Translate

Showing posts with label Cyprus birds of prey. Show all posts
Showing posts with label Cyprus birds of prey. Show all posts

Sunday, 16 July 2023

Northern goshawk, Goshawk - Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758) Διπλoσάϊvo, Διπλοσιάχινο - Cyprus

See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


List of Cyprus birds of prey on this blog - Λίστα Αρπαχτικών πουλιών της Κύπρου σε αυτό το ιστολόγιο

 - Αρπαχτικά πουλιά της Κύπρου

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου και Κωνσταντίνος Αντωνίου

Το διπλοσιάχινο

Το διπλοσιάχινο, γνωστό και ως διπλοσάινο, είναι ένα ισχυρόσωμο ημερόβιο αρπακτικό πτηνό της οικογένειας Accipitridae. Η παραδοσιακή επιστημονική ονομασία του είναι Accipiter gentilis, ενώ σε νεότερες ταξινομικές κατατάξεις το ευρασιατικό είδος τοποθετείται στο γένος Astur και αναφέρεται ως Astur gentilis.

Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τους αετούς, τις γερακίνες, τους κίρκους και άλλα αρπακτικά πτηνά. Είναι μεγαλύτερο και ισχυρότερο από το συγγενικό ξεφτέρι, Accipiter nisus, και διαθέτει μορφολογικά χαρακτηριστικά κατάλληλα για γρήγορο και ευέλικτο κυνήγι μέσα σε δασώδεις περιοχές.

Η αρχική επιστημονική περιγραφή του είδους έγινε από τον Carl Linnaeus το 1758, στη δέκατη έκδοση του έργου Systema Naturae, με την ονομασία Falco gentilis.

Η λέξη Accipiter είναι λατινική ονομασία για το γεράκι και συνδέεται με το ρήμα accipere, που σημαίνει «αρπάζω» ή «συλλαμβάνω». Η ειδική ονομασία gentilis σημαίνει «ευγενής» και έχει συσχετιστεί με την ιστορική χρήση του πουλιού στη γερακοθηρία.

Εμφάνιση και σωματικές αναλογίες

Το διπλοσιάχινο είναι μεσαίου έως μεγάλου μεγέθους αρπακτικό με σχετικά κοντές και πλατιές πτέρυγες, μακριά ουρά και ισχυρά πόδια. Ο συνδυασμός αυτός το βοηθά να επιταχύνει γρήγορα, να αλλάζει απότομα κατεύθυνση και να κινείται ανάμεσα σε δέντρα και πυκνή βλάστηση.

Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό ως προς το μέγεθος. Το θηλυκό είναι αισθητά μεγαλύτερο και βαρύτερο από το αρσενικό. Τα αρσενικά έχουν συνήθως μήκος περίπου 49–57 εκατοστά και άνοιγμα πτερύγων 93–105 εκατοστά, ενώ τα θηλυκά μπορούν να φτάσουν σε μήκος 58–64 εκατοστά και άνοιγμα πτερύγων μεγαλύτερο από 120 εκατοστά.

Ο ενήλικος έχει γκριζωπή έως γκριζοκάστανη άνω επιφάνεια. Η κάτω επιφάνεια είναι ανοιχτόχρωμη και καλύπτεται από λεπτές, σκούρες εγκάρσιες ραβδώσεις. Πάνω από το μάτι διακρίνεται έντονο λευκό φρύδι, το οποίο αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα του είδους.

Τα μάτια των ενηλίκων είναι συνήθως πορτοκαλί έως βαθιά κόκκινα. Το αγκιστροειδές ράμφος είναι ισχυρό, ενώ τα πόδια καταλήγουν σε μακριά δάκτυλα και αιχμηρά νύχια, κατάλληλα για την αρπαγή και ακινητοποίηση της λείας.

Το νεαρό πτέρωμα

Τα νεαρά διπλοσιάχινα διαφέρουν εμφανώς από τα ενήλικα. Η άνω επιφάνειά τους είναι καστανή, με ανοιχτόχρωμα περιθώρια στα φτερά, ενώ η κάτω επιφάνεια φέρει επιμήκεις καστανές ραβδώσεις αντί για τις λεπτές εγκάρσιες γραμμές των ενηλίκων.

Τα μάτια των νεαρών είναι αρχικά κιτρινωπά και αποκτούν σταδιακά πορτοκαλί ή κοκκινωπό χρώμα καθώς το πουλί ωριμάζει.

Η μακριά ουρά παρουσιάζει πλατιές σκούρες ζώνες. Σε συνδυασμό με τις σχετικά κοντές πτέρυγες, αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό αναγνώρισης τόσο όταν το πουλί κάθεται όσο και όταν πετά.

Η αναγνώριση ενός νεαρού ατόμου χρειάζεται προσοχή, επειδή μπορεί να συγχυστεί με μεγάλο θηλυκό ξεφτέρι. Το διπλοσιάχινο είναι όμως πιο ογκώδες, έχει ισχυρότερα πόδια, πλατύτερο στήθος, πιο προτεταμένο κεφάλι κατά την πτήση και γενικά βαρύτερη εμφάνιση.

Πτήση και τρόπος κυνηγιού

Το διπλοσιάχινο είναι εξαιρετικά ευέλικτος κυνηγός των δασών. Συχνά κινείται με διαδοχικά γρήγορα χτυπήματα των πτερύγων, τα οποία εναλλάσσονται με σύντομα διαστήματα ολίσθησης.

Όταν κυνηγά, μπορεί να χρησιμοποιεί δέντρα, θάμνους, βράχους και τις ανωμαλίες του εδάφους ως κάλυψη. Επιχειρεί συχνά αιφνιδιαστικές επιθέσεις από χαμηλό ύψος και επιταχύνει απότομα μόλις πλησιάσει τη λεία.

Η μακριά ουρά λειτουργεί ως πηδάλιο και του επιτρέπει να πραγματοποιεί απότομες στροφές. Οι κοντές και στρογγυλεμένες πτέρυγες προσφέρουν επιτάχυνση και έλεγχο μέσα σε περιορισμένο χώρο.

Σε ανοικτές περιοχές μπορεί επίσης να κυνηγήσει με παρατεταμένη καταδίωξη. Παρά το μέγεθός του, είναι ικανό να περνά με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα σε κορμούς και κλαδιά, ακολουθώντας πουλιά που προσπαθούν να διαφύγουν μέσα στο δάσος.

Διατροφή

Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από πουλιά και μεσαίου μεγέθους θηλαστικά. Τα είδη που καταναλώνει διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή, την εποχή και τη διαθεσιμότητα της λείας.

Μπορεί να κυνηγήσει περιστέρια, κορακοειδή, τσίχλες, δρυοκολάπτες, πέρδικες και άλλα δασικά ή αγροτικά πουλιά. Από τα θηλαστικά συλλαμβάνει σκίουρους, λαγόμορφα και διάφορα τρωκτικά. Τα ισχυρότερα θηλυκά μπορούν γενικά να χειριστούν μεγαλύτερη λεία από τα μικρότερα αρσενικά.

Δεν κυνηγά αποκλειστικά στο εσωτερικό συνεχόμενων δασών. Χρησιμοποιεί επίσης δασικά ξέφωτα, όρια βλάστησης, ποτάμιες κοιλάδες, αγροτικές εκτάσεις κοντά σε δέντρα και άλλες περιοχές όπου το δάσος εναλλάσσεται με ανοικτό χώρο.

Η παρουσία του αποτελεί μέρος των φυσικών σχέσεων θηρευτή και λείας. Δεν εξοντώνει αυθαίρετα άλλα πουλιά, αλλά κυνηγά για να επιβιώσει και να αναθρέψει τους νεοσσούς του.

Ενδιαίτημα

Το διπλοσιάχινο συνδέεται κυρίως με δάση κωνοφόρων, φυλλοβόλων ή μικτής σύνθεσης. Περισσότερο από το συγκεκριμένο είδος δέντρου, σημασία έχουν η δομή και η ηλικία του δάσους.

Για τη φωλεοποίηση προτιμά συνήθως ώριμες συστάδες με ψηλά δέντρα, αρκετή κάλυψη από την κόμη και σχετικά ανοικτό χώρο κάτω από αυτήν. Η διαμόρφωση αυτή επιτρέπει στο μεγάλο αρπακτικό να προσεγγίζει τη φωλιά και να κινείται μέσα στο δάσος.

Τα ξέφωτα, οι δασικοί δρόμοι, οι κοιλάδες, οι άκρες του δάσους και οι ανοικτές εκτάσεις κοντά στη φωλιά προσφέρουν ευκαιρίες κυνηγιού. Ένα κατάλληλο έδαφος επικράτειας περιλαμβάνει επομένως συνδυασμό ασφαλών θέσεων φωλεοποίησης και διαφορετικών κυνηγετικών περιοχών.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες το είδος έχει εγκατασταθεί και σε περιαστικά δάση ή μεγάλους χώρους πρασίνου, εφόσον υπάρχουν ώριμα δέντρα, επαρκής λεία και περιοχές με περιορισμένη ανθρώπινη ενόχληση.

