Translate

Wednesday, 29 July 2015

Scarce Crimson and Gold - Pyrausta sanguinalis (Linnaeus, 1767) - Cyprus

See also 

Insects of Cyprus - ORGANIZED CHECKLIST - Έντομα της Κύπρου - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
Κεντρική σελίδα με οργανωμένους συνδέσμους για τις ομάδες εντόμων της Κύπρου. / Main page of organized links for the insect groups of Cyprus.
LIST OF MOTHS OF CYPRUS IN THIS BLOG (LEPIDOPTERA) - ORGANIZED CHECKLIST - ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ - ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
Οι νυχτοπεταλούδες που έχουν παρουσιαστεί με αναρτήσεις στο συγκεκριμένο ιστολόγιο. / The moths that have been presented in posts on this blog.
LIST OF MOTTHS OF CYPRUS (LEPIDOPTERA) – ORGANIZED CHECKLIST of 1,156 Species – ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ – ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 1.156 ειδών
Επιστημονικός κατάλογος 1.156 ειδών νυχτοπεταλούδων που είναι γνωστά από την Κύπρο. / Scientific checklist of 1,156 moth species known from Cyprus.
Photos Latsia, 29/10/2005 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου – Λατσιά, 29/10/2005.

Γενικά χαρακτηριστικά

Η Pyrausta sanguinalis, γνωστή στα αγγλικά ως Scarce Crimson and Gold, είναι μικρή νυχτοπεταλούδα της οικογένειας Crambidae και της υποοικογένειας Pyraustinae. Ξεχωρίζει για τον εντυπωσιακό συνδυασμό χρυσοκίτρινου και πορφυροκόκκινου στα πρόσθια φτερά της. Παρά τον χαρακτηρισμό της ως νυχτοπεταλούδας, τα ενήλικα δραστηριοποιούνται και την ημέρα, ιδιαίτερα με ζεστό, ηλιόλουστο καιρό.

Περιγράφηκε από τον Carl Linnaeus το 1767 ως Phalaena sanguinalis. Η μεταφορά της στο γένος Pyrausta εξηγεί τις παρενθέσεις γύρω από το όνομα του συγγραφέα και το έτος. Το επίθετο sanguinalis συνδέεται με τη λατινική λέξη sanguis, «αίμα», και παραπέμπει στον ερυθρό χρωματισμό της.

Μορφολογία και αναγνώριση

Το άνοιγμα των φτερών είναι περίπου 14–18 χιλιοστά. Τα πρόσθια φτερά έχουν κιτρινωπό έως χρυσοκίτρινο υπόβαθρο, με έντονα ροδοκόκκινα ή πορφυροκόκκινα σχέδια. Οι έγχρωμες περιοχές σχηματίζουν εγκάρσιες ζώνες και περιθώρια, καθώς και επιμήκη κηλίδα στην κεντρική περιοχή του φτερού, η οποία συνδέεται με τη χρωματισμένη περιοχή κατά μήκος του πρόσθιου χείλους.

Τα οπίσθια φτερά είναι κυρίως γκριζωπά και περισσότερο σκουρόχρωμα προς το εξωτερικό περιθώριο. Σε ανάπαυση το έντομο παρουσιάζει περίπου τριγωνικό περίγραμμα και μήκος κοντά στο ένα εκατοστό. Το μικρό μέγεθος και η έντονη αντίθεση των χρωμάτων αποτελούν χρήσιμα γνωρίσματα αναγνώρισης.

Παρόμοιοι χρωματικοί συνδυασμοί εμφανίζονται και σε άλλα είδη του γένους. Σε δύσκολες περιπτώσεις η ταυτοποίηση χρειάζεται προσεκτική εξέταση της διάταξης των σχεδίων και, όπου απαιτείται, των γεννητικών οργάνων. Το Lepiforum διαθέτει συγκριτικές απεικονίσεις ενηλίκων και γεννητικών οργάνων.

Εξάπλωση και παρουσία στην Κύπρο

Η Pyrausta sanguinalis έχει ευρεία ευρωπαϊκή εξάπλωση, με παρουσία στη Μεσόγειο και καταγραφές ανατολικότερα στην Ασία. Η εξάπλωση αυτή συνοδεύεται από σημαντικές τοπικές διαφορές στην αφθονία: ένα είδος μπορεί να απαντά σε πολλές χώρες αλλά να περιορίζεται σε μικρές, απομονωμένες θέσεις μέσα σε καθεμία.

