Translate

Friday, 10 July 2026

Η ακραία φιλοζωία, η άγνοια της οικολογίας και η διατήρηση των ειδών- Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 26/7/2026

 See also


Άρθρα του Γιώργου Κωνσταντίνου (162) στην εφημερίδα Πολίτης – George    Konstantinou Articles at Politis newspaper from 24/9/2017 – 1/11/2020



ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS


Δημοσιεύθηκε 8 Ιουλίου 2026 09:45


lower in English

Η αγάπη προς τα ζώα αποτελεί αναμφίβολα μια από τις πιο όμορφες εκφράσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Η προστασία των αδέσποτων σκύλων και γάτων, η περίθαλψη τραυματισμένων ζώων και η υπεύθυνη υιοθεσία είναι πράξεις που αξίζουν σεβασμό και ενίσχυση. Ωστόσο, όταν η φιλοζωία μετατρέπεται σε ακραία και μονοδιάστατη στάση, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της οικολογίας και της διατήρησης της βιοποικιλότητας, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα τόσο για την άγρια ζωή όσο και για τα ίδια τα ζώα που υποτίθεται ότι προστατεύει. Οι σκύλοι και οι γάτες δεν αποτελούν φυσικά είδη της άγριας πανίδας της Κύπρου. Πρόκειται για εξημερωμένα είδη που εισήχθησαν στο νησί από τον άνθρωπο πριν από χιλιάδες χρόνια και η παρουσία τους στο φυσικό περιβάλλον οφείλεται αποκλειστικά στην ανθρώπινη δραστηριότητα, κυρίως μέσω εγκατάλειψης κατοικίδιων και ανεξέλεγκτης αναπαραγωγής. Ως ξενικά εξημερωμένα είδη, δεν αποτελούν φυσικό στοιχείο των κυπριακών οικοσυστημάτων και, όταν δημιουργούν ανεξέλεγκτους πληθυσμούς, μπορούν να διαταράξουν σοβαρά την ισορροπία της βιοποικιλότητας. Οι ελεύθεροι ή αδέσποτοι γάτοι αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θηρευτές μικρών ζώων σε παγκόσμιο επίπεδο. Μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούν να εξοντώνουν τεράστιους αριθμούς πτηνών, σαυρών, μικρών θηλαστικών και άλλων οργανισμών κάθε χρόνο. 

Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα έντονο σε νησιά, όπως η Κύπρος, όπου πολλά είδη έχουν εξελιχθεί χωρίς φυσικούς θηρευτές και είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Σπάνια ενδημικά είδη, μικρά μεταναστευτικά πουλιά, νεοσσοί και ερπετά αποτελούν εύκολη λεία για γάτες που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στο φυσικό περιβάλλον. Αντίστοιχα, οι αδέσποτοι σκύλοι, όταν σχηματίζουν αγέλες, παύουν να συμπεριφέρονται ως κατοικίδια και λειτουργούν ως άγριοι θηρευτές. Στην Κύπρο έχουν καταγραφεί περιστατικά κατά τα οποία αγέλες αδέσποτων σκύλων επιτίθονται και κατασπαράζουν το ενδημικό αγρινό (Ovis gmelini ophion), ένα από τα σημαντικότερα προστατευόμενα είδη της κυπριακής πανίδας και εθνικό σύμβολο του νησιού. Παρόμοιες επιθέσεις έχουν καταγραφεί και σε λαγούς, χελώνες, φωλιές πτηνών και άλλα άγρια ζώα, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα.

Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο σοβαρή επειδή στην Κύπρο δεν υπάρχουν μεγάλοι φυσικοί θηρευτές που να μπορούν να ελέγχουν τους πληθυσμούς των αδέσποτων σκύλων. Ως αποτέλεσμα, η διαχείρισή τους εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον άνθρωπο. Εάν οι πληθυσμοί τους αφεθούν ανεξέλεγκτοι και δεν εφαρμοστούν αποτελεσματικά μέτρα διαχείρισης, οι αγέλες μπορούν να αυξηθούν σημαντικά και να επεκταθούν σε ολοένα περισσότερες δασικές και ορεινές περιοχές, προκαλώντας ολοένα μεγαλύτερες απώλειες στην άγρια πανίδα. Σε ένα νησί με μεγάλο αριθμό ενδημικών και προστατευόμενων ειδών, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να έχει σοβαρές οικολογικές συνέπειες.

