Translate

Wednesday, 31 January 2018

Super Blue Moon πάνω από την Κύπρο στις 31/1/2018 – Super Blue Moon over Cyprus on 31 January 2018

 See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


Photo and video by George Konstantinou 31/1/2018

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Στις 31 Ιανουαρίου 2018 συνέπεσαν τρία διαφορετικά σεληνιακά φαινόμενα: μια πανσέληνος κοντά στο περίγειο της Σελήνης, η δεύτερη πανσέληνος του ίδιου ημερολογιακού μήνα και μια ολική έκλειψη Σελήνης. Ο συνδυασμός αυτός έγινε ευρέως γνωστός από τα μέσα ενημέρωσης ως “Super Blue Blood Moon”.

Η ονομασία είναι εντυπωσιακή, αλλά χρειάζεται σωστή ερμηνεία. Η Σελήνη δεν έγινε μπλε, ενώ η κοκκινωπή φάση της ολικής έκλειψης δεν ήταν ορατή από την Κύπρο. Από το νησί μπορούσε να παρατηρηθεί η μεγάλη και φωτεινή πανσέληνος μετά την ανατολή της, ενώ η ουσιαστική φάση της έκλειψης είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Τρία διαφορετικά φαινόμενα

Ο όρος “Super Blue Blood Moon” συνδύασε τρεις ανεξάρτητους χαρακτηρισμούς:

  • Supermoon: πανσέληνος που συμβαίνει όταν η Σελήνη βρίσκεται σχετικά κοντά στο περίγειο, το πλησιέστερο σημείο της τροχιάς της προς τη Γη.
  • Blue Moon: η δεύτερη πανσέληνος που συμβαίνει μέσα στον ίδιο ημερολογιακό μήνα.
  • Blood Moon: ανεπίσημη ονομασία για την κοκκινωπή όψη που μπορεί να αποκτήσει η Σελήνη κατά την ολική φάση μιας σεληνιακής έκλειψης.

Η ταυτόχρονη εμφάνιση αυτών των συνθηκών προκάλεσε μεγάλο παγκόσμιο ενδιαφέρον, παρόλο που η πλήρης εικόνα του φαινομένου δεν ήταν ορατή από όλες τις περιοχές της Γης.

Τι είναι η υπερπανσέληνος

Η τροχιά της Σελήνης γύρω από τη Γη δεν είναι τέλειος κύκλος αλλά ελαφρώς ελλειπτική. Για τον λόγο αυτό, η απόστασή της από τη Γη μεταβάλλεται. Το πλησιέστερο σημείο της τροχιάς ονομάζεται περίγειο και το πιο απομακρυσμένο απόγειο.

Όταν η πανσέληνος συμβαίνει κοντά στο περίγειο, ο σεληνιακός δίσκος φαίνεται ελαφρώς μεγαλύτερος και φωτεινότερος από ό,τι όταν η πανσέληνος βρίσκεται κοντά στο απόγειο. Ο δημοφιλής όρος “supermoon” δεν αποτελεί επίσημο αστρονομικό χαρακτηρισμό· στην αστρονομία το φαινόμενο περιγράφεται ακριβέστερα ως πανσέληνος κοντά στο περίγειο ή περίγεια πανσέληνος.

Η Σελήνη πέρασε από το περίγειό της στις 30 Ιανουαρίου 2018, περίπου μία ημέρα πριν από την πανσέληνο και την έκλειψη. Έτσι, στις 31 Ιανουαρίου εμφανιζόταν κάπως μεγαλύτερη και φωτεινότερη από μια μέση πανσέληνο. Η διαφορά, αν και μετρήσιμη, δεν γίνεται πάντοτε εύκολα αντιληπτή με γυμνό μάτι χωρίς άμεση σύγκριση.

Τι σημαίνει Blue Moon

Η πανσέληνος της 31ης Ιανουαρίου ήταν η δεύτερη του μήνα, καθώς είχε προηγηθεί πανσέληνος την 1η Ιανουαρίου 2018. Σύμφωνα με τη δημοφιλέστερη σύγχρονη χρήση του όρου, η δεύτερη πανσέληνος ενός ημερολογιακού μήνα ονομάζεται “Blue Moon”.

Η ονομασία δεν σχετίζεται με το πραγματικό χρώμα της Σελήνης. Μια Blue Moon συνήθως έχει το ίδιο χρώμα με οποιαδήποτε άλλη πανσέληνο. Μόνο κάτω από ασυνήθιστες ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως η παρουσία σωματιδίων συγκεκριμένου μεγέθους από μεγάλες πυρκαγιές ή ηφαιστειακές εκρήξεις, μπορεί η Σελήνη να φαίνεται πραγματικά γαλαζωπή.

Επειδή ο Ιανουάριος του 2018 είχε δύο πανσελήνους, ο Φεβρουάριος του ίδιου έτους δεν είχε καμία. Ακολούθησαν ακόμη δύο πανσέληνοι τον Μάρτιο, στις 2 και στις 31 του μήνα.

Πώς δημιουργείται μια ολική έκλειψη Σελήνης

Μια σεληνιακή έκλειψη συμβαίνει όταν η Γη παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Ήλιο και τη Σελήνη και η σκιά της Γης πέφτει επάνω στον σεληνιακό δίσκο. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο κατά την πανσέληνο, όταν τα τρία ουράνια σώματα βρίσκονται σε κατάλληλη ευθυγράμμιση.

Η σκιά της Γης αποτελείται από δύο κύριες περιοχές:

  • την παρασκιά, όπου μόνο μέρος του ηλιακού φωτός εμποδίζεται,
  • τη σκιά ή umbra, όπου το άμεσο ηλιακό φως αποκλείεται.

Κατά την ολική φάση, ολόκληρη η ορατή επιφάνεια της Σελήνης εισέρχεται στην umbra της Γης. Η Σελήνη όμως δεν εξαφανίζεται εντελώς.

Γιατί η Σελήνη γίνεται κόκκινη

Παρόλο που η Γη εμποδίζει το άμεσο ηλιακό φως, ένα μέρος του φωτός του Ήλιου διαπερνά την ατμόσφαιρα της Γης και διαθλάται προς τη Σελήνη.

Τα μικρότερα μήκη κύματος, κυρίως το μπλε φως, διασκορπίζονται πιο έντονα στην ατμόσφαιρα. Τα μεγαλύτερα μήκη κύματος, όπως το κόκκινο και το πορτοκαλί, περνούν αποτελεσματικότερα και φτάνουν στην επιφάνεια της Σελήνης. Πρόκειται για την ίδια γενική αρχή που δημιουργεί τους κόκκινους και πορτοκαλί χρωματισμούς κατά την ανατολή και τη δύση του Ήλιου.

Έτσι, κατά την ολικότητα, η Σελήνη φωτίζεται από το φως όλων των ανατολών και των δύσεων που συμβαίνουν ταυτόχρονα γύρω από την περιφέρεια της Γης. Η ένταση και η απόχρωση του κόκκινου χρώματος εξαρτώνται από την κατάσταση της γήινης ατμόσφαιρας, συμπεριλαμβανομένης της ποσότητας σκόνης, νεφών και ηφαιστειακών σωματιδίων.

Ο δημοφιλής όρος “Blood Moon” αναφέρεται σε αυτή την κοκκινωπή εμφάνιση και δεν αποτελεί επίσημο αστρονομικό όρο.

Οι ώρες της έκλειψης

Η ολική έκλειψη της 31ης Ιανουαρίου 2018 εξελίχθηκε στις ακόλουθες περίπου ώρες σε Παγκόσμιο Συντονισμένο Χρόνο:

  • Έναρξη παρασκιάς: 10:51 UTC
  • Έναρξη μερικής έκλειψης: 11:48 UTC
  • Έναρξη ολικότητας: 12:52 UTC
  • Μέγιστο της έκλειψης: 13:30 UTC
  • Λήξη ολικότητας: 14:08 UTC
  • Λήξη μερικής έκλειψης: 15:11 UTC
  • Λήξη παρασκιάς: 16:08 UTC

Η Κύπρος βρισκόταν τότε στη ζώνη ώρας UTC+2. Επομένως, σε τοπική ώρα:

  • η ολικότητα διήρκεσε περίπου από τις 14:52 μέχρι τις 16:08,
  • το μέγιστο σημειώθηκε περίπου στις 15:30,
  • η μερική έκλειψη ολοκληρώθηκε περίπου στις 17:11,
  • η παρασκιά ολοκληρώθηκε περίπου στις 18:08.

