Below in English
Κείμενο George Konstantinou.
Κολλητσίδα – Κολλητσία – Galium aparine L.
Η Galium aparine είναι ένα αναρριχώμενο ή κατακείμενο ετήσιο φυτό της οικογένειας Rubiaceae. Στην Κύπρο είναι γνωστό ως κολλητσίδα ή κολλητσία, ονομασίες που περιγράφουν με ακρίβεια την ικανότητά του να προσκολλάται στα ρούχα, στο τρίχωμα των ζώων και στα γειτονικά φυτά.
Η προσκόλληση δεν οφείλεται σε κάποια κολλώδη ουσία. Οι βλαστοί, τα φύλλα και οι καρποί καλύπτονται από πολυάριθμες μικροσκοπικές, αγκιστροειδείς τρίχες, οι οποίες λειτουργούν σαν φυσικό «βέλκρο». Με τη βοήθειά τους, οι λεπτοί βλαστοί στηρίζονται πάνω στη γύρω βλάστηση και αποκτούν καλύτερη πρόσβαση στο φως.
Αποτελεί αυτόχθονο και όχι ενδημικό είδος της κυπριακής χλωρίδας.
Μορφολογία
Είναι ετήσιο ποώδες φυτό με λεπτούς, εύκαμπτους και έντονα διακλαδισμένους βλαστούς. Οι βλαστοί μπορεί να αναπτύσσονται κατά μήκος του εδάφους ή να ανεβαίνουν πάνω σε άλλα φυτά, φράκτες και χαμηλούς θάμνους.
Δεν διαθέτει πραγματικά αναρριχητικά όργανα, όπως έλικες. Στηρίζεται αποκλειστικά στις προς τα πίσω στραμμένες τρίχες και στα μικρά αγκίστρια της επιφάνειάς του. Όταν βρει κατάλληλη στήριξη, μπορεί να σχηματίσει πυκνά και μπερδεμένα πλέγματα βλαστών.
Οι βλαστοί είναι τετραγωνικοί σε εγκάρσια τομή, με εμφανείς γωνίες. Κατά μήκος των γωνιών αναπτύσσονται μικρές, τραχιές και οπισθόκλινες τρίχες, οι οποίες κάνουν τον βλαστό να αντιστέκεται όταν σύρεται αντίθετα προς τη φορά ανάπτυξής του.
Φύλλα
Τα φύλλα φαίνονται να σχηματίζουν σπονδύλους από έξι έως οκτώ στοιχεία γύρω από κάθε κόμβο του βλαστού. Βοτανικά, όμως, μόνο τα δύο είναι πραγματικά φύλλα. Τα υπόλοιπα αποτελούν φυλλόμορφα παράφυλλα, τα οποία έχουν αποκτήσει σχεδόν την ίδια εμφάνιση με τα φύλλα.
Είναι άμισχα, στενά αντιλογχοειδή έως γραμμοειδή ή επιμήκη, με πλατύτερο το ανώτερο τμήμα και μικρή αιχμηρή κορυφή. Διαθέτουν έναν εμφανή κεντρικό νεύρο.
Στα περιθώρια και στην κάτω επιφάνεια του κεντρικού νεύρου υπάρχουν μικρές αγκιστροειδείς τρίχες. Η επάνω επιφάνεια φέρει συνήθως μικρές τρίχες στραμμένες προς την κορυφή του φύλλου. Ο προσανατολισμός αυτών των τριχών βοηθά το φυτό να συγκρατείται καθώς αναπτύσσεται ανάμεσα στη γειτονική βλάστηση.
Άνθη
Τα άνθη είναι πολύ μικρά και συχνά περνούν απαρατήρητα. Εμφανίζονται σε ολιγανθείς, μασχαλιαίες ταξιανθίες πάνω σε λεπτούς ποδίσκους.
Η στεφάνη είναι λευκή έως πρασινόλευκη και χωρίζεται σε τέσσερις οξείς λοβούς, οι οποίοι της προσδίδουν μικρή αστεροειδή εμφάνιση. Κάθε άνθος διαθέτει τέσσερις στήμονες και μια υποφυή ωοθήκη, χαρακτηριστικό της οικογένειας Rubiaceae.
Παρά το μικρό τους μέγεθος, τα άνθη μπορούν να προσελκύουν μικρά έντομα. Είναι επίσης δυνατό να πραγματοποιείται αυτογονιμοποίηση όταν η μεταφορά γύρης μεταξύ διαφορετικών φυτών είναι περιορισμένη.
