Translate

Tuesday, 25 August 2026

Οικογένεια Cactaceae στην Κύπρο – Cactaceae Family in Cyprus

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - Οργανωμένος δυναμικός κατάλογος 2.071 taxa - FLORA OF CYPRUS - Organized Dynamic Checklist 2.071 taxa · classified by status, family and genus

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Η οικογένεια Cactaceae, γνωστή στα αγγλικά ως cactus family, είναι οικογένεια σαρκωδών ανθοφόρων φυτών της τάξης Caryophyllales. Περιλαμβάνει περίπου 130 γένη και 1.750 είδη, αν και οι αριθμοί μεταβάλλονται ανάλογα με την ταξινομική οριοθέτηση που ακολουθείται.

Σχεδόν ολόκληρη η οικογένεια κατάγεται από την αμερικανική ήπειρο, με φυσική εξάπλωση από τον Καναδά μέχρι την Παταγονία. Τα σημαντικότερα κέντρα ποικιλότητας βρίσκονται στο Μεξικό, στις νοτιοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, στις Άνδεις και στις ξηρές περιοχές της Βραζιλίας.

Μία αξιοσημείωτη εξαίρεση είναι το Rhipsalis baccifera, το οποίο έχει φυσική παρουσία όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην τροπική Αφρική, στη Μαδαγασκάρη και στη Σρι Λάνκα. Πολλά άλλα είδη έχουν μεταφερθεί από τον άνθρωπο σε όλες τις θερμές περιοχές του κόσμου, όπου ορισμένα έχουν εγκλιματιστεί ή καταστεί εισβλητικά.

Σύμφωνα με τον οργανωμένο κατάλογο της κυπριακής χλωρίδας, η οικογένεια Cactaceae αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο από 1 γένος και 2 taxa. Και τα δύο περιλαμβάνονται στην κατηγορία των ξενικών ή εγκλιματισμένων taxa. Δεν καταγράφονται αυτοφυή μη ενδημικά, ενδημικά, υβριδικά ή αβέβαιης κατάστασης taxa της οικογένειας.

Καθεστώς των δύο taxa στην Κύπρο

Τα δύο κυπριακά taxa δεν έχουν το ίδιο επιμέρους καθεστώς:

  • Το Opuntia ficus-indica καταγράφεται ως εγκλιματισμένο εισβλητικό – Naturalized invasive (NA).
  • Το Opuntia humifusa καταγράφεται ως περιστασιακό ξενικό – Casual (CA).

Αυτό σημαίνει ότι το Opuntia ficus-indica έχει σχηματίσει αυτοσυντηρούμενους πληθυσμούς και μπορεί να εξαπλώνεται μέσα σε φυσικά και ημιφυσικά ενδιαιτήματα. Αντίθετα, το Opuntia humifusa εμφανίζεται έξω από καλλιέργεια, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι σχηματίζει μακροχρόνιους, σταθερούς και εκτεταμένους πληθυσμούς στην Κύπρο.

Γενικά χαρακτηριστικά

Τα μέλη της Cactaceae είναι κυρίως πολυετή σαρκώδη φυτά. Μπορεί να είναι μικροσκοπικά και σχεδόν υπόγεια, σφαιρικά, κυλινδρικά, δενδρόμορφα, έρποντα, αναρριχώμενα ή επίφυτα.

Το κύριο σώμα των περισσότερων κάκτων αποτελείται από παχύ, σαρκώδη και πράσινο βλαστό. Ο βλαστός αποθηκεύει νερό και εκτελεί το μεγαλύτερο μέρος της φωτοσύνθεσης, επειδή τα κανονικά φύλλα έχουν μειωθεί σημαντικά ή έχουν χαθεί.

Οι βλαστοί μπορεί να είναι:

  • Σφαιρικοί ή βαρελόμορφοι.
  • Κυλινδρικοί ή κιονοειδείς.
  • Πεπλατυσμένοι και αρθρωτοί, όπως στο γένος Opuntia.
  • Λεπτοί, κρεμαστοί ή αναρριχώμενοι στα επιφυτικά είδη.

Το σημαντικότερο διαγνωστικό χαρακτηριστικό της οικογένειας είναι η αρεόλη. Οι αρεόλες είναι εξειδικευμένοι βραχείς βλαστοί από τους οποίους αναπτύσσονται άκανθες, τρίχες, νέα τμήματα βλαστών και άνθη. Η παρουσία τους διαχωρίζει τους πραγματικούς κάκτους από άλλα σαρκώδη φυτά που μπορεί να τους μοιάζουν.

Οι άκανθες είναι τροποποιημένα φύλλα. Προστατεύουν το φυτό από τη βόσκηση, μειώνουν την κίνηση του αέρα κοντά στην επιφάνεια του βλαστού, παρέχουν σκίαση και μπορούν να συμβάλλουν στη συλλογή υγρασίας.

Στην υποοικογένεια Opuntioideae, όπου ανήκει το γένος Opuntia, οι αρεόλες φέρουν συχνά γλοχίδες. Πρόκειται για πολύ μικρές, λεπτές και αποσπώμενες άκανθες με μικροσκοπικά αντίστροφα αγκίστρια. Εισχωρούν εύκολα στο δέρμα και προκαλούν έντονο ερεθισμό.