Η συνολική διάρκεια της ολικής φάσης ήταν περίπου 76 λεπτά, ενώ ολόκληρη η διέλευση από την παρασκιά διήρκεσε περισσότερο από πέντε ώρες.

Τι ήταν ορατό από την Κύπρο

Κατά την ολικότητα και το μεγαλύτερο μέρος της μερικής έκλειψης, η Σελήνη βρισκόταν κάτω από τον ορίζοντα της Κύπρου. Ανέτειλε στην Κύπρο αφού είχε ουσιαστικά εξέλθει από τη σκοτεινή κεντρική σκιά της Γης.

Συνεπώς, η εντυπωσιακή χάλκινη ή βαθυκόκκινη “Blood Moon” της ολικότητας δεν ήταν ορατή από το νησί. Κατά την ανατολή της Σελήνης απέμενε μόνο το τελευταίο και πολύ δυσδιάκριτο τμήμα της έκλειψης παρασκιάς. Η ελαφρά μείωση της φωτεινότητας που προκαλεί η παρασκιά είναι συνήθως δύσκολο να διακριθεί, ιδιαίτερα όταν η Σελήνη βρίσκεται χαμηλά στον ορίζοντα και ο ουρανός δεν έχει σκοτεινιάσει πλήρως.

Αυτό σημαίνει ότι οι εικόνες που λήφθηκαν αργότερα το ίδιο βράδυ στην Κύπρο καταγράφουν τη φωτεινή Super Blue Moon και όχι την κόκκινη ολική φάση της έκλειψης.

Οι καλύτερες συνθήκες παρατήρησης υπήρχαν στην ανατολική και κεντρική Ασία, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, στον Ειρηνικό Ωκεανό και σε τμήματα της Βόρειας Αμερικής.

Γιατί δεν έχουμε έκλειψη σε κάθε πανσέληνο

Η τροχιά της Σελήνης έχει κλίση περίπου πέντε μοιρών σε σχέση με το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο. Τις περισσότερες φορές, κατά την πανσέληνο, η Σελήνη περνά λίγο πάνω ή λίγο κάτω από τη σκιά της Γης.

Σεληνιακή έκλειψη συμβαίνει μόνο όταν η πανσέληνος βρίσκεται κοντά σε έναν από τους δύο κόμβους της σεληνιακής τροχιάς, δηλαδή στα σημεία όπου η τροχιά της Σελήνης τέμνει το επίπεδο της γήινης τροχιάς.

Η έκλειψη της 31ης Ιανουαρίου 2018 ανήκε στη σειρά Saros 124. Ο κύκλος Saros διαρκεί περίπου 18 χρόνια, 11 ημέρες και 8 ώρες και χρησιμοποιείται για την πρόβλεψη εκλείψεων με παρόμοια γεωμετρικά χαρακτηριστικά.

Είναι ασφαλής η παρατήρηση;

Η παρατήρηση μιας σεληνιακής έκλειψης είναι απολύτως ασφαλής με γυμνό μάτι. Σε αντίθεση με την ηλιακή έκλειψη, δεν απαιτούνται ειδικά προστατευτικά γυαλιά ή φίλτρα.

Κιάλια ή ένα μικρό τηλεσκόπιο μπορούν να αποκαλύψουν περισσότερες λεπτομέρειες στην επιφάνεια της Σελήνης, αλλά δεν είναι απαραίτητα. Για φωτογράφιση βοηθούν ένας τηλεφακός, σταθερό τρίποδο και χειροκίνητες ρυθμίσεις έκθεσης.

Η επόμενη ολική έκλειψη του 2018

Η επόμενη ολική έκλειψη Σελήνης πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουλίου 2018 και, σε αντίθεση με το φαινόμενο της 31ης Ιανουαρίου, ήταν ορατή από την Κύπρο. Εκείνη η έκλειψη δεν συνέπεσε με Blue Moon ή υπερπανσέληνο.

Η φωτογραφική καταγραφή

Η φωτογραφία και το βίντεο της αρχικής ανάρτησης λήφθηκαν στις 31 Ιανουαρίου 2018 από τον George Konstantinou.

Η αρχική ανάρτηση δεν προσδιορίζει συγκεκριμένη τοποθεσία φωτογράφισης και, επομένως, δεν προστίθενται αυθαίρετες συντεταγμένες.

Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018
Φωτογραφία και βίντεο: George Konstantinou

Αστρονομικά στοιχεία

  • Φαινόμενο: Πανσέληνος και ολική έκλειψη Σελήνης
  • Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018
  • Δημοφιλής ονομασία: Super Blue Blood Moon
  • Τύπος έκλειψης: Ολική σεληνιακή έκλειψη
  • Σειρά Saros: 124
  • Μέγιστο έκλειψης: περίπου 13:30 UTC / 15:30 ώρα Κύπρου
  • Διάρκεια ολικότητας: περίπου 76 λεπτά
  • Ορατότητα της ολικότητας από την Κύπρο: Όχι
  • Ορατότητα από την Κύπρο: Μόνο το τελευταίο, αμυδρό στάδιο της παρασκιάς κατά την ανατολή της Σελήνης
  • Blue Moon: Δεύτερη πανσέληνος του Ιανουαρίου 2018
  • Supermoon: Πανσέληνος κοντά στο σεληνιακό περίγειο
  • Blood Moon: Ανεπίσημη ονομασία της κοκκινωπής Σελήνης κατά την ολικότητα

Πηγές

Super Blue Moon over Cyprus on 31 January 2018 – The Total Eclipse Was Not Visible from Cyprus

Text by George Konstantinou

On 31 January 2018, three different lunar phenomena coincided: a full Moon occurring near lunar perigee, the second full Moon of the same calendar month and a total lunar eclipse. This combination became widely known through the media as a “Super Blue Blood Moon”.

The name is striking, but it requires careful interpretation. The Moon did not turn blue, while the reddish total phase of the lunar eclipse was not visible from Cyprus. The island witnessed the large and bright full Moon after moonrise, by which time the substantial phases of the eclipse had already ended.

Three different phenomena

The expression “Super Blue Blood Moon” combined three independent descriptions:

  • Supermoon: a full Moon occurring when the Moon is relatively close to perigee, the nearest point of its orbit to Earth.
  • Blue Moon: the second full Moon occurring within the same calendar month.
  • Blood Moon: an informal name for the reddish appearance that the Moon may acquire during the total phase of a lunar eclipse.

The simultaneous occurrence of these conditions attracted considerable worldwide interest, although the complete event was not visible from every part of Earth.

What is a supermoon?

The Moon’s orbit around Earth is not a perfect circle but is slightly elliptical. Consequently, its distance from Earth varies. The nearest point of its orbit is called perigee, while the most distant point is known as apogee.

When a full Moon occurs near perigee, the lunar disc appears slightly larger and brighter than it does when a full Moon occurs near apogee. The popular expression “supermoon” is not a formal astronomical term; astronomers describe the phenomenon more precisely as a full Moon near perigee or a perigean full Moon.

The Moon passed through perigee on 30 January 2018, approximately one day before the full Moon and eclipse. It therefore appeared somewhat larger and brighter than an average full Moon on 31 January. Although measurable, the difference is not always easily noticeable to the unaided eye without a direct comparison.

What does Blue Moon mean?

The full Moon of 31 January was the second of the month, following an earlier full Moon on 1 January 2018. Under the most popular modern definition, the second full Moon within a calendar month is called a “Blue Moon”.