Αναπαραγωγή και φωλιά

Η αναπαραγωγική δραστηριότητα αρχίζει συνήθως στα τέλη του χειμώνα ή στις αρχές της άνοιξης. Τα ζευγάρια πραγματοποιούν πτήσεις επίδειξης πάνω από το δάσος, συνοδευόμενες συχνά από χαρακτηριστικές φωνές.

Η φωλιά είναι μεγάλη και κατασκευάζεται από κλαδιά. Τοποθετείται συνήθως σε ψηλό και ώριμο δέντρο, κοντά στον κύριο κορμό ή σε ισχυρή διχάλα. Το εσωτερικό μπορεί να επενδύεται με λεπτότερα κλαδιά, φλοιό και φρέσκα πράσινα κλαδάκια.

Ένα ζευγάρι μπορεί να διατηρεί περισσότερες από μία φωλιές μέσα στην επικράτειά του και να χρησιμοποιεί διαφορετική φωλιά σε διαδοχικές χρονιές. Παλαιές φωλιές επισκευάζονται και μπορεί να αποκτήσουν μεγάλες διαστάσεις έπειτα από επανειλημμένη χρήση.

Η γέννα περιλαμβάνει συνήθως δύο έως τέσσερα αυγά. Η επώαση πραγματοποιείται κυρίως από το θηλυκό και διαρκεί περίπου πέντε εβδομάδες. Κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου, το αρσενικό φέρνει τροφή στο θηλυκό.

Μετά την εκκόλαψη, το θηλυκό παραμένει αρχικά κοντά στους νεοσσούς, τους προστατεύει και μοιράζει τη λεία που μεταφέρει το αρσενικό. Καθώς οι νεοσσοί μεγαλώνουν, και οι δύο γονείς συμμετέχουν περισσότερο στην εξασφάλιση τροφής.

Τα νεαρά εγκαταλείπουν τη φωλιά περίπου πέντε έως έξι εβδομάδες μετά την εκκόλαψη. Παραμένουν όμως για αρκετό διάστημα κοντά στην περιοχή της φωλιάς και εξαρτώνται από τους γονείς τους μέχρι να αναπτύξουν τις ικανότητες που απαιτούνται για ανεξάρτητο κυνήγι.

Κατανομή στον κόσμο

Το είδος έχει ευρεία εξάπλωση στις εύκρατες και βόρειες περιοχές της Ευρασίας. Απαντά από την Ευρώπη και τη Μεσόγειο μέχρι τη Ρωσία, τη Σιβηρία, την Κεντρική και Ανατολική Ασία και την Ιαπωνία.

Οι περισσότεροι πληθυσμοί είναι επιδημητικοί ή πραγματοποιούν περιορισμένες τοπικές μετακινήσεις. Πουλιά από ψυχρότερες και βορειότερες περιοχές μπορεί να μετακινηθούν νοτιότερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ιδιαίτερα όταν η τροφή είναι περιορισμένη.

Οι πληθυσμοί της Βόρειας Αμερικής θεωρούνταν παραδοσιακά μέρος του Accipiter gentilis. Νεότερες ταξινομικές μελέτες τούς αντιμετωπίζουν ως χωριστό είδος, το αμερικανικό διπλοσιάχινο Astur atricapillus. Με αυτή την ταξινομική προσέγγιση, το Astur gentilis αναφέρεται στο ευρασιατικό είδος.

Το διπλοσιάχινο στην Κύπρο

Στην Κύπρο το διπλοσιάχινο είναι σπάνιο και τοπικό επιδημητικό αναπαραγόμενο είδος. Ο μικρός πληθυσμός του συνδέεται κυρίως με τα ώριμα δάση και τις δασωμένες κοιλάδες του Τροόδους.

Η παρουσία νεαρών πουλιών κοντά σε φωλιές αποτελεί σημαντική ένδειξη επιτυχούς αναπαραγωγής. Λόγω του περιορισμένου αριθμού ζευγαριών και της δυσκολίας εντοπισμού τους μέσα σε εκτεταμένα δάση, κάθε τεκμηριωμένη αναπαραγωγική παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία.

Στις 18 Ιουνίου 2021, ο Γιώργος Κωνσταντίνου φωτογράφισε ένα νεαρό διπλοσιάχινο έξω από τη φωλιά του, στην κοιλάδα του ποταμού Διάριζου, στον εκδρομικό χώρο Κομιτιτζή, κοντά στο χωριό Μυλικούρι.

Στην αρχική ανάρτηση περιλαμβάνονται επίσης φωτογραφίες από το Αρμυρολίβαδο το 2022 και από την κοιλάδα της Μαραθάσας το 2023, οι οποίες τραβήχτηκαν από τον Κωνσταντίνο Αντωνίου.

Οι καταγραφές αυτές επιβεβαιώνουν τη σύνδεση του είδους με τα ορεινά δάση και τις βαθιές δασωμένες κοιλάδες της Κύπρου. Δεν πρέπει όμως να δημοσιοποιούνται ακριβείς ενεργές θέσεις φωλιών, καθώς η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση ή εγκατάλειψη της αναπαραγωγικής προσπάθειας.

Οικολογική σημασία

Ως κορυφαίος δασικός θηρευτής, το διπλοσιάχινο συμμετέχει στη ρύθμιση πληθυσμών πουλιών και μικρών ή μεσαίων θηλαστικών. Η επίδρασή του δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα, αλλά ως μέρος ενός πολύπλοκου δασικού τροφικού πλέγματος.

Η παρουσία αναπαραγόμενων ζευγαριών συνδέεται συχνά με δασικά οικοσυστήματα που διαθέτουν ώριμα δέντρα, κατάλληλη δομή βλάστησης, επαρκή τροφή και σχετικά χαμηλό επίπεδο ενόχλησης.

Η διατήρησή του ωφελεί παράλληλα πολλά άλλα είδη που εξαρτώνται από ώριμα δάση, παλαιά δέντρα, δασικά ξέφωτα και φυσικές ποτάμιες κοιλάδες.

Απειλές και προστασία

Σε παγκόσμιο επίπεδο το διπλοσιάχινο κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία Ελάχιστης Ανησυχίας – Least Concern. Η παγκόσμια αυτή αξιολόγηση δεν σημαίνει ότι όλοι οι τοπικοί πληθυσμοί είναι εξίσου ασφαλείς.

Στην Κύπρο ο αναπαραγόμενος πληθυσμός είναι μικρός και περιορισμένος. Για τον λόγο αυτό, η προστασία των γνωστών και πιθανών περιοχών φωλεοποίησης έχει ιδιαίτερη σημασία.

Οι σημαντικότερες πιέσεις περιλαμβάνουν:

  • την καταστροφή ή υποβάθμιση ώριμων δασικών συστάδων,
  • την απομάκρυνση μεγάλων δέντρων κατάλληλων για φωλεοποίηση,
  • την έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα κοντά σε ενεργές φωλιές,
  • τις πυρκαγιές και τη μεγάλης κλίμακας αλλοίωση του δασικού ενδιαιτήματος,
  • την παράνομη θανάτωση και παγίδευση αρπακτικών πουλιών,
  • τη δηλητηρίαση ή τη δευτερογενή έκθεση σε τοξικές ουσίες,
  • τις προσκρούσεις σε ανθρώπινες κατασκευές.

Η προστασία του απαιτεί διατήρηση ώριμων δέντρων, περιορισμό των δασικών εργασιών κοντά σε ενεργές φωλιές κατά την αναπαραγωγική περίοδο και αποφυγή της δημοσιοποίησης ευαίσθητων τοποθεσιών.

Υπεύθυνη παρατήρηση

Κατά την παρατήρηση ή φωτογράφιση ενός διπλοσιάχινου κοντά σε πιθανή φωλιά πρέπει να διατηρείται μεγάλη απόσταση. Επαναλαμβανόμενες φωνές συναγερμού, χαμηλές πτήσεις πάνω από τον παρατηρητή ή επίμονη παρουσία των ενηλίκων αποτελούν ενδείξεις ότι τα πουλιά έχουν ενοχληθεί.

Δεν πρέπει να πλησιάζουμε τη φωλιά, να απομακρύνουμε βλάστηση για καλύτερη φωτογραφία, να χρησιμοποιούμε ηχογραφημένες φωνές ή να παραμένουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή.