Τα άνθη είναι συνήθως μονήρη, ερμαφρόδιτα, μεγάλα και ακτινόμορφα. Το περιάνθιο αποτελείται από πολυάριθμα τέπαλα που μεταβαίνουν σταδιακά από εξωτερικά σεπαλοειδή σε εσωτερικά πεταλοειδή στοιχεία.

Οι στήμονες είναι πολυάριθμοι και η ωοθήκη συνήθως υποφυής. Ο καρπός είναι κατά κανόνα σαρκώδης ράγα με πολυάριθμα σπέρματα. Στα είδη Opuntia η επιφάνεια του καρπού φέρει αρεόλες και γλοχίδες.

Φυσιολογία CAM

Οι περισσότεροι κάκτοι χρησιμοποιούν τον φωτοσυνθετικό μεταβολισμό CAM – Crassulacean Acid Metabolism, μία σημαντική προσαρμογή στην ξηρασία.

Κατά τη νύχτα, όταν η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η σχετική υγρασία υψηλότερη, τα στόματα ανοίγουν και το φυτό προσλαμβάνει διοξείδιο του άνθρακα. Το διοξείδιο αποθηκεύεται προσωρινά με τη μορφή οργανικών οξέων.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας τα στόματα παραμένουν κυρίως κλειστά, περιορίζοντας σημαντικά την απώλεια νερού. Το αποθηκευμένο διοξείδιο του άνθρακα απελευθερώνεται μέσα στους ιστούς και χρησιμοποιείται στη φωτοσύνθεση.

Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει στους κάκτους να επιβιώνουν σε περιοχές με υψηλές θερμοκρασίες, έντονη ηλιακή ακτινοβολία και πολύ περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού.

Η Cactaceae στην Κύπρο

Η οικογένεια δεν διαθέτει αυτοφυή εκπρόσωπο στον οργανωμένο κατάλογο της κυπριακής χλωρίδας. Τα δύο taxa εισήχθησαν από την Αμερική μέσω καλλιέργειας.

Το Opuntia ficus-indica μεταφέρθηκε στην περιοχή της Μεσογείου μετά την ευρωπαϊκή επαφή με την Αμερική. Καλλιεργήθηκε για τους εδώδιμους καρπούς, ως ζωοτροφή, ως ζωντανός φράκτης και ως ξηροφυτικό καλλωπιστικό.

Με τον χρόνο εξαπλώθηκε έξω από τις καλλιέργειες και έγινε χαρακτηριστικό στοιχείο πολλών μεσογειακών τοπίων. Η παλιά και εκτεταμένη παρουσία του δεν το καθιστά αυτοφυές φυτό της Μεσογείου ή της Κύπρου.

Το Opuntia humifusa έχει επίσης αμερικανική καταγωγή και έχει εισαχθεί ως καλλωπιστικό. Η παρουσία του στην Κύπρο είναι πολύ πιο περιορισμένη και χαρακτηρίζεται ως περιστασιακή.

Τα taxa της οικογένειας Cactaceae στην Κύπρο

Ξενικά ή εγκλιματισμένα – Alien or naturalized

Opuntia

  1. Opuntia ficus-indica (L.) Mill. · Species
  2. Opuntia humifusa (Raf.) Raf. · Species

Το γένος Opuntia

Το γένος Opuntia περιλαμβάνει τους γνωστούς φραγκόσυκους ή prickly pears. Τα είδη του είναι σαρκώδεις πόες, θάμνοι ή μικρά δέντρα με χαρακτηριστικούς αρθρωτούς βλαστούς.

Τα επιμέρους πεπλατυσμένα τμήματα του βλαστού ονομάζονται κλαδώδια. Είναι πράσινα, σαρκώδη και επιτελούν φωτοσύνθεση. Κάθε κλαδώδιο φέρει πολλές αρεόλες, από τις οποίες αναπτύσσονται άκανθες, γλοχίδες, νέα κλαδώδια ή άνθη.

Τα νεαρά κλαδώδια μπορεί να φέρουν μικρά, κυλινδρικά ή κωνικά φύλλα, τα οποία πέφτουν σύντομα. Η παρουσία αυτών των μικρών φύλλων αποτελεί χαρακτηριστικό της υποοικογένειας Opuntioideae.

Οι καρποί είναι σαρκώδεις και περιέχουν πολυάριθμα σκληρά σπέρματα. Μπορεί να καταναλώνονται από πουλιά, αλεπούδες, τρωκτικά και άλλα ζώα, τα οποία συμβάλλουν στη διασπορά των σπερμάτων.

Περιγραφή του Opuntia ficus-indica

Το Opuntia ficus-indica, γνωστό ως prickly pear και στην Κύπρο ως παπουτσοσυκιά ή φραγκοσυκιά, είναι ισχυρός πολυετής σαρκώδης θάμνος ή μικρό δέντρο.

Μπορεί να φθάσει σε ύψος περίπου δύο έως πέντε μέτρων και να σχηματίσει παχύ, ξυλώδη κορμό. Η κόμη αποτελείται από πολυάριθμα μεγάλα, πεπλατυσμένα και ωοειδή ή επιμήκη κλαδώδια.

Οι καλλιεργημένες μορφές είναι συχνά χωρίς μεγάλες άκανθες ή φέρουν μόνο λίγες. Οι αρεόλες, όμως, εξακολουθούν να διαθέτουν γλοχίδες, οι οποίες αποσπώνται εύκολα και μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό.