Παρά τα γεγονότα αυτά, κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της αποτελεσματικής διαχείρισης των αδέσποτων αγελών, εμφανίζονται έντονες αντιδράσεις από ακραίους φιλόζωους και ορισμένες φιλοζωικές ομάδες, οι οποίες απορρίπτουν λόγο άγνοιας ακόμη και τη συζήτηση για δραστικά μέτρα, χαρακτηρίζοντας οποιαδήποτε θανάτωση εγκληματική. Αναμφίβολα, η θανάτωση ζώων δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί την πρώτη επιλογή. Προηγούνται πάντοτε η πρόληψη, οι στειρώσεις, η περισυλλογή, οι υιοθεσίες και η υπεύθυνη διαχείριση των αδέσποτων πληθυσμών. Όμως, όταν όλες οι διαθέσιμες λύσεις έχουν αποτύχει και μια ανεξέλεγκτη αγέλη συνεχίζει να εξοντώνει προστατευόμενα ή απειλούμενα είδη, η πολιτεία καλείται να προστατεύσει και την άγρια πανίδα. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν αγαπάμε τους σκύλους ή όχι, αλλά αν θεωρούμε ότι η ζωή ενός αδέσποτου άγριου σκύλου αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός ενδημικού είδους που απειλείται με εξαφάνιση.

Η διατήρηση της βιοποικιλότητας απαιτεί αποφάσεις που βασίζονται στην επιστήμη, στη νομοθεσία και στη διαχείριση των οικοσυστημάτων και όχι αποκλειστικά στο συναίσθημα. Η ακραία φιλοζωία συχνά συνοδεύεται και από την ανεξέλεγκτη παροχή τροφής σε μεγάλους πληθυσμούς αδέσποτων ζώων, χωρίς παράλληλα να εφαρμόζονται προγράμματα στειρώσεων και υπεύθυνης διαχείρισης. Ως αποτέλεσμα, οι πληθυσμοί αυξάνονται συνεχώς, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου γεννιούνται όλο και περισσότερα ζώα που υποφέρουν και στη συνέχεια χρειάζονται ακόμη περισσότερη φροντίδα.

Η λύση δεν είναι η ανεξέλεγκτη σίτιση, αλλά η υπεύθυνη διαχείριση μέσω στειρώσεων, καταγραφής, εμβολιασμών και υπεύθυνων υιοθεσιών. Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται μια άνιση αντιμετώπιση της ζωής των ζώων. Ενώ αφιερώνεται τεράστιο ενδιαφέρον για έναν σκύλο ή μια γάτα, η απώλεια δεκάδων άγριων πτηνών, ερπετών ή μικρών θηλαστικών θεωρείται ασήμαντη. Η οικολογία όμως δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ «συμπαθητικών» και «μη συμπαθητικών» ειδών. Κάθε οργανισμός αποτελεί κρίκο μιας πολύπλοκης τροφικής αλυσίδας και η εξαφάνιση ή η μείωση ενός είδους μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το οικοσύστημα. Η επιστήμη της διατήρησης της φύσης επιδιώκει την ισορροπία. Η προστασία των κατοικίδιων ζώων και η προστασία της άγριας ζωής δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι, αλλά δύο πλευρές της ίδιας φιλοσοφίας. Η υπεύθυνη ιδιοκτησία κατοικίδιων, η στείρωση, η αποφυγή εγκατάλειψης ζώων, ο περιορισμός των γατών σε ελεγχόμενους χώρους όταν είναι δυνατόν και η εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων διαχείρισης των αδέσποτων μπορούν να προστατεύσουν τόσο την ευημερία των ζώων όσο και τη βιοποικιλότητα.