Οι ακριβείς συντεταγμένες μιας ενεργής φωλιάς πρέπει να κοινοποιούνται μόνο σε αρμόδιους επιστήμονες ή υπηρεσίες προστασίας της φύσης. Η ασφάλεια των πουλιών και η επιτυχία της αναπαραγωγής έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε φωτογραφική καταγραφή.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Chordata
Ομοταξία: Aves
Τάξη: Accipitriformes
Οικογένεια: Accipitridae
Γένος: Accipiter Brisson, 1760
Είδος: Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758)
Νεότερος ταξινομικός συνδυασμός: Astur gentilis (Linnaeus, 1758)
Ελληνικές κοινές ονομασίες: Διπλοσιάχινο / Διπλοσάινο
Αγγλική κοινή ονομασία: Northern Goshawk / Eurasian Goshawk
Κατάσταση στην Κύπρο: Σπάνιο επιδημητικό αναπαραγόμενο είδος
Κατάσταση IUCN: Ελάχιστης Ανησυχίας – Least Concern

Πηγές




Νεαρό έξω από την φωλιά του. Φωτογραφίες στον ποταμό Διάριζο  στον εκδρομικό χώρο Κομιτιτζή κοντά στο χωριό Μυλικούρι στις 18/6/2021

Photos Milikouri 18/6/2021 by George Konstantinou






 Eggs


Subspecies
Accipiter gentilis albidus
Accipiter gentilis apache
Accipiter gentilis arrigonii
Accipiter gentilis atricapillus
Accipiter gentilis buteoides
Accipiter gentilis fujiyamae
Accipiter gentilis gentilis
Accipiter gentilis laingi
Accipiter gentilis marginatus
Accipiter gentilis schvedowi (eastern goshawk)

Photos Armirolivado 2022 and  Marathasa valley 2023 by Constantinos Antoniou


Northern Goshawk – Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758) – Cyprus

Text by George Konstantinou

Photographs: George Konstantinou and Constantinos Antoniou

The Northern Goshawk

The Northern Goshawk, also known as the Eurasian Goshawk, is a powerful diurnal bird of prey belonging to the family Accipitridae. Its traditional scientific name is Accipiter gentilis, while newer taxonomic classifications place the Eurasian species in the genus Astur under the name Astur gentilis.

It belongs to the same family as eagles, buzzards, harriers and other birds of prey. It is larger and more powerful than the related Eurasian Sparrowhawk, Accipiter nisus, and possesses morphological characteristics suited to fast and agile hunting within wooded environments.

The species was originally described by Carl Linnaeus in 1758, in the tenth edition of his Systema Naturae, under the name Falco gentilis.

The word Accipiter is a Latin name for a hawk and is associated with the verb accipere, meaning “to seize” or “to grasp”. The specific name gentilis means “noble” and has been associated with the historical use of the bird in falconry.

Appearance and Body Proportions

The Northern Goshawk is a medium-sized to large raptor with comparatively short, broad wings, a long tail and powerful legs. This combination allows it to accelerate rapidly, change direction abruptly and manoeuvre between trees and dense vegetation.

The species displays pronounced sexual size dimorphism. The female is noticeably larger and heavier than the male. Males are generally about 49–57 centimetres long, with a wingspan of 93–105 centimetres, whereas females may reach 58–64 centimetres in length and have a wingspan exceeding 120 centimetres.

Adults have greyish to grey-brown upperparts. The underparts are pale and covered with fine, dark horizontal barring. A prominent white supercilium above the eye is one of the species’ most distinctive features.

The eyes of adults are generally orange to deep red. The hooked bill is strong, while the feet possess long toes and sharp talons adapted for seizing and restraining prey.

Juvenile Plumage

Juvenile Northern Goshawks differ conspicuously from adults. Their upperparts are brown, with pale edges to the feathers, while their underparts have longitudinal brown streaks instead of the fine horizontal barring of adults.

The eyes of young birds are initially yellowish and gradually become orange or reddish as the bird matures.

The long tail bears broad dark bands. Together with the comparatively short wings, it is an important identification feature both when the bird is perched and in flight.

Identifying a juvenile requires care because it may be confused with a large female Eurasian Sparrowhawk. The Northern Goshawk is, however, bulkier, with stronger legs, a broader chest, a more projecting head in flight and an overall heavier appearance.

Flight and Hunting Behaviour

The Northern Goshawk is an exceptionally agile woodland hunter. It frequently moves with a series of rapid wingbeats alternating with short glides.

While hunting, it may use trees, bushes, rocks and irregularities in the ground as cover. It frequently launches surprise attacks from low height and accelerates sharply when it approaches its prey.

The long tail acts as a rudder, allowing abrupt turns. The short, rounded wings provide acceleration and control within confined spaces.

In open areas, it may also hunt through sustained pursuit. Despite its size, it can pass at great speed between trunks and branches while following birds attempting to escape through woodland.

Diet

Its diet consists mainly of birds and medium-sized mammals. The prey taken varies according to region, season and local availability.

It may hunt pigeons, corvids, thrushes, woodpeckers, gamebirds and other woodland or farmland birds. Mammalian prey includes squirrels, lagomorphs and various rodents. The more powerful females can generally handle larger prey than the smaller males.

It does not hunt exclusively within continuous forest. It also uses woodland clearings, vegetation boundaries, river valleys, agricultural land near trees and other areas where forest alternates with open ground.

Its presence forms part of natural predator–prey relationships. It does not kill other birds indiscriminately but hunts to survive and raise its young.

Habitat

The Northern Goshawk is principally associated with coniferous, deciduous and mixed forests. The structure and age of a forest are generally more important than the particular tree species present.

For nesting, it commonly favours mature stands containing tall trees, substantial canopy cover and comparatively open space beneath the canopy. This structure allows the large raptor to approach its nest and move through the forest.

Clearings, forest roads, valleys, woodland edges and open areas near the nesting stand provide hunting opportunities. A suitable territory therefore contains a combination of secure nesting sites and different hunting habitats.

In several European countries, the species has also established itself in suburban forests and large urban green spaces where mature trees, sufficient prey and areas with limited human disturbance remain available.

Breeding and Nesting

Breeding activity usually begins in late winter or early spring. Pairs perform display flights above the forest, often accompanied by characteristic calls.

The nest is a large structure made of sticks. It is normally placed in a tall, mature tree, close to the main trunk or within a strong fork. The interior may be lined with smaller twigs, bark and fresh green branches.

A pair may maintain more than one nest within its territory and use different nests in successive years. Old nests are repaired and may become very large following repeated use.

The clutch generally consists of two to four eggs. Incubation is performed mainly by the female and lasts for approximately five weeks. During most of this period, the male supplies the female with food.

Following hatching, the female initially remains close to the nestlings, protects them and divides the prey delivered by the male. As the young grow, both parents become increasingly involved in supplying food.

The young leave the nest approximately five to six weeks after hatching. They nevertheless remain near the nesting area for some time and continue to depend upon their parents until they develop the skills required for independent hunting.

Global Distribution

The species has a broad distribution across the temperate and northern regions of Eurasia. It occurs from Europe and the Mediterranean eastwards through Russia, Siberia, Central and Eastern Asia and Japan.

Most populations are resident or undertake limited local movements. Birds from colder and more northerly regions may move south during winter, particularly when food becomes scarce.

North American populations were traditionally treated as part of Accipiter gentilis. More recent taxonomic studies recognise them as a separate species, the American Goshawk, Astur atricapillus. Under this treatment, Astur gentilis refers to the Eurasian species.

The Northern Goshawk in Cyprus

In Cyprus, the Northern Goshawk is a rare and localised resident breeding species. Its small population is associated principally with the mature forests and wooded valleys of the Troodos Mountains.

The presence of young birds close to nests provides important evidence of successful breeding. Because of the limited number of pairs and the difficulty of locating them within extensive forests, every documented breeding observation is particularly valuable.

On 18 June 2021, George Konstantinou photographed a young Northern Goshawk outside its nest in the valley of the Diarizos River, at the Komititzi picnic site, near the village of Mylikouri.

The original post also contains photographs taken at Armirolivado in 2022 and in the Marathasa Valley in 2023 by Constantinos Antoniou.

These records confirm the association of the species with the mountain forests and deep wooded valleys of Cyprus. Exact locations of active nests should not be made public, however, because human presence may cause disturbance or the abandonment of a breeding attempt.

Ecological Importance

As a top woodland predator, the Northern Goshawk contributes to the regulation of bird and small- to medium-sized mammal populations. Its influence should not be considered in isolation but as part of a complex forest food web.

The presence of breeding pairs is often associated with forest ecosystems containing mature trees, suitable vegetation structure, sufficient prey and comparatively low levels of disturbance.

Its conservation also benefits many other species dependent upon mature forests, old trees, woodland clearings and natural river valleys.

Threats and Conservation

At the global level, the Northern Goshawk is classified by the IUCN as Least Concern. This global assessment does not mean that every local population is equally secure.

The breeding population in Cyprus is small and restricted. The protection of known and potential nesting areas is therefore particularly important.

The principal pressures include:

  • destruction or degradation of mature forest stands,
  • removal of large trees suitable for nesting,
  • intensive human activity close to active nests,
  • wildfires and large-scale alteration of forest habitat,
  • illegal killing and trapping of birds of prey,
  • poisoning or secondary exposure to toxic substances,
  • collisions with human-made structures.

Its conservation requires the retention of mature trees, restrictions on forestry operations close to active nests during the breeding season and avoidance of publishing sensitive locations.

Responsible Observation

A considerable distance should be maintained when observing or photographing a Northern Goshawk near a possible nest. Repeated alarm calls, low flights over an observer or the persistent presence of adults are indications that the birds have been disturbed.

Observers should not approach the nest, remove vegetation to obtain a better photograph, use recorded calls or remain in the area for prolonged periods.