The name is unrelated to the Moon’s actual colour. A Blue Moon normally has the same colour as any other full Moon. Only under unusual atmospheric conditions, such as the presence of particles of a particular size produced by major fires or volcanic eruptions, can the Moon genuinely appear bluish.

Because January 2018 had two full Moons, February of that year had none. Two more full Moons followed in March, on 2 and 31 March.

How a total lunar eclipse occurs

A lunar eclipse occurs when Earth moves between the Sun and the Moon and Earth’s shadow falls across the lunar disc. This can happen only at full Moon, when the three celestial bodies are suitably aligned.

Earth’s shadow consists of two principal regions:

  • the penumbra, where only part of the Sun’s light is obstructed;
  • the umbra, where direct sunlight is blocked.

During the total phase, the Moon’s entire visible surface enters Earth’s umbra. However, the Moon does not disappear completely.

Why the Moon turns red

Although Earth blocks direct sunlight, some sunlight passes through Earth’s atmosphere and is refracted towards the Moon.

Shorter wavelengths, particularly blue light, are scattered more strongly by the atmosphere. Longer wavelengths, including red and orange light, pass through more effectively and reach the lunar surface. This is the same general principle responsible for the red and orange colours seen at sunrise and sunset.

During totality, the Moon is therefore illuminated by light passing through all the sunrises and sunsets occurring simultaneously around Earth’s circumference. The intensity and shade of red depend on the condition of Earth’s atmosphere, including the amount of dust, cloud and volcanic particles present.

The popular expression “Blood Moon” refers to this reddish appearance and is not a formal astronomical term.

Times of the eclipse

The total lunar eclipse of 31 January 2018 progressed at approximately the following times in Coordinated Universal Time:

  • Penumbral eclipse began: 10:51 UTC
  • Partial eclipse began: 11:48 UTC
  • Total eclipse began: 12:52 UTC
  • Greatest eclipse: 13:30 UTC
  • Total eclipse ended: 14:08 UTC
  • Partial eclipse ended: 15:11 UTC
  • Penumbral eclipse ended: 16:08 UTC

Cyprus was then using the UTC+2 time zone. In local time:

  • totality lasted approximately from 14:52 until 16:08;
  • greatest eclipse occurred at about 15:30;
  • the partial eclipse ended at about 17:11;
  • the penumbral eclipse ended at about 18:08.

The total phase lasted approximately 76 minutes, while the complete passage through the penumbra lasted more than five hours.

What was visible from Cyprus?

During totality and most of the partial eclipse, the Moon was below the horizon in Cyprus. It rose over the island after it had essentially left Earth’s dark central shadow.

Consequently, the impressive coppery or deep-red “Blood Moon” of totality was not visible from Cyprus. At moonrise, only the final and very subtle portion of the penumbral eclipse remained. The slight reduction in brightness caused by the penumbra is generally difficult to detect, particularly while the Moon is low on the horizon and the sky is not yet completely dark.

This means that photographs taken later that evening in Cyprus recorded the bright Super Blue Moon rather than the red total phase of the eclipse.

The best observing conditions occurred in central and eastern Asia, Australia, New Zealand, the Pacific region and parts of North America.

Why an eclipse does not occur at every full Moon

The Moon’s orbit is inclined by approximately five degrees relative to the plane of Earth’s orbit around the Sun. At most full Moons, the Moon passes slightly above or below Earth’s shadow.

A lunar eclipse occurs only when the full Moon is near one of the two nodes of its orbit—the points at which the Moon’s orbit crosses the plane of Earth’s orbit.

The eclipse of 31 January 2018 belonged to Saros series 124. The Saros cycle lasts approximately 18 years, 11 days and 8 hours and is used to predict eclipses with similar geometrical characteristics.

Is it safe to observe?

A lunar eclipse is completely safe to observe with the unaided eye. Unlike a solar eclipse, no protective glasses or special filters are required.

Binoculars or a small telescope can reveal additional detail on the lunar surface, but they are not essential. A telephoto lens, stable tripod and manual exposure settings are useful for photography.

The next total lunar eclipse of 2018

The next total lunar eclipse occurred on 27 July 2018. Unlike the event of 31 January, that eclipse was visible from Cyprus. It did not, however, coincide with a Blue Moon or a supermoon.

The photographic record

The photograph and video in the original post were taken on 31 January 2018 by George Konstantinou.

The original post does not identify a specific photographic location; therefore, no speculative coordinates are added.

Date: 31 January 2018
Photo and video: George Konstantinou

Astronomical data

  • Phenomenon: Full Moon and total lunar eclipse
  • Date: 31 January 2018
  • Popular name: Super Blue Blood Moon
  • Eclipse type: Total lunar eclipse
  • Saros series: 124
  • Greatest eclipse: approximately 13:30 UTC / 15:30 Cyprus time
  • Duration of totality: approximately 76 minutes
  • Visibility of totality from Cyprus: No
  • Visibility from Cyprus: Only the final, faint penumbral stage around moonrise
  • Blue Moon: The second full Moon of January 2018
  • Supermoon: A full Moon occurring near lunar perigee
  • Blood Moon: An informal name for the reddish Moon during totality

Sources


Tuesday, 30 January 2018

Ακάμας:Από τα τελευταία οχυρά της βιοποικιλότητας του τόπου μας-webTV - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 28/1/2018 - Akamas: One of the Last Strongholds of Our Island’s Biodiversity – By George Konstantinou – Politis Newspaper, 28/1/2018

See also

Το νησάκι στον Ακάμα που μοιάζει με τα νησιά Γκαλαπάγκος (Web Tv) - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 10/12/2017




Below in English

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 28.1.2018

Κείμενο, φωτογραφίες και βίντεο του Γιώργου Κωνσταντίνου

Ο Ακάμας βρίσκεται στο δυτικότερo σημείο της Κύπρου και καλύπτει μια περιοχή 17.917 τ.χλμ εκ των οποίων 7.950 τ.χλμ είναι θαλάσσια περιοχή,  και αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές περιοχές της Κύπρου από οικολογικής και τουριστικής άποψης. Είναι ενταγμένος στο δίκτυο Natura 2000. Στον Ακάμα βρίσκονται τα χωριά Πέγεια, Κάθικας, Πάνω Αρόδες, Κάτω Αρόδες, Ίνεια, Δρούσεια, Φάσλι, Ανδρολίκου και Νέο Χωρίο. Το μέγιστο υψόμετρο της περιοχής φτάνει στα 669 m στους λόφους του χωριού Ίνεια.

Η χερσόνησος του Ακάμα αποτελεί πόλο έλξης χιλιάδων ξένων και ντόπιων επισκεπτών  συμπεριλαμβανομένων και πολλών επιστημόνων που μελετούν την θαυμαστή πανίδα και χλωρίδα της περιοχής. Η οικολογική αξία του Ακάμα πηγάζει από την ποικιλομορφία του τοπίου, δάση, μικρά ρυάκια, κοιλάδες, σπήλαια, φαράγγια, αμμώδεις παραλίες, βραχώδεις ακτές και νησάκια.  Η ποικιλία των τοπίων και της βλάστησης, το σχετικά αδιατάραχτο περιβάλλον και η ομορφιά του φυσικού τοπίου και των γραφικών χωριών καθιστούν την περιοχή πραγματική απόλαυση για τον περιπατητή και το φυσιοδίφη. Η περιοχή αποτελεί ένα καλά διατηρημένο χερσαίο αλλά και θαλάσσιο οικοσύστημα.