Τα άνθη αναπτύσσονται κυρίως στα περιθώρια και στις κορυφές των ώριμων κλαδωδίων. Είναι μεγάλα και μπορεί να είναι κίτρινα, πορτοκαλί ή κοκκινωπά.

Οι καρποί είναι μεγάλοι, ωοειδείς ή επιμήκεις και συνήθως έχουν μήκος περίπου 6–10 εκατοστά. Κατά την ωρίμανση μπορεί να είναι κίτρινοι, πορτοκαλί, κόκκινοι ή πορφυροί.

Η σάρκα είναι γλυκιά και περιέχει πολυάριθμα σκληρά σπέρματα. Η εξωτερική επιφάνεια του καρπού φέρει αρεόλες με γλοχίδες και απαιτείται προσεκτικός καθαρισμός πριν από την κατανάλωση.

Καταγωγή του Opuntia ficus-indica

Το Opuntia ficus-indica θεωρείται ότι προέρχεται από το Μεξικό. Έχει καλλιεργηθεί και επιλεγεί από τους ανθρώπους για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και η ακριβής άγρια προγονική του μορφή παραμένει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης.

Μεταφέρθηκε στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο μετά το τέλος του 15ου αιώνα. Εξαπλώθηκε γρήγορα λόγω της αντοχής του στην ξηρασία, των εδώδιμων καρπών και της εύκολης αγενούς αναπαραγωγής του.

Σήμερα έχει εγκλιματιστεί σε πολλές περιοχές της Μεσογείου, της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας. Σε ορισμένες χώρες αποτελεί σημαντική καλλιέργεια, ενώ σε άλλες έχει εξελιχθεί σε εισβλητικό φυτό.

Παρουσία του Opuntia ficus-indica στην Κύπρο

Στην Κύπρο η παπουτσοσυκιά καλλιεργήθηκε ευρέως κοντά σε σπίτια, χωριά, αγρούς, μάντρες και μοναστήρια. Χρησιμοποιήθηκε για τους καρπούς της και ως ζωντανός φράκτης για την οριοθέτηση χωραφιών και την αποτροπή της εισόδου ζώων.

Εξαπλώνεται εύκολα από αποκομμένα κλαδώδια. Ένα τμήμα που πέφτει ή απορρίπτεται στο έδαφος μπορεί να σχηματίσει ρίζες και να αναπτυχθεί σε νέο φυτό.

Σήμερα απαντά σε παρυφές οικισμών, εγκαταλειμμένα χωριά, παλιούς κήπους, αγρούς, άκρες δρόμων, φρυγανότοπους, πετρώδεις πλαγιές και χώρους απόρριψης φυτικού υλικού.

Η Flora of Cyprus το καταγράφει ως εγκλιματισμένο εισβλητικό – Naturalized invasive (NA). Η εξάπλωσή του μπορεί τοπικά να δημιουργεί πυκνές συστάδες που ανταγωνίζονται ή αποκλείουν την αυτοφυή βλάστηση.

Περιγραφή του Opuntia humifusa

Το Opuntia humifusa είναι χαμηλότερο είδος με έρπουσα ή απλωμένη ανάπτυξη. Τα κλαδώδιά του βρίσκονται κοντά στο έδαφος και μπορεί να γέρνουν ή να ζαρώνουν κατά τη διάρκεια ψυχρών ή ξηρών περιόδων.

Τα κλαδώδια είναι πεπλατυσμένα, σχετικά μικρά και ωοειδή ή σχεδόν κυκλικά. Οι αρεόλες φέρουν γλοχίδες και μπορεί να διαθέτουν μία ή περισσότερες άκανθες, αν και η ανάπτυξη των αγκαθιών παρουσιάζει διαφοροποιήσεις.

Τα άνθη είναι μεγάλα, έντονα κίτρινα και συχνά φέρουν κοκκινωπό ή πορτοκαλί χρώμα κοντά στη βάση των πετάλων. Η ανθοφορία στην Κύπρο καταγράφεται κυρίως από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο.

Οι καρποί είναι μικρότεροι από εκείνους του Opuntia ficus-indica και συνήθως αποκτούν κοκκινωπό ή πορφυρό χρώμα όταν ωριμάσουν.

Το είδος είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στο ψύχος σε σύγκριση με πολλούς άλλους κάκτους. Στη φυσική του περιοχή εξάπλωσης μπορεί να επιβιώνει σε κλίματα με ψυχρούς χειμώνες.

Καταγωγή και παρουσία του Opuntia humifusa

Το Opuntia humifusa κατάγεται από την ανατολική και κεντρική Βόρεια Αμερική. Αναπτύσσεται φυσικά σε αμμώδη εδάφη, ανοικτά δάση, πετρώδεις εκτάσεις, αμμοθίνες και άλλα ξηρά ενδιαιτήματα.

Στην Κύπρο εισήχθη πιθανότατα ως καλλωπιστικό. Έχει καταγραφεί έξω από καλλιέργεια, αλλά η Flora of Cyprus το χαρακτηρίζει ως περιστασιακό ξενικό – Casual (CA).

Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του χρειάζεται παρακολούθηση, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πλήρως εγκλιματισμένο ή εισβλητικό στην Κύπρο με βάση τα σημερινά δεδομένα.

