Translate

Sunday, 28 January 2018

Downy restharrow - Ononis pubescens L. - Ονονίς η χνουδωτή - Cyprus

Photos Kornos 10/5/2015 by George Konstantinou 

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Η Ononis pubescens είναι ένα χαρακτηριστικό ετήσιο φυτό της οικογένειας των Ψυχανθών (Fabaceae), με φυσική εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου και τη δυτική Ασία. Απαντά αυτοφυής και στην Κύπρο, όπου μπορεί να παρατηρηθεί κυρίως σε ανοικτές, ηλιόλουστες και διαταραγμένες τοποθεσίες.

Ξεχωρίζει από το πυκνό τρίχωμα που καλύπτει τους βλαστούς, τα φύλλα και τους κάλυκες, καθώς και από τα σχετικά μεγάλα κίτρινα άνθη της. Οι αδενώδεις τρίχες κάνουν συχνά ολόκληρο το φυτό κολλώδες στην αφή.

Περιγραφή

Είναι ετήσια, όρθια ή ανερχόμενη πόα, συνήθως πολύκλαδη, η οποία στην Κύπρο φθάνει περίπου μέχρι τα 40 εκατοστά σε ύψος. Η τελική της ανάπτυξη εξαρτάται από την υγρασία, το έδαφος και τις συνθήκες της κάθε χρονιάς.

Οι βλαστοί είναι πράσινοι, διακλαδισμένοι και πυκνά καλυμμένοι με μακριές απλές τρίχες και μικρότερες αδενώδεις τρίχες. Η χαρακτηριστική αυτή χνοώδης εμφάνιση αποτελεί ένα από τα βασικά γνωρίσματα του είδους.

Τα κατώτερα φύλλα είναι συνήθως σύνθετα και αποτελούνται από τρία φυλλάρια, ενώ τα ανώτερα φύλλα μπορεί να είναι απλά. Τα φυλλάρια είναι ωοειδή έως ελλειπτικά ή επιμήκη, με οδοντωτό περιθώριο και πυκνό τρίχωμα. Στη βάση των φύλλων υπάρχουν ευδιάκριτα παράφυλλα.

Άνθη

Τα άνθη σχηματίζονται σε πυκνές επάκριες ταξιανθίες. Είναι ερμαφρόδιτα και ζυγόμορφα, με τη χαρακτηριστική ψυχανθή μορφή που συναντάται σε πολλά μέλη της οικογένειας Fabaceae.

Η στεφάνη είναι κίτρινη έως χρυσοκίτρινη και μπορεί να παρουσιάζει κοκκινωπές ή πορφυρές νευρώσεις, ιδιαίτερα στο πέτασο. Αποτελείται από τον μεγάλο πέτασο, δύο πλευρικές πτέρυγες και την τρόπιδα, μέσα στην οποία βρίσκονται τα αναπαραγωγικά όργανα.

Ο κάλυκας είναι πυκνά τριχωτός και αδενώδης. Οι πέντε στενοί, λογχοειδείς και μυτεροί λοβοί του είναι πολύ μακρύτεροι από τον σωλήνα του κάλυκα. Οι ποδίσκοι των ταξιανθιών δεν καταλήγουν σε εμφανή άκανθα, γνώρισμα χρήσιμο για τη διάκρισή της από ορισμένα συγγενικά είδη.

Καρπός και σπόροι

Ο καρπός είναι μικρός, ωοειδής ή ελλειψοειδής χέδρωπας, πυκνά τριχωτός και συνήθως δεν προεξέχει πολύ από τον επίμονο κάλυκα. Στο εσωτερικό του περιέχονται λίγοι νεφροειδείς σπόροι.

Με την ολοκλήρωση της καρποφορίας και την ξήρανση του φυτού, οι σπόροι απελευθερώνονται στο έδαφος. Παραμένουν εκεί μέχρι να παρουσιαστούν κατάλληλες συνθήκες υγρασίας για τη βλάστησή τους.

Ανθοφορία

Στην Κύπρο ανθίζει κυρίως από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο. Η ακριβής περίοδος μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με το υψόμετρο, τις θερμοκρασίες και τις βροχοπτώσεις της κάθε χρονιάς.

Βιότοπος στην Κύπρο

Η Ononis pubescens προτιμά ανοικτές και ηλιόλουστες θέσεις. Φύεται σε:

  • άκρες δρόμων και μονοπατιών,
  • εγκαταλειμμένους ή καλλιεργημένους αγρούς,
  • χέρσες και διαταραγμένες εκτάσεις,
  • ξηρές πλαγιές και λόφους,
  • ανοίγματα χαμηλής θαμνώδους βλάστησης,
  • πετρώδη ή αμμώδη εδάφη.

Παρουσιάζεται από τις χαμηλές περιοχές μέχρι περίπου τα 900 μέτρα υψόμετρο. Μπορεί να είναι τοπικά κοινή, χωρίς όμως να έχει ομοιόμορφη εξάπλωση σε ολόκληρο το νησί.

Γεωγραφική εξάπλωση

Το είδος έχει ευρεία, κυρίως μεσογειακή εξάπλωση. Καταγράφεται στη νότια Ευρώπη, στα νησιά της Μεσογείου, στη βόρεια Αφρική και σε τμήματα της δυτικής Ασίας.

Σύμφωνα με τις διεθνείς ταξινομικές βάσεις δεδομένων, η παρουσία του στην Κύπρο είναι φυσική. Δεν αποτελεί ενδημικό φυτό του νησιού.

Οικολογικός ρόλος

Τα άνθη προσελκύουν έντομα, ιδιαίτερα μέλισσες και άλλα είδη που συλλέγουν γύρη ή νέκταρ. Με αυτόν τον τρόπο το φυτό συμμετέχει στη λειτουργία των μεσογειακών οικοσυστημάτων και παρέχει τροφή σε επικονιαστές κατά την ανοιξιάτικη περίοδο.

Όπως πολλά ψυχανθή, ανήκει σε μια οικογένεια φυτών που μπορεί να αναπτύσσει συμβιωτικές σχέσεις με αζωτοδεσμευτικά βακτήρια στις ρίζες. Οι σχέσεις αυτές συμβάλλουν στον κύκλο του αζώτου και στην οικολογική λειτουργία των εδαφών όπου αναπτύσσονται τα φυτά.

