Organized links for everything on this blog – Οργανωμένοι σύνδεσμοι για όλα σε αυτό το ιστολόγιο
Below in English
Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου – κατεχόμενο χωριό Ποταμός του Κάμπου, 13/5/2016.
Η χρυσομηλιά και ο καρπός της
Η βερικοκιά, γνωστή στην Κύπρο κυρίως ως χρυσομηλιά, είναι φυλλοβόλο καρποφόρο δέντρο της οικογένειας Rosaceae. Οι καρποί της, τα βερίκοκα ή χρυσόμηλα, συγκαταλέγονται στα χαρακτηριστικά φρούτα της μετάβασης από την άνοιξη στο καλοκαίρι. Καταναλώνονται νωποί αλλά αξιοποιούνται επίσης στην αποξήρανση, στη ζαχαροπλαστική και στην παρασκευή διατηρημένων προϊόντων.
Το αποδεκτό επιστημονικό όνομα είναι Prunus armeniaca L., δημοσιευμένο από τον Λινναίο το 1753. Στη βιβλιογραφία συναντάται και το συνώνυμο Armeniaca vulgaris Lam. Η χρυσομηλιά ανήκει στο ίδιο γένος με την αμυγδαλιά, αλλά καλλιεργείται κυρίως για το σαρκώδες μέρος του καρπού της.
Καταγωγή και εξάπλωση
Το Kew τοποθετεί τη φυσική εξάπλωση του είδους από την Κεντρική Ασία μέχρι τη βόρεια και κεντρική Κίνα. Η μακρόχρονη καλλιέργεια και μεταφορά του από τον άνθρωπο έχουν διευρύνει εντυπωσιακά την παρουσία του.
Το επίθετο armeniaca παραπέμπει στην Αρμενία, χωρίς να σημαίνει ότι η Αρμενία αποτελεί τη μοναδική ή οριστικά αποδεδειγμένη περιοχή καταγωγής. Σήμερα καλλιεργείται σε πολλές εύκρατες και μεσογειακές περιοχές, με ποικιλίες προσαρμοσμένες σε διαφορετικές χειμερινές θερμοκρασίες, εποχές συγκομιδής και χρήσεις.
Παρουσία και καθεστώς στην Κύπρο
Η χρυσομηλιά είναι καλλιεργούμενο ξενικό είδος και όχι ενδημικό φυτό της Κύπρου. Το Flora of Cyprus καταγράφει την παρουσία της εκτός καλλιέργειας ως περιστασιακή — Casual, CA. Αυτό διαφέρει από την πλήρη εγκλιμάτιση ενός είδους που διατηρεί σταθερούς αυτοαναπαραγόμενους πληθυσμούς.
Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, η καλλιέργεια καταλάμβανε περίπου 330 εκτάρια, κυρίως στην περιοχή του σημερινού κατεχόμενου Αγίου Αμβροσίου Κερύνειας και στη Δευτερά Λευκωσίας. Για το 2018, το Τμήμα Γεωργίας παραθέτει έκταση 183 εκταρίων και παραγωγή 1.048 τόνων χρυσόμηλων και καϊσιών στις ελεύθερες περιοχές. Πρόκειται για ιστορικά στατιστικά στοιχεία των συγκεκριμένων ετών.
Περιγραφή και αναγνώριση
Είναι μικρό έως μεσαίου μεγέθους δέντρο, με πλατιά κόμη. Τα φύλλα είναι απλά, κατ’ εναλλαγή, πλατιά ωοειδή έως σχεδόν στρογγυλά, με οδοντωτή περιφέρεια και μυτερή κορυφή. Το φύλλωμά της είναι εμφανώς πλατύτερο από το στενό, λογχοειδές φύλλωμα της αμυγδαλιάς.