The exact coordinates of an active nest should be shared only with responsible scientists or nature-conservation authorities. The safety of the birds and the success of their breeding attempt are more important than any photographic record.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Aves
Order: Accipitriformes
Family: Accipitridae
Genus: Accipiter Brisson, 1760
Species: Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758)
More recent taxonomic combination: Astur gentilis (Linnaeus, 1758)
Greek common names: Διπλοσιάχινο / Διπλοσάινο
English common names: Northern Goshawk / Eurasian Goshawk
Status in Cyprus: Rare resident breeding species
IUCN status: Least Concern

Sources



Saturday, 15 April 2023

Black-winged kite - Elanus caeruleus (Desfontaines, 1789) Έλανος - Cyprus

See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.


List of Cyprus birds of prey on this blog - Λίστα Αρπαχτικών πουλιών της Κύπρου σε αυτό το ιστολόγιο


 - Αρπαχτικά πουλιά της Κύπρου

Photos Akrotiri 5/11/2020  by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Ο Έλανος

Ο Έλανος, Elanus caeruleus (Desfontaines, 1789), είναι μικρό ημερόβιο αρπακτικό πουλί της οικογένειας Accipitridae. Ξεχωρίζει από το ανοιχτόχρωμο φτέρωμα, τις μαύρες κηλίδες στους ώμους, τα μακριά και μυτερά φτερά και τα εντυπωσιακά κόκκινα μάτια του.

Η αγγλική κοινή ονομασία Black-winged Kite είναι καθιερωμένη. Απαντά επίσης η ονομασία Black-shouldered Kite, αλλά μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το συγγενικό αυστραλιανό είδος Elanus axillaris, για το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως η ίδια αγγλική ονομασία.

Επιστημονική ονομασία και ταξινομική ιστορία

Το είδος περιγράφηκε το 1789 από τον Γάλλο φυσιοδίφη René Louiche Desfontaines ως Falco caeruleus, με τυπική τοποθεσία το Αλγέρι της Αλγερίας. Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Elanus, το οποίο καθιέρωσε ο Jules-César Savigny το 1809. Για τον λόγο αυτό το όνομα του Desfontaines τοποθετείται μέσα σε παρένθεση.

Στο παρελθόν ο Έλανος είχε συνενωθεί ταξινομικά με τον αυστραλιανό Elanus axillaris και τον αμερικανικό Elanus leucurus. Σήμερα αναγνωρίζονται ως ξεχωριστά είδη, τα οποία συγκροτούν ένα στενά συγγενικό σύμπλεγμα μαζί με τον αυστραλιανό Elanus scriptus.

Υποείδη

Η ταξινομική μεταχείριση ορισμένων γεωγραφικών πληθυσμών διαφέρει μεταξύ των ορνιθολογικών καταλόγων. Τα δύο ευρύτερα αποδεκτά υποείδη είναι:

  • Elanus caeruleus caeruleus (Desfontaines, 1789): νοτιοδυτική Ιβηρική Χερσόνησος, Αφρική και νοτιοδυτική Αραβική Χερσόνησος.
  • Elanus caeruleus vociferus (Latham, 1790): από την Ινδική υποήπειρο προς την ανατολική και νοτιοανατολική Ασία.

Οι πληθυσμοί της νοτιοανατολικής Ασίας, της Ινδονησίας και της Νέας Γουινέας έχουν αναφερθεί με ονόματα όπως hypoleucus και wahgiensis, αλλά η ακριβής ταξινομική τους κατάταξη δεν αντιμετωπίζεται ομοιόμορφα από όλες τις αρχές.

Περιγραφή και αναγνώριση

Ο Έλανος έχει μήκος περίπου 30–37 εκατοστά και άνοιγμα φτερών γύρω στα 77–92 εκατοστά. Το ενήλικο πουλί είναι κυρίως λευκό και ανοιχτό γκρι. Το κεφάλι και τα κάτω μέρη είναι λευκά, ενώ η ράχη έχει γαλαζωπό γκρι χρώμα. Οι μαύρες μικρές και μεσαίες καλυπτήριες φτερούγες σχηματίζουν χαρακτηριστικές μαύρες επιφάνειες στους ώμους.

Τα μάτια είναι έντονα κόκκινα, με σκούρα περιοχή γύρω τους, και το ράμφος μικρό, ισχυρό και αγκιστρωτό. Τα μακριά φτερά προεξέχουν πέρα από την ουρά όταν το πουλί κάθεται. Κατά την πτήση διακρίνεται η σχετικά κοντή, σχεδόν τετράγωνη ουρά, η οποία δεν είναι διχαλωτή όπως στους τυπικούς ικτίνους του γένους Milvus.

Τα δύο φύλα είναι πολύ παρόμοια ως προς το φτέρωμα, αν και τα θηλυκά είναι συνήθως ελαφρώς μεγαλύτερα. Τα νεαρά πουλιά διαφέρουν εμφανώς: έχουν καστανωπό και ραβδωτό φτέρωμα στο στήθος και στα άνω μέρη, ωχρές άκρες στα φτερά και πιο σκούρα μάτια. Σταδιακά αποκτούν το καθαρό γκριζόλευκο φτέρωμα των ενηλίκων.

Πτήση και κυνηγετική συμπεριφορά

Η πτήση του είναι ελαφριά και χαρακτηριστική. Κυνηγά πετώντας αργά πάνω από ανοικτές εκτάσεις και μπορεί να αιωρείται σχεδόν ακίνητος στον αέρα, με γρήγορα χτυπήματα των φτερών, όπως το βραχοκιρκίνεζο. Όταν εντοπίσει λεία, κατεβαίνει απότομα προς το έδαφος και την αρπάζει με τα νύχια του.

Χρησιμοποιεί επίσης δέντρα, θάμνους, στύλους και ηλεκτρικά καλώδια ως παρατηρητήρια. Από εκεί ελέγχει το έδαφος και επιτίθεται μόλις εντοπίσει κάποια κίνηση. Τα μεγάλα, στραμμένα προς τα εμπρός μάτια του προσφέρουν πολύ καλή διόφθαλμη όραση και αντίληψη του βάθους, χρήσιμη κατά τον εντοπισμό μικρών θηραμάτων.

Διατροφή

Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από μικρά θηλαστικά, ιδιαίτερα ποντίκια και άλλα μικρά τρωκτικά. Καταναλώνει επίσης μεγάλες ακρίδες, γρύλους και άλλα έντομα, μικρές σαύρες, βατράχους, νεαρά ή τραυματισμένα πουλιά και, σπανιότερα, μικρά φίδια.

Η αφθονία των τρωκτικών επηρεάζει έντονα τις μετακινήσεις και την αναπαραγωγική δραστηριότητά του. Όταν δημιουργούνται τοπικές εξάρσεις πληθυσμών τρωκτικών, οι Έλανοι μπορούν να συγκεντρωθούν και να εκμεταλλευτούν γρήγορα αυτή την άφθονη πηγή τροφής. Η θήρευση μικρών τρωκτικών προσδίδει στο είδος σημαντικό οικολογικό ρόλο στις γεωργικές περιοχές.

Βιότοπος

Ο Έλανος προτιμά ανοικτά και ημιανοικτά τοπία: καλλιεργημένες πεδιάδες, βοσκοτόπους, σαβάνες, ξηρές εκτάσεις, χαμηλή θαμνώδη βλάστηση, άκρες υγροτόπων και παρυφές δρόμων. Χρειάζεται ανοικτό έδαφος για κυνήγι και διάσπαρτα δέντρα ή άλλες υπερυψωμένες θέσεις για ξεκούραση και παρατήρηση.

Η εξάπλωσή του σε ορισμένες περιοχές φαίνεται να έχει ευνοηθεί από μεταβολές στις χρήσεις γης, ιδιαίτερα από τη δημιουργία γεωργικών εκτάσεων και βοσκοτόπων. Παράλληλα, η εξάρτησή του από ανοικτά ενδιαιτήματα το εκθέτει σε συγκρούσεις με οχήματα και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, δηλητηριασμένα τρωκτικά και απώλεια κατάλληλων θέσεων φωλιάσματος.

Παγκόσμια εξάπλωση

Το είδος έχει πολύ μεγάλη εξάπλωση στην υποσαχάρια και βόρεια Αφρική, στην Ιβηρική Χερσόνησο, σε τμήματα της Αραβικής Χερσονήσου και σε μεγάλες περιοχές της νότιας και ανατολικής Ασίας. Οι νοτιοευρωπαϊκοί αναπαραγόμενοι πληθυσμοί εντοπίζονται κυρίως στην Ισπανία, την Πορτογαλία και τη νοτιοδυτική Γαλλία.

Δεν είναι τυπικό μεταναστευτικό πουλί μεγάλων αποστάσεων. Παρουσιάζει όμως έντονη νομαδική και διασπαρτική συμπεριφορά, μετακινούμενο σύμφωνα με τη διαθεσιμότητα τροφής και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Η επέκταση των πληθυσμών στη δυτική Ευρώπη έχει συνοδευτεί από αυξανόμενες εμφανίσεις μακριά από τις συνηθισμένες περιοχές εξάπλωσής του.