Αναγνώριση

Τα βασικά γνωρίσματα για την αναγνώριση της Ononis pubescens είναι:

  • η ετήσια και συνήθως πολύκλαδη ανάπτυξη,
  • το πυκνό, μακρύ και συχνά κολλώδες τρίχωμα,
  • τα κατώτερα τρίφυλλα και τα ανώτερα απλά φύλλα,
  • οι πυκνές επάκριες ταξιανθίες,
  • τα μεγάλα κίτρινα άνθη,
  • οι πολύ μακρύτεροι από τον σωλήνα λοβοί του κάλυκα,
  • οι μικροί, τριχωτοί καρποί που παραμένουν μέσα ή κοντά στον κάλυκα.

Για ασφαλή διάκριση από άλλα κίτρινα είδη του γένους Ononis πρέπει να εξετάζονται μαζί το τρίχωμα, η μορφή των φύλλων, ο κάλυκας, ο ποδίσκος της ταξιανθίας και ο ώριμος καρπός.

Ετυμολογία

Η ονομασία του γένους Ononis προέρχεται από αρχαία ελληνική φυτική ονομασία που χρησιμοποιήθηκε για φυτά αυτού του γένους.

Το λατινικό επίθετο pubescens σημαίνει «χνοώδης» ή «καλυμμένος με λεπτές τρίχες» και αναφέρεται στο πυκνό τρίχωμα του φυτού. Από το ίδιο γνώρισμα προέρχεται και η ελληνική απόδοση «Ονονίς η χνουδωτή».

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Plantae
  • Συνομοταξία: Tracheophyta
  • Ομοταξία: Magnoliopsida
  • Τάξη: Fabales
  • Οικογένεια: Fabaceae
  • Γένος: Ononis
  • Είδος: Ononis pubescens L.
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Downy restharrow

Πηγές




Downy restharrow – Ononis pubescens L.

Text by George Konstantinou.

Ononis pubescens is a characteristic annual plant of the pea family Fabaceae, with a natural distribution in the Mediterranean region and western Asia. It also occurs naturally in Cyprus, where it is found mainly in open, sunny and disturbed places.

It is distinguished by the dense covering of hairs on its stems, leaves and calyces, as well as by its relatively large yellow flowers. Glandular hairs often make the entire plant sticky to the touch.

Description

It is an annual, erect or ascending, usually much-branched herb, reaching approximately 40 centimetres in height in Cyprus. Its final size depends on moisture, soil conditions and the rainfall of each year.

The stems are green, branched and densely covered with long simple hairs and shorter glandular hairs. This characteristic downy appearance is one of the species’ principal identifying features.

The lower leaves are generally compound and consist of three leaflets, while the upper leaves may be simple. The leaflets are ovate to elliptical or oblong, with toothed margins and dense hairs. Distinct stipules are present at the bases of the leaves.

Flowers

The flowers are borne in dense terminal inflorescences. They are hermaphroditic and zygomorphic, with the characteristic pea-like structure found in many members of the family Fabaceae.

The corolla is yellow to golden yellow and may have reddish or purple veins, especially on the standard petal. It consists of the large standard, two lateral wings and the keel, which encloses the reproductive organs.

The calyx is densely hairy and glandular. Its five narrow, lanceolate and pointed lobes are considerably longer than the calyx tube. The inflorescence peduncles do not terminate in a conspicuous awn, a feature useful in distinguishing the species from certain related taxa.

Fruit and seeds

The fruit is a small, ovate or ellipsoid, densely hairy legume that usually does not project far beyond the persistent calyx. It contains a small number of kidney-shaped seeds.

When fruiting is completed and the plant dries, the seeds are released onto the ground. They remain there until suitable moisture conditions allow them to germinate.

Flowering period

In Cyprus, it flowers mainly from March to June. The exact period may vary according to altitude, temperature and the rainfall received during each year.

Habitat in Cyprus

Ononis pubescens prefers open and sunny locations. It grows in:

  • roadsides and path margins,
  • abandoned or cultivated fields,
  • waste and disturbed ground,
  • dry slopes and hillsides,
  • openings in low scrub vegetation,
  • stony or sandy soils.

It occurs from the lowlands to approximately 900 metres above sea level. It may be locally common, although it is not uniformly distributed throughout the island.

Geographical distribution

The species has a broad, predominantly Mediterranean distribution. It is recorded from southern Europe, the Mediterranean islands, northern Africa and parts of western Asia.

According to international taxonomic databases, it is native to Cyprus. It is not endemic to the island.

Ecological role

The flowers attract insects, particularly bees and other species that collect pollen or nectar. The plant therefore contributes to the functioning of Mediterranean ecosystems and provides food for pollinators during spring.

Like many legumes, it belongs to a family of plants whose members may form symbiotic associations with nitrogen-fixing bacteria on their roots. Such relationships contribute to the nitrogen cycle and to the ecological functioning of the soils in which these plants grow.

Identification

The principal features used to identify Ononis pubescens include:

  • its annual and usually much-branched growth,
  • its dense, long and often sticky hairs,
  • lower trifoliate and upper simple leaves,
  • dense terminal inflorescences,
  • relatively large yellow flowers,
  • calyx lobes much longer than the calyx tube,
  • small hairy fruits remaining within or close to the calyx.

For reliable separation from other yellow-flowered species of Ononis, the hairs, leaves, calyx, inflorescence peduncle and mature fruit should be examined together.

Etymology

The generic name Ononis originates from an ancient Greek plant name used for members of this genus.

The Latin epithet pubescens means “downy” or “covered with fine hairs” and refers to the plant’s dense indumentum. The Greek name «Ονονίς η χνουδωτή» is based on the same characteristic.

Classification

  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Tracheophyta
  • Class: Magnoliopsida
  • Order: Fabales
  • Family: Fabaceae
  • Genus: Ononis
  • Species: Ononis pubescens L.
  • Common name: Downy restharrow

Sources

Text by George Konstantinou.

Syrian thistle - Notobasis syriaca (L.) Cass. - Νερόκαυλος - Cyprus

Photos Athienou 29/3/2015 by George Konstantinou 

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Νερόκαυλος – Notobasis syriaca (L.) Cass.

Ο νερόκαυλος είναι ένα εντυπωσιακό, ισχυρά αγκαθωτό, ετήσιο φυτό της οικογένειας Asteraceae. Αποτελεί γηγενές στοιχείο της κυπριακής χλωρίδας και είναι καλά προσαρμοσμένο στις ανοικτές, ξηρές και συχνά διαταραγμένες τοποθεσίες του νησιού.

Η επιστημονική του ονομασία είναι Notobasis syriaca (L.) Cass., ενώ στα αγγλικά είναι γνωστό κυρίως ως Syrian thistle. Παρά την κοινή του ονομασία, η φυσική εξάπλωσή του δεν περιορίζεται στη Συρία αλλά καλύπτει μεγάλο μέρος της Μεσογείου και εκτείνεται ανατολικότερα μέχρι το Ιράν και το βόρειο Ομάν.