Στην Κύπρο περιλαμβάνεται στον οργανωμένο κατάλογο νυχτοπεταλούδων της Κύπρου. Η φωτογραφική καταγραφή της παρούσας ανάρτησης προέρχεται από τα Λατσιά, στις 29 Οκτωβρίου 2005, και τεκμηριώνει παρουσία ενηλίκου το φθινόπωρο.

Η αγγλική λέξη «Scarce» στην κοινή ονομασία αντανακλά τη σπανιότητα του είδους στο βρετανικό πλαίσιο και δεν αποτελεί από μόνη της χαρακτηρισμό της αφθονίας του στην Κύπρο.

Ενδιαιτήματα

Το είδος συνδέεται με ανοικτές θέσεις όπου αναπτύσσονται τα φυτά τροφής των προνυμφών. Στη Μεσόγειο αναφέρεται από ξηρές πλαγιές, φρύγανα, παρυφές δρόμων και κήπους. Στη βορειοδυτική Ευρώπη χαρακτηριστικοί βιότοποι είναι οι παράκτιες αμμοθίνες και οι ανοικτές εκτάσεις με θυμάρι.

Στη Βόρεια Ιρλανδία έχει μελετηθεί ιδιαίτερα σε κοιλότητες αμμοθινών που επαναποικίζονται από χαμηλή, πλούσια σε άνθη βλάστηση. Στην περιοχή Burren της Ιρλανδίας καταγράφεται επίσης σε ασβεστολιθικά λιβάδια με θαμνώδη βλάστηση. Συνεπώς, η παρουσία του δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε παράκτιους αμμώδεις βιότοπους.

Φυτά τροφής και διατροφή των προνυμφών

Οι καλύτερα τεκμηριωμένοι ξενιστές ανήκουν στο γένος Thymus, της οικογένειας Lamiaceae. Στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία αναφέρονται το Thymus serpyllum και το θυμάρι που απαντά με τις ονομασίες Thymus polytrichus, Thymus drucei ή Thymus praecox subsp. polytrichus, ανάλογα με την ταξινομική μεταχείριση.

Οι προνύμφες ζουν μέσα σε μεταξένιες κατασκευές επάνω ή ανάμεσα στα φυτικά μέρη και τρέφονται ιδιαίτερα με τα άνθη. Οι ιστορικές περιγραφές αναφέρουν σωληνοειδείς ιστούς, οι οποίοι συγκρατούν γειτονικά άνθη.

Υπάρχουν επίσης παλαιές αναφορές εκτροφής από δεντρολίβανο, καταγεγραμμένο ως Rosmarinus officinalis. Ωστόσο, η σύγχρονη αξιολόγηση του Lepiforum διατηρεί επιφύλαξη για αυτή τη συσχέτιση και ακόμη μεγαλύτερη για τις αναφορές σε Salvia. Οι ξενιστές αυτοί δεν έχουν το ίδιο επίπεδο τεκμηρίωσης με το θυμάρι και δεν συνιστούν επιβεβαιωμένες καταγραφές διατροφής από την Κύπρο.

Βιολογικός κύκλος και διαχείμαση

Το είδος παρουσιάζει πλήρη μεταμόρφωση, με στάδια αυγού, προνύμφης, νύμφης και ενηλίκου. Η προνυμφική ανάπτυξη πραγματοποιείται σε στενή σχέση με το φυτό τροφής, μέσα σε μεταξένιο καταφύγιο. Η νύμφωση περιγράφεται σε κουκούλι κοντά στο έδαφος, ανάμεσα σε βρύα ή σε φύλλα συγκρατημένα με μετάξι.

Οι δημοσιευμένες περιγραφές της διαχείμασης διαφέρουν. Ο κατάλογος των Λεπιδοπτέρων του Βελγίου αναφέρει διαχείμαση μέσα στο προνυμφικό καταφύγιο, ενώ η παρουσίαση των National Museums Northern Ireland αναφέρει διαχείμαση ως νύμφη. Επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί ένα ενιαίο, βέβαιο στάδιο διαχείμασης σε όλους τους πληθυσμούς, ιδιαίτερα στους κυπριακούς.

