά φθάνουν συνήθως από τις αρχές Απριλίου και τα αρσενικά αρχίζουν σύντομα να τραγουδούν.
Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση του BirdLife International για την περίοδο 2013–2018 εκτιμούσε τον κυπριακό αναπαραγόμενο πληθυσμό σε περίπου 1.000–3.000 ζευγάρια. Η εκτίμηση βασιζόταν κυρίως σε γνώμη ειδικών και επομένως πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τάξη μεγέθους και όχι ως ακριβής καταμέτρηση κάθε ζευγαριού.
Η αναπαραγωγική παρουσία επιβεβαιώνεται από εδαφικά αρσενικά που τραγουδούν επίμονα στις ίδιες κατάλληλες περιοχές, από ζευγάρια, συμπεριφορές φωλιάσματος και παρατηρήσεις νεαρών πτηνών.
Το αηδόνι στην Κύπρο
Στην Κύπρο απαντά την άνοιξη, το καλοκαίρι και κατά τη φθινοπωρινή μετανάστευση. Δεν αποτελεί κανονικό χειμερινό επισκέπτη, επειδή μετακινείται προς την υποσαχάρια Αφρική για να διαχειμάσει.
Τα αναπαραγόμενα αηδόνια βρίσκονται κυρίως σε δασωμένες και θαμνώδεις περιοχές με πυκνή χαμηλή βλάστηση. Χαρακτηριστικές περιοχές παρουσίας περιλαμβάνουν:
- το Τρόοδος και τις δασωμένες κοιλάδες του,
- το Δάσος Πάφου,
- το Δάσος Μαχαιρά,
- τον Ακάμα,
- ρεματιές και κοιλάδες με πυκνούς θάμνους,
- παρόχθια βλάστηση,
- ορεινά και ημιορεινά χωριά με κατάλληλους κήπους και οπωρώνες.
Κατά την εαρινή μετανάστευση παρατηρούνται επίσης πολλά διερχόμενα άτομα σε παράκτιες περιοχές, ακρωτήρια, υγροτόπους, χωράφια και θαμνώνες. Ένα αηδόνι που καταγράφεται τον Απρίλιο σε παράκτια θέση δεν είναι απαραίτητα τοπικό αναπαραγόμενο πτηνό· μπορεί να ξεκουράζεται προσωρινά πριν συνεχίσει προς άλλη χώρα.
Η ανοιξιάτικη παρουσία είναι ιδιαίτερα εμφανής λόγω του τραγουδιού. Το καλοκαίρι, όταν το κελάηδημα μειώνεται και τα πτηνά ασχολούνται με την ανατροφή των νεοσσών, γίνονται πολύ δυσκολότερα στην ανίχνευση.
Σε ποιες χώρες αναπαράγεται
Η αναπαραγωγική εξάπλωση του κοινού αηδονιού καλύπτει τη βορειοδυτική Αφρική, μεγάλο μέρος της δυτικής, κεντρικής και νότιας Ευρώπης και εκτείνεται μέσω της Μικράς Ασίας, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής μέχρι την Κεντρική Ασία.
Στην Ευρώπη έχουν αναφερθεί αναπαραγόμενοι πληθυσμοί στις ακόλουθες χώρες:
- Αλβανία,
- Ανδόρα,
- Αρμενία,
- Αυστρία,
- Αζερμπαϊτζάν,
- Βέλγιο,
- Βοσνία και Ερζεγοβίνη,
- Βουλγαρία,
- Γαλλία,
- Γερμανία,
- Ελλάδα,
- Ελβετία,
- Ηνωμένο Βασίλειο, κυρίως στην Αγγλία,
- Ισπανία,
- Ιταλία,
- Κροατία,
- Κύπρος,
- Κόσοβο,
- Λουξεμβούργο,
- Μαυροβούνιο,
- Βόρεια Μακεδονία,
- Ολλανδία,
- Ουγγαρία,
- Ουκρανία,
- Πολωνία,
- Πορτογαλία,
- Ρουμανία,
- Ρωσία,
- Σερβία,
- Σλοβακία,
- Σλοβενία,
- Τουρκία,
- Τσεχία.