Μορφολογία του φυτού

Είναι εύρωστη ετήσια πόα, συνήθως ύψους 30–100 εκατοστών, αν και κάτω από ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να αναπτυχθεί περισσότερο. Βλαστάνει μετά τις πρώτες φθινοπωρινές και χειμερινές βροχές, σχηματίζει αρχικά ρόδακα φύλλων και αργότερα αναπτύσσει τον όρθιο ανθοφόρο βλαστό.

Ο βλαστός είναι αυλακωτός, ελαφρώς έως αραιά τριχωτός και διακλαδίζεται κυρίως στο ανώτερο τμήμα. Σε καλά ανεπτυγμένα φυτά μπορεί να είναι αρκετά ισχυρός και να φέρει πολλά ανθοφόρα κεφάλια.

Φύλλα και αγκάθια

Τα φύλλα είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του είδους. Έχουν πράσινο ή γκριζοπράσινο χρώμα και διακρίνονται από το εμφανές δίκτυο λευκών νευρώσεων στην επάνω επιφάνειά τους.

Τα κατώτερα φύλλα είναι μεγαλύτερα, επιμήκη έως λογχοειδή και βαθιά λοβωτά. Τα ανώτερα είναι μικρότερα, άμισχα και αγκαλιάζουν εν μέρει τον βλαστό. Οι λοβοί και τα μικρότερα τμήματα του ελάσματος καταλήγουν σε ισχυρές, αιχμηρές άκανθες.

Κοντά στα άνθη, τα ανώτερα φύλλα μετατρέπονται σε ιδιαίτερα άκαμπτες και βαθιά διαιρεμένες φυλλώδεις κατασκευές. Οι μακριές άκανθές τους σχηματίζουν ένα προστατευτικό περίβλημα γύρω από τα κεφάλια και προσδίδουν στο φυτό τη χαρακτηριστική αστεροειδή όψη του.

Η κάτω επιφάνεια των φύλλων μπορεί να φέρει λεπτή, αραχνοειδή ή μαλλώδη επένδυση, ενώ η επάνω είναι συνήθως σχεδόν γυμνή.

Ταξιανθία και άνθη

Αυτό που φαίνεται ως ένα άνθος είναι στην πραγματικότητα ένα σύνθετο ανθικό κεφάλιο ή καλάθιο, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικογένειας Asteraceae. Κάθε κεφάλιο αποτελείται από πολυάριθμα μικρά σωληνοειδή ανθίδια, συγκεντρωμένα πάνω σε κοινή ανθοδόχη.

Τα κεφάλια είναι σχεδόν άμισχα και εμφανίζονται μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες, κυρίως στις μασχάλες των ανώτερων φύλλων και στις άκρες των διακλαδώσεων. Έχουν συνήθως ωοειδές έως σχεδόν σφαιρικό περίγραμμα.

Τα ανθίδια έχουν ρόδινο, ροδοπόρφυρο ή ιώδες χρώμα. Σπάνια μπορούν να παρουσιαστούν πολύ ωχρές χρωματικές παραλλαγές. Γύρω από κάθε κεφάλιο βρίσκεται το περίβλημα, το οποίο αποτελείται από πολλές επάλληλες σειρές στενών βρακτίων. Τα εξωτερικά και μεσαία βράκτια καταλήγουν σε αιχμηρή άκανθα, ενώ τα εσωτερικά είναι λιγότερο αγκαθωτά.

Τα άνθη προσελκύουν μέλισσες και άλλα έντομα, τα οποία μεταφέρουν τη γύρη μεταξύ των ανθικών κεφαλιών.

Ανθοφορία

Στην Κύπρο ανθίζει κυρίως από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάιο, ενώ σε ορισμένες περιοχές ή χρονιές η ανθοφορία μπορεί να συνεχιστεί μέχρι τον Ιούνιο.

Ο χρόνος εμφάνισης των πρώτων ανθών επηρεάζεται από τις χειμερινές βροχοπτώσεις, τη θερμοκρασία, το υψόμετρο και την έκθεση της τοποθεσίας. Μετά την ωρίμανση των καρπών, το φυτό ξηραίνεται και ολοκληρώνει τον ετήσιο κύκλο του.

Καρποί και διασπορά

Οι καρποί είναι αχαίνια μήκους περίπου 5–6 χιλιοστών. Είναι καστανοί έως γκριζοκάστανοι, λείοι, γυμνοί και πλατιοί αντιστρόφως ωοειδείς, με ελαφρά συμπιεσμένο σώμα.

Στην κορυφή κάθε αχαινίου αναπτύσσεται πάππος από πολλές σειρές λευκών, πτεροειδών τριχών. Ο πάππος έχει μήκος περίπου 12–18 χιλιοστά και λειτουργεί ως μηχανισμός διασποράς. Όταν ο καρπός ωριμάσει και αποσπαστεί, οι λεπτές τρίχες αυξάνουν την επιφάνειά του και διευκολύνουν τη μετακίνησή του με τον άνεμο.

Οι σπόροι που φθάνουν σε κατάλληλο έδαφος παραμένουν σε λήθαργο κατά την ξηρή περίοδο και μπορούν να βλαστήσουν όταν επανέλθει η αναγκαία υγρασία.

Βιότοπος στην Κύπρο

Ο νερόκαυλος συναντάται κυρίως σε ανοικτές και ηλιόλουστες τοποθεσίες, συχνά πάνω σε εδάφη που έχουν επηρεαστεί από ανθρώπινες δραστηριότητες. Φύεται σε:

  • άκρες δρόμων και μονοπατιών,
  • χέρσες και εγκαταλειμμένες εκτάσεις,
  • αγρούς και περιθώρια καλλιεργειών,
  • πρανή και αναχώματα,
  • βοσκοτόπους,
  • πετρώδεις πλαγιές,
  • ξηρές θέσεις με χαμηλή βλάστηση,
  • περιοχές γύρω από οικισμούς και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.

Η ανάπτυξή του ευνοείται σε ανοικτά σημεία όπου δεν υπάρχει πυκνός ανταγωνισμός από πολυετή φυτά. Η παρουσία του σε καλλιεργημένα ή πρόσφατα διαταραγμένα εδάφη συνδέεται με την ικανότητά του να ολοκληρώνει γρήγορα τον βιολογικό του κύκλο μέσα στην υγρή περίοδο του μεσογειακού έτους.

Εξάπλωση

Η φυσική εξάπλωση του είδους εκτείνεται από τη Μακαρονησία και τη δυτική Μεσόγειο, μέσω της νότιας Ευρώπης και της βόρειας Αφρικής, μέχρι την ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, το Ιράν και το βόρειο Ομάν.