Ο Έλανος στην Κύπρο

Στην Κύπρο ο Έλανος είναι σπάνιος επισκέπτης και όχι μόνιμος κάτοικος ή αναπαραγόμενο είδος. Οι εμφανίσεις του είναι ακανόνιστες και συνδέονται με τη μεγάλη ικανότητα διασποράς του.

Οι δύο πρώτες τεκμηριωμένες κυπριακές καταγραφές που αναφέρονται στη σχετική βιβλιογραφία προέρχονται από τον Μαζωτό, στις 13–14 Μαρτίου 2004, και τη Μόρφου, στις 9 Νοεμβρίου 2014. Το άτομο της Μόρφου αποδόθηκε στο υποείδος E. c. vociferus, ενώ για την πρώτη καταγραφή δεν καθορίστηκε με βεβαιότητα το υποείδος.

Στις 18 Οκτωβρίου 2018 ένα άτομο παρατηρήθηκε στο έλος Ακρωτηρίου και αποτέλεσε την τρίτη καταγραφή για την Κύπρο. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη ήταν η μικρή εισροή κατά τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2020, όταν καταγράφηκαν τουλάχιστον τέσσερα και πιθανώς μέχρι επτά άτομα σε διάφορες περιοχές. Μετά το 2020 ακολούθησαν και άλλες εμφανίσεις, δείχνοντας ότι το είδος παραμένει εξαιρετικά σπάνιο, αλλά πλέον καταγράφεται συχνότερα από ό,τι στο παρελθόν.

Δεν πρέπει να θεωρείται κάθε παρατήρηση ξεχωριστή νέα άφιξη, επειδή το ίδιο άτομο μπορεί να παραμένει για αρκετές ημέρες ή να μετακινείται μεταξύ κοντινών περιοχών. Για τον λόγο αυτό, οι ακριβείς ημερομηνίες, οι τοποθεσίες, οι φωτογραφίες και η εξέταση των χαρακτηριστικών του φτερώματος είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση των καταγραφών.

Αναπαραγωγή

Η αναπαραγωγική περίοδος μεταβάλλεται σημαντικά ανάλογα με την περιοχή και τη διαθεσιμότητα τροφής. Σε ευνοϊκές συνθήκες το είδος μπορεί να αναπαραχθεί περισσότερες από μία φορές μέσα στο ίδιο έτος, δυνατότητα ασυνήθιστη για πολλά ημερόβια αρπακτικά.

Η φωλιά είναι μια σχετικά χαλαρή κατασκευή από κλαδάκια, τοποθετημένη σε δέντρο ή μεγάλο θάμνο. Το θηλυκό συμμετέχει περισσότερο στην κατασκευή, ενώ το αρσενικό μεταφέρει υλικά. Η γέννα αποτελείται συνήθως από τρία ή τέσσερα ανοιχτόχρωμα αβγά με κοκκινοκάστανες κηλίδες.

Κατά την επώαση και τα πρώτα στάδια ανάπτυξης των νεοσσών, το αρσενικό προμηθεύει μεγάλο μέρος της τροφής και το θηλυκό τη μεταφέρει στους νεοσσούς. Μετά την πτέρωση, τα νεαρά παραμένουν εξαρτημένα από τους γονείς για αρκετό χρονικό διάστημα, ενώ αργότερα μπορούν να διασπαρούν σε μεγάλες αποστάσεις. Δεν υπάρχουν στοιχεία αναπαραγωγής του Ελάνου στην Κύπρο.

Κατάσταση διατήρησης

Σε παγκόσμιο επίπεδο ο Έλανος κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC). Διαθέτει εξαιρετικά μεγάλη παγκόσμια εξάπλωση και η συνολική πληθυσμιακή του τάση αξιολογείται ως σταθερή.

Η ευνοϊκή παγκόσμια αξιολόγηση δεν μειώνει τη σημασία των κυπριακών καταγραφών. Ως σπάνιος επισκέπτης, κάθε καλά τεκμηριωμένη εμφάνιση προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τις μετακινήσεις, τη διασπορά και την επέκταση της εξάπλωσης του είδους στην ανατολική Μεσόγειο.

Φωτογραφίες

Οι πρώτες φωτογραφίες λήφθηκαν στο Ακρωτήρι της επαρχίας Λεμεσού στις 5 Νοεμβρίου 2020 από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες λήφθηκαν επίσης στο Ακρωτήρι στις 9 Οκτωβρίου 2021 από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Chordata
Κλάση: Aves
Τάξη: Accipitriformes
Οικογένεια: Accipitridae
Γένος: Elanus Savigny, 1809
Είδος: Elanus caeruleus (Desfontaines, 1789)
Αρχικός συνδυασμός: Falco caeruleus Desfontaines, 1789
Ελληνική κοινή ονομασία: Έλανος
Αγγλική κοινή ονομασία: Black-winged Kite
Καθεστώς στην Κύπρο: Σπάνιος, ακανόνιστος επισκέπτης – μη αναπαραγόμενο είδος
Παγκόσμια κατάσταση διατήρησης: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)

Πηγές






Photos Akrotiri 9/10/2021  by George Konstantinou





Black-winged Kite – Elanus caeruleus (Desfontaines, 1789) – Cyprus

Text: George Konstantinou

The Black-winged Kite

The Black-winged Kite, Elanus caeruleus (Desfontaines, 1789), is a small diurnal bird of prey belonging to the family Accipitridae. It is distinguished by its pale plumage, black shoulder patches, long pointed wings and striking red eyes.

Black-winged Kite is its established English common name. The name Black-shouldered Kite is also used, but it can cause confusion with the closely related Australian species Elanus axillaris, for which that English name is generally used.

Scientific name and taxonomic history

The species was described in 1789 by the French naturalist René Louiche Desfontaines as Falco caeruleus, with Algiers, Algeria, designated as the type locality. It was later transferred to the genus Elanus, established by Jules-César Savigny in 1809. This is why Desfontaines’ name is enclosed in parentheses.

The Black-winged Kite was formerly combined taxonomically with the Australian Elanus axillaris and the American Elanus leucurus. They are now recognised as separate species forming a closely related species complex together with the Australian Elanus scriptus.

Subspecies

The taxonomic treatment of certain geographic populations varies among ornithological checklists. The two most widely accepted subspecies are:

  • Elanus caeruleus caeruleus (Desfontaines, 1789): southwestern Iberian Peninsula, Africa and the southwestern Arabian Peninsula.
  • Elanus caeruleus vociferus (Latham, 1790): from the Indian subcontinent eastwards into eastern and southeastern Asia.

Populations in southeastern Asia, Indonesia and New Guinea have been referred to by names including hypoleucus and wahgiensis, but their precise taxonomic treatment is not uniform among all authorities.

Description and identification

The Black-winged Kite measures approximately 30–37 centimetres in length and has a wingspan of about 77–92 centimetres. The adult is predominantly white and pale grey. Its head and underparts are white, while the back is bluish-grey. The black lesser and median wing coverts form the characteristic black shoulder patches.

The eyes are bright red with a dark area around them, while the bill is small, powerful and hooked. The long wings project beyond the tail when the bird is perched. In flight, the relatively short, nearly square tail is visible and is not forked like that of the typical kites belonging to the genus Milvus.

The sexes are very similar in plumage, although females are generally slightly larger. Juveniles are noticeably different, with brownish, streaked plumage on the breast and upperparts, pale feather edges and darker eyes. They gradually acquire the clean grey-and-white plumage of adults.

Flight and hunting behaviour

Its flight is light and distinctive. It hunts by flying slowly over open ground and can hover almost motionless in the air, using rapid wingbeats in the manner of a Common Kestrel. Once prey is detected, it drops sharply towards the ground and seizes it with its talons.

It also uses trees, bushes, poles and overhead wires as hunting perches. From these elevated positions, it scans the ground and attacks as soon as movement is detected. Its large, forward-facing eyes provide excellent binocular vision and depth perception, which are valuable when locating small prey.

Diet

Its diet consists mainly of small mammals, especially mice and other small rodents. It also consumes large grasshoppers, crickets and other insects, small lizards, frogs, young or injured birds and, less frequently, small snakes.

The abundance of rodents strongly influences its movements and breeding activity. When local rodent populations increase sharply, Black-winged Kites can gather and rapidly exploit this plentiful food supply. The predation of small rodents gives the species an important ecological role in agricultural landscapes.

Habitat

The Black-winged Kite favours open and semi-open landscapes, including cultivated plains, pastures, savannas, dry country, low scrub, wetland margins and roadside verges. It requires open ground for hunting and scattered trees or other elevated positions for resting and observation.

Its expansion in some regions appears to have been assisted by changes in land use, particularly the creation of agricultural land and pasture. At the same time, its dependence on open habitats exposes it to collisions with vehicles and electrical infrastructure, poisoned rodents and the loss of suitable nesting sites.

Global distribution

The species has an extensive distribution across sub-Saharan and northern Africa, the Iberian Peninsula, parts of the Arabian Peninsula and large areas of southern and eastern Asia. Breeding populations in southern Europe occur primarily in Spain, Portugal and southwestern France.