Τα άνθη εμφανίζονται συνήθως πριν από την ανάπτυξη των φύλλων. Έχουν πέντε λευκά έως ανοιχτορόδινα πέταλα και πολυάριθμους στήμονες. Ο καρπός είναι δρύπη, συνήθως με λεπτό χνούδι, χαρακτηριστική επιμήκη αύλακα και έναν σκληρό πυρήνα. Το χρώμα της επιδερμίδας και της σάρκας ποικίλλει από υποκίτρινο μέχρι έντονο πορτοκαλί, συχνά με κόκκινο επίχρωμα.
Άνθηση και επικονίαση
Το Flora of Cyprus δίνει περίοδο ανθοφορίας Φεβρουάριο–Μάρτιο. Η ακριβής εποχή μεταβάλλεται με την ποικιλία, το υψόμετρο και τις θερμοκρασίες της χρονιάς. Η πρώιμη άνθηση αυξάνει την έκθεση σε ανοιξιάτικους παγετούς.
Οι απαιτήσεις επικονίασης δεν είναι ίδιες για όλες τις ποικιλίες. Υπάρχουν αυτοσυμβατές, όπως οι Canino και Currot, αλλά και αυτοασύμβατες ποικιλίες που χρειάζονται συμβατή γύρη από διαφορετική ποικιλία. Η γενική διατύπωση ότι «όλες οι βερικοκιές καρποφορούν μόνες τους» είναι λανθασμένη.
Η μέλισσα – Apis mellifera και άλλοι ανθοεπισκέπτες μεταφέρουν τη γύρη. Για τις αυτοασύμβατες ποικιλίες χρειάζεται τόσο γενετική συμβατότητα όσο και σύμπτωση της ανθοφορίας. Βροχή, ψύχος και άνεμος μπορούν να περιορίσουν τη δραστηριότητα των επικονιαστών.
Κύκλος ζωής και ετήσια ανάπτυξη
Η χρυσομηλιά είναι πολυετές δέντρο. Ο σπόρος μπορεί να δώσει νέο φυτό, αλλά το σπορόφυτο δεν διατηρεί υποχρεωτικά την ποιότητα καρπού και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της μητρικής ποικιλίας. Οι επιλεγμένες ποικιλίες πολλαπλασιάζονται κυρίως με εμβολιασμό.
| Στάδιο | Εξέλιξη |
|---|---|
| Φθινοπωρινή φυλλόπτωση | Το δέντρο χάνει τα φύλλα και εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο ανάπαυσης. |
| Χειμερινός λήθαργος | Η συσσώρευση ψύχους συμβάλλει στην κάλυψη των αναγκών των οφθαλμών. |
| Άνθηση | Ανοίγουν οι ανθοφόροι οφθαλμοί και ακολουθούν επικονίαση και γονιμοποίηση. |
| Καρπόδεση και ανάπτυξη | Αναπτύσσονται οι καρποί, σκληραίνει ο πυρήνας και διογκώνεται η σάρκα. |
| Ωρίμαση και συγκομιδή | Μεταβάλλονται χρώμα, συνεκτικότητα, άρωμα και σχέση σακχάρων–οξέων. |
| Μετασυλλεκτική περίοδος | Το φύλλωμα συνεχίζει να υποστηρίζει το δέντρο και την προετοιμασία της επόμενης περιόδου. |
Η καρποφορία μπορεί να αρχίσει περίπου στον τρίτο έως πέμπτο χρόνο, ανάλογα με το φυτικό υλικό και τις συνθήκες. Η παραγωγική ζωή ενός οπωρώνα δεν ταυτίζεται με τη μέγιστη ηλικία που μπορεί να φτάσει ένα μεμονωμένο δέντρο.
Χειμερινό ψύχος, παγετός και κλίμα
Οι ανάγκες σε ψύχος είναι ποικιλιοεξαρτώμενες. Δεν υπάρχει ένας αριθμός «ωρών ψύχους» κατάλληλος για κάθε χρυσομηλιά. Επιπλέον, διαφορετικά μοντέλα, όπως οι ώρες ψύχους και οι μονάδες Chill Portions, δεν είναι απευθείας εναλλάξιμα.