Ανθοφορία
Στην Κύπρο η ανθοφορία καταγράφεται κυρίως από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούλιο. Στις χαμηλότερες και θερμότερες περιοχές μπορεί να αρχίζει νωρίτερα, ενώ στα ορεινά συνεχίζεται αργότερα.
Η διάρκεια του κύκλου ζωής εξαρτάται έντονα από τη διαθέσιμη υγρασία. Σε ξηρές τοποθεσίες το φυτό ολοκληρώνει γρήγορα την ανθοφορία και την καρποφορία του, ενώ σε δροσερά ή σκιερά σημεία μπορεί να παραμείνει πράσινο για μεγαλύτερο διάστημα.
Καρπός
Μετά τη γονιμοποίηση σχηματίζεται ένας σχεδόν σφαιρικός, δίλοβος καρπός. Κατά την ωρίμανση χωρίζεται σε δύο μονόσπερμα τμήματα, τα οποία ονομάζονται μερικάρπια.
Η εξωτερική επιφάνεια των καρπών είναι πυκνά καλυμμένη με αγκιστροειδείς τρίχες. Οι ώριμοι καρποί προσκολλώνται εύκολα στο τρίχωμα των θηλαστικών, στα φτερά μεγαλύτερων πουλιών, στα ρούχα και σε άλλα υλικά που έρχονται σε επαφή με το φυτό.
Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρονται μακριά από το μητρικό φυτό και αποκολλώνται αργότερα σε νέα σημεία. Ο μηχανισμός αυτός ονομάζεται επιζωοχωρία και αποτελεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο διασποράς.
Βιότοπος στην Κύπρο
Η κολλητσίδα προτιμά εδάφη με σχετικά αυξημένη υγρασία και θρεπτικά συστατικά. Αναπτύσσεται συχνά σε ημισκιερές θέσεις, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτές.
Στην Κύπρο μπορεί να βρεθεί σε:
- περιθώρια αγρών και καλλιεργειών,
- κήπους και οπωρώνες,
- άκρες δρόμων και μονοπατιών,
- φράκτες και βάσεις τοίχων,
- εγκαταλειμμένους χώρους,
- υγρές ή σκιερές πλαγιές,
- όχθες ρυακιών και άλλες εποχικά υγρές θέσεις,
- παρυφές θαμνώνων και δασών,
- χώρους με συσσώρευση οργανικής ύλης.
Μπορεί να αναπτύσσεται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι περίπου τα 1.950 μέτρα υψόμετρο. Η μεγάλη αυτή υψομετρική εξάπλωση δείχνει την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε διαφορετικές κλιματικές και οικολογικές συνθήκες.
Γεωγραφική εξάπλωση
Η Galium aparine έχει πολύ ευρεία φυσική εξάπλωση στην Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική και στην Ασία. Η γηγενής περιοχή της εκτείνεται από τη Μακαρονησία και τη δυτική Ευρώπη μέχρι την ανατολική Ασία.
Σήμερα απαντά επίσης ως εισαγμένο ή εγκλιματισμένο φυτό σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Η εύκολη μεταφορά των αγκιστροφόρων καρπών και η ικανότητά του να αναπτύσσεται σε γεωργικά και διαταραγμένα εδάφη έχουν διευκολύνει σημαντικά την εξάπλωσή του.
Στην Κύπρο θεωρείται αυτόχθονο και δεν αποτελεί ενδημικό είδος.
Οικολογική στρατηγική
Οι βλαστοί της κολλητσίδας δεν επενδύουν ενέργεια στην παραγωγή ισχυρών, αυτοστηριζόμενων ιστών. Αντίθετα, χρησιμοποιούν τα γειτονικά φυτά ως φυσικό στήριγμα. Αυτή η στρατηγική επιτρέπει στο φυτό να αναπτύσσεται γρήγορα και να φθάνει σε φωτεινότερα σημεία με μικρότερο ενεργειακό κόστος.
Σε θέσεις με επαρκή υγρασία και πλούσιο έδαφος μπορεί να σχηματίσει πυκνές μάζες, καλύπτοντας χαμηλότερα φυτά. Ωστόσο, αποτελεί φυσικό μέρος πολλών φυτοκοινωνιών και παρέχει καταφύγιο σε μικρά ασπόνδυλα.