Αναπαράγεται επίσης σε περιοχές της Γεωργίας και σε χώρες της δυτικής και κεντρικής Ασίας. Η εξάπλωσή του συνεχίζεται μέσω του Καυκάσου, του Ιράν, του Ιράκ, του Αφγανιστάν και της Κεντρικής Ασίας προς το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, τη δυτική Κίνα και τη Μογγολία.
Στη βορειοδυτική Αφρική αναπαράγεται τοπικά κυρίως στο Μαρόκο, την Αλγερία και την Τυνησία.
Η κατανομή δεν είναι ομοιόμορφη μέσα σε κάθε χώρα. Το είδος μπορεί να είναι κοινό στις θερμότερες περιοχές με κατάλληλη πυκνή βλάστηση και πολύ σπάνιο ή απόν από ψυχρές, ξηρές ή εκτεταμένα αποψιλωμένες περιοχές.
Μετανάστευση προς την Αφρική
Όλοι οι βασικοί πληθυσμοί του κοινού αηδονιού είναι μεταναστευτικοί. Μετά την αναπαραγωγή εγκαταλείπουν την Ευρώπη, τη βόρεια Αφρική και την Ασία και μετακινούνται προς τις περιοχές διαχείμασης στην υποσαχάρια Αφρική.
Η μετανάστευση πραγματοποιείται κυρίως τη νύχτα. Τα πτηνά διασχίζουν τη Μεσόγειο και τη Σαχάρα, αντιμετωπίζοντας μεγάλες αποστάσεις χωρίς συνεχή πρόσβαση σε τροφή και νερό.
Οι δυτικοί αναπαραγωγικοί πληθυσμοί τείνουν να διαχειμάζουν περισσότερο στη δυτική και κεντρική Αφρική, ενώ οι ανατολικότεροι πληθυσμοί μετακινούνται κυρίως προς την ανατολική Αφρική.
Οι περιοχές διαχείμασης εκτείνονται από τη ζώνη του Σαχέλ και τη δυτική Αφρική έως την Αιθιοπία, την Ουγκάντα, την Κένυα και την Τανζανία. Η ακριβής διαδρομή εξαρτάται από τον αναπαραγωγικό πληθυσμό και το υποείδος.
Η Κύπρος βρίσκεται πάνω σε σημαντικό μεταναστευτικό διάδρομο της ανατολικής Μεσογείου. Για τον λόγο αυτό, την άνοιξη και το φθινόπωρο φιλοξενεί τόσο τον δικό της αναπαραγόμενο πληθυσμό όσο και πτηνά που ταξιδεύουν μεταξύ Αφρικής και βορειότερων περιοχών.
Τα υποείδη
Αναγνωρίζονται συνήθως τρία υποείδη:
- Luscinia megarhynchos megarhynchos – αναπαράγεται στη βορειοδυτική Αφρική, στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία και στην ανατολική Μεσόγειο.
- Luscinia megarhynchos africana – αναπαράγεται κυρίως στον Καύκασο, στην ανατολική Τουρκία, στο βόρειο Ιράκ και σε περιοχές του Ιράν.
- Luscinia megarhynchos hafizi – αναπαράγεται από το ανατολικό Ιράν και την Κεντρική Ασία έως περιοχές της δυτικής Κίνας και της Μογγολίας.
Οι διαφορές τους αφορούν κυρίως τις αποχρώσεις του πτερώματος, τις αναλογίες των φτερών και της ουράς και τη γεωγραφική εξάπλωση. Η ασφαλής αναγνώριση υποείδους στο πεδίο μπορεί να είναι πολύ δύσκολη.
Τα αναπαραγόμενα αηδόνια της Κύπρου αποδίδονται στην ονομαστική μορφή Luscinia megarhynchos megarhynchos.