Ακολουθεί ένα ντοκιμαντέρ μου, διάρκειας 20 λεπτών, για το οποίο θα ήθελα για ακόμη μια φορά να ευχαριστήσω θερμά τον φίλο Τηλέμαχο Ιωαννίδη για την εκφώνηση, την οποία έκανε αφιλοκερδώς: 




Η χερσαία πανίδα περιλαμβάνει αρκετά είδη νυχτερίδων και άλλα 29 είδη θηλαστικών, ερπετών και αμφιβίων. Όλα τα άγρια χερσαία και ιπτάμενα θηλαστικά του Ακάμα είναι νυκτόβια. Αλεπούδες, λαγοί, σκαντζόχοιροι, τρωκτικά και νυχτερίδες αποτελούν τα θηλαστικά του Ακάμα. Η μεσογειακή φώκια μοναχός (Monachus monachus) εμφανίζεται κατά καιρούς στις θάλασσες του Ακάμα και πολύ πιθανών να αναπαράγετε εκεί σε απόμερες θαλάσσιες σπηλιές.  Συναντάμε και τον γνωστό νυκτοπάππαρο, ο οποίος κινδυνεύει με αφανισμό. 

 Loggerhead sea turtle (Caretta caretta) 

H περιοχή φιλοξενεί περί τα 650 φυτικά taxa (40% των αυτόχθονων) μεταξύ των οποίων 43 ενδημικά που αναλογούν στο 30% του συνολικού αριθμού των ενδημικών φυτών της Κύπρου που είναι 142, μεταξύ των οποίων και 4 σπάνια  απειλούμενα φυτά την Centaurea akamantis την Tulipa akamasica, Arbutus unedo και Bellium minutum που συναντούμε μόνο στον Ακάμα.

Απο τα 48 είδη ορχιδέων που υπάρχουν στην Κύπρο, στον Ακάμα συναντούμε τα 33. Υπάρχουν τρία κύρια δάση, το Δάσος Ακάμα το Δάσος Πέγειας και το Δάσος Μελέτη. Η χερσαία βλάστηση κυριαρχείται από θαμνώνες με Αόρατους (Juniperus phoenicea) και δάση Τραχείας πεύκης (Pinus brutia). Επίσης, αρκετά διαδεδομένα είναι τα φρύγανα, τα δάση ελιάς και χαρουπιάς και οι θαμνώνες. Το χαμηλό δάσος του Ακάμα φτάνει μέχρι την ακτή. Η ιδιωτική γεωργική γη καλύπτεται κυρίως από αμπέλια, χαρουπιές, ελιές, αμυγδαλιές και εποχιακά.

Η παράνομη βόσκηση στον Ακάμα από εκατοντάδες αιγοπρόβατα αποτελεί μάστιγα για την χλωρίδα της περιοχής.   

Jersey Tiger, Euplagia quadripunctaria 

Εκατοντάδες είδη εντόμων, αραχνών και πολλά άλλα είδη του μικρόκοσμου συναντώνται στον Ακάμα, πολλά από αυτά ενδημικά. Από τα 52 είδη πεταλούδων που υπάρχουν στην Κύπρο, τα 41 συναντώνται στον Ακάμα. Υπάρχουν και εκατοντάδες είδη νυχτοπεταλούδων. Στο Φαράγγι του Άβακα συναντούμε και την σπάνια για την Κύπρο νυχτοπεταλούδα Jersey Tiger  (Euplagia quadripunctaria) την γνωστή πεταλούδα της Ρόδου η οποία   περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ως είδος προτεραιότητας.

Πολλά είδη χερσαίων σαλιγκαριών απαντώνται στον Ακάμα εκ των οποίων πολλά είναι ενδημικά όπως το σπάνιο Assyriella bellardii. 


Τα γλυκά νερά των πηγών του Ακάμα έχουν τη δική τους βιοποικιλότητα. Τέσσερα είδη γαστερόποδων και ένα είδος δίθυρου ζουν στα τρεχούμενα νερά του Ακάμα όπως το Melanopsis praemorsa, κοχύλι που ζει μόνο σε καθαρά τρεχούμενα νερά και όχι σε λίμνες. Οι πηγές του Ακάμα είναι πηγές ζωής καθώς όλα τα ζωντανά ξεδιψούν από αυτές. Στα Λουτρά της Αφροδίτης υπάρχουν και τα 4 είδη γαστερόποδων καθώς και χέλια. Χέλια (Anquilla anquilla) υπάρχουν επίσης και στο Φαράγγι του Άβακα. Πολλά είδη εντόμων, όπως λιβελλούλες, αναπαράγονται στα γλυκά νερά του Ακάμα καθώς και τα τρία είδη αμφιβίων που έχουμε στον τόπο μας που υπάρχουν και στον Ακάμα. 
long-eared hedgehog - Cyprus hedgehog - Hemiechinus auritus  dorotheae 

Ο συνολικός αριθμός των ειδών πουλιών που έχουν καταγραφεί στην περιοχή ανέρχεται περίπου σε 250. Η περιοχή προσφέρει καταφύγιο σε 55 μόνιμα είδη, 179 αποδημητικά και άλλα 16 σημαντικά είδη. Χιλιάδες μεταναστευτικά πουλιά περνούν από την Χερσόνησο του Ακάμα κατά την περίοδο μετανάστευσης των πουλιών καθώς ο Ακάμας αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς διαδρόμους των μεταναστευτικών πουλιών. 


Από τα έξι ενδημικά και ενδημικά υποείδη  πουλιών που υπάρχουν στην Κύπρο τα τρία συναντώνται και φωλιάζουν στον Ακάμα.

Στο μικρό νησάκι Άγιος Γεώργιος κοντά στα Λουτρά της Αφροδίτης αναπαράγεται το είδος γλάρου Ασημόγλαρος της Μεσογείου Yellow-legged Gull (Larus michahellis). Το νησάκι Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 800 μέτρων από την ακτή με φυσικά κοιλώματα και χαμηλή βλάστηση. Οι γλάροι φτιάχνουν τις φωλιές τους στο έδαφος κάτω από χαμηλούς θάμνους. 


Από τα είκοσι δύο είδη ερπετών που συναντάμε στην Κύπρο, τα είκοσι υπάρχουν στον Ακάμα. Συγκεκριμένα  και τα έντεκα είδη σαυρών που υπάρχουν στην Κύπρο συναντώνται στον Ακάμα και από τα οκτώ είδη φιδιών που υπάρχουν στην Κύπρο τα επτά υπάρχουν στον Ακάμα. 

Sling Tailed Agama - Stellagama stellio (Κουρκουτάς) 

Δύο είδη θαλάσσιας χελώνας, η πράσινη χελώνα (Chelonia mydas) και η κοινή χελώνα (Caretta caretta) γεννούν και αναπαράγονται κυρίως στις αμμουδερές παραλίες της Λάρας και Τοξεύτρας στον Ακάμα. 

loggerhead sea turtle (Caretta caretta)  

Ευτυχώς πολλά προγράμματα LIFE και δράσεις έχουν υλοποιηθεί μέχρι τώρα για προστασία της βιοποικιλότητας και ανάδειξη της περιοχής. Ελπίζω να συνεχιστή αυτή η καλή δουλειά διότι πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα. 


Ο Ακάμας είναι ένα από τα τελευταία οχυρά της θαυμαστής βιοποικιλότητας του τόπου μας και η προστασία του πρέπει να αποτελέσει πολιτική προτεραιότητα. 

Πηγή: http://politis.com.cy/article/akamasapo-ta-teleftea-ochira-tis-viopikilotitas-tou-topou-mas-webtv


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου γεννήθηκε το 1960 στη Λευκωσία και είναι φυσιοδίφης ερευνητής της κυπριακής βιοποικιλότητας. Φωτογράφος και κινηματογραφιστής αγρίας ζωής και πρόεδρος του συνδέσμου προστασίας φυσικής κληρονομίας και βιοποικιλότητας της Κύπρου. Με ακούραστη δράση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσον αφορά το περιβάλλον και την βιοποικιλότητα του τόπου μας. 