Το φύλλωμά του χρησιμοποιείται ως τροφή από διάφορα φυτοφάγα έντομα, ενώ οι πυκνοί βλαστοί δημιουργούν ένα πολύπλοκο μικροπεριβάλλον μέσα στη χαμηλή βλάστηση.
Σχέση με τον άνθρωπο και τα ζώα
Οι αγκιστροειδείς τρίχες των βλαστών και των φύλλων μπορούν να προκαλέσουν ελαφρύ μηχανικό ερεθισμό σε ευαίσθητο δέρμα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για αλλεργική αντίδραση· συχνά ο ερεθισμός οφείλεται στις πολυάριθμες μικροσκοπικές εκδορές που δημιουργούν τα αγκίστρια.
Οι καρποί προσκολλώνται εύκολα στο τρίχωμα κατοικίδιων και κτηνοτροφικών ζώων. Αυτή η επαφή είναι συνήθως μέρος του φυσικού μηχανισμού διασποράς του φυτού.
Παραδοσιακές χρήσεις
Η Galium aparine είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Έχει αναφερθεί ότι οι τραχείς και μπλεγμένοι βλαστοί φυτών του γένους Galium χρησιμοποιούνταν ως πρόχειρο φίλτρο για το στράγγισμα υγρών, περιλαμβανομένου του γάλακτος.
Οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά ως τροφή μετά από μαγείρεμα, ενώ οι αποξηραμένοι και καβουρδισμένοι καρποί έχουν αναφερθεί ως υποκατάστατο του καφέ. Το φυτό έχει επίσης θέση σε διάφορες παραδόσεις λαϊκής θεραπευτικής.
Οι αναφορές αυτές είναι ιστορικές και εθνοβοτανικές πληροφορίες. Δεν αποτελούν ιατρική ή διατροφική οδηγία. Η κατανάλωση ή θεραπευτική χρήση άγριων φυτών απαιτεί ασφαλή αναγνώριση και κατάλληλη επαγγελματική συμβουλή.
Αναγνώριση
Τα βασικά γνωρίσματα για την αναγνώριση της Galium aparine είναι:
- οι μακριοί, λεπτοί και τετραγωνικοί βλαστοί,
- οι προς τα πίσω στραμμένες αγκιστροειδείς τρίχες,
- τα έξι έως οκτώ φυλλόμορφα στοιχεία σε κάθε φαινομενικό σπόνδυλο,
- τα στενά φύλλα με μικρή αιχμηρή κορυφή,
- τα πολύ μικρά λευκά ή πρασινόλευκα τετραμερή άνθη,
- οι δίλοβοι καρποί με πυκνές αγκιστροειδείς τρίχες,
- η έντονη ικανότητα προσκόλλησης στα ρούχα και στο τρίχωμα των ζώων.
Για ασφαλή διάκριση από άλλα είδη του γένους Galium πρέπει να εξετάζονται ο αριθμός και η μορφή των φύλλων, η κατεύθυνση των τριχών, το μέγεθος των ανθικών ποδίσκων και κυρίως η επιφάνεια του ώριμου καρπού.
Ονοματολογία και ετυμολογία
Το επιστημονικό όνομα Galium aparine δημοσιεύθηκε από τον Κάρολο Λινναίο το 1753 και παραμένει αποδεκτό.
Η ονομασία Galium συνδέεται με την ελληνική λέξη «γάλα». Η σύνδεση αυτή σχετίζεται με τη χρήση ορισμένων ειδών του γένους για την πήξη του γάλακτος κατά την παρασκευή τυριού.
Το επίθετο aparine προέρχεται από αρχαία ελληνική φυτική ονομασία και συνδέεται με την ιδιότητα του φυτού να αρπάζει, να συγκρατεί και να προσκολλάται.
Οι ελληνικές ονομασίες «κολλητσίδα» και «κολλητσία», όπως και η αγγλική ονομασία “cleavers”, παραπέμπουν στο ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα.
Έλεγχος τίτλου
Η επιστημονική ονομασία Galium aparine L. είναι αποδεκτή. Επειδή υπάρχει καθιερωμένη αγγλική κοινή ονομασία, ο πληρέστερος τίτλος της ανάρτησης είναι:
Cleavers – Galium aparine L. – Κολλητσίδα – Κολλητσία – Cyprus
Ταξινόμηση
- Βασίλειο: Plantae
- Συνομοταξία: Tracheophyta
- Ομοταξία: Magnoliopsida
- Τάξη: Gentianales
- Οικογένεια: Rubiaceae
- Γένος: Galium
- Είδος: Galium aparine L.
