The rich and rare biodiversity in Cyprus. The Cyprus biodiversity includes 1908 plants, 780 seashells, 250 fishes, more than 7.000 insects, 410 birds including migratory, 31 mammals, 9 snakes, 11 lizards,three amphibians, 120 land snails, fungi estimated 5-8 thousandand and three turtles.These numbers continually increase as a result of researc. Also see All about Cyprus.
From George Konstantinou. Email -
fanigeorge@hotmail.com -
Το υλικό της ιστοσελίδας αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία.
Παρά το μεγάλο ενδιαφέρον που αναμφισβήτητα παρουσιάζει ο ναός του Αγίου Προκοπίου στο κατεχόμενο σήμερα χωριό Σύγκραση της επαρχίας Αμμοχώστου είναι ένα από τα λιγότερα γνωστά βυζαντινά μνημεία της Κύπρου. Ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Προκοπίου στη Σύγκραση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία στην Κύπρο, τόσο λόγω του αρχιτεκτονικού του τύπου, όσο και λόγω της διακόσμησης στο εσωτερικό του. Αρχιτεκτονικά εντάσσεται στον τύπο του μεταβατικού σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο ναού, ο οποίος διακρίνεται για τις μεγάλες διαστάσεις του και την επιμελημένη τοιχοδομία του. Χρονολογικά φαίνεται νὰ ἀνάγεται στο 10ο αἰώνα, στην περίοδο δηλαδή της επανένταξης της Κύπρου υπό τον πλήρη βυζαντινό έλεγχο. Κατά την περίοδο εκείνη διαδόθηκε ο τύπος αυτός σε ολόκληρη τη νησιωτική χώρα (π.χ. Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ικαρία, Ρόδος, Νάξος). Για την κατασκευή του κρηπιδώματος χρησιμοποιήθηκαν ογκώδη, ακανόνιστοι δόμοι σε δεύτερη χρήση, όπως ομοίως συναντούμε και σε σύγχρονα μνημεία της περιόδου (μεσοβυζαντινή φάση Αγίου Λαζάρου Λάρνακος). Αρχαία συλλήματα, ενδεχομένως από την κοντινή Σαλαμίνα, βρέθηκαν στον περίβολο του ναού (αράβδωτοι κίονες και μαρμάρινο κιονόκρανο, το οποίο υπήρχε το 2003 και σήμερα έχει εξαφανισθεί). Επίσης, στον ναό είχε εντοπισθεί πριν την Τουρκική εισβολή και κολυμβήθρα λαξευμένη σε υστερορωμαϊκό επιτύμβιο κιονίσκο. Το μνημείο αποπνέει την αίσθηση του όγκου και του μεγέθους και θα πρέπει να σχετίζεται άμεσα με την κωνσταντινουπολίτικη παρουσία στη Μεγαλόνησο. Η απουσία νάρθηκος, η τριμερής διάρθρωση του Ιερού και οι σταυροειδείς νευρώσεις του τρούλλου συνδέουν τον Άγιο Προκόπιο μα μια σειρά αντίστοιχων ναών, όπως π.χ. τον Άγιον Ιλαρίωνα και Βαρνάβα στην Περιστερώνα Λευκωσίας, τον Άγιο Λάζαρο στη Λάρνακα και τον Απόστολο Βαρνάβα. Σε όλα τα μνημεία αυτά παρατηρείται επίσης μέσῳ της διακόσμησης του εσωτερικού του μνημείου η προσπάθεια ανάδειξης μεγαλοπρέπειας και πλούτου.
Έτσι και στον Άγιο Προκόπιο το εσωτερικό του ναού ήταν διακοσμημένο με τοιχογραφίες, μαρμαροθετήματα γλυπτό διάκοσμο, καθὼς επίσης και σύνθρονο. Δίπλα στη δυτική θύρα του ναού, στην αριστερή πλευρά είχε εντοιχισθεί λίθινο προσκυνητάριο για την τοποθέτηση της εφέστειας εικόνας του ναού στις περιόδους λιτανείας και εορτών. Σημαντικότατο επίσης ιστορικό στοιχείο αποτελεί ο εντοπισμός μιας γραπτής επιγραφής στον ναό, η οποία ένεκα των ιστορικών γεγονότων που αναφέρει ανάγει τη χρονολόγηση του μνημείου τουλάχιστον στο 10ο αιώνα. Μπροστά από την επιγραφή αυτή βρισκόταν υπόγειο αγίασμα.