Διάκριση των δύο κυπριακών taxa

Τα δύο είδη μπορούν να διακριθούν από συνδυασμό χαρακτηριστικών:

  • Το Opuntia ficus-indica είναι ισχυρός, όρθιος θάμνος ή μικρό δέντρο, συνήθως ύψους δύο έως πέντε μέτρων.
  • Το Opuntia humifusa είναι πολύ χαμηλότερο, έρπον ή απλωμένο φυτό.
  • Το Opuntia ficus-indica έχει πολύ μεγαλύτερα και παχύτερα κλαδώδια.
  • Το Opuntia humifusa έχει μικρότερα κλαδώδια που βρίσκονται συχνά κοντά στο έδαφος.
  • Το Opuntia ficus-indica παράγει μεγάλους εδώδιμους καρπούς μήκους περίπου 6–10 εκατοστών.
  • Το Opuntia humifusa παράγει μικρότερους καρπούς.
  • Το Opuntia ficus-indica σχηματίζει συχνά ξυλώδη κορμό.
  • Το Opuntia humifusa δεν σχηματίζει συνήθως εμφανή όρθιο κορμό.
  • Το Opuntia ficus-indica είναι εγκλιματισμένο εισβλητικό στην Κύπρο.
  • Το Opuntia humifusa είναι περιστασιακό ξενικό.

Ενδιαιτήματα στην Κύπρο

Τα δύο είδη μπορεί να εμφανίζονται σε:

  • Παλιούς και εγκαταλειμμένους κήπους.
  • Παρυφές χωριών και οικισμών.
  • Εγκαταλειμμένες καλλιέργειες.
  • Άκρες δρόμων και μονοπατιών.
  • Φρυγανότοπους.
  • Ξηρές πετρώδεις πλαγιές.
  • Αμμοθίνες και αμμώδη εδάφη.
  • Ξερολιθιές και αναβαθμίδες.
  • Χώρους απόρριψης φυτικών υπολειμμάτων.
  • Περιφράξεις και όρια αγρών.

Το Opuntia ficus-indica μπορεί να δημιουργεί πολύ μεγάλες και πυκνές συστάδες, ιδιαίτερα σε εγκαταλειμμένες περιοχές όπου δεν υπάρχει διαχείριση.

Οικολογία

Τα μεγάλα άνθη των Opuntia παράγουν άφθονη γύρη και νέκταρ και προσελκύουν μέλισσες, σκαθάρια και άλλα έντομα.

Οι καρποί καταναλώνονται από πουλιά, τρωκτικά, αλεπούδες και άλλα ζώα. Τα σπέρματα μπορούν να μεταφερθούν με τα περιττώματα και να βλαστήσουν σε νέες θέσεις.

Οι πυκνές συστάδες παρέχουν καταφύγιο σε σαύρες, φίδια, μικρά θηλαστικά, πουλιά και ασπόνδυλα. Παράλληλα, μπορούν να εμποδίζουν τη μετακίνηση ζώων και ανθρώπων και να μεταβάλλουν τη σύνθεση της χαμηλής βλάστησης.

Η οικολογική αξιολόγηση πρέπει να διαχωρίζει τη χρήση των συστάδων από ορισμένα ζώα από τη συνολική επίδραση του εισβλητικού φυτού στο φυσικό οικοσύστημα. Η παροχή καταφυγίου δεν αναιρεί την πιθανή απώλεια αυτοφυούς βλάστησης.

Αναπαραγωγή και διασπορά

Τα είδη αναπαράγονται με σπέρματα και αγενώς με τμήματα των βλαστών.

Η αγενής αναπαραγωγή είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Αποκομμένα κλαδώδια μπορούν να παραμένουν ζωντανά για μεγάλο χρονικό διάστημα και να ριζώνουν όταν έρθουν σε επαφή με το έδαφος.

Τα κλαδώδια μεταφέρονται με:

  • Την απόρριψη φυτικών υπολειμμάτων.
  • Τις εργασίες καθαρισμού.
  • Τα γεωργικά μηχανήματα.
  • Τα ζώα.
  • Την απορροή του νερού.
  • Την κατάρρευση παλαιών φυτών.
  • Τις κατολισθήσεις και τη μετακίνηση χώματος.

Τα σπέρματα διασπείρονται κυρίως από ζώα που καταναλώνουν τους καρπούς. Το σκληρό περίβλημα επιτρέπει σε ορισμένα σπέρματα να παραμένουν βιώσιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Προσαρμογές στην ξηρασία

Οι σημαντικότερες προσαρμογές περιλαμβάνουν:

  • Παχείς σαρκώδεις βλαστούς για αποθήκευση νερού.
  • Φωτοσυνθετικούς πράσινους βλαστούς.
  • Απουσία ή μεγάλη μείωση των κανονικών φύλλων.
  • Μετατροπή των φύλλων σε άκανθες.
  • Παχύ και κηρώδες επιδερμικό περίβλημα.
  • Μειωμένο αριθμό και ελεγχόμενη λειτουργία των στομάτων.
  • Φωτοσυνθετικό μεταβολισμό CAM.
  • Εκτεταμένο και σχετικά επιφανειακό ριζικό σύστημα που απορροφά γρήγορα τη βροχή.
  • Ικανότητα αντοχής των κλαδωδίων για μεγάλο διάστημα χωρίς ρίζες.
  • Εύκολη αγενή αναπαραγωγή.
  • Πτυσσόμενους εσωτερικούς ιστούς που επιτρέπουν μεταβολές στον αποθηκευμένο όγκο νερού.
  • Γλοχίδες και άκανθες που περιορίζουν τη βόσκηση.