Στην Κύπρο αποτελεί αυτόχθονο είδος και μπορεί να εμφανίζεται τοπικά σε μεγάλους αριθμούς, ιδιαίτερα σε αγροτικές και πεδινές περιοχές. Δεν είναι ενδημικό φυτό της Κύπρου. Έχει επίσης εισαχθεί και εγκλιματιστεί σε περιοχές έξω από τη φυσική του εξάπλωση, μεταξύ άλλων στην Αυστραλία.

Προσαρμογές στο μεσογειακό περιβάλλον

Ο ετήσιος κύκλος ζωής επιτρέπει στον νερόκαυλο να αποφεύγει τη δυσμενέστερη περίοδο του κυπριακού καλοκαιριού. Το φυτό αναπτύσσεται κατά τους δροσερότερους και υγρότερους μήνες, ανθίζει την άνοιξη και επιβιώνει κατά τη θερινή ξηρασία με τη μορφή σπόρων.

Οι ισχυρές άκανθες λειτουργούν ως μηχανική προστασία απέναντι στη βόσκηση. Παράλληλα, το βαθιά διαιρεμένο φύλλωμα μειώνει τη συνεχή επιφάνεια του φύλλου που εκτίθεται στον ήλιο και στον ξηρό αέρα.

Η παραγωγή πολυάριθμων καρπών και η μεταφορά τους με τον άνεμο επιτρέπουν στο είδος να εποικίζει γρήγορα ανοικτές ή πρόσφατα διαταραγμένες εκτάσεις.

Οικολογική σημασία

Κατά την ανοιξιάτικη ανθοφορία του, ο νερόκαυλος αποτελεί πηγή γύρης και νέκταρος για διάφορα έντομα. Τα πυκνά αγκάθια του προσφέρουν επίσης μικρές προστατευμένες θέσεις μέσα στη χαμηλή βλάστηση, τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιούν ασπόνδυλα.

Μετά την ξήρανσή του, η φυτική ύλη αποσυντίθεται και επιστρέφει οργανικά συστατικά στο έδαφος. Ως είδος διαταραγμένων θέσεων συμμετέχει στα πρώτα στάδια επανεγκατάστασης της βλάστησης σε γυμνά ή υποβαθμισμένα εδάφη.

Παραδοσιακή χρήση

Σε ορισμένες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου έχουν καταγραφεί παραδοσιακές χρήσεις των νεαρών και ακόμη τρυφερών βλαστών ως εποχικής τροφής, αφού προηγηθεί προσεκτικό καθάρισμα και αφαίρεση των αγκαθιών.

Η πληροφορία αυτή αποτελεί εθνοβοτανική καταγραφή και δεν πρέπει να θεωρείται οδηγία συλλογής ή κατανάλωσης. Η αναγνώριση άγριων φυτών πρέπει να είναι απολύτως ασφαλής, ενώ πρέπει πάντοτε να αποφεύγονται φυτά από ψεκασμένες καλλιέργειες, μολυσμένα εδάφη και άκρες πολυσύχναστων δρόμων.

Αναγνώριση και διάκριση

Ο νερόκαυλος μπορεί να αναγνωριστεί από τον συνδυασμό των ακόλουθων γνωρισμάτων:

  • το ετήσιο και εύρωστο σώμα,
  • τα έντονα λευκά νεύρα στην επάνω επιφάνεια των φύλλων,
  • τα βαθιά διαιρεμένα και ισχυρά αγκαθωτά φύλλα,
  • τα σχεδόν άμισχα ανθικά κεφάλια,
  • τα ρόδινα έως πορφυρά σωληνοειδή ανθίδια,
  • τα ιδιαίτερα αγκαθωτά ανώτερα φύλλα που περιβάλλουν τα κεφάλια,
  • τα λεία αχαίνια με τον μακρύ, λευκό και πτεροειδή πάππο.

Η μορφή των φύλλων γύρω από την ταξιανθία και οι έντονες λευκές νευρώσεις βοηθούν στη διάκρισή του από άλλα αγκαθωτά μέλη της οικογένειας Asteraceae που απαντούν στην Κύπρο.

Ονοματολογία και ετυμολογία

Το είδος περιγράφηκε αρχικά από τον Κάρολο Λινναίο με την ονομασία Carduus syriacus. Αργότερα μεταφέρθηκε από τον Γάλλο βοτανικό Alexandre Henri Gabriel de Cassini στο γένος Notobasis. Για τον λόγο αυτό το αρχικό «L.» βρίσκεται μέσα σε παρένθεση και ακολουθεί η συντομογραφία «Cass.».

Το επίθετο syriaca σημαίνει «συριακή» και αναφέρεται στη γεωγραφική σύνδεση που αποδόθηκε στο φυτό κατά την ονομασία του. Η λέξη αυτή δεν σημαίνει ότι το είδος περιορίζεται στη Συρία.

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Plantae
  • Συνομοταξία: Tracheophyta
  • Ομοταξία: Magnoliopsida
  • Τάξη: Asterales
  • Οικογένεια: Asteraceae
  • Υποοικογένεια: Carduoideae
  • Φυλή: Cardueae
  • Γένος: Notobasis
  • Είδος: Notobasis syriaca (L.) Cass.
  • Ελληνική κοινή ονομασία: Νερόκαυλος
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Syrian thistle

Στοιχεία φωτογραφιών

Φωτογραφίες: George Konstantinou
Τοποθεσία: Αθηένου, επαρχία Λάρνακας, Κύπρος
Ημερομηνία φωτογράφισης: 29 Μαρτίου 2015
Συντεταγμένες περιοχής: 35.0618° N, 33.5416° E
Google Maps: Αθηένου, Κύπρος

Πηγές


Syrian thistle – Notobasis syriaca (L.) Cass. – Cyprus

Text by George Konstantinou.

Syrian thistle – Notobasis syriaca (L.) Cass.

The Syrian thistle is a striking, strongly spiny annual plant belonging to the family Asteraceae. It is a native component of the flora of Cyprus and is well adapted to the island’s open, dry and frequently disturbed habitats.

Its scientific name is Notobasis syriaca (L.) Cass. Despite its English name, its natural distribution is not restricted to Syria. It extends across much of the Mediterranean region and eastwards to Iran and northern Oman.

Plant morphology

It is a robust annual herb, generally growing 30–100 centimetres tall, although under especially favourable conditions it may become larger. It germinates following the first autumn and winter rains, initially produces a rosette of leaves and later develops an erect flowering stem.

The stem is furrowed, sparsely to lightly hairy and branched mainly in its upper part. Well-developed plants may produce a strong main stem bearing numerous flower heads.