Ανεπαρκής κάλυψη των απαιτήσεων μπορεί να προκαλέσει ανομοιόμορφη έκπτυξη οφθαλμών, ασύγχρονη άνθηση και χαμηλή καρπόδεση. Μετά την κατάλληλη χειμερινή προετοιμασία, η συσσώρευση θερμότητας επηρεάζει την ημερομηνία ανθοφορίας. Έτσι, ένας θερμότερος χειμώνας δεν οδηγεί πάντοτε απλώς σε πρωιμότερη άνθηση.
Παράλληλα, τα ανοιχτά άνθη και οι νεαροί καρποί είναι πολύ πιο ευαίσθητα στον παγετό από το δέντρο σε λήθαργο. Η επιλογή ποικιλίας πρέπει να συνδυάζεται με το πραγματικό μικροκλίμα της θέσης.
Ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Κύπρο
Η κυπριακή καλλιέργεια περιλαμβάνει τοπικές επιλογές και εισαγόμενο υλικό. Σε επίσημες καταγραφές διατήρησης υγιούς πολλαπλασιαστικού υλικού αναφέρονται οι Γαλάτας, Α226, Κυριάκου, Boccuccia Spinosa, Τυρίνθου, Moniqui, Currot, Καϊσί, Luizet, Μπεμπέκου και Canino.
Το Τμήμα Γεωργίας αναφέρει επίσης παλαιότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες, όπως Monaco Bello, Boccuccia Liscia και Don Gaetano, και νεότερες εισαγωγές, όπως Farbaly, Rubista, Tomcot, Orangered, Mayacot, Lilycot, Bora και Tsunami.
Οι ποικιλίες διαφέρουν στον χρόνο ωρίμασης, στο μέγεθος και χρώμα του καρπού, στη γεύση, στη συνεκτικότητα, στις απαιτήσεις ψύχους και στην αυτοσυμβατότητα. Η επιλογή δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην εμφάνιση του καρπού ή στη φήμη μιας ποικιλίας στο εξωτερικό.
Η ονομασία καϊσί χρησιμοποιείται στην Κύπρο για ιδιαίτερο καλλιεργούμενο υλικό μέσα στην ομάδα των βερίκοκων· δεν αποτελεί από μόνη της τεκμήριο διαφορετικού βοτανικού είδους.
Πολλαπλασιασμός και υποκείμενα
Ο εμβολιασμός συνδυάζει την επιλεγμένη ποικιλία με υποκείμενο που επηρεάζει τη ζωηρότητα, την προσαρμογή στο έδαφος και την αντοχή σε συγκεκριμένα προβλήματα. Χρησιμοποιούνται σπορόφυτα χρυσομηλιάς, υποκείμενα δαμασκηνιάς και ορισμένα διαειδικά υβρίδια.
Παραδείγματα στη διεθνή καλλιέργεια είναι τα Myrobalan 29C, Marianna 2624 και Citation. Η συμβατότητα δεν είναι καθολική: συγκεκριμένοι συνδυασμοί ποικιλίας και υποκειμένου μπορούν να παρουσιάσουν ασυμβατότητα, ακόμη και μετά την αρχική επιτυχία του εμβολιασμού. Προτεραιότητα έχει το υγιές, ελεγμένο φυτικό υλικό με γνωστή ταυτότητα.
Έδαφος, φύτευση και καλλιεργητική φροντίδα
Η χρυσομηλιά χρειάζεται ηλιόλουστη θέση και έδαφος με καλή αποστράγγιση. Αποφεύγονται οι θέσεις όπου λιμνάζει νερό ή συγκεντρώνεται ψυχρός αέρας. Τα γυμνόριζα δενδρύλλια φυτεύονται κατά τον λήθαργο, χωρίς να αφήνονται οι ρίζες να ξεραθούν και χωρίς να θάβεται το σημείο εμβολιασμού.
Η άρδευση προσαρμόζεται στο έδαφος, στην ηλικία, στον καιρό και στο φορτίο καρποφορίας. Η απότομη ή παρατεταμένη καταπόνηση υποβαθμίζει την ανάπτυξη και την ποιότητα. Η λίπανση βασίζεται στην κατάσταση του δέντρου και σε αναλύσεις, αποφεύγοντας την υπερβολική αζωτούχο θρέψη.
