Below in English
Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου.
Υποβρύχιες φωτογραφίες: Κώστας Αριστείδου – Ακρωτήρι, 28/1/2017.
Το Cestum veneris Lesueur, 1813, γνωστό στα αγγλικά ως Venus girdle ή Venus's girdle, είναι ένα εντυπωσιακό πελαγικό κτενοφόρο της οικογένειας Cestidae. Το σώμα του έχει εξελιχθεί σε μια εξαιρετικά λεπτή, διαφανή και μακριά κορδέλα, η οποία κινείται κυματοειδώς μέσα στο νερό. Το είδος είναι αποδεκτό στη σύγχρονη ταξινομία και ο Lesueur το περιέγραψε το 1813 από υλικό που είχε συλλεχθεί στα νερά της Νίκαιας στη Μεσόγειο.
Η κυπριακή καταγραφή που παρουσιάζεται εδώ προέρχεται από το Ακρωτήρι, όπου το ζώο φωτογραφήθηκε υποβρυχίως στις 28 Ιανουαρίου 2017 από τον Κώστα Αριστείδου.
Ένα κτενοφόρο και όχι μέδουσα
Παρά τη ζελατινώδη και σχεδόν διάφανη εμφάνισή του, το Cestum veneris δεν είναι μέδουσα. Ανήκει στο φύλο Ctenophora, μια ξεχωριστή εξελικτική ομάδα θαλάσσιων ζώων. Τα κτενοφόρα χαρακτηρίζονται από οκτώ σειρές κροσσωτών πλακών, τις λεγόμενες comb rows, των οποίων ο συγχρονισμένος παλμός συμβάλλει στην κίνηση μέσα στο νερό.
Δεν διαθέτουν τα κνιδοκύτταρα των αληθινών μεδουσών. Τα περισσότερα κτενοφόρα χρησιμοποιούν αντί γι’ αυτά εξειδικευμένα κολλώδη κύτταρα, τους κολλοβλάστες (colloblasts), για τη σύλληψη μικρών οργανισμών του ζωοπλαγκτού.
Περιγραφή
Το σώμα του Cestum veneris είναι έντονα πλευρικά πεπλατυσμένο και επιμηκυμένο, σχηματίζοντας μια σχεδόν διάφανη κορδέλα. Μπορεί να φτάσει περίπου το 1,5 μέτρο μήκος, με πλάτος περίπου 5–8 εκατοστά και πάχος μόλις γύρω στο 1 εκατοστό. Πολλά άτομα είναι μικρότερα και συνήθως αναφέρονται μήκη κάτω από περίπου 80 εκατοστά.
Οι ιστοί είναι σχεδόν εντελώς διαφανείς, αλλά ορισμένα άτομα παρουσιάζουν ελαφρές γαλάζιες, ροζ, μοβ ή κιτρινωπές αποχρώσεις. Η εξαιρετική διαφάνεια καθιστά το ζώο δύσκολο να εντοπιστεί στο ανοιχτό νερό, ιδιαίτερα την ημέρα.
Η οικογένεια Cestidae έχει υποστεί μια εντυπωσιακή μορφολογική τροποποίηση σε σχέση με την πιο τυπική σφαιρική ή ωοειδή μορφή πολλών άλλων κτενοφόρων. Στο C. veneris το σώμα έχει επιμηκυνθεί έντονα κατά τον άξονα της κορδέλας, ενώ τέσσερις από τις σειρές κροσσωτών πλακών είναι πολύ επιμηκυμένες και οι υπόλοιπες τέσσερις έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Ιριδισμός και βιοφωταύγεια
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του ζώου είναι οι πολύχρωμες αντανακλάσεις που εμφανίζονται κατά μήκος των κροσσωτών σειρών όταν αυτές πάλλονται.
Οι αποχρώσεις του ουράνιου τόξου δεν είναι από μόνες τους βιοφωταύγεια. Δημιουργούνται κυρίως από την αλληλεπίδραση του εξωτερικού φωτός με τις σειρές των κινούμενων κροσσών, οι οποίες λειτουργούν οπτικά σαν μικροσκοπικές δομές περίθλασης. Αυτό εξηγεί γιατί τα κτενοφόρα μπορούν να εμφανίζουν λαμπερά χρώματα ακόμη και στο φως της ημέρας.
Το Cestum veneris, ωστόσο, είναι επίσης ικανό για πραγματική βιοφωταύγεια. Παρατηρήσεις έχουν καταγράψει φωτεινές αντιδράσεις που διαδίδονται κατά μήκος του ζώου μετά από διέγερση.
Επομένως, πρόκειται για δύο διαφορετικά φαινόμενα: τον ορατό ιριδισμό από το εξωτερικό φως και τη βιολογική παραγωγή φωτός από το ίδιο το ζώο.