Η ανάγκη διαχείρισης των ανεξέλεγκτων πληθυσμών εισαγόμενων ή εξημερωμένων θηρευτών δεν αποτελεί κυπριακή ιδιαιτερότητα, αλλά διεθνή πρακτική που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες με μοναδική βιοποικιλότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αυστραλία, όπου οι άγριες (feral) γάτες θεωρούνται μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την αυτόχθονη πανίδα. Υπολογίζεται ότι σκοτώνουν δισεκατομμύρια αυτόχθονα ζώα κάθε χρόνο και έχουν συμβάλει στην εξαφάνιση δεκάδων ειδών θηλαστικών, πτηνών και ερπετών. Για τον λόγο αυτό η αυστραλιανή κυβέρνηση εφαρμόζει εδώ και χρόνια ολοκληρωμένα εθνικά προγράμματα διαχείρισης των άγριων γατών, τα οποία περιλαμβάνουν παγίδευση, περίφραξη προστατευόμενων περιοχών, αυστηρό έλεγχο των πληθυσμών και, όπου επιστημονικά κρίνεται αναγκαίο, ελεγχόμενη θανάτωση για την προστασία απειλούμενων ειδών. Οι αποφάσεις αυτές δεν λαμβάνονται από μίσος προς τις γάτες, αλλά επειδή η προστασία της βιοποικιλότητας αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Αντίστοιχα, στην Αυστραλία εφαρμόζονται προγράμματα διαχείρισης και για τους άγριους σκύλους και τα ντίνγκο (Canis dingo), όταν οι πληθυσμοί τους προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις στην κτηνοτροφία ή σε άλλες περιοχές όπου απαιτείται προστασία ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Τα παραδείγματα αυτά αποδεικνύουν ότι οι ανεπτυγμένες χώρες αντιμετωπίζουν τη διαχείριση των εισαγόμενων ή ανεξέλεγκτων θηρευτών ως επιστημονικό ζήτημα διατήρησης της φύσης και όχι ως συναισθηματική αντιπαράθεση.

Η πραγματική φιλοζωία δεν περιορίζεται μόνο στους σκύλους και τις γάτες. Περιλαμβάνει σεβασμό προς κάθε μορφή ζωής και αναγνώριση ότι όλα τα είδη έχουν οικολογική αξία. Μια κοινωνία που επιλέγει να προστατεύει μόνο τα είδη που αγαπά ή θεωρεί χαριτωμένα, αδιαφορώντας για την τύχη των ενδημικών και απειλούμενων οργανισμών, δεν υπηρετεί πραγματικά τη φύση. Η πραγματική οικολογική συνείδηση απαιτεί να προστατεύονται τόσο τα κατοικίδια ζώα όσο και η φυσική πανίδα του τόπου. Το αγρινό, οι αετοί, οι γύπες, οι κουκουβάγιες, οι νυχτερίδες, τα ενδημικά πουλιά, τα ερπετά, τα αμφίβια, τα έντομα και κάθε οργανισμός που αποτελεί μέρος των φυσικών οικοσυστημάτων έχουν το ίδιο δικαίωμα στην επιβίωση.

Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν είναι θέμα συναισθήματος αλλά επιστημονικής ευθύνης απέναντι στη φύση και στις επόμενες γενιές. Μόνο όταν η φιλοζωία συνυπάρχει με την οικολογική γνώση και τον σεβασμό προς όλα τα είδη μπορεί να υπηρετήσει πραγματικά τη ζωή και τη φύση. 

Του Γιώργου Κωνσταντίνου -

*Φυσιοδίφης, συγγραφέας

Compassion for Animals and the Protection of Biodiversity – Finding the Balance Between Animal Welfare and Nature Conservation

Love and compassion for animals are undoubtedly among the noblest expressions of human civilization. Protecting stray dogs and cats, rescuing injured animals, and promoting responsible adoption are acts that deserve admiration, respect and encouragement. However, when animal welfare becomes an extreme and one-dimensional ideology, without considering the principles of ecology and biodiversity conservation, it can unintentionally create serious problems both for wildlife and for the very animals it seeks to protect.

Dogs and cats are not native components of Cyprus's wild fauna. They are domesticated species introduced to the island by humans thousands of years ago, and their presence in natural habitats today is entirely the result of human activity, primarily through the abandonment of pets and uncontrolled reproduction. As introduced domesticated species, they do not form part of Cyprus's natural ecosystems. When their populations become unmanaged, they can seriously disrupt the ecological balance and threaten native biodiversity.

Free-ranging and feral cats are among the world's most significant predators of small wildlife. Scientific studies have shown that they kill enormous numbers of birds, reptiles, small mammals and other animals every year. The problem is particularly severe on islands such as Cyprus, where many species evolved in the absence of mammalian predators and are therefore especially vulnerable. Endemic species, migratory birds, nestlings and reptiles frequently become easy prey for cats roaming freely in natural habitats.

Similarly, stray dogs that form packs no longer behave as domestic animals but as wild predators. In Cyprus, there have been documented incidents in which packs of stray dogs attacked and killed the endemic Cyprus mouflon (Ovis gmelini ophion), one of the island's most important protected mammals and a national symbol of Cyprus. Similar attacks have also been recorded on hares, tortoises, bird nests and numerous other wild animals, causing significant impacts on biodiversity.