Πολιτιστική σημασία
Το αηδόνι έχει ιδιαίτερη θέση στη λογοτεχνία, στη μουσική, στην ποίηση και στη λαϊκή παράδοση πολλών χωρών.
Η φωνή του συνδέθηκε με την άνοιξη, τον έρωτα, τη νοσταλγία και τη θλίψη. Αναφέρεται σε αρχαία ελληνικά κείμενα, ευρωπαϊκά ποιήματα, δημοτικά τραγούδια και παραδόσεις της Μέσης Ανατολής.
Η φήμη του είναι αξιοσημείωτη, επειδή το ίδιο το πτηνό έχει διακριτική εμφάνιση και παραμένει συνήθως αθέατο. Η πολιτιστική του παρουσία βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στη φωνή του.
Απειλές στην Κύπρο και στην υπόλοιπη εξάπλωση
Το κοινό αηδόνι επηρεάζεται κυρίως από:
- την καταστροφή πυκνών θαμνώνων,
- την αποψίλωση της παρόχθιας βλάστησης,
- την υπερβολική εκκαθάριση του δασικού υπορόφου,
- την εντατικοποίηση της γεωργίας,
- την αφαίρεση φυτοφρακτών,
- τις δασικές πυρκαγιές,
- τη χρήση εντομοκτόνων,
- τις παρατεταμένες ξηρασίες,
- την παράνομη παγίδευση μεταναστευτικών πτηνών.
Στην Κύπρο το κοινό αηδόνι συγκαταλέγεται στα είδη που έχουν καταγραφεί ως θύματα της παράνομης παγίδευσης. Η χρήση ξοβέργων και διχτυών δεν διακρίνει τα είδη και μπορεί να σκοτώσει μεγάλο αριθμό προστατευόμενων μεταναστευτικών πτηνών.
Η προστασία της πυκνής φυσικής βλάστησης κατά μήκος ποταμών, ρεματιών, δασικών παρυφών και αγροτικών περιοχών είναι σημαντική για τη διατήρηση των αναπαραγόμενων πληθυσμών.
Καθεστώς διατήρησης
Το κοινό αηδόνι κατατάσσεται παγκοσμίως στην κατηγορία Least Concern – Μειωμένου Ενδιαφέροντος της IUCN, επειδή έχει πολύ μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και μεγάλο συνολικό πληθυσμό.
Ο ευρωπαϊκός αναπαραγόμενος πληθυσμός εκτιμήθηκε σε περίπου 10,2–15,4 εκατομμύρια ζευγάρια. Μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πληθυσμού βρίσκονται στην Ισπανία, την Τουρκία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, τη Γαλλία και τις βαλκανικές χώρες.
Παρά το ευνοϊκό παγκόσμιο καθεστώς, έχουν καταγραφεί σημαντικές τοπικές μειώσεις. Η κατάσταση κάθε πληθυσμού εξαρτάται από τη διατήρηση κατάλληλης πυκνής βλάστησης στις περιοχές αναπαραγωγής, από ασφαλείς μεταναστευτικούς σταθμούς και από την κατάσταση των αφρικανικών περιοχών διαχείμασης.
Ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Chordata
Ομοταξία: Aves
Τάξη: Passeriformes
Οικογένεια: Muscicapidae
Γένος: Luscinia T. Forster, 1817
Είδος: Luscinia megarhynchos C. L. Brehm, 1831
Υποείδος που αναπαράγεται στην Κύπρο: Luscinia megarhynchos megarhynchos C. L. Brehm, 1831
Παρουσία στην Κύπρο: Μεταναστευτικός αναπαραγόμενος επισκέπτης και διαβατικός μετανάστης
Αναπαραγωγή στην Κύπρο: Ναι
Καθεστώς IUCN: Least Concern – Μειωμένου Ενδιαφέροντος
Ελληνικές κοινές ονομασίες: Κοινό αηδόνι, Αηδόνι
Αγγλικές κοινές ονομασίες: Common Nightingale, Rufous Nightingale, Nightingale
Text by George Konstantinou
The Nightingale
The Common Nightingale, Luscinia megarhynchos, is a small migratory passerine belonging to the family Muscicapidae. It is internationally renowned for the exceptionally rich, powerful and melodious song of the male.