Κίνηση
Το Cestum veneris κολυμπά με έναν ασυνήθιστο συνδυασμό κίνησης των κροσσωτών πλακών και κυματοειδών μυϊκών συσπάσεων του σώματος. Κατά την κανονική κολύμβηση η μακριά κορδέλα κινείται οριζόντια, με την περιοχή όπου βρίσκεται το στόμα να προηγείται.
Η μεγάλη επιφάνεια του σώματος επιτρέπει έντονες, κυματοειδείς κινήσεις. Όταν ενοχληθεί, μπορεί να παρουσιάσει πολύ ταχύτερη αντίδραση διαφυγής, κάμπτοντας ολόκληρο το σώμα σε έντονες κυματοειδείς κινήσεις.
Στόμα και εσωτερική ανατομία
Το στόμα δεν βρίσκεται στο ένα άκρο της κορδέλας. Βρίσκεται περίπου στο μέσο της μακριάς στοματικής παρυφής. Από την πεπτική περιοχή εκτείνεται ένα πολύπλοκο σύστημα καναλιών σε όλο το σώμα, μεταφέροντας θρεπτικές ουσίες στους ιστούς της τεράστιας κορδέλας.
Το Cestum veneris διαθέτει επίσης λεπτά πλοκάμια και μικρότερες διακλαδώσεις τους κατά μήκος της στοματικής πλευράς. Αυτές οι δομές έχουν καθοριστικό ρόλο στη συλλογή τροφής.
Διατροφή
Το είδος είναι θηρευτής μικρού ζωοπλαγκτού. Τα μικρά πλοκάμια κοντά στη στοματική περιοχή φέρουν κολλοβλάστες, εξειδικευμένα κολλώδη κύτταρα που παγιδεύουν μικρούς πλαγκτονικούς οργανισμούς.
Στη λεία μπορούν να περιλαμβάνονται κωπήποδα και άλλα μικρά ζωοπλαγκτονικά ζώα. Μικροσκοπική λεία μπορεί επίσης να συγκρατείται στη βλέννα που καλύπτει το σώμα και στη συνέχεια να μεταφέρεται προς το στόμα, το οποίο βρίσκεται στην κεντρική περιοχή της στοματικής παρυφής.
Έτσι, παρά την εύθραυστη και σχεδόν άυλη εμφάνισή του, το C. veneris είναι ενεργό μέλος του πελαγικού τροφικού πλέγματος.
Αναπαραγωγή και ανάπτυξη
Όπως συμβαίνει γενικά στα κτενοφόρα, το Cestum veneris είναι ερμαφρόδιτο, δηλαδή ένα άτομο παράγει τόσο αρσενικούς όσο και θηλυκούς γαμέτες. Οι γαμέτες απελευθερώνονται στο νερό και η γονιμοποίηση είναι εξωτερική.
Από τα γονιμοποιημένα αυγά αναπτύσσεται το χαρακτηριστικό νεαρό στάδιο των κτενοφόρων, γνωστό ως cydippid, το οποίο διαφέρει σημαντικά σε μορφή από την εξαιρετικά επιμηκυμένη κορδέλα του ενήλικου Cestum. Καθώς αναπτύσσεται, αποκτά σταδιακά την ενήλικη μορφή.
Ενδιαίτημα και βάθος
Το Cestum veneris είναι αποκλειστικά θαλάσσιο και πελαγικό. Το WoRMS το χαρακτηρίζει ως είδος που απαντά στην επιπελαγική και μεσοπελαγική ζώνη, ενώ παρατηρείται συχνά στα ανώτερα στρώματα του νερού.
Οι δύτες το συναντούν συχνά κοντά στην επιφάνεια ή σε σχετικά μικρά βάθη, και καταγραφές από τη Μεσόγειο περιλαμβάνουν άτομα σε μόλις λίγα μέτρα νερού. Εντούτοις, το είδος δεν περιορίζεται στα ρηχά: επιστημονικές υποβρύχιες παρατηρήσεις έχουν καταγράψει C. veneris ακόμη και περίπου στα 299 μέτρα βάθος.
Επομένως, είναι καλύτερο να θεωρείται πελαγικό είδος με σημαντικό κατακόρυφο εύρος και όχι αποκλειστικά οργανισμός των επιφανειακών νερών.
Παγκόσμια εξάπλωση
Το Cestum veneris έχει πολύ ευρεία εξάπλωση σε θερμά και εύκρατα-θερμά νερά. Έχει καταγραφεί στον Ατλαντικό, στη Μεσόγειο, στην Καραϊβική και στον Ινδο-Ειρηνικό, ενώ το WoRMS χαρακτηρίζει τη γενική του εξάπλωση ως circum-(sub)tropical.