Κλάδεμα και αραίωμα καρπών
Στα νεαρά δέντρα δημιουργείται ισχυρός σκελετός, συχνά με ανοικτό κυπελλοειδές σχήμα. Στα παραγωγικά δέντρα διατηρούνται ο φωτισμός και η ανανέωση του καρποφόρου ξύλου, χωρίς υπερβολική αφαίρεση παραγωγικών βλαστών.
Ο χρόνος κλαδέματος χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή λόγω της ευτυπίωσης. Οι φρέσκες τομές μπορούν να μολυνθούν κατά τις βροχές. Σε μεσογειακές συνθήκες προτιμάται κατάλληλη ξηρή περίοδος μετά τη συγκομιδή, με επαρκές διάστημα πριν από τις φθινοπωρινές βροχές. Δεν εφαρμόζεται μηχανικά ο κανόνας «όλα τα φυλλοβόλα κλαδεύονται τον χειμώνα».
Όταν η καρπόδεση είναι υπερβολική, το αραίωμα μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των καρπών και τον κίνδυνο σπασίματος κλάδων. Προσαρμόζεται στην ποικιλία και στο φορτίο και μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό της παρενιαυτοφορίας.
Γιατί μια χρυσομηλιά δεν καρποφορεί;
Η απώλεια παραγωγής μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκές χειμερινό ψύχος, παγετό, ασύμβατη επικονίαση, μειωμένη δραστηριότητα μελισσών, προσβολές ανθέων ή υπερβολικό φορτίο της προηγούμενης χρονιάς. Η ηλικία του δέντρου και η ισορροπία βλάστησης–καρποφορίας επηρεάζουν επίσης το αποτέλεσμα.
Χρειάζεται να διαπιστωθεί πότε εμφανίζεται το πρόβλημα: αν δεν σχηματίζονται άνθη, αν νεκρώνονται κατά την άνθηση ή αν οι καρποί πέφτουν μετά την καρπόδεση. Κάθε περίπτωση έχει διαφορετικές πιθανές αιτίες.
Εντομολογικοί εχθροί
Η Μεσογειακή μύγα – Ceratitis capitata προσβάλλει τους καρπούς καθώς ωριμάζουν. Το θηλυκό τοποθετεί αυγά κάτω από την επιδερμίδα, οι προνύμφες τρέφονται στη σάρκα και οι ανεπτυγμένες προνύμφες εγκαταλείπουν τον καρπό για να νυμφωθούν συνήθως στο έδαφος.
Η παρακολούθηση με κατάλληλες παγίδες, η έγκαιρη συγκομιδή και η απομάκρυνση προσβεβλημένων και πεσμένων καρπών περιορίζουν τις εστίες. Η εγκατάλειψη ώριμων φρούτων επιτρέπει τη συνέχιση του κύκλου.
Στα πυρηνόκαρπα μπορούν επίσης να εμφανιστούν προσβολές από Grapholita molesta, αφίδες, κοκκοειδή και ακάρεα. Η αναγνώριση του υπεύθυνου οργανισμού προηγείται της επέμβασης, επειδή διαφορετικές προσβολές μπορεί να προκαλούν παρόμοια συμπτώματα.
Μυκητολογικές και άλλες ασθένειες
Μονίλια ή φαιά σήψη — Monilinia spp. Προκαλεί νέκρωση ανθέων και βλαστών και σήψη καρπών. Οι μουμιοποιημένοι καρποί και οι προσβεβλημένοι κλάδοι αποτελούν πηγές μολύσματος. Υγρός καιρός κατά την άνθηση ευνοεί τις μολύνσεις.
Κορύνεο. Δημιουργεί κηλίδες στα φύλλα, των οποίων το κέντρο μπορεί να αποκολληθεί αφήνοντας οπές. Προσβάλλει επίσης καρπούς και βλαστούς.