Οικονομική σημασία

Το Opuntia ficus-indica αποτελεί σημαντική καλλιέργεια σε πολλές ξηρές περιοχές. Χρησιμοποιείται για:

  • Παραγωγή εδώδιμων καρπών.
  • Κατανάλωση νεαρών κλαδωδίων ως λαχανικών σε ορισμένες χώρες.
  • Παραγωγή ζωοτροφής.
  • Δημιουργία ζωντανών φρακτών.
  • Έλεγχο της διάβρωσης.
  • Αποκατάσταση υποβαθμισμένων ξηρών εδαφών.
  • Παραγωγή χρωστικών μέσω της καλλιέργειας κοχενίλης.
  • Παραγωγή χυμών, μαρμελάδων, γλυκών και άλλων προϊόντων.
  • Ξηροφυτική κηποτεχνία.

Οι καρποί πρέπει να καθαρίζονται προσεκτικά λόγω των γλοχίδων. Η συλλογή με γυμνά χέρια μπορεί να προκαλέσει επώδυνο ερεθισμό.

Η καλλιέργεια ενός είδους με οικονομική αξία δεν αποκλείει την εισβλητική συμπεριφορά του όταν διαφεύγει και εγκαθίσταται σε φυσικά ενδιαιτήματα.

Η κοχενίλη Dactylopius opuntiae

Το Opuntia ficus-indica προσβάλλεται στην Κύπρο από την κοχενίλη Dactylopius opuntiae, ένα κοκκοειδές έντομο αμερικανικής καταγωγής που τρέφεται από τους χυμούς των κλαδωδίων.

Οι προσβολές αναγνωρίζονται από τις λευκές βαμβακώδεις συγκεντρώσεις πάνω στην επιφάνεια των βλαστών. Κάτω από το λευκό κηρώδες υλικό βρίσκονται τα έντομα, τα οποία παράγουν χαρακτηριστική κόκκινη χρωστική όταν συνθλιβούν.

Σε έντονες προσβολές τα κλαδώδια κιτρινίζουν, συρρικνώνονται και ξηραίνονται. Ολόκληρες συστάδες μπορούν να καταρρεύσουν και να πεθάνουν.

Η παρουσία της κοχενίλης έχει προκαλέσει εκτεταμένη καταστροφή παπουτσοσυκιών σε πολλές περιοχές. Επειδή το φυτό είναι εισβλητικό αλλά ταυτόχρονα έχει αγροτική, πολιτιστική και τοπιακή αξία, η διαχείριση απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση του κάθε χώρου.

Δεν είναι οικολογικά ή οικονομικά δικαιολογημένη η αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων σε φυσικές περιοχές. Όπου προστατεύονται καλλιεργούμενες ή ιστορικά σημαντικές παπουτσοσυκιές, πρέπει να εφαρμόζονται στοχευμένες και εγκεκριμένες μέθοδοι.

Κίνδυνοι για ανθρώπους και ζώα

Οι γλοχίδες αποτελούν τον σημαντικότερο άμεσο κίνδυνο. Μπορούν να εισχωρήσουν στο δέρμα, στα μάτια, στο στόμα και στη γλώσσα ανθρώπων και ζώων.

Τα πολύ μικρά αντίστροφα αγκίστρια καθιστούν δύσκολη την αφαίρεσή τους. Η επαφή μπορεί να προκαλέσει πόνο, φλεγμονή, δερματίτιδα και δευτερογενή μόλυνση.

Κατά τον χειρισμό απαιτούνται:

  • Χοντρά προστατευτικά γάντια.
  • Μακριά ρούχα.
  • Προστασία των ματιών.
  • Κατάλληλα εργαλεία.
  • Αποφυγή καύσης ή τεμαχισμού που μπορεί να διασκορπίσει γλοχίδες.
  • Προσεκτική απομάκρυνση όλων των κλαδωδίων.

Σε σοβαρή επαφή με τα μάτια, το στόμα ή τον λαιμό απαιτείται ιατρική ή κτηνιατρική βοήθεια.

Επιπτώσεις και διαχείριση στην Κύπρο

Το Opuntia ficus-indica μπορεί να προκαλέσει:

  • Σχηματισμό πυκνών και αδιαπέραστων συστάδων.
  • Ανταγωνισμό με την αυτοφυή βλάστηση.
  • Περιορισμό της αναγέννησης χαμηλών φυτών.
  • Αλλοίωση φρυγανότοπων και πετρωδών ενδιαιτημάτων.
  • Παρεμπόδιση της πρόσβασης ανθρώπων και ζώων.
  • Τραυματισμούς από γλοχίδες.
  • Συνεχή εξάπλωση από απορριπτόμενα κλαδώδια.
  • Αύξηση του κόστους διαχείρισης εγκαταλειμμένων εκτάσεων.

Η διαχείρισή του πρέπει να γίνεται ανάλογα με τη θέση. Παλιές καλλιεργημένες συστάδες με ιστορική ή παραγωγική αξία μπορεί να διατηρούνται και να ελέγχονται. Συστάδες που επεκτείνονται μέσα σε σημαντικά φυσικά ενδιαιτήματα μπορεί να χρειάζονται περιορισμό ή απομάκρυνση.