- Ελληνικές κοινές ονομασίες: Κολλητσίδα, Κολλητσία
- Αγγλική κοινή ονομασία: Cleavers
Στοιχεία φωτογραφιών
Φωτογραφίες: George Konstantinou
Τοποθεσία: Μιτσερό, επαρχία Λευκωσίας, Κύπρος
Ημερομηνία φωτογράφισης: 18 Ιανουαρίου 2015
Συντεταγμένες περιοχής: 35.0422° N, 33.1269° E
Google Maps: Μιτσερό, Κύπρος
Οι συντεταγμένες αντιστοιχούν στην ευρύτερη περιοχή του Μιτσερού και όχι κατ’ ανάγκη στο ακριβές σημείο φωτογράφισης.
Πηγές
- Plants of the World Online – Galium aparine
- Flora of Cyprus – A Dynamic Checklist: Galium aparine
- World Flora Online – Galium aparine
- R. D. Meikle, Flora of Cyprus, Volume 2, Royal Botanic Gardens, Kew, 1985.
- Hand, R., Hadjikyriakou, G. N. & Christodoulou, C. S., Flora of Cyprus – A Dynamic Checklist.
Cleavers – Galium aparine L. – Cyprus
Text by George Konstantinou.
Cleavers – Galium aparine L.
Galium aparine is a scrambling or prostrate annual plant belonging to the family Rubiaceae. In Cyprus it is known as «κολλητσίδα» or «κολλητσία», names that accurately describe its ability to cling to clothing, animal fur and neighbouring plants.
This attachment is not caused by a sticky substance. Its stems, leaves and fruits are covered with numerous microscopic, hook-shaped hairs that function like natural Velcro. These hooks allow the slender stems to gain support from the surrounding vegetation and reach areas with better access to light.
It is native, but not endemic, to Cyprus.
Morphology
It is an annual herb with slender, flexible and strongly branched stems. The stems may spread along the ground or scramble over other plants, fences and low shrubs.
It does not possess true climbing structures such as tendrils. It relies entirely on backward-pointing hairs and tiny hooks on its surface. When suitable support is available, it can produce dense and entangled masses of stems.
The stems are square in cross-section, with conspicuous angles. Small, rough, recurved hairs grow along these angles, causing resistance when the stem is drawn in the opposite direction to its growth.
Leaves
The leaves appear to form whorls of six to eight elements around each stem node. Botanically, however, only two of these are true leaves. The remaining structures are leaf-like stipules that have acquired almost the same appearance as the leaves.
They are sessile, narrowly oblanceolate to linear or oblong, broader towards the upper part and ending in a small pointed tip. Each has a conspicuous central vein.
Small hooked hairs occur along the margins and on the underside of the central vein. The upper surface usually bears short hairs directed towards the leaf tip. The orientation of these hairs assists the plant in maintaining its grip as it grows through surrounding vegetation.
Flowers
The flowers are extremely small and frequently overlooked. They are produced in few-flowered axillary inflorescences on slender stalks.
The corolla is white to greenish-white and divided into four pointed lobes, giving the flower a small, star-like appearance. Each flower possesses four stamens and an inferior ovary, a characteristic feature of the family Rubiaceae.
Despite their small size, the flowers may attract small insects. Self-pollination can also occur when pollen transfer between separate plants is limited.
Flowering period
In Cyprus, flowering is recorded mainly from March to July. It may begin earlier in warm lowland areas, while continuing later at higher elevations.
The duration of the life cycle is strongly influenced by available moisture. In dry locations, the plant completes flowering and fruiting rapidly. In cool or shaded places, it may remain green for a longer period.
Fruit
Following fertilisation, an almost spherical, two-lobed fruit develops. At maturity it separates into two single-seeded units known as mericarps.
The fruit surface is densely covered with hook-shaped hairs. Mature fruits readily attach themselves to mammal fur, the feathers of larger birds, clothing and other materials that brush against the plant.
They are consequently carried away from the parent plant and later become detached at new locations. This mechanism is known as epizoochory and is a particularly effective method of seed dispersal.