It is not a typical long-distance migrant. However, it displays pronounced nomadic and dispersive behaviour, moving in response to food availability and environmental conditions. The expansion of populations in western Europe has been accompanied by an increasing number of appearances far beyond its usual range.

The Black-winged Kite in Cyprus

In Cyprus, the Black-winged Kite is a rare visitor rather than a resident or breeding species. Its appearances are irregular and are associated with its considerable capacity for dispersal.

The first two documented Cypriot records cited in the relevant literature were from Mazotos on 13–14 March 2004 and Morphou on 9 November 2014. The Morphou individual was assigned to the subspecies E. c. vociferus, whereas the subspecific identity of the first record was not determined with certainty.

On 18 October 2018, an individual was observed at Akrotiri Marsh, constituting the third record for Cyprus. Particularly noteworthy was a small influx during November and December 2020, when at least four and possibly as many as seven individuals were recorded in different areas. Further appearances followed after 2020, indicating that the species remains exceptionally rare but is now recorded more frequently than in the past.

Not every observation should be treated as a separate new arrival, because the same individual may remain for several days or move between nearby areas. Precise dates, locations, photographs and examination of plumage features are therefore essential when assessing records.

Breeding

The breeding season varies considerably according to geographic location and food availability. Under favourable conditions, the species can breed more than once during a single year, an unusual ability among many diurnal birds of prey.

The nest is a relatively loose platform of twigs placed in a tree or large bush. The female undertakes most of the construction, while the male carries nesting material. The clutch usually consists of three or four pale eggs marked with reddish-brown spots.

During incubation and the early development of the chicks, the male supplies much of the food and the female passes it to the young. After fledging, juveniles remain dependent on their parents for a considerable period before dispersing, sometimes over long distances. There is no evidence that the Black-winged Kite breeds in Cyprus.

Conservation status

Globally, the Black-winged Kite is classified by the IUCN as Least Concern (LC). It has an extremely large global range, and its overall population trend is assessed as stable.

This favourable global assessment does not reduce the importance of Cypriot records. As a rare visitor, every well-documented appearance provides valuable information about the species’ movements, dispersal and continuing range expansion in the eastern Mediterranean.

Photographs

The first photographs were taken at Akrotiri, Limassol District, on 5 November 2020 by George Konstantinou.

The remaining photographs were also taken at Akrotiri on 9 October 2021 by George Konstantinou.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Aves
Order: Accipitriformes
Family: Accipitridae
Genus: Elanus Savigny, 1809
Species: Elanus caeruleus (Desfontaines, 1789)
Original combination: Falco caeruleus Desfontaines, 1789
English common name: Black-winged Kite
Greek common name: Έλανος
Status in Cyprus: Rare and irregular visitor – non-breeding species
Global conservation status: Least Concern (LC)

Sources

Friday, 14 April 2023

Short-toed snake eagle - Circaetus gallicus (Gmelin, JF, 1788) - Φιδαετός - Cyprus

See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.


List of Cyprus birds of prey on this blog - Λίστα Αρπαχτικών πουλιών της Κύπρου σε αυτό το ιστολόγιο


 - Αρπαχτικά πουλιά της Κύπρου

Photos Athienou 25/2/2021 and 10/4/2021 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Ο Φιδαετός

Ο Φιδαετός (Circaetus gallicus) είναι ένα μεγάλο ημερόβιο αρπακτικό πτηνό της οικογένειας Accipitridae. Πήρε την ελληνική και την αγγλική κοινή ονομασία του από την ιδιαίτερα εξειδικευμένη διατροφή του, η οποία βασίζεται κυρίως στα φίδια και στις σαύρες. Παρά το μεγάλο του μέγεθος, έχει ήρεμη παρουσία και περνά μεγάλο μέρος της ημέρας ανεμοπορώντας ή αιωρούμενος πάνω από ανοικτές εκτάσεις, αναζητώντας ερπετά.

Στην Κύπρο αποτελεί σπάνιο μεταναστευτικό επισκέπτη, ο οποίος παρατηρείται κυρίως κατά την εαρινή και τη φθινοπωρινή μετανάστευση. Ορισμένα άτομα μπορεί να παραμείνουν για αρκετό διάστημα στο νησί, ιδιαίτερα όταν εντοπίσουν κατάλληλους βιότοπους με άφθονη λεία.

Επιστημονική ονομασία και ταξινομική ιστορία

Το είδος περιγράφηκε επιστημονικά το 1788 από τον Γερμανό φυσιοδίφη Johann Friedrich Gmelin με την ονομασία Falco gallicus. Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Circaetus, το οποίο καθιερώθηκε το 1816 από τον Γάλλο ορνιθολόγο Louis Pierre Vieillot. Επειδή το είδος περιγράφηκε αρχικά σε διαφορετικό γένος, το όνομα του συγγραφέα και το έτος δημοσίευσης γράφονται μέσα σε παρένθεση: Circaetus gallicus (J. F. Gmelin, 1788).

Η ονομασία του γένους Circaetus προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «κίρκος», ονομασία που χρησιμοποιήθηκε για ένα είδος γερακιού, και «ἀετός». Το ειδικό επίθετο gallicus είναι λατινικό και σημαίνει «γαλατικός» ή «από τη Γαλατία».

Υποείδη

Στις σύγχρονες ταξινομικές πηγές αναγνωρίζονται συνήθως δύο υποείδη:

  • Circaetus gallicus gallicus (J. F. Gmelin, 1788): το ονομαστικό και ευρύτερα εξαπλωμένο υποείδος, το οποίο συναντάται από τη νοτιοδυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική μέχρι τη Μέση Ανατολή, την κεντρική Ασία, τη βορειοδυτική Κίνα και την ινδική υποήπειρο.
  • Circaetus gallicus sacerdotis Ng, Christidis, Olsen, Norman & Rheindt, 2017: περιορισμένο στα Μικρά Νησιά Σούντα της Ινδονησίας. Η αναγνώρισή του ως υποείδους μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ταξινομική αρχή που ακολουθείται.

Οι πληθυσμοί που διέρχονται από την Κύπρο ανήκουν στον δυτικό και βόρειο μεταναστευτικό πληθυσμό του ονομαστικού υποείδους C. g. gallicus.

Περιγραφή και αναγνώριση

Ο Φιδαετός έχει μήκος σώματος περίπου 62–69 εκατοστά και άνοιγμα φτερών που συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 162 και 178 εκατοστών. Διαθέτει σχετικά μεγάλο και στρογγυλεμένο κεφάλι, κοντό αλλά ισχυρό ράμφος και εντυπωσιακά κίτρινα μάτια, τα οποία είναι προσανατολισμένα περισσότερο προς τα εμπρός από ό,τι σε πολλά άλλα αρπακτικά και του προσφέρουν πολύ καλή αντίληψη του βάθους.

Το κεφάλι και ο λαιμός είναι συνήθως καστανά, σχηματίζοντας μια σκούρα «κουκούλα», αν και ο χρωματισμός παρουσιάζει σημαντική ατομική διαφοροποίηση. Το κάτω μέρος του σώματος είναι κυρίως λευκό ή πολύ ανοιχτόχρωμο, με καστανές κηλίδες ή λεπτές γραμμώσεις. Τα φτερά είναι μακριά και πλατιά, ενώ η ουρά φέρει χαρακτηριστικές σκούρες εγκάρσιες ζώνες.

Τα δύο φύλα μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους. Τα θηλυκά είναι κατά μέσο όρο ελαφρώς μεγαλύτερα και συχνά εμφανίζουν εντονότερα σημάδια στο κάτω μέρος του σώματος. Τα νεαρά άτομα παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία στον χρωματισμό και μπορεί να είναι πιο ανοιχτόχρωμα ή να έχουν λιγότερο καθαρές ζώνες στην ουρά.

Πτήση και αναγνώριση στο πεδίο

Κατά την πτήση, ο Φιδαετός ξεχωρίζει από τα μακριά και πλατιά φτερά, το σχετικά βαρύ κεφάλι και το πολύ ανοιχτό κάτω μέρος του σώματος. Ανεμοπορεί με τα φτερά σχεδόν επίπεδα ή ελαφρά ανασηκωμένα και συχνά παραμένει αιωρούμενος πάνω από ένα σημείο, χτυπώντας γρήγορα τα φτερά του όταν ο άνεμος δεν επαρκεί.

Η συνήθεια της αιώρησης αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της κυνηγετικής του συμπεριφοράς. Από σχετικά μεγάλο ύψος εξετάζει προσεκτικά το έδαφος και, μόλις εντοπίσει ένα ερπετό, κατεβαίνει απότομα με τα πόδια προτεταμένα. Μπορεί να συγχυστεί με τη Γερακίνα ή τον Σφηκιάρη, αλλά είναι μεγαλύτερος, με πλατύτερα φτερά, πιο ογκώδες κεφάλι και διαφορετικό σχέδιο στην κάτω επιφάνεια των φτερών και της ουράς.