Leaves and spines

The leaves provide some of the species’ most distinctive identification features. They are green or greyish-green, with a conspicuous network of white veins on their upper surface.

The lower leaves are larger, oblong to lanceolate and deeply lobed. The upper leaves are smaller, sessile and partly clasp the stem. Their lobes and smaller divisions terminate in strong, sharp spines.

Near the flowers, the upper leaves become rigid and deeply divided structures. Their long spines form a protective enclosure around the flower heads and give the upper part of the plant its characteristic star-like appearance.

The lower surface of the leaves may have a thin cobwebby or woolly covering, while the upper surface is usually almost hairless.

Flower heads and florets

What appears to be a single flower is actually a composite flower head, or capitulum, characteristic of the family Asteraceae. Each head consists of numerous small tubular florets arranged on a common receptacle.

The flower heads are almost sessile and occur singly or in small groups, principally in the axils of the upper leaves and at the ends of the branches. Their outline is generally ovoid to nearly spherical.

The florets are pink, pinkish-purple or violet. Very pale colour forms may occasionally occur. Each flower head is surrounded by an involucre composed of several overlapping rows of narrow bracts. The outer and middle bracts terminate in sharp spines, while the innermost bracts are less strongly armed.

The florets attract bees and other insects that transfer pollen between the flower heads.

Flowering period

In Cyprus it flowers mainly from March to May, although flowering may continue into June in certain locations or seasons.

The appearance of the first flowers is influenced by winter rainfall, temperature, altitude and the exposure of the site. After the fruits mature, the plant dries and completes its annual life cycle.

Fruits and dispersal

The fruits are achenes approximately 5–6 millimetres long. They are brown to greyish-brown, smooth, hairless and broadly obovoid, with a slightly compressed body.

A pappus composed of several rows of white, plumose bristles develops at the apex of each achene. It is approximately 12–18 millimetres long and functions as a dispersal mechanism. Once the mature fruit is released, the fine bristles increase its surface area and assist its movement by the wind.

Seeds reaching suitable ground remain dormant during the dry period and can germinate when the necessary moisture returns.

Habitat in Cyprus

The Syrian thistle occurs principally in open, sunny places, frequently on ground affected by human activity. Its habitats include:

  • roadsides and path margins,
  • waste and abandoned land,
  • fields and cultivated margins,
  • banks and embankments,
  • grazing land,
  • stony slopes,
  • dry places with low vegetation,
  • areas around settlements and livestock enclosures.

Its growth is favoured in open sites where competition from perennial vegetation is limited. Its occurrence in cultivated or recently disturbed soil is associated with its ability to complete its life cycle rapidly during the wetter part of the Mediterranean year.

Distribution

The species’ natural range extends from Macaronesia and the western Mediterranean, through southern Europe and northern Africa, to the eastern Mediterranean, the Middle East, Iran and northern Oman.

In Cyprus it is native and may occur locally in large numbers, particularly in rural and lowland areas. It is not endemic to Cyprus. It has also been introduced and become naturalised outside its native range, including parts of Australia.

Adaptations to the Mediterranean environment

Its annual life cycle allows the Syrian thistle to avoid the most severe conditions of the Cypriot summer. The plant develops during the cooler and wetter months, flowers in spring and survives the summer drought as dormant seeds.

The strong spines provide mechanical protection against grazing. Its deeply divided foliage also reduces the continuous leaf surface exposed to direct sunlight and dry air.

The production of numerous fruits and their dispersal by wind allow the species to colonise open or recently disturbed ground efficiently.

Ecological importance

During its spring flowering period, the Syrian thistle provides pollen and nectar for various insects. Its dense spines also create small, sheltered spaces within the low vegetation that may be used by invertebrates.

After the plant dries, its remains decompose and return organic material to the soil. As a plant of disturbed habitats, it participates in the early stages of vegetation recovery on bare or degraded ground.

Traditional use

Traditional use of the young, still-tender shoots as seasonal food has been recorded in parts of the eastern Mediterranean, after careful peeling and removal of the spiny portions.

This is an ethnobotanical record and should not be interpreted as guidance for collecting or consuming the plant. Identification of wild plants must be completely reliable, and specimens growing in sprayed fields, polluted soil or beside busy roads should always be avoided.

Identification and distinction

The Syrian thistle can be recognised by the following combination of characteristics:

  • its robust annual growth,
  • conspicuous white veins on the upper leaf surface,
  • deeply divided and strongly spiny leaves,
  • almost sessile flower heads,
  • pink to purple tubular florets,
  • heavily armed upper leaves surrounding the heads,
  • smooth achenes with a long, white, plumose pappus.

The form of the leaves surrounding the inflorescence and their prominent white veins help distinguish it from other spiny members of the Asteraceae found in Cyprus.

Nomenclature and etymology

The species was originally described by Carl Linnaeus under the name Carduus syriacus. It was subsequently transferred to the genus Notobasis by the French botanist Alexandre Henri Gabriel de Cassini. This is why the original author’s abbreviation, “L.”, is enclosed in parentheses and followed by “Cass.”

The specific epithet syriaca means “Syrian” and refers to the geographical association given to the plant when it was named. It does not indicate that the species is restricted to Syria.

Classification

  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Tracheophyta
  • Class: Magnoliopsida
  • Order: Asterales
  • Family: Asteraceae
  • Subfamily: Carduoideae
  • Tribe: Cardueae
  • Genus: Notobasis
  • Species: Notobasis syriaca (L.) Cass.
  • Common name: Syrian thistle

Photo details

Photos by George Konstantinou
Location: Athienou, Larnaca District, Cyprus
Date photographed: 29 March 2015
Area coordinates: 35.0618° N, 33.5416° E
Google Maps: Athienou, Cyprus

The coordinates indicate the wider Athienou area and not necessarily the precise location where the plant was photographed.

Sources

Cleavers – Galium aparine L. - Κολλητσίδα - Κολλητσία - Cyprus


Photos Mitsero 18/1/2015 by George Konstantinou 

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Κολλητσίδα – Κολλητσία – Galium aparine L.

Η Galium aparine είναι ένα αναρριχώμενο ή κατακείμενο ετήσιο φυτό της οικογένειας Rubiaceae. Στην Κύπρο είναι γνωστό ως κολλητσίδα ή κολλητσία, ονομασίες που περιγράφουν με ακρίβεια την ικανότητά του να προσκολλάται στα ρούχα, στο τρίχωμα των ζώων και στα γειτονικά φυτά.