The situation is made even more serious because Cyprus lacks large native predators capable of naturally regulating stray dog populations. Consequently, their management depends almost entirely on human intervention. If these populations are allowed to grow unchecked and effective management measures are not implemented, stray dog packs may continue expanding into forests and mountainous areas, causing increasing losses to native wildlife. On an island that supports many endemic and protected species, such a development could have serious ecological consequences.

Despite these realities, proposals for effective management of feral dog packs are often met with strong opposition from some extreme animal rights activists and organizations, who reject—even discussing—more decisive management measures, describing any form of euthanasia or lethal control as inherently unacceptable.

Undoubtedly, euthanasia or lethal control should never be the first option. Prevention must always come first. Sterilization programmes, rescue operations, adoption initiatives, responsible pet ownership and effective management of stray populations are the preferred and most humane solutions. However, when all available non-lethal measures have failed and an unmanaged pack continues to destroy protected or endangered wildlife, the state also has a legal and ethical responsibility to protect native biodiversity.

The real question is therefore not whether we love dogs, but whether the life of a feral dog should automatically be considered more valuable than the survival of an endemic species facing extinction.

Conserving biodiversity requires decisions based on science, legislation and ecosystem management, rather than emotion alone. Extreme forms of animal advocacy are often accompanied by uncontrolled feeding of large stray populations without parallel sterilization programmes or responsible population management. As a result, animal numbers continue to increase, creating a vicious cycle in which ever more animals are born into conditions of suffering, requiring even greater human intervention.

The solution is not unrestricted feeding, but responsible management through sterilization, registration, vaccination and responsible adoption. At the same time, an imbalance in public perception often becomes apparent. While enormous attention may be devoted to a single dog or cat, the loss of dozens of wild birds, reptiles or small mammals is frequently regarded as insignificant.

Ecology, however, makes no distinction between "appealing" and "unappealing" species. Every organism represents a vital link within a complex ecological network, and the decline or disappearance of one species may affect an entire ecosystem.

The science of conservation seeks balance. Protecting companion animals and protecting wildlife are not opposing goals but complementary aspects of the same philosophy. Responsible pet ownership, widespread sterilization, preventing abandonment, keeping domestic cats under effective control whenever possible, and implementing comprehensive stray animal management programmes can simultaneously improve animal welfare and safeguard biodiversity.

The need to manage uncontrolled populations of introduced or domesticated predators is not unique to Cyprus. It is an internationally recognised conservation practice adopted in many countries with highly vulnerable biodiversity.

Perhaps the best-known example is Australia, where feral cats are considered one of the greatest threats to native wildlife. They are estimated to kill billions of native animals every year and have contributed to the extinction of numerous species of mammals, birds and reptiles. For this reason, the Australian Government has implemented comprehensive national feral cat management programmes that include trapping, predator-proof fencing around protected areas, strict population control and, where scientific evidence demonstrates that no effective alternative exists, targeted lethal control to protect endangered native species.

These decisions are not motivated by hostility towards cats, but by the recognition that conserving Australia's unique biodiversity is a national priority.

Similarly, Australia also manages populations of feral dogs and, in certain regions, dingoes (Canis dingo), when their numbers cause serious impacts on livestock production or where population management is necessary to protect particular conservation or land-management objectives.

These examples demonstrate that developed nations increasingly approach the management of introduced or uncontrolled predators as a scientific conservation issue, rather than as an emotional conflict between animal welfare and wildlife protection.

True compassion for animals extends far beyond dogs and cats. It embraces respect for all forms of life, recognising that every species possesses ecological value. A society that chooses to protect only those animals it finds attractive or emotionally appealing, while ignoring the fate of endemic and endangered wildlife, cannot truly claim to be protecting nature.

Genuine ecological awareness requires safeguarding both companion animals and the native wildlife of our natural ecosystems. The Cyprus mouflon, eagles, vultures, owls, bats, endemic birds, reptiles, amphibians, insects and every other organism that forms part of Cyprus's biodiversity deserve the same right to survival.

The conservation of biodiversity is ultimately not simply a matter of emotion but of scientific responsibility towards nature and towards future generations. Only when compassion for domestic animals is combined with ecological knowledge and equal respect for every species can it genuinely serve both wildlife conservation and animal welfare.


By George Konstantinou
Naturalist & Author



No comments:

Post a Comment