Ευτυπίωση και έλκη. Μπορούν να προκαλέσουν ξήρανση κλάδων, καστανό μεταχρωματισμό του ξύλου και έκκριση κόμμεος. Η απομάκρυνση προσβεβλημένου ξύλου και ο σωστός χρόνος κλαδέματος έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Προβλήματα ριζών και λαιμού απαιτούν έλεγχο τόσο για παθογόνα όσο και για υπερβολική υγρασία. Η «κόλλα» στον κορμό δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση συγκεκριμένης ασθένειας.
Σάρκα ή ευλογιά των πυρηνοκάρπων
Η σάρκα — sharka, που προκαλείται από τον Plum pox virus, έχει ιδιαίτερη σημασία για τη χρυσομηλιά. Μπορεί να προκαλέσει χλωρωτικά σχέδια στα φύλλα, παραμόρφωση και ποιοτική υποβάθμιση των καρπών. Η παρουσία της στην Κύπρο τεκμηριώνεται από το 1982.
Μεταδίδεται με μολυσμένο πολλαπλασιαστικό υλικό και αφίδες. Δεν υπάρχει θεραπευτικός ψεκασμός που να απαλλάσσει ένα μολυσμένο δέντρο από τον ιό. Η πρόληψη βασίζεται στο ελεγμένο φυτικό υλικό, στην εργαστηριακή διάγνωση και στη διαχείριση των μολυσμένων φυτών σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η αντιμετώπιση των αφίδων από μόνη της δεν εξασφαλίζει αναχαίτιση της μετάδοσης.
Ολοκληρωμένη φυτοπροστασία
Η προστασία συνδυάζει υγιές πολλαπλασιαστικό υλικό, κατάλληλο υποκείμενο, αποστράγγιση, ισορροπημένη φροντίδα, παρακολούθηση και υγιεινή του οπωρώνα.
Φυτοπροστατευτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται μόνο με ισχύουσα κυπριακή έγκριση για τη χρυσομηλιά και τον συγκεκριμένο στόχο, με τήρηση ετικέτας, ημερών αναμονής και προστασίας των επικονιαστών. Η χρυσομηλιά είναι ευαίσθητη σε ορισμένα σκευάσματα· το θειάφι, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή φυτοτοξικότητα. Δεν μεταφέρονται αυτόματα συνταγές από άλλες καλλιέργειες.
Συγκομιδή και συντήρηση
Στην Κύπρο η κύρια συγκομιδή τοποθετείται συνήθως από Μάιο έως Ιούλιο, ανάλογα με την ποικιλία και την περιοχή. Συνεκτιμώνται το βασικό χρώμα, το άρωμα και η συνεκτικότητα· το κόκκινο επίχρωμα δεν αποδεικνύει από μόνο του ωριμότητα.
Οι καρποί μαλακώνουν γρήγορα και μωλωπίζονται εύκολα. Χρειάζονται ήπιο χειρισμό, σκίαση και γρήγορη ψύξη. Στην επαγγελματική συντήρηση χρησιμοποιούνται θερμοκρασίες κοντά στους 0°C, χωρίς κατάψυξη, και υψηλή σχετική υγρασία. Για οικιακή κατανάλωση επιλέγονται υγιείς καρποί και οι ώριμοι διατηρούνται για σύντομο διάστημα στο ψυγείο.
Διατροφική αξία
Τα νωπά βερίκοκα περιέχουν κυρίως νερό, φυσικά σάκχαρα, φυτικές ίνες και καροτενοειδή. Ενδεικτικά δεδομένα αναφοράς ανά 100 γραμμάρια εδώδιμου καρπού είναι:
| Συστατικό | Ποσότητα |
|---|---|
| Ενέργεια | 48 kcal |
| Νερό | 86,4 g |
| Υδατάνθρακες | 11,1 g |
| Πρωτεΐνη | 1,4 g |
| Λιπαρά | 0,4 g |
| Φυτικές ίνες | 2,0 g |
| Βιταμίνη C | 10 mg |
| Βιταμίνη Α | 96 μg RAE |
| Κάλιο | 259 mg |
Οι τιμές ποικίλλουν με την ποικιλία και την ωριμότητα. Η αποξήρανση συμπυκνώνει τα συστατικά ανά μονάδα βάρους, ενώ η προσθήκη σιροπιού ή ζάχαρης αλλάζει τη σύνθεση του προϊόντος.