Περίοδος πτήσης και συμπεριφορά

Η εποχικότητα μεταβάλλεται γεωγραφικά. Στο Βέλγιο αναφέρονται δύο γενεές, με ενήλικα από τα τέλη Απριλίου έως τα τέλη Αυγούστου. Η μελέτη της Βόρειας Ιρλανδίας υποστηρίζει μία γενεά, κυρίως τον Ιούνιο και στις αρχές Ιουλίου.

Στην Κύπρο η καταγραφή της 29ης Οκτωβρίου επιβεβαιώνει δραστηριότητα ενηλίκου αργότερα μέσα στο έτος. Οι θερινές περίοδοι πτήσης των βορειοευρωπαϊκών πληθυσμών δεν περιγράφουν πλήρως την κυπριακή εποχικότητα.

Τα ενήλικα πετούν τόσο με την ηλιοφάνεια όσο και τη νύχτα. Μπορούν να εντοπιστούν όταν σηκώνονται από τη χαμηλή βλάστηση, ενώ προσελκύονται επίσης στο φως. Αυτός ο συνδυασμός ημερήσιας και νυχτερινής δραστηριότητας επιτρέπει την καταγραφή τους με διαφορετικές μεθόδους παρατήρησης.

Απειλές και διατήρηση

Η Pyrausta sanguinalis έχει υποστεί σοβαρές τοπικές μειώσεις στη βορειοδυτική Ευρώπη. Η έκθεση για τις καταγραφές του Burren το 2021–2022 αναφέρει απώλεια των γνωστών πληθυσμών της ηπειρωτικής Βρετανίας και της Νήσου του Μαν, με τους εναπομείναντες πληθυσμούς να φαίνεται ότι περιορίζονται στην Ιρλανδία.

Οι απώλειες έχουν συνδεθεί με μετατροπή βιότοπων σε γήπεδα γκολφ, επέκταση θαμνώδους βλάστησης και ακατάλληλη ένταση βόσκησης. Στις αμμοθίνες πρόσθετες πιέσεις προέρχονται από οικιστική ανάπτυξη και έντονη αναψυχή.

Οι δράσεις διατήρησης στη Βόρεια Ιρλανδία περιλαμβάνουν έλεγχο της θαμνώδους βλάστησης, κατάλληλη διαχείριση της βόσκησης και περιορισμό της πίεσης επισκεπτών. Στόχος είναι η διατήρηση ανοικτών μικροενδιαιτημάτων με τα απαραίτητα φυτά τροφής. Αυτά τα δεδομένα αφορούν συγκεκριμένες περιοχές και δεν αποτελούν αξιολόγηση του πληθυσμού της Κύπρου.

Ταξινομία

  • Βασίλειο: Animalia
  • Συνομοταξία: Arthropoda
  • Κλάση: Insecta
  • Τάξη: Lepidoptera
  • Υπεροικογένεια: Pyraloidea
  • Οικογένεια: Crambidae
  • Υποοικογένεια: Pyraustinae
  • Φυλή: Pyraustini
  • Γένος: Pyrausta
  • Είδος: Pyrausta sanguinalis
  • Συγγραφέας και έτος: (Linnaeus, 1767)
  • Αρχικός συνδυασμός: Phalaena sanguinalis Linnaeus, 1767
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Scarce Crimson and Gold
  • Φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου
  • Τοποθεσία και ημερομηνία: Λατσιά, Κύπρος — 29/10/2005

Πηγές


ENGLISH

Scarce Crimson and Gold - Pyrausta sanguinalis (Linnaeus, 1767) - Cyprus

TEXT AND PHOTOS: GEORGE KONSTANTINOU – Latsia, 29/10/2005.

General characteristics

Pyrausta sanguinalis, commonly known as the Scarce Crimson and Gold, is a small moth belonging to the family Crambidae and subfamily Pyraustinae. It stands out through its striking combination of golden yellow and crimson on the forewings. Despite being a moth, adults are also active during the day, particularly in warm sunshine.

Carl Linnaeus described it in 1767 as Phalaena sanguinalis. Its subsequent placement in Pyrausta explains the parentheses around the author’s name and year. The specific name sanguinalis relates to the Latin sanguis, meaning blood, and refers to its reddish coloration.

Appearance and identification

The wingspan is approximately 14–18 mm. The forewings have a yellowish to golden-yellow background with strong pinkish-red or crimson markings. These form transverse bands and borders, together with an elongated central spot connected to the coloured area along the leading edge.

