See also
Η Ιερά Μονή της Παναγίας του Κύκκου - Kykkos Monastery
Στην καρδιά της οροσειράς του Τροόδους, εκεί όπου τα πυκνά πευκοδάση αγκαλιάζουν τις βαθιές κοιλάδες και τα τρεχούμενα νερά διαμορφώνουν ένα μοναδικό φυσικό τοπίο, βρίσκονται δύο από τα πιο αυθεντικά χωριά της ορεινής Κύπρου: ο Κάμπος και η Τσακκίστρα. Τα δύο χωριά απέχουν μόλις δύο χιλιόμετρα μεταξύ τους και αποτελούν έναν ενιαίο ιστορικό, πολιτιστικό και κοινωνικό πυρήνα της περιοχής της Μαραθάσας, διατηρώντας μέχρι σήμερα ισχυρούς δεσμούς που χάνονται στους αιώνες.
Ο Κάμπος ανήκει διοικητικά στην επαρχία Λευκωσίας και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε διοικητική έκταση χωριά της επαρχίας, ενώ είναι χτισμένος σε μέσο υψόμετρο περίπου 880 μέτρων. Το χωριό αναπτύσσεται μέσα σε μια στενή και καταπράσινη κοιλάδα που διασχίζεται από τον ποταμό του Κάμπου, ο οποίος επί χιλιάδες χρόνια διαμόρφωσε το επιβλητικό ορεινό ανάγλυφο της περιοχής. Οι απότομες βουνοπλαγιές που περιβάλλουν τον οικισμό αποτελούνται κυρίως από πετρώματα γάββρου και διαβάση, χαρακτηριστικά της γεωλογίας του συμπλέγματος του Τροόδους.
Η περιοχή δέχεται σημαντικές βροχοπτώσεις, που ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 700 χιλιοστόμετρα ετησίως, γεγονός που ευνοεί την ανάπτυξη πλούσιας βλάστησης. Ωστόσο, το ιδιαίτερα απότομο ανάγλυφο περιορίζει τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις στις όχθες του ποταμού και στα μικρά φυσικά αναβαθμίδια της κοιλάδας. Εκεί καλλιεργούνται παραδοσιακά κερασιές, μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές, καρυδιές, αμυγδαλιές, ελιές, αμπέλια, καθώς και μικρές ποσότητες λαχανικών και οσπρίων. Ιδιαίτερα γνωστά παραμένουν τα κεράσια του Κάμπου, τα οποία θεωρούνται από τα ποιοτικότερα της Κύπρου.
Περισσότερο από τα δύο τρίτα της διοικητικής έκτασης του χωριού καλύπτονται από φυσικό δάσος, όπου κυριαρχούν η τραχεία πεύκη, η λατζιά, η ανδρουκλιά, οι σφένδαμνοι και πολλά ακόμη είδη της κυπριακής χλωρίδας. Το δάσος του Κάμπου αποτελεί σημαντικό βιότοπο για δεκάδες είδη πουλιών, θηλαστικών και ερπετών, ενώ προσελκύει φυσιολάτρες, πεζοπόρους και φωτογράφους άγριας ζωής από ολόκληρη την Κύπρο.
Η στενή γεωργική γη δεν μπορούσε ποτέ να καλύψει πλήρως τις ανάγκες των κατοίκων. Για τον λόγο αυτό, ήδη από τους πρώτους αιώνες της ύπαρξης του χωριού, οι περισσότεροι στράφηκαν στην αξιοποίηση του πλούσιου δασικού πλούτου. Η υλοτομία εξελίχθηκε στο σημαντικότερο επάγγελμα της περιοχής και συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη τόσο του Κάμπου όσο και της γειτονικής Τσακκίστρας. Οι ξυλοκόποι εργάζονταν σε ολόκληρη την οροσειρά του Τροόδους, ενώ η επεξεργασία της ξυλείας γινόταν στα τοπικά πριονιστήρια, όπου παράγονταν ξυλεία, κιβώτια, βαρέλια και άλλα ξύλινα προϊόντα που διακινούνταν σε ολόκληρη την Κύπρο.
Η σχέση του χωριού με το δάσος ήταν τόσο στενή ώστε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα οι βρετανικές αποικιακές αρχές εγκατέστησαν στον Κάμπο δασικό σταθμό για την προστασία και διαχείριση των δασών του Τροόδους. Παράλληλα λειτούργησαν αστυνομικός σταθμός και άλλες κρατικές υπηρεσίες, καθιστώντας τον Κάμπο διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.