Χρήσιμα μέτρα περιλαμβάνουν:

  • Αφαίρεση όλων των κλαδωδίων και του ριζικού συστήματος.
  • Συλλογή ακόμη και μικρών τεμαχίων που μπορούν να ριζώσουν.
  • Ασφαλή μεταφορά και καταστροφή του φυτικού υλικού.
  • Αποφυγή απόρριψης υπολειμμάτων στη φύση.
  • Παρακολούθηση της περιοχής για νέα φυτά.
  • Έλεγχο πριν από την παραγωγή ώριμων καρπών.
  • Περιορισμό της χρήσης ζιζανιοκτόνων σε φυσικές περιοχές.
  • Καταγραφή και παρακολούθηση του περιστασιακού Opuntia humifusa.
  • Πρόληψη της μελλοντικής εγκλιμάτισης του Opuntia humifusa.

Ταξινομική κατάταξη

Βασίλειο: Plantae
Κλάδος: Αγγειόσπερμα – Angiosperms
Κλάδος: Ευδικοτυλήδονα – Eudicots
Τάξη: Caryophyllales
Οικογένεια: Cactaceae
Υποοικογένεια των κυπριακών taxa: Opuntioideae
Γένος στην Κύπρο: Opuntia
Αριθμός γενών στην Κύπρο: 1
Αριθμός taxa στην Κύπρο: 2
Αυτοφυή μη ενδημικά: 0
Ενδημικά: 0
Ξενικά ή εγκλιματισμένα: 2
Υβρίδια: 0
Αβέβαιης κατάστασης: 0
Εγκλιματισμένα εισβλητικά: 1
Περιστασιακά ξενικά: 1

Πηγές


Text by George Konstantinou

The family Cactaceae, known as the cactus family, is a family of succulent flowering plants belonging to the order Caryophyllales. It includes approximately 130 genera and 1,750 species, although the numbers vary according to the taxonomic circumscription followed.

Almost the entire family originates from the Americas, with a natural distribution extending from Canada to Patagonia. The most important centres of diversity are found in Mexico, the southwestern United States, the Andes and the dry regions of Brazil.

One notable exception is Rhipsalis baccifera, which occurs naturally not only in the Americas but also in tropical Africa, Madagascar and Sri Lanka. Many other species have been transported by humans to all warm regions of the world, where some have become naturalized or invasive.

According to the organized checklist of the Cyprus flora, the family Cactaceae is represented in Cyprus by 1 genus and 2 taxa. Both are included in the category of alien or naturalized taxa. No native non-endemic, endemic, hybrid or uncertain-status taxa of the family are recorded.

Status of the two taxa in Cyprus

The two Cypriot taxa do not have the same detailed status:

  • Opuntia ficus-indica is recorded as Naturalized invasive (NA).
  • Opuntia humifusa is recorded as a Casual alien (CA).

This means that Opuntia ficus-indica has formed self-sustaining populations and can spread through natural and semi-natural habitats. In contrast, Opuntia humifusa occurs outside cultivation, but it has not been demonstrated to form long-term, stable and extensive populations in Cyprus.

General characteristics

The members of Cactaceae are mainly perennial succulent plants. They may be tiny and almost subterranean, spherical, cylindrical, tree-like, creeping, climbing or epiphytic.

The main body of most cacti consists of a thick, succulent and green stem. The stem stores water and performs most of the photosynthesis because normal leaves have been greatly reduced or lost.

The stems may be:

  • Spherical or barrel-shaped.
  • Cylindrical or columnar.
  • Flattened and jointed, as in the genus Opuntia.
  • Slender, hanging or climbing in epiphytic species.

The most important diagnostic feature of the family is the areole. Areoles are specialized short shoots from which spines, hairs, new stem segments and flowers develop. Their presence distinguishes true cacti from other succulent plants that may resemble them.

Spines are modified leaves. They protect the plant from grazing, reduce air movement near the stem surface, provide shade and may contribute to moisture collection.

In the subfamily Opuntioideae, to which the genus Opuntia belongs, the areoles frequently possess glochids. These are very small, slender and detachable spines with microscopic backward-pointing barbs. They easily penetrate the skin and cause severe irritation.

The flowers are generally solitary, bisexual, large and actinomorphic. The perianth consists of numerous tepals that gradually change from outer sepal-like to inner petal-like elements.

The stamens are numerous and the ovary is generally inferior. The fruit is usually a fleshy berry containing numerous seeds. In Opuntia species, the fruit surface bears areoles and glochids.

CAM physiology

Most cacti use CAM – Crassulacean Acid Metabolism, an important adaptation to drought.

At night, when temperatures are lower and relative humidity is higher, the stomata open and the plant takes in carbon dioxide. The carbon dioxide is temporarily stored in the form of organic acids.

During the day, the stomata remain mainly closed, greatly reducing water loss. The stored carbon dioxide is released within the tissues and used in photosynthesis.

This mechanism enables cacti to survive in regions with high temperatures, intense solar radiation and very limited water availability.

Cactaceae in Cyprus

The family has no native representative in the organized checklist of the Cyprus flora. The two taxa were introduced from the Americas through cultivation.

Opuntia ficus-indica was transported to the Mediterranean region following European contact with the Americas. It was cultivated for its edible fruits, as animal fodder, as a living fence and as a drought-tolerant ornamental.