Its appearance is comparatively plain and unobtrusive. The bird spends much of its life concealed within dense bushes, riverside vegetation and low woodland cover. It is consequently detected by its voice far more frequently than by sight.
In Cyprus it is generally known as Αηδόνι, while Κοινό αηδόνι is also used. Its English names are Common Nightingale, Rufous Nightingale and simply Nightingale.
Appearance
The Common Nightingale is approximately 15–16.5 centimetres long. Its body is slightly larger and more robust than that of the European Robin, with which it shares certain similarities in posture and movement.
The upperparts are comparatively uniform brown, while the tail and rump show a warmer rufous or reddish-brown colour. The underparts are paler, greyish-brown to whitish, without prominent markings.
The eye is large and dark, surrounded by a narrow pale ring. The bill is slender and adapted for capturing small invertebrates. The legs are comparatively long and pinkish-brown or pale brown.
Male and female are almost identical in appearance. Juveniles can be recognised by their spotted plumage, which resembles that of other young members of the family Muscicapidae.
Difference from the Thrush Nightingale
The Common Nightingale closely resembles the Thrush Nightingale, Luscinia luscinia. The two species can be difficult to identify, especially when observed briefly or under poor lighting.
The Common Nightingale normally possesses:
- warmer brown coloration,
- a more distinctly rufous tail,
- paler and cleaner underparts,
- a less strongly grey-brown or mottled breast.
The Thrush Nightingale is generally colder grey-brown, with a darker tail and a more mottled or clouded breast. Nevertheless, reliable identification of certain individuals requires careful assessment of voice, plumage and overall structure.
In Cyprus, the Common Nightingale is much more regular, while the Thrush Nightingale occurs principally as a less frequent passage migrant.
The Celebrated Song
The male’s song consists of a great variety of powerful, clear and complex phrases. It includes whistles, trills, repeated notes, rapid sequences and characteristic passages beginning slowly and increasing in speed.
Each male can use a large repertoire of different phrases. The song serves both to attract a female and to defend the breeding territory against rival males.
Nightingales sing during both day and night. Unpaired males are particularly active after dark, when their calls travel over considerable distances without being masked by the voices of numerous other birds.
Once a pair has formed, the male’s nocturnal singing may decline, although daytime song continues in defence of the territory.
Why It Sings at Night
The nocturnal voice of the Nightingale does not mean that the species is exclusively nocturnal. It is active and searches for food mainly by day and during periods of reduced light.
Powerful nocturnal singing is principally connected with breeding communication. Fewer competing sounds occur at night, allowing the male’s song to travel more clearly and over greater distances.
Song is most intense after arrival on the breeding grounds and gradually declines as the breeding season progresses.
Habitat
The Common Nightingale requires dense low vegetation providing concealment, suitable nesting sites and an abundant invertebrate fauna.
It occupies:
- deciduous and mixed woodland with dense undergrowth,
- scrub,
- ravines and valleys,
- riverbanks and stream margins,
- woodland edges,
- abandoned orchards,
- farmland containing hedges,
- gardens and parks with dense bushes,
- areas with brambles, wild roses and other low cover.
It is not restricted to extensive mature forest. It frequently prefers a mosaic of open and scrub-covered habitat where dense vegetation occurs close to the ground and sufficient space is available for feeding.
Diet
The Common Nightingale feeds principally upon invertebrates, including:
- beetles,
- ants,
- flies and other dipterans,
- caterpillars,
- small butterflies and moths,
- spiders,
- centipedes,
- small worms,
- other larvae and arthropods.