Ο ναός επισκευάσθηκε τόσο κατά την περίοδο της Λατινοκρατίας, όσο και στη σύγχρονη περίοδο. Στις περιόδους επισκευών θα ανάγεται και η τοποθέτηση των πινακίων στὸ εσωτερικό του τρούλλου. Λίθινη εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο μνημονεύει τη 2α Ιουλίου 1918, ως χρονολογία περάτωσης εργασιών ανακαίνισης. Στο δυτικό τοίχο του ναού εντοιχισμένη πλάκα μνημονεύει την κατασκευή του δαπέδου δαπάναις Ανδρέα Χ. Λούτσιου το έτος 1956. Ενδεχομένως τότε να ανακατασκευάσθηκε και το σημερινό μαρμαροθέτημα στο Ιερό. Σε δυο τυφλές κόγχες εν είδει προσκυνηταρίων απεικονίσθηκαν δυο έφιπποι άγιοι, ο Προκόπιος και ο Γεώργιος. Οι τοιχογραφίες αυτές έχουν υποστεί βανδαλισμούς μετά την τουρκική εισβολή. Αυτή του αγίου Προκοπίου ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνος και φαίνεται πως αντέγραψε αντίστοιχη παράσταση υποκείμενου τοιχογραφικού στρώματος. Τοιχογραφικά σπαράγματα και άλλες τοιχογραφίες (π.χ. άγιος Ανδρόνικος και Αθανασία) σώζονται διάσπαρτες σε ποικίλα σημεία του ναού παραπέμποντας σε πλήρη εικονογράφηση της εκκλησίας και χρονολογούνται στη μεσαιωνική περίοδο. Τίποτε δεν σώζεται σήμερα από το ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο του ναού. Το 1975 εντοπίσθηκε σπασμένος και ριγμένος στο έδαφος ο Εσταυρωμένος του εικονοστασίου. Σύγχρονο ήταν και το κωδωνοστάσιο που κτίσθηκε στη βορειοανατολική γωνία του ναού σε νεο-γοτθίζοντα ρυθμό. Ο περίβολος του ναού χρησιμοποιήθηκε ως κοιμητήριο. Σήμερα σπασμένοι σταυροί και ανεσκαμμένα μνήματα στη νότια πλευρά του ναού δηλώνουν το πέρασμα του Τούρκου εισβολέα.
The common lionfish (Pterois miles), also known as the devil firefish, is a species of ray-finned fish native to the western Indo-Pacific region. The common lionfish is frequently confused with its close relative, the red lionfish (Pterois volitans). The scientific name is from Greek pteron, meaning "wing," and Latin miles, meaning "soldier."
The common lionfish grows up to 35 cm (14 in) in length. The dorsal fin has 13 long, strong spines and nine to 11 soft rays, and the anal fin has three long spines and six to seven soft rays. The dorsal fin appears feathery and the pectoral fins are wing-like with separate broad, smooth rays. These fish vary in colour from reddish to tan or grey and have numerous thin, dark, vertical bars on their head and body. Its head is less angular than that of P. volitans.
The common lionfish is mainly nocturnal and may hide in crevices during the daytime. It feeds on fish and small crustaceans. It has few predators, probably because of its venomous spines, but larger lionfish do prey on smaller ones. The bluespotted cornetfish (Fistularia commersonii) has been shown to feed on it, as also do groupers in the Bahamas P. miles is native to the Indian Ocean, from the Red Sea, to South Africa, and to Indonesia; it has also recently been reported in the eastern Mediterranean Sea, near Cyprus. It is very similar in appearance to P. volitans, which does not occur in the Red Sea. This fish is usually found in areas with crevices or lagoons, often on the outer slopes of coral reefs. It is also now present off the east coast of the United States and in the Caribbean Sea where is regarded as an invasive species. The fin spines are highly venomous and have caused death to humans From Wikipedia, the free encyclopedia