Akamas: One of the Last Strongholds of Our Island’s Biodiversity (Web TV) – By George Konstantinou – Politis Newspaper, 28/1/2018

GEORGE KONSTANTINOU, 28/1/2018

Text, photographs and video by George Konstantinou

Akamas is situated at the westernmost point of Cyprus and covers an area of 17.917 sq. km, of which 7.950 sq. km is marine territory. It constitutes one of the most important areas of Cyprus from both an ecological and a tourism perspective. It is included in the Natura 2000 network. The villages of Pegeia, Kathikas, Pano Arodes, Kato Arodes, Ineia, Drouseia, Fasli, Androlikou and Neo Chorio are located in the Akamas region. The area’s maximum elevation reaches 669 metres in the hills of Ineia village.

The Akamas Peninsula attracts thousands of foreign and local visitors, including many scientists who study the remarkable fauna and flora of the area. The ecological value of Akamas derives from the diversity of its landscape: forests, small streams, valleys, caves, gorges, sandy beaches, rocky shores and islets. The variety of landscapes and vegetation, the relatively undisturbed environment and the beauty of the natural scenery and picturesque villages make the region a true delight for walkers and naturalists. The area constitutes a well-preserved terrestrial as well as marine ecosystem.

The following is a 20-minute documentary of mine, for which I would once again like to express my warmest thanks to my friend Telemachos Ioannidis for providing the narration free of charge.

The terrestrial fauna includes several species of bats and another 29 species of mammals, reptiles and amphibians. All the wild terrestrial and flying mammals of Akamas are nocturnal. Foxes, hares, hedgehogs, rodents and bats make up the mammalian fauna of Akamas. The Mediterranean monk seal (Monachus monachus) appears from time to time in the waters of Akamas and quite possibly breeds there in secluded sea caves. We also encounter the well-known Egyptian fruit bat, which is threatened with extinction.

The area hosts approximately 650 plant taxa—40% of the indigenous flora—including 43 endemic plants, corresponding to 30% of the total 142 endemic plants of Cyprus. Among them are four rare and threatened plants: Centaurea akamantis, Tulipa akamasica, Arbutus unedo and Bellium minutum, which we encounter only in Akamas.

Of the 48 orchid species found in Cyprus, 33 occur in Akamas. There are three main forests: Akamas Forest, Pegeia Forest and Meleti Forest. The terrestrial vegetation is dominated by Phoenician juniper (Juniperus phoenicea) scrub and Calabrian pine (Pinus brutia) forests. Phrygana, olive and carob woodlands and scrubland are also widespread. The low forest of Akamas extends all the way to the coast. Privately owned agricultural land is mainly covered by vineyards, carob trees, olive trees, almond trees and seasonal crops.

Illegal grazing in Akamas by hundreds of sheep and goats is a scourge upon the flora of the area.

Hundreds of species of insects, spiders and many other forms of miniature wildlife occur in Akamas, many of them endemic. Of the 52 butterfly species found in Cyprus, 41 occur in Akamas. There are also hundreds of moth species. In Avakas Gorge we encounter the Jersey tiger (Euplagia quadripunctaria), a moth that is rare in Cyprus and is known as the butterfly of Rhodes. It is included in Annex II of Directive 92/43/EEC as a priority species.

Many species of terrestrial snails occur in Akamas, several of which are endemic, including the rare Assyriella bellardii.

The freshwater springs of Akamas possess their own biodiversity. Four gastropod species and one bivalve species live in the flowing waters of Akamas, including Melanopsis praemorsa, a mollusc that lives only in clean running water and not in lakes. The springs of Akamas are sources of life, as all living creatures drink from them. All four gastropod species, as well as eels, occur at the Baths of Aphrodite. Eels (Anguilla anguilla) are also found in Avakas Gorge. Many insect species, including dragonflies, reproduce in the fresh waters of Akamas, as do all three amphibian species found on our island, all of which also occur in Akamas.

The total number of bird species recorded in the area amounts to approximately 250. The region provides refuge for 55 resident species, 179 migratory species and another 16 important species. Thousands of migratory birds pass through the Akamas Peninsula during the migration season, as Akamas constitutes one of the most important migration corridors for birds.

Of the six endemic bird species and endemic subspecies found in Cyprus, three occur and breed in Akamas.

The yellow-legged gull (Larus michahellis) breeds on the small islet of Agios Georgios near the Baths of Aphrodite. The islet lies approximately 800 metres from the coast and has natural hollows and low vegetation. The gulls build their nests on the ground beneath low shrubs.

Of the 22 reptile species encountered in Cyprus, 20 occur in Akamas. More specifically, all 11 lizard species found in Cyprus occur in Akamas, while seven of the island’s eight snake species are also present there.

Two species of marine turtle, the green sea turtle (Chelonia mydas) and the loggerhead sea turtle (Caretta caretta), lay their eggs and breed mainly on the sandy beaches of Lara and Toxeftra in Akamas.

Fortunately, many LIFE programmes and other actions have been implemented to date for the protection of biodiversity and the promotion of the region. I hope this good work will continue, because much more still needs to be done.

Akamas is one of the last strongholds of our island’s remarkable biodiversity, and its protection must become a political priority.

GEORGE KONSTANTINOU

George Konstantinou was born in Nicosia in 1960 and is a naturalist and researcher of Cyprus’s biodiversity. He is a wildlife photographer and filmmaker and President of the Association for the Protection of the Natural Heritage and Biodiversity of Cyprus. He is tirelessly active on social media in raising awareness about the environment and the biodiversity of our island.

Sunday, 28 January 2018

Giant wild carrot, Wild carrot - Daucus carota subsp. maximus (Desf.) Ball - Άγριο καρότο - Cyprus


Photos Mathiatis 4/6/2015 by George Konstantinou 

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Το Daucus carota subsp. maximus (Desf.) Ball είναι μεγάλο και εντυπωσιακό υποείδος του άγριου καρότου, το οποίο ανήκει στην οικογένεια Apiaceae. Οι καθιερωμένες αγγλικές κοινές ονομασίες Giant wild carrot και Wild carrot αναφέρονται στη μεγάλη μορφή του και στη στενή συγγένειά του με το καλλιεργούμενο καρότο. Στην Κύπρο είναι γνωστό ως άγριο καρότο.

Το υποείδος εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως αποδεκτή ταξινομική μονάδα. Η φυσική του εξάπλωση εκτείνεται από τις Κανάριες Νήσους και τη Μεσόγειο μέχρι τη νοτιοδυτική Ασία και το Πακιστάν. Στην Κύπρο είναι ιθαγενές αλλά όχι ενδημικό φυτό.

Ένα από τα μεγαλύτερα άγρια καρότα

Το επίθετο maximus σημαίνει «ο μεγαλύτερος» και αναφέρεται στις μεγάλες διαστάσεις του φυτού, ιδιαίτερα στους ψηλούς ανθοφόρους βλαστούς και στις πλατιές σύνθετες ταξιανθίες του.

Ενώ πολλές κοινές μορφές του άγριου καρότου παραμένουν σχετικά χαμηλές, το συγκεκριμένο υποείδος μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο. Σε ευνοϊκές συνθήκες, ιδιαίτερα σε βαθιά εδάφη με αρκετή υγρασία και θρεπτικές ουσίες, μπορεί να πλησιάσει ή ακόμη και να υπερβεί το ενάμισι μέτρο.

Στην Κύπρο έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά εύρωστα φυτά πολύ μεγαλύτερου ύψους. Αυτή η εντυπωσιακή ανάπτυξη έχει οδηγήσει ακόμη και στη διάθεση καλλιεργούμενων μορφών από το νησί με την εμπορική ονομασία “Cyprian Giant”. Πρόκειται όμως για κηποτεχνική εμπορική ονομασία και όχι για ξεχωριστό επιστημονικό taxon.

Κύκλος ζωής

Το Daucus carota subsp. maximus είναι κατά κανόνα διετές φυτό, αν και η διάρκεια του κύκλου ζωής του μπορεί να επηρεάζεται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες.

Κατά το πρώτο στάδιο της ανάπτυξής του σχηματίζει συνήθως μια βασική ροζέτα από φύλλα και αναπτύσσει την κεντρική ρίζα του. Στη ρίζα αποθηκεύονται θρεπτικές ουσίες που θα χρησιμοποιηθούν αργότερα για την παραγωγή του μεγάλου ανθοφόρου βλαστού.