The hindwings are predominantly greyish and darker towards the outer margin. At rest, the moth has an approximately triangular outline and is about one centimetre long. Its small size and contrasting colours are useful identification features.

Similar colour combinations occur in other members of the genus. Difficult identifications require close examination of the arrangement of the markings and, where necessary, the genitalia. Lepiforum provides comparative illustrations of adults and genitalia.

Distribution and occurrence in Cyprus

Pyrausta sanguinalis has a broad European distribution, occurring in the Mediterranean and extending farther east into Asia. This range includes substantial local differences in abundance: a species can occur in many countries while being restricted to small, isolated sites within each.

In Cyprus, it appears in the organised checklist of Cyprus moths. The photographic record accompanying this account comes from Latsia on 29 October 2005, documenting an adult in autumn.

“Scarce” in its English common name reflects its rarity in the British context and does not, by itself, establish its abundance in Cyprus.

Habitats

The species is associated with open places supporting its larval foodplants. Mediterranean accounts report it from dry slopes, phrygana, roadsides and gardens. In northwestern Europe, characteristic habitats include coastal dunes and open ground with wild thyme.

In Northern Ireland, it has been studied particularly in dune hollows being recolonised by low, flower-rich vegetation. In Ireland’s Burren, it also occurs in calcareous grassland with scrub. Its occurrence is therefore not confined exclusively to coastal sandy habitats.

Larval foodplants and feeding

The best-supported hosts belong to the genus Thymus, in the family Lamiaceae. European literature records Thymus serpyllum and the wild thyme named Thymus polytrichus, Thymus drucei or Thymus praecox subsp. polytrichus, depending on the taxonomic treatment.

Larvae live in silken structures on or among plant parts and feed particularly on flowers. Historical descriptions mention tubular webs that bind neighbouring flowers together.

There are also historical rearing records from rosemary, recorded as Rosmarinus officinalis. However, Lepiforum’s modern review retains uncertainty over this association and greater uncertainty over reports involving Salvia. These hosts do not have the same level of support as thyme, and they are not confirmed feeding records from Cyprus.

Life cycle and overwintering

The species undergoes complete metamorphosis through egg, larval, pupal and adult stages. Larval development takes place in close association with the foodplant, within a silken shelter. Pupation is described in a cocoon near ground level, among moss or in leaves joined with silk.

Published accounts differ over overwintering. The Belgian Lepidoptera catalogue reports overwintering within the larval shelter, whereas the National Museums Northern Ireland account reports overwintering as a pupa. Consequently, a single, certain overwintering stage cannot be assigned to every population, particularly those in Cyprus.

Flight season and behaviour

Seasonality varies geographically. In Belgium, two generations are reported, with adults from late April to late August. The Northern Ireland study supports one generation, mainly during June and early July.

In Cyprus, the 29 October record confirms adult activity later in the year. The summer flight periods of northern European populations do not fully describe Cypriot seasonality.

Adults fly both in sunshine and at night. They can be found when disturbed from low vegetation and are also attracted to light. This combination of daytime and nocturnal activity allows them to be recorded through different observation methods.

Threats and conservation

Pyrausta sanguinalis has experienced serious local declines in northwestern Europe. The report on Burren moth records for 2021–2022 describes the loss of known mainland British and Isle of Man populations, with surviving populations apparently restricted to Ireland.

Losses have been linked to habitat conversion into golf courses, scrub encroachment and unsuitable grazing intensity. Dune habitats also face pressures from housing development and intensive recreation.

Conservation measures in Northern Ireland include scrub control, appropriate grazing management and reduction of visitor pressure. Their purpose is to retain open microhabitats containing the necessary foodplants. These findings concern particular regions and do not constitute an assessment of the Cypriot population.

Taxonomy

  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Arthropoda
  • Class: Insecta
  • Order: Lepidoptera
  • Superfamily: Pyraloidea
  • Family: Crambidae
  • Subfamily: Pyraustinae
  • Tribe: Pyraustini
  • Genus: Pyrausta
  • Species: Pyrausta sanguinalis
  • Authority and year: (Linnaeus, 1767)
  • Original combination: Phalaena sanguinalis Linnaeus, 1767
  • English common name: Scarce Crimson and Gold
  • Photographer: George Konstantinou
  • Location and date: Latsia, Cyprus — 29/10/2005

Sources