Habitat in Cyprus
Cleavers favours soils with relatively high moisture and nutrient levels. It frequently grows in partially shaded places, although it is not restricted to them.
In Cyprus it may be found in:
- field and cultivated-land margins,
- gardens and orchards,
- roadsides and path margins,
- hedges and the bases of walls,
- abandoned ground,
- moist or shaded slopes,
- stream banks and other seasonally damp places,
- woodland and scrub margins,
- places where organic material accumulates.
It occurs from sea level to approximately 1,950 metres. This broad altitudinal range demonstrates its ability to adapt to different climatic and ecological conditions.
Geographical distribution
Galium aparine has a very broad native distribution across Europe, northern Africa and Asia. Its indigenous range extends from Macaronesia and western Europe to eastern Asia.
It now also occurs as an introduced or naturalised plant in many other parts of the world. The easy transport of its hooked fruits and its ability to grow in agricultural and disturbed soils have greatly assisted its spread.
It is considered native to Cyprus and is not endemic to the island.
Ecological strategy
Cleavers does not invest energy in producing strong, self-supporting stems. Instead, it uses neighbouring plants as natural supports. This strategy allows it to grow rapidly and reach better-lit positions with a lower structural cost.
In sites with sufficient moisture and rich soil, it may form dense masses that cover shorter plants. Nevertheless, it is a natural component of many plant communities and provides shelter for small invertebrates.
Its foliage is eaten by various herbivorous insects, while the tangled stems create a complex microhabitat within low vegetation.
Relationship with people and animals
The hooked hairs on the stems and leaves can cause mild mechanical irritation to sensitive skin. This is not necessarily an allergic reaction; the discomfort frequently results from numerous microscopic scratches produced by the hooks.
The fruits readily adhere to the coats of domestic and grazing animals. This contact is normally part of the plant’s natural dispersal mechanism.
Traditional uses
Galium aparine has been known since antiquity. The rough, entangled stems of plants belonging to the genus Galium were reportedly used as a simple strainer for filtering liquids, including milk.
Young stems and leaves have traditionally been used as food after cooking, while dried and roasted fruits have been reported as a coffee substitute. The plant also has a place in several traditions of folk medicine.
These are historical and ethnobotanical records, not medical or dietary instructions. The consumption or therapeutic use of wild plants requires reliable identification and appropriate professional advice.
Identification
The principal characteristics used to identify Galium aparine are:
- long, slender and square stems,
- backward-pointing hooked hairs,
- six to eight leaf-like structures in each apparent whorl,
- narrow leaves with a small pointed tip,
- tiny white or greenish-white four-lobed flowers,
- two-lobed fruits covered with dense hooked hairs,
- its pronounced ability to cling to clothing and animal fur.
Reliable separation from other species of Galium requires examination of the number and form of the leaves, the direction of the hairs, the length of the flower stalks and especially the surface of the mature fruit.
Nomenclature and etymology
The scientific name Galium aparine was published by Carl Linnaeus in 1753 and remains accepted.
The name Galium is associated with the Greek word for milk. This connection relates to the traditional use of certain species of the genus in curdling milk during cheese production.
The epithet aparine originates from an ancient Greek plant name and is associated with the plant’s ability to seize, hold and cling.
The Greek names «κολλητσίδα» and «κολλητσία», like the English name “cleavers”, refer to this same distinctive characteristic.
Classification
- Kingdom: Plantae
- Phylum: Tracheophyta
- Class: Magnoliopsida
- Order: Gentianales
- Family: Rubiaceae
- Genus: Galium
- Species: Galium aparine L.
- Common name: Cleavers
Photo details
Photos by George Konstantinou
Location: Mitsero, Nicosia District, Cyprus
Date photographed: 18 January 2015
Area coordinates: 35.0422° N, 33.1269° E
Google Maps: Mitsero, Cyprus
The coordinates indicate the wider Mitsero area and not necessarily the precise location where the plant was photographed.
Sources
- Plants of the World Online – Galium aparine
- Flora of Cyprus – A Dynamic Checklist: Galium aparine
- World Flora Online – Galium aparine
- R. D. Meikle, Flora of Cyprus, Volume 2, Royal Botanic Gardens, Kew, 1985.
- Hand, R., Hadjikyriakou, G. N. & Christodoulou, C. S., Flora of Cyprus – A Dynamic Checklist.
No comments:
Post a Comment