Over time, it spread beyond cultivation and became a characteristic feature of many Mediterranean landscapes. Its long and extensive presence does not make it a native plant of the Mediterranean or Cyprus.

Opuntia humifusa also originates from the Americas and was introduced as an ornamental. Its presence in Cyprus is much more restricted and is classified as casual.

The taxa of the family Cactaceae in Cyprus

Alien or naturalized

Opuntia

  1. Opuntia ficus-indica (L.) Mill. · Species
  2. Opuntia humifusa (Raf.) Raf. · Species

The genus Opuntia

The genus Opuntia includes the plants commonly known as prickly pears. Its species are succulent herbs, shrubs or small trees with characteristic jointed stems.

The individual flattened stem segments are known as cladodes. They are green, succulent and photosynthetic. Each cladode bears numerous areoles from which spines, glochids, new cladodes or flowers develop.

Young cladodes may possess small cylindrical or conical leaves that are soon shed. The presence of these small leaves is characteristic of the subfamily Opuntioideae.

The fruits are fleshy and contain numerous hard seeds. They may be eaten by birds, foxes, rodents and other animals, which contribute to seed dispersal.

Description of Opuntia ficus-indica

Opuntia ficus-indica, known as the prickly pear and in Cyprus as papoutsosykia or fragosykia, is a robust perennial succulent shrub or small tree.

It can reach a height of approximately two to five metres and develop a thick, woody trunk. The crown consists of numerous large, flattened, ovate or elongated cladodes.

Cultivated forms frequently lack large spines or possess only a few. However, the areoles still contain glochids that detach easily and can cause irritation.

The flowers develop mainly along the margins and at the tips of mature cladodes. They are large and may be yellow, orange or reddish.

The fruits are large, ovoid or elongated and generally measure approximately 6–10 centimetres in length. At maturity, they may be yellow, orange, red or purple.

The flesh is sweet and contains numerous hard seeds. The outer surface of the fruit possesses areoles with glochids and requires careful cleaning before consumption.

Origin of Opuntia ficus-indica

Opuntia ficus-indica is considered to originate from Mexico. It has been cultivated and selected by humans for a very long period, and its precise wild ancestral form remains a subject of scientific study.

It was transported to Europe and the Mediterranean after the end of the 15th century. It spread rapidly because of its tolerance of drought, edible fruits and easy vegetative reproduction.

It is now naturalized in many regions of the Mediterranean, Africa, Asia and Australia. In certain countries, it is an important crop, while in others it has developed into an invasive plant.

Presence of Opuntia ficus-indica in Cyprus

In Cyprus, the prickly pear was widely cultivated near houses, villages, fields, animal enclosures and monasteries. It was used for its fruits and as a living fence to mark field boundaries and prevent the entry of animals.

It spreads readily from detached cladodes. A segment that falls or is discarded on the ground can develop roots and grow into a new plant.

It now occurs on settlement margins, in abandoned villages, old gardens, fields, roadsides, phrygana, rocky slopes and sites where plant material is discarded.

Flora of Cyprus records it as Naturalized invasive (NA). Its spread may locally create dense stands that compete with or exclude native vegetation.

Description of Opuntia humifusa

Opuntia humifusa is a lower-growing species with a creeping or spreading habit. Its cladodes remain close to the ground and may lean or shrivel during cold or dry periods.

The cladodes are flattened, relatively small and ovate or almost circular. The areoles bear glochids and may possess one or more spines, although spine development varies.

The flowers are large, bright yellow and frequently possess reddish or orange colour near the base of the petals. Flowering in Cyprus is recorded mainly from April to June.

The fruits are smaller than those of Opuntia ficus-indica and usually become reddish or purple when mature.

The species is particularly tolerant of cold compared with many other cacti. Within its natural range, it can survive in climates with cold winters.

Origin and presence of Opuntia humifusa

Opuntia humifusa originates from eastern and central North America. It grows naturally in sandy soils, open woodlands, rocky ground, dunes and other dry habitats.

It was probably introduced to Cyprus as an ornamental. It has been recorded outside cultivation, but Flora of Cyprus classifies it as a Casual alien (CA).

This means that its presence requires monitoring, but it should not be presented as fully naturalized or invasive in Cyprus on the basis of present information.

Distinguishing the two Cypriot taxa

The two species can be distinguished through a combination of characteristics:

  • Opuntia ficus-indica is a robust, erect shrub or small tree, usually two to five metres high.
  • Opuntia humifusa is a much lower, creeping or spreading plant.
  • Opuntia ficus-indica possesses much larger and thicker cladodes.
  • Opuntia humifusa has smaller cladodes that often remain close to the ground.
  • Opuntia ficus-indica produces large edible fruits approximately 6–10 centimetres long.
  • Opuntia humifusa produces smaller fruits.
  • Opuntia ficus-indica frequently develops a woody trunk.
  • Opuntia humifusa does not usually form a conspicuous erect trunk.
  • Opuntia ficus-indica is naturalized invasive in Cyprus.
  • Opuntia humifusa is a casual alien.

Habitats in Cyprus

The two species may occur in:

  • Old and abandoned gardens.
  • Village and settlement margins.
  • Abandoned cultivation.
  • Roadsides and path margins.
  • Phrygana.
  • Dry rocky slopes.
  • Dunes and sandy soils.
  • Dry-stone walls and terraces.
  • Sites where plant remains are discarded.
  • Fences and field boundaries.