Much of its food is collected on or very close to the ground. It turns over dead leaves, examines exposed soil and moves beneath dense plant cover.
During late summer and autumn migration, it may also consume small fruits and berries. This additional food assists in accumulating energy before the long journey to Africa.
Behaviour
The Nightingale is normally solitary outside the breeding period. It frequently remains low within vegetation and moves in short hops along the ground or among low branches.
When disturbed, it generally disappears rapidly into cover instead of flying a considerable distance. Its rufous tail may become briefly conspicuous as it moves.
Males establish and defend territories within the breeding range. Their powerful voices allow them to advertise their presence without leaving the security of dense vegetation.
Breeding
The Common Nightingale is principally monogamous during an individual breeding season. The male generally arrives first, occupies a territory and begins singing intensively.
The female builds the nest low within dense vegetation, upon or very close to the ground. It is frequently positioned among dead leaves, roots, brambles, thick shrubs or low plants.
It consists of dead leaves, grasses, slender twigs and plant fibres. Its exterior blends with the surrounding material, making it difficult to detect.
The clutch generally contains four or five eggs, which are olive-brown or greenish-brown. The female performs most of the incubation, which lasts approximately two weeks.
After hatching, both parents carry food to the young. The chicks leave the nest before becoming fully independent and remain concealed in vegetation, where their parents continue feeding them.
Does the Nightingale Breed in Cyprus?
Yes, the Common Nightingale regularly breeds in Cyprus.
On the island it is classified as a migrant breeder and passage migrant. Breeding birds generally begin arriving from early April, and males soon establish territories and commence singing.
The European BirdLife International assessment estimated the Cypriot breeding population at approximately 1,000–3,000 pairs during 2013–2018. This estimate was based mainly upon expert opinion and should therefore be regarded as an order of magnitude rather than an exact count of every breeding pair.
Breeding presence is demonstrated by territorial males singing persistently at suitable locations, pairs, nesting behaviour and observations of young birds.
The Nightingale in Cyprus
In Cyprus, the species occurs during spring, summer and autumn migration. It is not a regular winter visitor because it moves to sub-Saharan Africa for the non-breeding season.
Breeding Nightingales are found principally in wooded and scrub-covered areas with dense low vegetation. Characteristic areas include:
- the Troodos Mountains and their wooded valleys,
- Paphos Forest,
- Machairas Forest,
- the Akamas Peninsula,
- ravines and valleys supporting dense scrub,
- riverside vegetation,
- mountain and foothill villages with suitable gardens and orchards.
During spring migration, numerous passing individuals are also observed at coastal locations, headlands, wetlands, fields and scrubland. A Nightingale recorded at a coastal site in April is not necessarily a local breeding bird; it may be resting temporarily before continuing to another country.
Spring presence is particularly obvious because of the song. During summer, when singing declines and the birds are occupied with raising young, they become much more difficult to detect.
Countries in Which It Breeds
The breeding distribution of the Common Nightingale covers northwestern Africa, much of western, central and southern Europe, and extends through Asia Minor, the Caucasus and the Middle East into Central Asia.
European countries reporting breeding populations include:
- Albania,
- Andorra,
- Armenia,
- Austria,
- Azerbaijan,
- Belgium,
- Bosnia and Herzegovina,
- Bulgaria,
- Croatia,
- Cyprus,
- Czechia,
- France,
- Georgia,
- Germany,
- Greece,
- Hungary,
- Italy,
- Kosovo,
- Luxembourg,
- Montenegro,
- the Netherlands,
- North Macedonia,
- Poland,
- Portugal,
- Romania,
- Russia,
- Serbia,
- Slovakia,
- Slovenia,
- Spain,
- Switzerland,
- Turkey,
- Ukraine,
- the United Kingdom, principally England.
The species also breeds across parts of western and central Asia. Its range continues through the Caucasus, Iran, Iraq, Afghanistan and Central Asia towards Kazakhstan, Uzbekistan, Turkmenistan, Kyrgyzstan, Tajikistan, western China and Mongolia.