Διατροφή και ιδιαίτερες προσαρμογές

Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από φίδια, τόσο δηλητηριώδη όσο και μη δηλητηριώδη, καθώς και από σαύρες. Συμπληρωματικά μπορεί να καταναλώσει μικρά θηλαστικά, αμφίβια, νεοσσούς πτηνών και μεγάλα έντομα. Η ακριβής σύνθεση της διατροφής του εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα της λείας σε κάθε περιοχή και εποχή.

Ο Φιδαετός δεν έχει ανοσία στο δηλητήριο των φιδιών. Προστατεύεται σε κάποιο βαθμό από τα κοντά και ισχυρά δάκτυλα, τα δυνατά νύχια και τα παχιά, σκληρά λέπια που καλύπτουν τα πόδια του. Βασίζεται κυρίως στην εξαιρετική του όραση, στην ταχύτητα και στην ακρίβεια της επίθεσης, προσπαθώντας να ακινητοποιήσει το φίδι πριν αυτό μπορέσει να τον δαγκώσει.

Συνήθως καταπίνει τα φίδια αρχίζοντας από το κεφάλι. Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, ο ενήλικος μπορεί να μεταφέρει ένα μεγάλο φίδι στον νεοσσό με μέρος του σώματός του να προεξέχει από το ράμφος. Η ονομασία «Short-toed» αναφέρεται στα σχετικά κοντά δάκτυλά του, τα οποία είναι κατάλληλα για τη σταθερή σύλληψη των ερπετών.

Βιότοπος

Ο Φιδαετός προτιμά ανοικτά και ημιορεινά τοπία όπου μπορεί να εντοπίζει εύκολα τη λεία του. Συναντάται σε φρυγανότοπους, θαμνώνες, ανοικτά δάση, καλλιεργημένες πεδιάδες, βραχώδεις πλαγιές, ξηρές κοιλάδες και περιοχές με αραιή βλάστηση.

Για την αναπαραγωγή χρειάζεται ώριμα δέντρα, ενώ για το κυνήγι εξαρτάται από ανοικτές εκτάσεις με υγιείς πληθυσμούς ερπετών. Επομένως, το ιδανικό του ενδιαίτημα είναι ένα μωσαϊκό ανοικτής γης, φυσικής βλάστησης, χαμηλών θαμνώνων και διάσπαρτων δέντρων.

Παγκόσμια εξάπλωση και μετανάστευση

Το είδος έχει ευρεία εξάπλωση στον Παλαιό Κόσμο. Αναπαράγεται σε περιοχές της νότιας και κεντρικής Ευρώπης, της βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, φθάνοντας ανατολικά μέχρι την ινδική υποήπειρο και τη βορειοδυτική Κίνα.

Οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί και βόρειοι πληθυσμοί είναι μεταναστευτικοί. Αναχωρούν κυρίως τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο και διαχειμάζουν στην υποσαχάρια Αφρική. Επιστρέφουν στις περιοχές αναπαραγωγής τους συνήθως από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάιο. Κατά τη μετανάστευση αποφεύγουν, όσο είναι δυνατόν, τις μεγάλες θαλάσσιες διαδρομές και συγκεντρώνονται σε χερσαία περάσματα και στενά. Ωστόσο, ορισμένα άτομα διασχίζουν την ανατολική Μεσόγειο και μπορούν να εμφανιστούν στην Κύπρο.

Ο Φιδαετός στην Κύπρο

Στην Κύπρο ο Φιδαετός θεωρείται γηγενές είδος περάσματος και όχι τακτικό αναπαραγόμενο πτηνό. Καταγράφεται σε μικρούς αριθμούς, κυρίως κατά την εαρινή και τη φθινοπωρινή μετανάστευση. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ευρέως αποδεκτή και επαρκώς τεκμηριωμένη επιβεβαίωση  αναπαραγωγής του είδους στο νησί.

Οι κυπριακές παρατηρήσεις προέρχονται συνήθως από ανοικτές πεδιάδες, καλλιεργημένες περιοχές, φράγματα, λοφώδεις εκτάσεις και μεταναστευτικά περάσματα. Έχουν καταγραφεί μεμονωμένα άτομα αλλά και μικρές συγκεντρώσεις κατά τις περιόδους μετανάστευσης. Περιστασιακά ένα άτομο μπορεί να παραμείνει στην ίδια περιοχή για εβδομάδες ή ακόμη και μήνες, εφόσον υπάρχει επαρκής τροφή και περιορισμένη ανθρώπινη ενόχληση.

Η φωτογράφιση του είδους στην Αθηένου στις 25 Φεβρουαρίου 2021 αποτελεί ιδιαίτερα πρώιμη εποχική καταγραφή, ενώ η παρουσία του στην ίδια ευρύτερη περιοχή στις 10 Απριλίου 2021 δείχνει ότι κατάλληλοι βιότοποι της κυπριακής υπαίθρου μπορούν να υποστηρίξουν έναν Φιδαετό για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Χωρίς ατομική σήμανση, όμως, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι επρόκειτο οπωσδήποτε για το ίδιο άτομο.

Αναπαραγωγή

Στις περιοχές όπου αναπαράγεται, ο Φιδαετός κατασκευάζει μια σχετικά μικρή φωλιά σε δέντρο, συχνά κοντά στην κορυφή ή σε ισχυρό πλευρικό κλαδί. Τα ζευγάρια είναι επικρατειακά και χρησιμοποιούν μεγάλες εκτάσεις για την αναζήτηση τροφής.

Το θηλυκό γεννά συνήθως μόνο ένα αυγό. Η επώαση διαρκεί περίπου 45–47 ημέρες και πραγματοποιείται κυρίως από το θηλυκό, ενώ το αρσενικό μεταφέρει τροφή. Ο νεοσσός παραμένει στη φωλιά περίπου 70–80 ημέρες και συνεχίζει να εξαρτάται από τους γονείς του για κάποιο διάστημα μετά την πρώτη του πτήση.

Η παραγωγή ενός μόνο νεοσσού τον χρόνο καθιστά το είδος ευάλωτο στην αποτυχία της αναπαραγωγής. Η ανθρώπινη παρουσία κοντά στη φωλιά, οι δασικές εργασίες και άλλες έντονες δραστηριότητες μπορούν να οδηγήσουν στην εγκατάλειψή της.

Οικολογικός ρόλος

Ο Φιδαετός αποτελεί σημαντικό κρίκο των φυσικών οικοσυστημάτων, καθώς είναι ένας εξειδικευμένος ανώτερος θηρευτής ερπετών. Η παρουσία του δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μέσο εξόντωσης των φιδιών, αφού και τα φίδια έχουν ουσιώδη οικολογικό ρόλο. Αντίθετα, ο Φιδαετός αποτελεί μέρος της φυσικής ισορροπίας μεταξύ θηρευτών και λείας.

Η επιβίωσή του εξαρτάται από τη διατήρηση υγιών πληθυσμών ερπετών και ενός ποικιλόμορφου τοπίου. Για τον λόγο αυτό, η παρουσία του αποτελεί ένδειξη ότι μια περιοχή διατηρεί ακόμη λειτουργικούς βιότοπους, επαρκή βιοποικιλότητα και διαθέσιμη φυσική τροφή.

Απειλές και κατάσταση διατήρησης

Ο Φιδαετός κατατάσσεται παγκοσμίως στην κατηγορία «Μειωμένου Ενδιαφέροντος» (Least Concern – LC) της Κόκκινης Λίστας της IUCN, λόγω της πολύ μεγάλης γεωγραφικής του εξάπλωσης και του σημαντικού συνολικού πληθυσμού του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει σοβαρές τοπικές πιέσεις.

Οι σημαντικότερες απειλές περιλαμβάνουν την καταστροφή και την αλλοίωση των ανοικτών φυσικών βιοτόπων, την εντατικοποίηση της γεωργίας, τη μείωση των ερπετών εξαιτίας φυτοφαρμάκων και ανθρώπινης δίωξης, τις πυρκαγιές, την ενόχληση κοντά στις φωλιές, την παράνομη θανάτωση, την ηλεκτροπληξία και τις συγκρούσεις με ανθρώπινες κατασκευές.

Για την προστασία του απαιτούνται η διατήρηση ανοικτών φυσικών και ημιφυσικών εκτάσεων, η προστασία των ερπετών, ο περιορισμός της χρήσης δηλητηρίων και φυτοφαρμάκων και η αποφυγή ενόχλησης στις περιοχές αναπαραγωγής. Στην Κύπρο είναι επίσης σημαντική η προστασία των μεταναστευτικών περασμάτων και των περιοχών όπου σπάνια αρπακτικά σταματούν για να τραφούν και να ανακτήσουν δυνάμεις.

Φωτογραφίες

Οι φωτογραφίες λήφθηκαν στην Αθηένου της επαρχίας Λάρνακας, στις 25 Φεβρουαρίου 2021 και στις 10 Απριλίου 2021.

Φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου.