Η προσκόλληση δεν οφείλεται σε κάποια κολλώδη ουσία. Οι βλαστοί, τα φύλλα και οι καρποί καλύπτονται από πολυάριθμες μικροσκοπικές, αγκιστροειδείς τρίχες, οι οποίες λειτουργούν σαν φυσικό «βέλκρο». Με τη βοήθειά τους, οι λεπτοί βλαστοί στηρίζονται πάνω στη γύρω βλάστηση και αποκτούν καλύτερη πρόσβαση στο φως.

Αποτελεί αυτόχθονο και όχι ενδημικό είδος της κυπριακής χλωρίδας.

Μορφολογία

Είναι ετήσιο ποώδες φυτό με λεπτούς, εύκαμπτους και έντονα διακλαδισμένους βλαστούς. Οι βλαστοί μπορεί να αναπτύσσονται κατά μήκος του εδάφους ή να ανεβαίνουν πάνω σε άλλα φυτά, φράκτες και χαμηλούς θάμνους.

Δεν διαθέτει πραγματικά αναρριχητικά όργανα, όπως έλικες. Στηρίζεται αποκλειστικά στις προς τα πίσω στραμμένες τρίχες και στα μικρά αγκίστρια της επιφάνειάς του. Όταν βρει κατάλληλη στήριξη, μπορεί να σχηματίσει πυκνά και μπερδεμένα πλέγματα βλαστών.

Οι βλαστοί είναι τετραγωνικοί σε εγκάρσια τομή, με εμφανείς γωνίες. Κατά μήκος των γωνιών αναπτύσσονται μικρές, τραχιές και οπισθόκλινες τρίχες, οι οποίες κάνουν τον βλαστό να αντιστέκεται όταν σύρεται αντίθετα προς τη φορά ανάπτυξής του.

Φύλλα

Τα φύλλα φαίνονται να σχηματίζουν σπονδύλους από έξι έως οκτώ στοιχεία γύρω από κάθε κόμβο του βλαστού. Βοτανικά, όμως, μόνο τα δύο είναι πραγματικά φύλλα. Τα υπόλοιπα αποτελούν φυλλόμορφα παράφυλλα, τα οποία έχουν αποκτήσει σχεδόν την ίδια εμφάνιση με τα φύλλα.

Είναι άμισχα, στενά αντιλογχοειδή έως γραμμοειδή ή επιμήκη, με πλατύτερο το ανώτερο τμήμα και μικρή αιχμηρή κορυφή. Διαθέτουν έναν εμφανή κεντρικό νεύρο.

Στα περιθώρια και στην κάτω επιφάνεια του κεντρικού νεύρου υπάρχουν μικρές αγκιστροειδείς τρίχες. Η επάνω επιφάνεια φέρει συνήθως μικρές τρίχες στραμμένες προς την κορυφή του φύλλου. Ο προσανατολισμός αυτών των τριχών βοηθά το φυτό να συγκρατείται καθώς αναπτύσσεται ανάμεσα στη γειτονική βλάστηση.

Άνθη

Τα άνθη είναι πολύ μικρά και συχνά περνούν απαρατήρητα. Εμφανίζονται σε ολιγανθείς, μασχαλιαίες ταξιανθίες πάνω σε λεπτούς ποδίσκους.

Η στεφάνη είναι λευκή έως πρασινόλευκη και χωρίζεται σε τέσσερις οξείς λοβούς, οι οποίοι της προσδίδουν μικρή αστεροειδή εμφάνιση. Κάθε άνθος διαθέτει τέσσερις στήμονες και μια υποφυή ωοθήκη, χαρακτηριστικό της οικογένειας Rubiaceae.

Παρά το μικρό τους μέγεθος, τα άνθη μπορούν να προσελκύουν μικρά έντομα. Είναι επίσης δυνατό να πραγματοποιείται αυτογονιμοποίηση όταν η μεταφορά γύρης μεταξύ διαφορετικών φυτών είναι περιορισμένη.

Ανθοφορία

Στην Κύπρο η ανθοφορία καταγράφεται κυρίως από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούλιο. Στις χαμηλότερες και θερμότερες περιοχές μπορεί να αρχίζει νωρίτερα, ενώ στα ορεινά συνεχίζεται αργότερα.

Η διάρκεια του κύκλου ζωής εξαρτάται έντονα από τη διαθέσιμη υγρασία. Σε ξηρές τοποθεσίες το φυτό ολοκληρώνει γρήγορα την ανθοφορία και την καρποφορία του, ενώ σε δροσερά ή σκιερά σημεία μπορεί να παραμείνει πράσινο για μεγαλύτερο διάστημα.

Καρπός

Μετά τη γονιμοποίηση σχηματίζεται ένας σχεδόν σφαιρικός, δίλοβος καρπός. Κατά την ωρίμανση χωρίζεται σε δύο μονόσπερμα τμήματα, τα οποία ονομάζονται μερικάρπια.

Η εξωτερική επιφάνεια των καρπών είναι πυκνά καλυμμένη με αγκιστροειδείς τρίχες. Οι ώριμοι καρποί προσκολλώνται εύκολα στο τρίχωμα των θηλαστικών, στα φτερά μεγαλύτερων πουλιών, στα ρούχα και σε άλλα υλικά που έρχονται σε επαφή με το φυτό.

Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρονται μακριά από το μητρικό φυτό και αποκολλώνται αργότερα σε νέα σημεία. Ο μηχανισμός αυτός ονομάζεται επιζωοχωρία και αποτελεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο διασποράς.

Βιότοπος στην Κύπρο

Η κολλητσίδα προτιμά εδάφη με σχετικά αυξημένη υγρασία και θρεπτικά συστατικά. Αναπτύσσεται συχνά σε ημισκιερές θέσεις, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτές.

Στην Κύπρο μπορεί να βρεθεί σε:

  • περιθώρια αγρών και καλλιεργειών,
  • κήπους και οπωρώνες,
  • άκρες δρόμων και μονοπατιών,
  • φράκτες και βάσεις τοίχων,
  • εγκαταλειμμένους χώρους,
  • υγρές ή σκιερές πλαγιές,
  • όχθες ρυακιών και άλλες εποχικά υγρές θέσεις,
  • παρυφές θαμνώνων και δασών,
  • χώρους με συσσώρευση οργανικής ύλης.

Μπορεί να αναπτύσσεται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι περίπου τα 1.950 μέτρα υψόμετρο. Η μεγάλη αυτή υψομετρική εξάπλωση δείχνει την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε διαφορετικές κλιματικές και οικολογικές συνθήκες.

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Galium aparine έχει πολύ ευρεία φυσική εξάπλωση στην Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική και στην Ασία. Η γηγενής περιοχή της εκτείνεται από τη Μακαρονησία και τη δυτική Ευρώπη μέχρι την ανατολική Ασία.