Κατά την επόμενη περίοδο ανάπτυξης εμφανίζεται ο ψηλός, όρθιος και διακλαδισμένος βλαστός που φέρει τις ανθοταξίες. Μετά την ανθοφορία, την επικονίαση και την παραγωγή των καρπών, το φυτό ολοκληρώνει συνήθως τον κύκλο ζωής του.

Στο μεσογειακό κλίμα της Κύπρου, η βλάστηση αρχίζει μετά τις πρώτες φθινοπωρινές και χειμερινές βροχές. Η κύρια ανθοφορία πραγματοποιείται από την άνοιξη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.

Βλαστός και φύλλα

Ο βλαστός είναι όρθιος, συμπαγής, αυλακωτός και συνήθως διακλαδίζεται στο ανώτερο τμήμα του. Η επιφάνειά του μπορεί να φέρει δύσκαμπτες τρίχες, ένα γνώρισμα που είναι χρήσιμο για την αναγνώριση του φυτού.

Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα και βαθιά διαιρεμένα δύο ή τρεις φορές σε πολλά στενά τμήματα. Η συνολική μορφή τους είναι συνήθως τριγωνική και θυμίζει λεπτή δαντέλα. Τα κατώτερα φύλλα είναι μεγαλύτερα και φέρουν μίσχο, ενώ τα ανώτερα γίνονται σταδιακά μικρότερα και απλούστερα.

Όταν τριφτούν, τα φύλλα και η ρίζα μπορούν να αναδίδουν τη χαρακτηριστική οσμή του καρότου. Η οσμή όμως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μοναδικό γνώρισμα αναγνώρισης, καθώς η οικογένεια Apiaceae περιλαμβάνει πολλά παρόμοια και ορισμένα εξαιρετικά δηλητηριώδη φυτά.

Η εντυπωσιακή σύνθετη ομπρέλα

Τα μικρά άνθη συγκεντρώνονται σε πολυάριθμες μικρότερες ομάδες, οι οποίες σχηματίζουν μια μεγάλη σύνθετη ομπρέλα. Οι τελικές ομπρέλες του υποείδους μπορούν να αποκτήσουν διάμετρο μεγαλύτερη από 20 εκατοστά και κάποτε να πλησιάσουν τα 30 εκατοστά.

Τα περισσότερα άνθη είναι λευκά ή ελαφρώς ροδόχρωμα. Τα άνθη που βρίσκονται στην περιφέρεια της ταξιανθίας μπορούν να έχουν μεγαλύτερα πέταλα, ενισχύοντας την ορατότητα ολόκληρης της ομπρέλας προς τα έντομα.

Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει στο κέντρο της ταξιανθίας ένα μικρό σκούρο πορφυρό ή κοκκινωπό άνθος. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν εμφανίζεται σε κάθε ομπρέλα ούτε σε κάθε φυτό.

Κάτω από την κύρια ομπρέλα βρίσκονται εμφανή βράκτια, τα οποία είναι βαθιά διαιρεμένα σε στενά τμήματα. Η μορφή αυτών των βρακτίων αποτελεί σημαντικό διαγνωστικό γνώρισμα του γένους Daucus.

Το σκούρο κεντρικό άνθος

Η λειτουργία του σκούρου άνθους που εμφανίζεται στο κέντρο ορισμένων ταξιανθιών έχει απασχολήσει τους επιστήμονες ήδη από την εποχή του Charles Darwin.

Έχει προταθεί ότι το σκούρο άνθος μιμείται ένα μικρό έντομο που βρίσκεται επάνω στην ομπρέλα. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να προσελκύει επιπλέον έντομα, τα οποία αντιλαμβάνονται την παρουσία άλλων επισκεπτών ως ένδειξη διαθέσιμης τροφής ή κατάλληλου χώρου. Άλλες ερμηνείες το θεωρούν υπολειμματικό μορφολογικό χαρακτηριστικό χωρίς ουσιαστική σημερινή λειτουργία.

Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι τα σκούρα κεντρικά άνθη μπορούν, τουλάχιστον υπό ορισμένες συνθήκες, να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των εντόμων που επισκέπτονται τις ομπρέλες. Το θέμα όμως παραμένει πιο σύνθετο από μια μοναδική και απόλυτη εξήγηση.

Ένα μικρό οικοσύστημα πάνω σε κάθε ομπρέλα

Οι πολυάριθμες μικρές ανθικές μονάδες προσφέρουν νέκταρ και γύρη σε μεγάλη ποικιλία εντόμων. Τις ομπρέλες επισκέπτονται μέλισσες, μικρές μοναχικές μέλισσες, σφήκες, μύγες, σκαθάρια, πεταλούδες και άλλα έντομα.

Η ανοιχτή κατασκευή της ανθοταξίας επιτρέπει ακόμη και σε έντομα με κοντά στοματικά μόρια να φτάνουν εύκολα στο νέκταρ. Για τον λόγο αυτό τα άγρια καρότα αποτελούν σημαντικές πηγές τροφής για πολλά είδη επικονιαστών και ωφέλιμων αρπακτικών εντόμων.

Πάνω στις ομπρέλες μπορούν επίσης να παραμονεύουν αράχνες και άλλα αρπακτικά, τα οποία τρέφονται με τα έντομα που προσελκύονται από τα άνθη. Μία μόνο μεγάλη ταξιανθία μπορεί επομένως να φιλοξενεί προσωρινά μια ολόκληρη μικρή κοινότητα οργανισμών.

Καρποί και διασπορά

Μετά την επικονίαση σχηματίζονται μικροί, ξηροί και ωοειδείς καρποί. Κάθε καρπός αποτελείται από δύο τμήματα, τα μερικάρπια, τα οποία χωρίζονται όταν ωριμάσουν.

Η επιφάνειά τους φέρει σειρές από τρίχες και μικρές αγκιστροειδείς άκανθες. Οι κατασκευές αυτές επιτρέπουν στους καρπούς να προσκολλώνται στο τρίχωμα ζώων, στα φτερά πουλιών ή στα ρούχα ανθρώπων και να μεταφέρονται σε νέες περιοχές.

Καθώς οι καρποί ωριμάζουν, οι ακτίνες της ομπρέλας κάμπτονται προς τα μέσα. Η ταξιανθία αποκτά έτσι μια χαρακτηριστική κοίλη ή φωλεόμορφη εμφάνιση. Αυτή η μορφή εξηγεί την αγγλική κοινή ονομασία Bird’s nest, η οποία χρησιμοποιείται γενικότερα για το είδος Daucus carota.

Οι αποξηραμένες ταξιανθίες μπορούν αργότερα να ανοίγουν και να κλείνουν ανάλογα με την υγρασία, επηρεάζοντας τον ρυθμό με τον οποίο απελευθερώνονται οι καρποί.

Σχέση με το καλλιεργούμενο καρότο

Το άγριο και το καλλιεργούμενο καρότο ανήκουν στο ίδιο είδος, Daucus carota, αλλά σε διαφορετικές υποειδικές και καλλιεργούμενες μορφές. Το κοινό καρότο που καλλιεργείται για τη σαρκώδη εδώδιμη ρίζα του συνδέεται με το Daucus carota subsp. sativus.

Η ρίζα του άγριου υποείδους maximus είναι πολύ λεπτότερη, λευκή, σκληρή και ινώδης. Δεν έχει τη μεγάλη, γλυκιά και σαρκώδη ρίζα των καλλιεργούμενων ποικιλιών.

Η σημερινή μορφή του καλλιεργούμενου καρότου είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης ανθρώπινης επιλογής. Μέσα από πολλές γενιές καλλιέργειας επιλέχθηκαν φυτά με μεγαλύτερες, λιγότερο ινώδεις, γλυκύτερες και διαφορετικά χρωματισμένες ρίζες.