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Animalia – Ζώα
  • Συνομοταξία: Chordata – Χορδωτά
  • Ομοταξία: Aves – Πτηνά
  • Τάξη: Accipitriformes – Αετόμορφα
  • Οικογένεια: Accipitridae – Αετίδες
  • Γένος: Circaetus Vieillot, 1816
  • Είδος: Circaetus gallicus (J. F. Gmelin, 1788)
  • Αρχικός συνδυασμός: Falco gallicus J. F. Gmelin, 1788
  • Κοινή ελληνική ονομασία: Φιδαετός
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Short-toed Snake-Eagle
  • Κατάσταση στην Κύπρο: Σπάνιος μεταναστευτικός επισκέπτης – είδος περάσματος
  • Παγκόσμια κατάσταση διατήρησης: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)

Πηγές






Short-toed Snake-Eagle – Circaetus gallicus (J. F. Gmelin, 1788) – Cyprus

Text: George Konstantinou

The Short-toed Snake-Eagle

The Short-toed Snake-Eagle (Circaetus gallicus) is a large diurnal bird of prey belonging to the family Accipitridae. It received both its English and Greek common names from its highly specialized diet, which consists mainly of snakes and lizards. Despite its large size, it has a calm presence and spends much of the day soaring or hovering above open country while searching for reptiles.

In Cyprus it is a rare migratory visitor, recorded mainly during spring and autumn migration. Some individuals may remain on the island for a considerable period, particularly when they find suitable habitats containing abundant prey.

Scientific name and taxonomic history

The species was formally described in 1788 by the German naturalist Johann Friedrich Gmelin under the name Falco gallicus. It was subsequently transferred to the genus Circaetus, established in 1816 by the French ornithologist Louis Pierre Vieillot. Because the species was originally described in a different genus, the author’s name and year of publication are placed in parentheses: Circaetus gallicus (J. F. Gmelin, 1788).

The generic name Circaetus derives from the Ancient Greek words “kirkos”, a name used for a kind of hawk, and “aetos”, meaning eagle. The specific epithet gallicus is Latin and means “Gallic” or “from Gaul”.

Subspecies

Two subspecies are usually recognized by modern taxonomic authorities:

  • Circaetus gallicus gallicus (J. F. Gmelin, 1788): the nominate and most widely distributed subspecies, occurring from south-western Europe and North Africa through the Middle East and Central Asia to north-western China and the Indian subcontinent.
  • Circaetus gallicus sacerdotis Ng, Christidis, Olsen, Norman & Rheindt, 2017: restricted to the Lesser Sunda Islands of Indonesia. Its recognition as a subspecies may vary according to the taxonomic authority being followed.

The populations passing through Cyprus belong to the western and northern migratory population of the nominate subspecies, C. g. gallicus.

Description and identification

The Short-toed Snake-Eagle has a body length of approximately 62–69 centimetres and a wingspan generally ranging between 162 and 178 centimetres. It has a relatively large, rounded head, a short but powerful bill and striking yellow eyes. Its eyes are directed more forward than those of many other raptors, giving it excellent depth perception.

The head and neck are usually brown, forming a dark “hood”, although the plumage shows considerable individual variation. The underparts are mainly white or very pale, with brown spots or fine barring. The wings are long and broad, while the tail bears distinctive dark transverse bands.

The sexes are quite similar. Females are slightly larger on average and often show heavier markings on the underparts. Juveniles display greater variation in plumage and may appear paler or have less clearly defined tail bands.

Flight and field identification

In flight, the Short-toed Snake-Eagle is distinguished by its long, broad wings, relatively heavy-looking head and very pale underparts. It soars with its wings almost level or slightly raised and frequently remains suspended above one area, beating its wings rapidly when the wind is insufficient for effortless hovering.

Hovering is a characteristic part of its hunting behaviour. From a considerable height, it carefully examines the ground and, once it detects a reptile, descends rapidly with its legs extended. It may be confused with the Common Buzzard or European Honey-buzzard, but it is larger, with broader wings, a more prominent head and a different pattern on the undersides of the wings and tail.

Diet and special adaptations

Its diet consists mainly of snakes, both venomous and non-venomous, as well as lizards. It may supplement this diet with small mammals, amphibians, young birds and large insects. The precise composition of its diet depends on the availability of prey in each area and season.

The Short-toed Snake-Eagle is not immune to snake venom. It receives some protection from its short, powerful toes, strong talons and the thick, hard scales covering its legs. It relies primarily on its exceptional eyesight, speed and accuracy, attempting to immobilize the snake before it can strike.

It usually swallows snakes head first. During the breeding season, an adult may carry a large snake to its chick with part of the prey still protruding from its bill. The name “Short-toed” refers to its relatively short toes, which are suited to holding reptiles firmly.

Habitat

The Short-toed Snake-Eagle prefers open and semi-mountainous landscapes where it can easily locate prey. It occurs in Mediterranean scrub, open woodland, cultivated plains, rocky slopes, dry valleys and areas with sparse vegetation.

It requires mature trees for nesting and open ground with healthy reptile populations for hunting. Its ideal habitat is consequently a mosaic of open land, natural vegetation, low scrub and scattered trees.

Global distribution and migration

The species has an extensive Old World distribution. It breeds in parts of southern and central Europe, North Africa, the Middle East and Asia, extending eastwards to the Indian subcontinent and north-western China.

Most European and northern populations are migratory. They depart mainly during September and October and spend the non-breeding season in sub-Saharan Africa. They generally return to their breeding areas between March and May. During migration, they avoid long sea crossings whenever possible and concentrate along overland routes and narrow straits. Some individuals nevertheless cross the eastern Mediterranean and may appear in Cyprus.

The Short-toed Snake-Eagle in Cyprus

In Cyprus, the Short-toed Snake-Eagle is regarded as a native passage species rather than a regular breeding bird. It is recorded in small numbers, principally during spring and autumn migration. To date, there is no widely accepted and adequately documented confirmation of regular breeding by the species on the island.

Cyprus records usually originate from open plains, cultivated areas, reservoirs, hilly countryside and recognized migration routes. Single birds and small groups have been recorded during migration. Occasionally, an individual may remain in the same area for several weeks or even months when sufficient food is available and human disturbance is limited.

The observation and photography of the species at Athienou on 25 February 2021 represent a notably early seasonal record, while its presence in the same general area on 10 April 2021 demonstrates that suitable habitats in the Cypriot countryside can support a Short-toed Snake-Eagle for an extended period. Without individual marking, however, it cannot be confirmed that both observations involved the same bird.

Breeding

In areas where it breeds, the Short-toed Snake-Eagle constructs a relatively small nest in a tree, often close to the crown or on a strong lateral branch. Pairs are territorial and use extensive areas when searching for food.

The female normally lays only one egg. Incubation lasts approximately 45–47 days and is undertaken mainly by the female, while the male supplies food. The chick remains in the nest for approximately 70–80 days and continues to depend on its parents for some time after its first flight.

The production of only one chick per year makes the species vulnerable to breeding failure. Human presence near the nest, forestry work and other intensive activities may cause the adults to abandon it.

Ecological role

The Short-toed Snake-Eagle is an important component of natural ecosystems as a specialized upper-level predator of reptiles. Its presence should not be interpreted merely as a means of eliminating snakes, since snakes themselves perform essential ecological functions. Instead, the eagle forms part of the natural balance between predators and prey.

Its survival depends on the conservation of healthy reptile populations and a diverse landscape. Its presence therefore indicates that an area still retains functioning habitats, sufficient biodiversity and an adequate supply of natural prey.

Threats and conservation status

The Short-toed Snake-Eagle is globally classified as Least Concern (LC) on the IUCN Red List because of its extremely large geographical range and substantial total population. This classification does not mean that the species is free from serious pressures at the local level.

Its main threats include the destruction and alteration of open natural habitats, agricultural intensification, reductions in reptile populations caused by pesticides and human persecution, wildfires, disturbance close to nests, illegal killing, electrocution and collisions with human-made structures.

Its protection requires the conservation of open natural and semi-natural areas, the protection of reptiles, reduced use of poisons and pesticides, and the prevention of disturbance at breeding sites. In Cyprus, it is also important to protect migration routes and the areas where rare raptors stop to feed and recover their strength.

Photographs

The photographs were taken at Athienou, Larnaca District, on 25 February 2021 and 10 April 2021.

Photographs: George Konstantinou.

Classification

  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Chordata
  • Class: Aves
  • Order: Accipitriformes
  • Family: Accipitridae
  • Genus: Circaetus Vieillot, 1816
  • Species: Circaetus gallicus (J. F. Gmelin, 1788)
  • Original combination: Falco gallicus J. F. Gmelin, 1788
  • Greek common name: Φιδαετός
  • English common name: Short-toed Snake-Eagle
  • Status in Cyprus: Rare migratory visitor – passage species
  • Global conservation status: Least Concern (LC)

Sources

  • BirdLife International – Species factsheet for the Short-toed Snake-Eagle (Circaetus gallicus)
  • International Ornithologists’ Union – IOC World Bird List
  • BirdLife Cyprus – Monthly checklists and Cyprus bird records
  • Kemp, A. C., Christie, D. A. & Kirwan, G. M. – Short-toed Snake-Eagle (Circaetus gallicus), Birds of the World
  • Gmelin, J. F., 1788 – Systema Naturae, 13th edition
  • Vieillot, L. P., 1816 – Analyse d’une nouvelle ornithologie élémentaire