In northwestern Africa, it breeds locally mainly in Morocco, Algeria and Tunisia.
Distribution is not uniform within every country. The species may be common in warm regions with suitable dense vegetation but rare or absent from cold, arid or extensively cleared landscapes.
Migration to Africa
All principal populations of the Common Nightingale are migratory. After breeding, they leave Europe, northern Africa and Asia and travel to non-breeding areas in sub-Saharan Africa.
Migration occurs mainly at night. Birds cross the Mediterranean and Sahara, facing long distances without continuous access to food and water.
Western breeding populations tend to winter farther west in western and central Africa, while eastern populations travel mainly towards eastern Africa.
The non-breeding range extends from the Sahel and West Africa to Ethiopia, Uganda, Kenya and Tanzania. The precise route depends upon the breeding population and subspecies.
Cyprus lies upon an important eastern Mediterranean migration route. During spring and autumn, it consequently supports both its own breeding population and birds travelling between Africa and more northerly regions.
Subspecies
Three subspecies are generally recognised:
- Luscinia megarhynchos megarhynchos – breeds in northwestern Africa, western and central Europe, the Balkans, Cyprus, Asia Minor and the eastern Mediterranean.
- Luscinia megarhynchos africana – breeds principally in the Caucasus, eastern Turkey, northern Iraq and parts of Iran.
- Luscinia megarhynchos hafizi – breeds from eastern Iran and Central Asia to parts of western China and Mongolia.
Differences involve principally plumage tone, wing and tail proportions and geographic distribution. Reliable subspecific identification in the field can be extremely difficult.
The Nightingales breeding in Cyprus are assigned to the nominate subspecies Luscinia megarhynchos megarhynchos.
Cultural Importance
The Nightingale occupies a prominent place in the literature, music, poetry and folklore of numerous countries.
Its voice became associated with spring, love, longing and sorrow. The bird appears in ancient Greek texts, European poetry, folk songs and Middle Eastern traditions.
Its fame is especially remarkable because the bird itself is plainly coloured and normally remains unseen. Its cultural significance is based almost entirely upon its voice.
Threats in Cyprus and Elsewhere
The Common Nightingale is principally affected by:
- destruction of dense scrub,
- clearance of riverside vegetation,
- excessive removal of woodland undergrowth,
- agricultural intensification,
- removal of hedges,
- forest fires,
- insecticide use,
- prolonged drought,
- illegal trapping of migratory birds.
In Cyprus, the Common Nightingale is among the species recorded as victims of illegal bird trapping. Limetwigs and mist nets do not distinguish between species and can kill large numbers of protected migratory birds.
Protecting dense natural vegetation along rivers, ravines, woodland edges and agricultural landscapes is important for maintaining breeding populations.
Conservation Status
The Common Nightingale is globally classified as Least Concern by the IUCN because it possesses a very extensive distribution and a large total population.
The European breeding population has been estimated at approximately 10.2–15.4 million pairs. Large proportions of the European population occur in Spain, Turkey, Italy, Romania, France and the Balkan countries.
Despite its favourable global status, substantial local declines have been recorded. The condition of each population depends upon the preservation of suitable dense vegetation in the breeding areas, secure migration stopovers and the condition of African non-breeding grounds.
Classification
Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Aves
Order: Passeriformes
Family: Muscicapidae
Genus: Luscinia T. Forster, 1817
Species: Luscinia megarhynchos C. L. Brehm, 1831
Subspecies breeding in Cyprus: Luscinia megarhynchos megarhynchos C. L. Brehm, 1831
Status in Cyprus: Migrant breeder and passage migrant
Breeding in Cyprus: Yes
IUCN status: Least Concern
Greek common names: Κοινό αηδόνι, Αηδόνι
English common names: Common Nightingale, Rufous Nightingale, Nightingale

No comments:
Post a Comment