Σήμερα απαντά επίσης ως εισαγμένο ή εγκλιματισμένο φυτό σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Η εύκολη μεταφορά των αγκιστροφόρων καρπών και η ικανότητά του να αναπτύσσεται σε γεωργικά και διαταραγμένα εδάφη έχουν διευκολύνει σημαντικά την εξάπλωσή του.

Στην Κύπρο θεωρείται αυτόχθονο και δεν αποτελεί ενδημικό είδος.

Οικολογική στρατηγική

Οι βλαστοί της κολλητσίδας δεν επενδύουν ενέργεια στην παραγωγή ισχυρών, αυτοστηριζόμενων ιστών. Αντίθετα, χρησιμοποιούν τα γειτονικά φυτά ως φυσικό στήριγμα. Αυτή η στρατηγική επιτρέπει στο φυτό να αναπτύσσεται γρήγορα και να φθάνει σε φωτεινότερα σημεία με μικρότερο ενεργειακό κόστος.

Σε θέσεις με επαρκή υγρασία και πλούσιο έδαφος μπορεί να σχηματίσει πυκνές μάζες, καλύπτοντας χαμηλότερα φυτά. Ωστόσο, αποτελεί φυσικό μέρος πολλών φυτοκοινωνιών και παρέχει καταφύγιο σε μικρά ασπόνδυλα.

Το φύλλωμά του χρησιμοποιείται ως τροφή από διάφορα φυτοφάγα έντομα, ενώ οι πυκνοί βλαστοί δημιουργούν ένα πολύπλοκο μικροπεριβάλλον μέσα στη χαμηλή βλάστηση.

Σχέση με τον άνθρωπο και τα ζώα

Οι αγκιστροειδείς τρίχες των βλαστών και των φύλλων μπορούν να προκαλέσουν ελαφρύ μηχανικό ερεθισμό σε ευαίσθητο δέρμα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για αλλεργική αντίδραση· συχνά ο ερεθισμός οφείλεται στις πολυάριθμες μικροσκοπικές εκδορές που δημιουργούν τα αγκίστρια.

Οι καρποί προσκολλώνται εύκολα στο τρίχωμα κατοικίδιων και κτηνοτροφικών ζώων. Αυτή η επαφή είναι συνήθως μέρος του φυσικού μηχανισμού διασποράς του φυτού.

Παραδοσιακές χρήσεις

Η Galium aparine είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Έχει αναφερθεί ότι οι τραχείς και μπλεγμένοι βλαστοί φυτών του γένους Galium χρησιμοποιούνταν ως πρόχειρο φίλτρο για το στράγγισμα υγρών, περιλαμβανομένου του γάλακτος.

Οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά ως τροφή μετά από μαγείρεμα, ενώ οι αποξηραμένοι και καβουρδισμένοι καρποί έχουν αναφερθεί ως υποκατάστατο του καφέ. Το φυτό έχει επίσης θέση σε διάφορες παραδόσεις λαϊκής θεραπευτικής.

Οι αναφορές αυτές είναι ιστορικές και εθνοβοτανικές πληροφορίες. Δεν αποτελούν ιατρική ή διατροφική οδηγία. Η κατανάλωση ή θεραπευτική χρήση άγριων φυτών απαιτεί ασφαλή αναγνώριση και κατάλληλη επαγγελματική συμβουλή.

Αναγνώριση

Τα βασικά γνωρίσματα για την αναγνώριση της Galium aparine είναι:

  • οι μακριοί, λεπτοί και τετραγωνικοί βλαστοί,
  • οι προς τα πίσω στραμμένες αγκιστροειδείς τρίχες,
  • τα έξι έως οκτώ φυλλόμορφα στοιχεία σε κάθε φαινομενικό σπόνδυλο,
  • τα στενά φύλλα με μικρή αιχμηρή κορυφή,
  • τα πολύ μικρά λευκά ή πρασινόλευκα τετραμερή άνθη,
  • οι δίλοβοι καρποί με πυκνές αγκιστροειδείς τρίχες,
  • η έντονη ικανότητα προσκόλλησης στα ρούχα και στο τρίχωμα των ζώων.

Για ασφαλή διάκριση από άλλα είδη του γένους Galium πρέπει να εξετάζονται ο αριθμός και η μορφή των φύλλων, η κατεύθυνση των τριχών, το μέγεθος των ανθικών ποδίσκων και κυρίως η επιφάνεια του ώριμου καρπού.

Ονοματολογία και ετυμολογία

Το επιστημονικό όνομα Galium aparine δημοσιεύθηκε από τον Κάρολο Λινναίο το 1753 και παραμένει αποδεκτό.

Η ονομασία Galium συνδέεται με την ελληνική λέξη «γάλα». Η σύνδεση αυτή σχετίζεται με τη χρήση ορισμένων ειδών του γένους για την πήξη του γάλακτος κατά την παρασκευή τυριού.

Το επίθετο aparine προέρχεται από αρχαία ελληνική φυτική ονομασία και συνδέεται με την ιδιότητα του φυτού να αρπάζει, να συγκρατεί και να προσκολλάται.

Οι ελληνικές ονομασίες «κολλητσίδα» και «κολλητσία», όπως και η αγγλική ονομασία “cleavers”, παραπέμπουν στο ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα.

Έλεγχος τίτλου

Η επιστημονική ονομασία Galium aparine L. είναι αποδεκτή. Επειδή υπάρχει καθιερωμένη αγγλική κοινή ονομασία, ο πληρέστερος τίτλος της ανάρτησης είναι:

Cleavers – Galium aparine L. – Κολλητσίδα – Κολλητσία – Cyprus

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Plantae
  • Συνομοταξία: Tracheophyta
  • Ομοταξία: Magnoliopsida
  • Τάξη: Gentianales
  • Οικογένεια: Rubiaceae
  • Γένος: Galium
  • Είδος: Galium aparine L.
  • Ελληνικές κοινές ονομασίες: Κολλητσίδα, Κολλητσία
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Cleavers

Στοιχεία φωτογραφιών

Φωτογραφίες: George Konstantinou
Τοποθεσία: Μιτσερό, επαρχία Λευκωσίας, Κύπρος
Ημερομηνία φωτογράφισης: 18 Ιανουαρίου 2015
Συντεταγμένες περιοχής: 35.0422° N, 33.1269° E
Google Maps: Μιτσερό, Κύπρος

Οι συντεταγμένες αντιστοιχούν στην ευρύτερη περιοχή του Μιτσερού και όχι κατ’ ανάγκη στο ακριβές σημείο φωτογράφισης.

Πηγές


Cleavers – Galium aparine L. – Cyprus

Text by George Konstantinou.

Cleavers – Galium aparine L.