Το OBIS περιλαμβάνει καταγραφές από πολλές θαλάσσιες περιοχές του κόσμου, επιβεβαιώνοντας την εξαιρετικά ευρεία γεωγραφική παρουσία του είδους.
Παρουσία στη Μεσόγειο και την ανατολική Μεσόγειο
Η Μεσόγειος αποτελεί μέρος της φυσικής εξάπλωσης του είδους και μάλιστα η τυπική τοποθεσία του Cestum veneris είναι η Νίκαια της Γαλλίας, όπου συλλέχθηκε το υλικό πάνω στο οποίο βασίστηκε η αρχική περιγραφή του Lesueur.
Στη δυτική Μεσόγειο και την Αδριατική έχουν αναφερθεί κατά περιόδους συγκεντρώσεις πολλών ατόμων και μαζικές εκβράσεις. Αντίθετα, οι επιστημονικές αναφορές από την ανατολική Μεσόγειο υπήρξαν ιστορικά πολύ πιο περιορισμένες.
Στον νότιο Αιγαίο καταγράφηκαν πέντε άτομα στον κόλπο Gökova της Τουρκίας σε βάθος περίπου 2 μέτρων τον Σεπτέμβριο του 2011. Η δημοσιευμένη αυτή καταγραφή παρουσιάστηκε ως η πρώτη για τα τουρκικά θαλάσσια ύδατα.
Μεταγενέστερη εργασία για τη Λεβαντίνη Θάλασσα τεκμηρίωσε φωτογραφικά άτομα έξω από τη Nahariya του Ισραήλ σε βάθη 10–20 μέτρων και από τον κόλπο της Αττάλειας σε 10–12 μέτρα, τονίζοντας ότι το είδος είχε καταγραφεί σχετικά σπάνια στην ανατολική Μεσόγειο.
Η καταγραφή από την Κύπρο
Η καταγραφή του Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou τεκμηριώνει ένα Cestum veneris από το Ακρωτήρι της Κύπρου στις 28 Ιανουαρίου 2017, με υποβρύχιες φωτογραφίες του Κώστα Αριστείδου.
Η καταγραφή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανατολικής Μεσογείου, όπου οι δημοσιευμένες αναφορές του είδους είναι συγκριτικά λιγότερες από εκείνες της δυτικής Μεσογείου. Δεν αποδίδεται όμως εδώ χαρακτηρισμός «πρώτης καταγραφής για την Κύπρο» χωρίς ανεξάρτητη επιστημονική τεκμηρίωση που να το επιβεβαιώνει.
Ένα εξαιρετικά εύθραυστο ζώο
Το σώμα του Cestum veneris αποτελείται σε πολύ μεγάλο βαθμό από νερό και είναι εξαιρετικά εύθραυστο. Μπορεί εύκολα να σχιστεί ή να καταστραφεί κατά τη σύλληψη και τον χειρισμό, γι’ αυτό οι υποβρύχιες φωτογραφίες και οι παρατηρήσεις ζωντανών ατόμων έχουν ιδιαίτερη αξία για την τεκμηρίωση της φυσικής μορφής και συμπεριφοράς του.
Παρά την εντυπωσιακή εμφάνισή του, δεν θεωρείται κτενοφόρο με κνιδωτική δράση για τον άνθρωπο. Οδηγοί αναγνώρισης μεσογειακών ζελατινωδών οργανισμών το χαρακτηρίζουν ως μη ερεθιστικό, γεγονός που συνδέεται και με το ότι τα κτενοφόρα δεν διαθέτουν τα κνιδοκύτταρα των μεδουσών.
Ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Ctenophora
Κλάση: Tentaculata
Τάξη: Cestida
Οικογένεια: Cestidae Gegenbaur, 1856
Γένος: Cestum Lesueur, 1813
Είδος: Cestum veneris Lesueur, 1813
Αγγλική κοινή ονομασία: Venus girdle / Venus's girdle
Περιβάλλον: Θαλάσσιο, πελαγικό
Εξάπλωση: Μεσόγειος, Ατλαντικός και ευρύτερα τροπικά και υποτροπικά νερά του κόσμου
Τοποθεσία φωτογράφησης: Ακρωτήρι, Κύπρος
Ημερομηνία: 28/1/2017
Φωτογράφος: Κώστας Αριστείδου
Πηγές
Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou – Venus girdle - Cestum veneris Lesueur, 1813 - Cyprus
World Register of Marine Species – Cestum veneris Lesueur, 1813
Ocean Biodiversity Information System – Cestum veneris
Woods Hole Oceanographic Institution – Ctenophores
Mediterranean Marine Science – Eastern Mediterranean record of Cestum veneris
New records of siphonophores and ctenophores in the Levant Sea







No comments:
Post a Comment