Χρήσεις και κυπριακή παράδοση
Τα χρυσόμηλα καταναλώνονται φρέσκα και χρησιμοποιούνται σε μαρμελάδες, κομπόστες, πουρέδες, χυμούς, αποξηραμένα προϊόντα και γλυκίσματα. Η κατάλληλη ποικιλία εξαρτάται από την επιθυμητή χρήση: άλλες ιδιότητες χρειάζεται ο καρπός για νωπή κατανάλωση και άλλες για μεταποίηση.
Στην κυπριακή παράδοση αξιοποιούνται και ως γλυκό του κουταλιού, συνδεδεμένο με τη φιλοξενία και την οικιακή συντήρηση της εποχικής παραγωγής. Η θέση τους στη διατροφή αφορά τον εδώδιμο καρπό και πρέπει να διακρίνεται από τη χρήση του σπόρου.
Ο σπόρος μέσα στο κουκούτσι δεν είναι συνηθισμένος ξηρός καρπός
Μέσα στον σκληρό πυρήνα βρίσκεται σπόρος που μπορεί να περιέχει αμυγδαλίνη. Κατά τη μάσηση ή άλεση μπορεί να απελευθερωθεί κυάνιο. Οι ωμοί σπόροι βερίκοκου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασφαλές υποκατάστατο αμυγδάλων.
Η συγκέντρωση διαφέρει και δεν εκτιμάται αξιόπιστα από την εμφάνιση. Ο κίνδυνος του σπόρου δεν μεταφέρεται στη φυσιολογική κατανάλωση της σάρκας του φρούτου. Οι ισχυρισμοί για «θεραπευτική βιταμίνη Β17» δεν αποτελούν ασφαλή βάση κατανάλωσης τέτοιων προϊόντων.
Αλλεργίες και αποξηραμένα προϊόντα
Ο καρπός μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις σε ευαίσθητα άτομα. Διαφορετικό ζήτημα είναι η ευαισθησία στα θειώδη, που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα αποξηραμένα φρούτα για συντήρηση και περιορισμό του καστανού μεταχρωματισμού.
Το έντονο πορτοκαλί χρώμα ενός αποξηραμένου προϊόντος δεν αρκεί για συμπέρασμα σχετικά με τη σύστασή του. Η ετικέτα είναι η κατάλληλη πηγή πληροφοριών για συντηρητικά και αλλεργιογόνα.
Οικολογική αξία και κατάσταση διατήρησης
Τα άνθη παρέχουν τροφή σε επικονιαστές και τα δέντρα συμμετέχουν στο μωσαϊκό του αγροτικού τοπίου. Η διατήρηση παλιών τοπικών επιλογών έχει αξία ως διατήρηση καλλιεργούμενων γενετικών πόρων.
Η διεθνής κατηγορία IUCN για το Prunus armeniaca, όπως καταγράφεται στο Kew, είναι DD — Data Deficient, Ανεπαρκώς Γνωστό. Δεν σημαίνει ότι οι καλλιεργούμενες χρυσομηλιές της Κύπρου απειλούνται με εξαφάνιση· δείχνει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για ασφαλή αξιολόγηση του κινδύνου του είδους στο φυσικό του περιβάλλον.