Galium aparine is a scrambling or prostrate annual plant belonging to the family Rubiaceae. In Cyprus it is known as «κολλητσίδα» or «κολλητσία», names that accurately describe its ability to cling to clothing, animal fur and neighbouring plants.

This attachment is not caused by a sticky substance. Its stems, leaves and fruits are covered with numerous microscopic, hook-shaped hairs that function like natural Velcro. These hooks allow the slender stems to gain support from the surrounding vegetation and reach areas with better access to light.

It is native, but not endemic, to Cyprus.

Morphology

It is an annual herb with slender, flexible and strongly branched stems. The stems may spread along the ground or scramble over other plants, fences and low shrubs.

It does not possess true climbing structures such as tendrils. It relies entirely on backward-pointing hairs and tiny hooks on its surface. When suitable support is available, it can produce dense and entangled masses of stems.

The stems are square in cross-section, with conspicuous angles. Small, rough, recurved hairs grow along these angles, causing resistance when the stem is drawn in the opposite direction to its growth.

Leaves

The leaves appear to form whorls of six to eight elements around each stem node. Botanically, however, only two of these are true leaves. The remaining structures are leaf-like stipules that have acquired almost the same appearance as the leaves.

They are sessile, narrowly oblanceolate to linear or oblong, broader towards the upper part and ending in a small pointed tip. Each has a conspicuous central vein.

Small hooked hairs occur along the margins and on the underside of the central vein. The upper surface usually bears short hairs directed towards the leaf tip. The orientation of these hairs assists the plant in maintaining its grip as it grows through surrounding vegetation.

Flowers

The flowers are extremely small and frequently overlooked. They are produced in few-flowered axillary inflorescences on slender stalks.

The corolla is white to greenish-white and divided into four pointed lobes, giving the flower a small, star-like appearance. Each flower possesses four stamens and an inferior ovary, a characteristic feature of the family Rubiaceae.

Despite their small size, the flowers may attract small insects. Self-pollination can also occur when pollen transfer between separate plants is limited.

Flowering period

In Cyprus, flowering is recorded mainly from March to July. It may begin earlier in warm lowland areas, while continuing later at higher elevations.

The duration of the life cycle is strongly influenced by available moisture. In dry locations, the plant completes flowering and fruiting rapidly. In cool or shaded places, it may remain green for a longer period.

Fruit

Following fertilisation, an almost spherical, two-lobed fruit develops. At maturity it separates into two single-seeded units known as mericarps.

The fruit surface is densely covered with hook-shaped hairs. Mature fruits readily attach themselves to mammal fur, the feathers of larger birds, clothing and other materials that brush against the plant.

They are consequently carried away from the parent plant and later become detached at new locations. This mechanism is known as epizoochory and is a particularly effective method of seed dispersal.

Habitat in Cyprus

Cleavers favours soils with relatively high moisture and nutrient levels. It frequently grows in partially shaded places, although it is not restricted to them.

In Cyprus it may be found in:

  • field and cultivated-land margins,
  • gardens and orchards,
  • roadsides and path margins,
  • hedges and the bases of walls,
  • abandoned ground,
  • moist or shaded slopes,
  • stream banks and other seasonally damp places,
  • woodland and scrub margins,
  • places where organic material accumulates.

It occurs from sea level to approximately 1,950 metres. This broad altitudinal range demonstrates its ability to adapt to different climatic and ecological conditions.

Geographical distribution

Galium aparine has a very broad native distribution across Europe, northern Africa and Asia. Its indigenous range extends from Macaronesia and western Europe to eastern Asia.

It now also occurs as an introduced or naturalised plant in many other parts of the world. The easy transport of its hooked fruits and its ability to grow in agricultural and disturbed soils have greatly assisted its spread.

It is considered native to Cyprus and is not endemic to the island.

Ecological strategy

Cleavers does not invest energy in producing strong, self-supporting stems. Instead, it uses neighbouring plants as natural supports. This strategy allows it to grow rapidly and reach better-lit positions with a lower structural cost.

In sites with sufficient moisture and rich soil, it may form dense masses that cover shorter plants. Nevertheless, it is a natural component of many plant communities and provides shelter for small invertebrates.

Its foliage is eaten by various herbivorous insects, while the tangled stems create a complex microhabitat within low vegetation.

Relationship with people and animals

The hooked hairs on the stems and leaves can cause mild mechanical irritation to sensitive skin. This is not necessarily an allergic reaction; the discomfort frequently results from numerous microscopic scratches produced by the hooks.

The fruits readily adhere to the coats of domestic and grazing animals. This contact is normally part of the plant’s natural dispersal mechanism.

Traditional uses

Galium aparine has been known since antiquity. The rough, entangled stems of plants belonging to the genus Galium were reportedly used as a simple strainer for filtering liquids, including milk.

Young stems and leaves have traditionally been used as food after cooking, while dried and roasted fruits have been reported as a coffee substitute. The plant also has a place in several traditions of folk medicine.

These are historical and ethnobotanical records, not medical or dietary instructions. The consumption or therapeutic use of wild plants requires reliable identification and appropriate professional advice.

Identification

The principal characteristics used to identify Galium aparine are:

  • long, slender and square stems,
  • backward-pointing hooked hairs,
  • six to eight leaf-like structures in each apparent whorl,
  • narrow leaves with a small pointed tip,
  • tiny white or greenish-white four-lobed flowers,
  • two-lobed fruits covered with dense hooked hairs,
  • its pronounced ability to cling to clothing and animal fur.

Reliable separation from other species of Galium requires examination of the number and form of the leaves, the direction of the hairs, the length of the flower stalks and especially the surface of the mature fruit.

Nomenclature and etymology

The scientific name Galium aparine was published by Carl Linnaeus in 1753 and remains accepted.

The name Galium is associated with the Greek word for milk. This connection relates to the traditional use of certain species of the genus in curdling milk during cheese production.

The epithet aparine originates from an ancient Greek plant name and is associated with the plant’s ability to seize, hold and cling.

The Greek names «κολλητσίδα» and «κολλητσία», like the English name “cleavers”, refer to this same distinctive characteristic.

Classification

  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Tracheophyta
  • Class: Magnoliopsida
  • Order: Gentianales
  • Family: Rubiaceae
  • Genus: Galium
  • Species: Galium aparine L.
  • Common name: Cleavers

Photo details

Photos by George Konstantinou
Location: Mitsero, Nicosia District, Cyprus
Date photographed: 18 January 2015
Area coordinates: 35.0422° N, 33.1269° E
Google Maps: Mitsero, Cyprus

The coordinates indicate the wider Mitsero area and not necessarily the precise location where the plant was photographed.

Sources