Εξάπλωση στην Κύπρο

Το Daucus carota subsp. maximus είναι ιθαγενές και μη ενδημικό στοιχείο της κυπριακής χλωρίδας. Έχει καταγραφεί από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι υψόμετρο περίπου 1.375 μέτρων.

Αναπτύσσεται σε:

  • άκρες δρόμων και μονοπατιών,
  • εγκαταλειμμένα χωράφια,
  • παρυφές καλλιεργειών,
  • ελαιώνες και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες,
  • ξηρά λιβάδια και βοσκοτόπους,
  • ανοικτούς θαμνώνες,
  • βραχώδεις και αμμώδεις θέσεις,
  • πρανή και διαταραγμένα εδάφη,
  • παράκτιες περιοχές.

Στην Κύπρο ανθίζει κυρίως από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Η ακριβής περίοδος εξαρτάται από τις βροχοπτώσεις, το υψόμετρο, τη θερμοκρασία και την υγρασία του εδάφους.

Παγκόσμια εξάπλωση

Η φυσική εξάπλωση του υποείδους περιλαμβάνει τις Κανάριες Νήσους, μεγάλο μέρος της Μεσογείου, τη βόρεια Αφρική, την ανατολική Μεσόγειο και περιοχές της δυτικής και νότιας Ασίας μέχρι το Πακιστάν.

Η παρουσία του στην Κύπρο εντάσσεται στη φυσική μεσογειακή και ανατολικομεσογειακή κατανομή του. Δεν αποτελεί εισβλητικό ή πρόσφατα εισαγόμενο φυτό στο νησί.

Προσοχή στην αναγνώριση

Η οικογένεια Apiaceae περιλαμβάνει πολλά φυτά με μικρά λευκά άνθη συγκεντρωμένα σε ομπρέλες. Ορισμένα είναι βρώσιμα ή αρωματικά, ενώ άλλα είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη.

Το άγριο καρότο μπορεί να συγχέεται με το κώνειο (Conium maculatum) και με άλλα τοξικά σκιαδοφόρα. Το κώνειο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση και θάνατο ακόμη και σε σχετικά μικρή ποσότητα.

Χαρακτηριστικά που βοηθούν στην αναγνώριση του άγριου καρότου είναι:

  • οι λεπτές τρίχες στον συμπαγή πράσινο βλαστό,
  • τα βαθιά διαιρεμένα, δαντελωτά φύλλα,
  • τα εμφανή και πολυσχιδή βράκτια κάτω από την ομπρέλα,
  • η χαρακτηριστική οσμή καρότου από τη ρίζα,
  • η συχνή παρουσία ενός σκούρου άνθους στο κέντρο,
  • η φωλεόμορφη συσπείρωση της ομπρέλας κατά την καρποφορία.

Κανένα από αυτά τα γνωρίσματα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο του. Η αναγνώριση πρέπει να βασίζεται στον συνδυασμό όλων των μορφολογικών χαρακτηριστικών και να επιβεβαιώνεται από έμπειρο βοτανικό.

Δεν συνιστάται η συλλογή για κατανάλωση

Παρόλο που διάφορες πηγές αναφέρουν ιστορική κατανάλωση νεαρών ριζών ή άλλων τμημάτων του άγριου καρότου, η συλλογή του για τροφή δεν συνιστάται. Ο κίνδυνος σύγχυσης με θανατηφόρα δηλητηριώδη φυτά είναι πολύ σοβαρότερος από οποιαδήποτε πιθανή διατροφική αξία.

Επιπλέον, η επαφή με τα φύλλα και τους χυμούς του φυτού μπορεί να προκαλέσει σε ευαίσθητα άτομα δερματικό ερεθισμό ή φωτοδερματίτιδα, ιδιαίτερα όταν το δέρμα εκτεθεί στη συνέχεια σε έντονο ηλιακό φως.

Οι αναφορές για χρήση των σπόρων ή άλλων μερών του φυτού ως αντισυλληπτικών ή εκτρωτικών μέσων δεν αποτελούν ασφαλή ή επιστημονικά αποδεδειγμένη ιατρική πρακτική. Τέτοιες χρήσεις μπορεί να είναι επικίνδυνες και δεν πρέπει να επιχειρούνται.

Οικολογική σημασία

Το Daucus carota subsp. maximus είναι σημαντικό για τη βιοποικιλότητα των ανοικτών μεσογειακών οικοτόπων. Οι μεγάλες ομπρέλες του προσφέρουν τροφή και χώρο ανάπαυσης σε πολυάριθμα έντομα κατά τους θερμούς μήνες, όταν πολλά ανοιξιάτικα φυτά έχουν ήδη ολοκληρώσει την ανθοφορία τους.

Η παρουσία του σε παρυφές καλλιεργειών μπορεί να υποστηρίξει πληθυσμούς επικονιαστών και αρπακτικών εντόμων που τρέφονται με γεωργικά παράσιτα. Οι καρποί του αποτελούν επίσης τροφή για μικρά ζώα, ενώ οι πυκνοί βλαστοί προσφέρουν προσωρινό καταφύγιο σε ασπόνδυλα.

Δεν θεωρείται ενδημικό ή απειλούμενο φυτό της Κύπρου. Ωστόσο, αποτελεί φυσικό μέρος της χλωρίδας του νησιού και πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο σεβασμό που οφείλουμε σε κάθε μορφή άγριας ζωής.

Η καταγραφή στον Μαθιάτη

Οι φωτογραφίες της αρχικής ανάρτησης λήφθηκαν στον Μαθιάτη στις 4 Ιουνίου 2015 από τον George Konstantinou.

Οι συντεταγμένες που ακολουθούν υποδεικνύουν γενικά το χωριό Μαθιάτης και όχι το ακριβές σημείο όπου φωτογραφήθηκε το φυτό.

Τοποθεσία: Μαθιάτης, επαρχία Λευκωσίας, Κύπρος
Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2015
Ενδεικτικές συντεταγμένες: 34.9640, 33.3500
Χάρτης: Google Maps

Φωτογραφίες: Μαθιάτης, 4/6/2015, George Konstantinou

Ταξινόμηση

  • Κοινές ονομασίες: Giant wild carrot, Wild carrot
  • Ελληνική κοινή ονομασία: Άγριο καρότο
  • Βασίλειο: Plantae
  • Φύλο: Tracheophyta
  • Κλάδος: Angiosperms
  • Κλάδος: Eudicots
  • Τάξη: Apiales
  • Οικογένεια: Apiaceae
  • Υποοικογένεια: Apioideae
  • Φυλή: Scandiceae
  • Γένος: Daucus
  • Είδος: Daucus carota L.
  • Υποείδος: Daucus carota subsp. maximus (Desf.) Ball
  • Βιοτική μορφή: Ημικρυπτόφυτο
  • Καθεστώς στην Κύπρο: Ιθαγενές, μη ενδημικό
  • Περίοδος ανθοφορίας στην Κύπρο: Απρίλιος–Σεπτέμβριος
  • Υψομετρική εξάπλωση στην Κύπρο: 0–1.375 μέτρα

Πηγές











Giant Wild Carrot – Wild Carrot – Daucus carota subsp. maximus (Desf.) Ball – Cyprus

Text by George Konstantinou

Daucus carota subsp. maximus (Desf.) Ball is a large and impressive subspecies of wild carrot belonging to the family Apiaceae. Its established English common names, Giant wild carrot and Wild carrot, refer to its large form and close relationship with the cultivated carrot.

The subspecies continues to be recognised as an accepted taxon. Its native distribution extends from the Canary Islands and the Mediterranean to southwestern Asia and Pakistan. In Cyprus, it is indigenous but not endemic.

One of the largest wild carrots

The epithet maximus means “the largest” and refers to the plant’s substantial dimensions, particularly its tall flowering stems and broad compound inflorescences.

While many common forms of wild carrot remain relatively short, this subspecies can exceed one metre in height. Under favourable conditions, particularly in deep soils with sufficient moisture and nutrients, it may approach or even exceed one and a half metres.