Η ιστορία του χωριού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τσακκίστρα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η εύφορη κοιλάδα όπου βρίσκεται σήμερα ο Κάμπος αποτελούσε αρχικά γεωργική περιοχή των κατοίκων της Τσακκίστρας και ήταν γνωστή απλώς ως «ο κάμπος». Με την πάροδο του χρόνου οι ιδιοκτήτες άρχισαν να οικοδομούν μόνιμες κατοικίες δίπλα στα χωράφια τους, δημιουργώντας σταδιακά έναν νέο οικισμό, ο οποίος πιθανότατα ιδρύθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, κατά τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου. Για τον λόγο αυτό το χωριό είναι γνωστό μέχρι σήμερα και ως Κάμπος της Τσακκίστρας.
Η Τσακκίστρα, χτισμένη σε μεγαλύτερο υψόμετρο στις πλαγιές του βουνού, αποτελεί έναν από τους παλαιότερους οικισμούς της περιοχής. Τα δύο χωριά εξελίχθηκαν παράλληλα, με κοινές οικογένειες, κοινές επαγγελματικές δραστηριότητες και στενούς κοινωνικούς δεσμούς. Για πολλές γενιές οι κάτοικοί τους μοιράζονταν τις ίδιες γεωργικές εκτάσεις, τα ίδια δάση και τις ίδιες παραδόσεις, γεγονός που εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζονται ως μια ενιαία κοινότητα.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής διαδραμάτισε η εγγύτητα με την ιστορική Ιερά Μονή Κύκκου, που απέχει περίπου επτά χιλιόμετρα από τον Κάμπο. Πριν από το 1974, ο δρόμος που συνέδεε τη Λευκωσία με τη Μονή μέσω Μόρφου και Ξερού περνούσε από τον Κάμπο, μετατρέποντας το χωριό σε βασικό σταθμό για χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες. Η τουρκική εισβολή και η κατοχή της περιοχής της Μόρφου διέκοψαν αυτή την ιστορική οδική σύνδεση, με αποτέλεσμα ο Κάμπος να απομονωθεί συγκοινωνιακά και να προσεγγίζεται πλέον μέσω του δρόμου της Μονής Κύκκου. Η αλλαγή αυτή επηρέασε σημαντικά τόσο την τοπική οικονομία όσο και την τουριστική ανάπτυξη της κοινότητας.
Παρά τις δυσκολίες, ο Κάμπος διατηρεί μέχρι σήμερα τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Οι πέτρινες κατοικίες, τα στενά δρομάκια, τα παλιά πριονιστήρια και οι ήρεμες γειτονιές μαρτυρούν μια εποχή όπου η ζωή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το βουνό και το δάσος. Η κύρια εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον Άγιο Κυριακό, ανακαινίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και φυλάσσει σημαντικές εικόνες που προέρχονται από παλαιότερα εξωκλήσια της περιοχής. Στην κοινότητα υπάρχουν επίσης οι εκκλησίες της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Σπυρίδωνα και του Προφήτη Ηλία, ενώ παλαιότερα λειτουργούσε και η ιστορική μονή της Παναγίας των Ηλιακών.
Εκτός από την ξυλεία, ο Κάμπος υπήρξε γνωστός και για την αξιοποίηση των αρωματικών φυτών του βουνού. Η άγρια ρίγανη συλλεγόταν σε μεγάλες ποσότητες και χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή αιθέριου ελαίου, το οποίο αξιοποιούνταν τόσο στη φαρμακευτική όσο και στη σαπωνοποιία. Παράλληλα, οι καρποί και η ρητίνη της σχινιάς χρησιμοποιούνταν στην παραδοσιακή βιοτεχνία, ενώ τα εύκαμπτα κλαδιά της αποτελούσαν πρώτη ύλη για την καλαθοπλεκτική.
Σήμερα, παρά τη σημαντική μείωση του πληθυσμού λόγω της αστυφιλίας, οι δύο κοινότητες συνεχίζουν να διατηρούν ζωντανές τις παραδόσεις τους. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, τοπικά φεστιβάλ, θρησκευτικές πανηγύρεις και η αυθεντική κυπριακή φιλοξενία κρατούν ζωντανή την ταυτότητα του τόπου. Ο Κάμπος και η Τσακκίστρα δεν αποτελούν απλώς δύο ορεινά χωριά· αποτελούν ζωντανές μαρτυρίες της ιστορίας της Μαραθάσας και της στενής σχέσης του ανθρώπου με το δάσος, το βουνό και τη φύση της Κύπρου.
Tex and Photos 16/3/2013 by George Konstantinou
No comments:
Post a Comment