Opuntia ficus-indica can form very large and dense stands, particularly in abandoned areas without management.

Ecology

The large Opuntia flowers produce abundant pollen and nectar and attract bees, beetles and other insects.

The fruits are eaten by birds, rodents, foxes and other animals. Seeds may be transported in droppings and germinate in new locations.

Dense stands provide shelter for lizards, snakes, small mammals, birds and invertebrates. At the same time, they can obstruct the movement of animals and people and alter the composition of low vegetation.

Ecological assessment must distinguish the use of the stands by certain animals from the overall impact of the invasive plant on the natural ecosystem. The provision of shelter does not cancel the potential loss of native vegetation.

Reproduction and dispersal

The species reproduce through seeds and vegetatively through stem segments.

Vegetative reproduction is extremely effective. Detached cladodes can remain alive for a long period and develop roots when they come into contact with the soil.

Cladodes are transported through:

  • The disposal of plant waste.
  • Clearing operations.
  • Agricultural machinery.
  • Animals.
  • Water runoff.
  • The collapse of old plants.
  • Landslides and soil movement.

Seeds are dispersed mainly by animals that consume the fruits. Their hard covering allows some seeds to remain viable for a long period.

Adaptations to drought

The most important adaptations include:

  • Thick succulent stems for water storage.
  • Green photosynthetic stems.
  • Absence or major reduction of normal leaves.
  • Modification of leaves into spines.
  • A thick and waxy epidermal covering.
  • A reduced number and controlled operation of stomata.
  • CAM photosynthesis.
  • An extensive and relatively shallow root system that rapidly absorbs rainfall.
  • The ability of cladodes to survive for a long period without roots.
  • Easy vegetative reproduction.
  • Collapsible internal tissues that permit changes in the volume of stored water.
  • Glochids and spines that limit grazing.

Economic importance

Opuntia ficus-indica is an important crop in many dry regions. It is used for:

  • Production of edible fruits.
  • Consumption of young cladodes as vegetables in certain countries.
  • Production of animal fodder.
  • Creation of living fences.
  • Erosion control.
  • Restoration of degraded dry soils.
  • Production of dyes through cochineal cultivation.
  • Production of juices, jams, sweets and other products.
  • Xerophytic landscaping.

The fruits must be cleaned carefully because of the glochids. Collection with bare hands can cause painful irritation.

The cultivation of a species with economic value does not exclude invasive behaviour when it escapes and becomes established in natural habitats.

The cochineal Dactylopius opuntiae

Opuntia ficus-indica is attacked in Cyprus by the cochineal Dactylopius opuntiae, a scale insect of American origin that feeds on the sap of the cladodes.

Infestations are recognized by white, cotton-like aggregations on the stem surface. Beneath the white waxy material are the insects, which produce a characteristic red pigment when crushed.

During severe infestations, the cladodes turn yellow, shrink and dry. Entire stands can collapse and die.

The presence of the cochineal has caused extensive destruction of prickly pears in many areas. As the plant is invasive but also possesses agricultural, cultural and landscape value, management requires careful assessment of each site.

Indiscriminate insecticide use in natural areas is neither ecologically nor economically justified. Where cultivated or historically important prickly pears are protected, targeted and approved methods should be applied.

Risks to humans and animals

Glochids represent the most important immediate danger. They can penetrate the skin, eyes, mouth and tongue of humans and animals.

The extremely small backward-pointing barbs make them difficult to remove. Contact may cause pain, inflammation, dermatitis and secondary infection.

Handling requires:

  • Thick protective gloves.
  • Long clothing.
  • Eye protection.
  • Suitable tools.
  • Avoiding burning or cutting that may disperse glochids.
  • Careful removal of all cladodes.

Severe contact involving the eyes, mouth or throat requires medical or veterinary assistance.

Impacts and management in Cyprus

Opuntia ficus-indica may cause:

  • Formation of dense and impenetrable stands.
  • Competition with native vegetation.
  • Restriction of the regeneration of low-growing plants.
  • Alteration of phrygana and rocky habitats.
  • Obstruction of access for people and animals.
  • Injuries from glochids.
  • Continued spread from discarded cladodes.
  • Increased management costs in abandoned land.

Its management should depend on the location. Old cultivated stands of historical or productive value may be retained and controlled. Stands expanding into important natural habitats may require restriction or removal.

Useful measures include:

  • Removing all cladodes and the root system.
  • Collecting even small fragments capable of rooting.
  • Safely transporting and destroying plant material.
  • Avoiding the disposal of remains in the wild.
  • Monitoring the area for new plants.
  • Control before mature fruits are produced.
  • Limiting herbicide use in natural areas.
  • Recording and monitoring the casual Opuntia humifusa.
  • Preventing the future naturalization of Opuntia humifusa.

Taxonomic classification

Kingdom: Plantae
Clade: Angiosperms
Clade: Eudicots
Order: Caryophyllales
Family: Cactaceae
Subfamily of the Cypriot taxa: Opuntioideae
Genus in Cyprus: Opuntia
Number of genera in Cyprus: 1
Number of taxa in Cyprus: 2
Native non-endemic: 0
Endemic: 0
Alien or naturalized: 2
Hybrids: 0
Uncertain status: 0
Naturalized invasive: 1
Casual alien: 1

Sources

No comments:

Post a Comment