Exceptionally robust plants of considerably greater height have been observed in Cyprus. This impressive growth has even resulted in cultivated material from the island being sold under the commercial name “Cyprian Giant”. This is a horticultural trade name, however, and not a separate scientific taxon.

Life cycle

Daucus carota subsp. maximus is generally a biennial plant, although environmental conditions may influence the duration of its life cycle.

During its first stage of growth, it usually produces a basal rosette of leaves and develops its central root. Nutrients are stored in the root and later used to produce the large flowering stem.

During the following growing period, the tall, erect and branching stem bearing the inflorescences emerges. After flowering, pollination and fruit production, the plant usually completes its life cycle.

Under the Mediterranean climate of Cyprus, growth begins following the first autumn and winter rains. The principal flowering period extends from spring until the end of summer.

Stem and leaves

The stem is erect, solid, grooved and usually branched in its upper section. Its surface may bear stiff hairs, a feature that is useful in identifying the plant.

The leaves are alternate and deeply divided two or three times into numerous narrow segments. Their overall outline is generally triangular and resembles fine lace. The lower leaves are larger and stalked, while the upper ones gradually become smaller and simpler.

When crushed, the leaves and root may release the characteristic smell of carrot. Smell must not be used as the sole identifying feature, however, because the family Apiaceae contains numerous similar-looking plants, some of which are extremely poisonous.

The impressive compound umbel

The small flowers are arranged in numerous smaller clusters that collectively form a large compound umbel. The terminal umbels of this subspecies may exceed 20 centimetres in diameter and occasionally approach 30 centimetres.

Most flowers are white or slightly pinkish. Those situated around the edge of the inflorescence may possess larger petals, increasing the visibility of the entire umbel to insects.

In many cases, a small dark-purple or reddish flower occurs at the centre of the inflorescence. This feature is not present in every umbel or on every plant.

Conspicuous bracts occur beneath the principal umbel and are deeply divided into narrow segments. The form of these bracts is an important diagnostic feature of the genus Daucus.

The dark central flower

The function of the dark flower that appears at the centre of some inflorescences has interested scientists since the time of Charles Darwin.

It has been proposed that the dark flower mimics a small insect resting on the umbel. It may thereby attract additional insects that interpret the presence of another visitor as evidence of available food or a suitable site. Other interpretations regard it as a vestigial morphological feature with no important present-day function.

Modern studies indicate that dark central flowers can, at least under certain conditions, influence the behaviour of insects visiting the umbels. The matter nevertheless remains more complex than any single absolute explanation.

A miniature ecosystem on every umbel

The numerous small flowers provide nectar and pollen for a great variety of insects. The umbels are visited by honeybees, small solitary bees, wasps, flies, beetles, butterflies and other insects.

The open structure of the inflorescence allows even insects with short mouthparts to reach the nectar easily. Wild carrots are consequently important food sources for many pollinators and beneficial predatory insects.

Spiders and other predators may also wait on the umbels and feed on insects attracted to the flowers. A single large inflorescence can therefore temporarily support an entire small community of organisms.

Fruits and dispersal

Following pollination, small, dry and oval fruits develop. Each fruit consists of two sections, known as mericarps, which separate at maturity.

Their surfaces bear rows of hairs and small hooked spines. These structures allow the fruits to attach themselves to animal fur, bird feathers or people’s clothing and be transported to new locations.

As the fruits mature, the rays of the umbel curve inwards. The inflorescence consequently acquires a distinctive concave or nest-like appearance. This form explains the English common name Bird’s nest, which is used more generally for the species Daucus carota.

The dried inflorescences may later open and close in response to humidity, influencing the rate at which the fruits are released.

Relationship with the cultivated carrot

Wild and cultivated carrots belong to the same species, Daucus carota, but represent different subspecific and cultivated forms. The familiar carrot grown for its fleshy edible root is associated with Daucus carota subsp. sativus.

The root of the wild subspecies maximus is much thinner, white, tough and fibrous. It does not possess the large, sweet and fleshy root of cultivated varieties.

The modern cultivated carrot is the result of a long history of human selection. Over many generations, people selected plants with larger, less fibrous, sweeter and differently coloured roots.

Distribution in Cyprus

Daucus carota subsp. maximus is an indigenous but non-endemic member of the Cypriot flora. It has been recorded from sea level to an altitude of approximately 1,375 metres.

It grows in:

  • roadsides and path margins,
  • abandoned fields,
  • the margins of cultivated land,
  • olive groves and other tree plantations,
  • dry grasslands and pastures,
  • open scrubland,
  • rocky and sandy places,
  • embankments and disturbed ground,
  • coastal areas.

In Cyprus, it flowers mainly from April to September. The exact period depends on rainfall, altitude, temperature and soil moisture.

Global distribution

The native range of the subspecies includes the Canary Islands, much of the Mediterranean, North Africa, the eastern Mediterranean and areas of western and southern Asia extending to Pakistan.

Its presence in Cyprus forms part of its natural Mediterranean and eastern Mediterranean distribution. It is not an invasive or recently introduced plant on the island.

Careful identification is essential

The family Apiaceae includes numerous plants with small white flowers arranged in umbels. Some are edible or aromatic, while others are extremely poisonous.

Wild carrot can be confused with poison hemlock (Conium maculatum) and other toxic umbellifers. Poison hemlock can cause severe and potentially fatal poisoning, even when consumed in relatively small quantities.

Features that assist in recognising wild carrot include:

  • fine hairs on the solid green stem,
  • deeply divided, lace-like leaves,
  • conspicuous and deeply divided bracts beneath the umbel,
  • the characteristic carrot smell of the root,
  • the frequent presence of a dark central flower,
  • the nest-like contraction of the umbel during fruiting.

None of these characters should be used on its own. Identification must be based on the complete combination of morphological features and confirmed by an experienced botanist.

Collection for consumption is not recommended

Although various sources report the historical consumption of young roots or other parts of wild carrot, collecting it for food is not recommended. The risk of confusing it with lethally poisonous plants is far more serious than any possible nutritional value.

Furthermore, contact with the foliage and plant juices can cause skin irritation or phytophotodermatitis in sensitive individuals, particularly if the affected skin is subsequently exposed to strong sunlight.

Reports of seeds or other plant parts being used as contraceptive or abortifacient preparations do not represent a safe or scientifically proven medical practice. Such uses may be dangerous and must not be attempted.

Ecological importance

Daucus carota subsp. maximus is important to the biodiversity of open Mediterranean habitats. Its large umbels provide food and resting places for numerous insects during the warmer months, when many spring-flowering plants have already completed their flowering period.

Its presence along the margins of cultivated land can support populations of pollinators and predatory insects that feed on agricultural pests. Its fruits also provide food for small animals, while its dense stems offer temporary shelter for invertebrates.

It is not regarded as an endemic or threatened plant of Cyprus. It nevertheless forms a natural part of the island’s flora and deserves the same respect that should be shown to every form of wildlife.

The record from Mathiatis

The photographs in the original post were taken at Mathiatis on 4 June 2015 by George Konstantinou.

The coordinates below indicate Mathiatis generally and not the precise location where the plant was photographed.

Location: Mathiatis, Nicosia District, Cyprus
Date: 4 June 2015
Approximate coordinates: 34.9640, 33.3500
Map: Google Maps

Photos: Mathiatis, 4 June 2015, by George Konstantinou

Taxonomy

  • Common names: Giant wild carrot, Wild carrot
  • Kingdom: Plantae
  • Phylum: Tracheophyta
  • Clade: Angiosperms
  • Clade: Eudicots
  • Order: Apiales
  • Family: Apiaceae
  • Subfamily: Apioideae
  • Tribe: Scandiceae
  • Genus: Daucus
  • Species: Daucus carota L.
  • Subspecies: Daucus carota subsp. maximus (Desf.) Ball
  • Life form: Hemicryptophyte
  • Status in Cyprus: Indigenous, non-endemic
  • Flowering period in Cyprus: April–September
  • Altitudinal range in Cyprus: 0–1,375 metres

Sources