Ταξινομία
| Πεδίο | Στοιχεία |
|---|---|
| Βασίλειο | Plantae |
| Ομάδα | Αγγειόσπερμα – Ευδικότυλα |
| Τάξη | Rosales |
| Οικογένεια | Rosaceae |
| Γένος | Prunus |
| Είδος | Prunus armeniaca L., 1753 |
| Χρήσιμο συνώνυμο | Armeniaca vulgaris Lam. |
| Αγγλική κοινή ονομασία | Apricot |
| Ελληνικές ονομασίες | Βερικοκιά – βερίκοκο |
| Κυπριακές ονομασίες | Χρυσομηλιά – χρυσόμηλο |
| Βιομορφή | Φυλλοβόλο δέντρο – φανερόφυτο |
| Καθεστώς στην Κύπρο | Καλλιεργούμενο ξενικό· περιστασιακή παρουσία εκτός καλλιέργειας — CA |
| Άνθηση | Φεβρουάριος–Μάρτιος, με τοπικές και ποικιλιακές διαφοροποιήσεις |
| IUCN | DD — Data Deficient |
| Φωτογράφος | Γιώργος Κωνσταντίνου |
| Τοποθεσία φωτογραφιών | Κατεχόμενος Ποταμός του Κάμπου |
| Ημερομηνία φωτογραφιών | 13/5/2016 |
Πηγές
- Flora of Cyprus — Prunus armeniaca και Οργανωμένος Δυναμικός Κατάλογος Χλωρίδας του Biodiversity of Cyprus. a dynamic checklist
- Kew — Ταξινομία και εξάπλωση και στοιχεία IUCN. Kew Science
- Τμήμα Γεωργίας — «Η καλλιέργεια της χρυσομηλιάς», Αγρότης 487, 2023, σελ. 25–26 και Αγρότης 494 — υγιές πολλαπλασιαστικό υλικό. moa.gov.cy
- NC State Extension — Prunus armeniaca. North Carolina Extension Gardener Plant Toolbox
- Vilanova et al., 2006 — Αυτοσυμβατότητα των Currot και Canino και Rodrigo et al., 2018 — Απαιτήσεις επικονίασης νέων ποικιλιών. PubMed
- Delgado et al., 2025 — Χειμερινό ψύχος, θερμότητα και χρόνος ανθοφορίας. fruitsandnuts.ucdavis.edu
- UC — Apricot Production, UC IPM — Καλλιεργητικές φροντίδες και αραίωμα καρπών. fruitsandnuts.ucdavis.edu
- Έρευνα για ασυμβατότητα εμβολιασμού στη χρυσομηλιά. pubmed.ncbi.nlm.nih.gov
- Τμήμα Γεωργίας — Ολοκληρωμένη φυτοπροστασία πυρηνοκάρπων και αδειοδοτημένα προϊόντα ανά καλλιέργεια. IPM ΀ϖφηνοκάφϕϛν
- UC IPM — Μονίλια, κορύνεο και ευτυπίωση και έλκη. ipm.ucanr.edu
- EPPO — Plum pox virus και ιστορικό παρουσίας στην Κύπρο. gd.eppo.int
- UC Davis — Συγκομιδή, ποιότητα και συντήρηση βερίκοκων. Postharvest Research and Extension Center
- Δεδομένα USDA για νωπά βερίκοκα, αναδημοσιευμένα στο WhatYouEat. WhatYouEat
- EFSA — Κίνδυνος κυανίου από σπόρους βερίκοκου, θειώδη στα τρόφιμα και αλλεργιογόνα. EFSA
- Visit Cyprus — Γλυκά του κουταλιού. Visit Cyprus
Apricot – Prunus armeniaca L. – Cyprus
TEXT AND PHOTOS: GEORGE KONSTANTINOU – occupied village of Potamos tou Kampou, 13/5/2016.
The apricot tree and its fruit
The apricot, known in Cyprus mainly as chrysomilia, is a deciduous fruit tree belonging to the family Rosaceae. Its fruits, apricots or chrysomila, are characteristic of the transition from spring to summer. They are eaten fresh and also used in drying, confectionery and preserved products.
The accepted scientific name is Prunus armeniaca L., published by Linnaeus in 1753. The synonym Armeniaca vulgaris Lam. also occurs in the literature. Apricots belong to the same genus as the almond but are cultivated primarily for the fleshy portion of their fruit.
Origin and distribution
Kew places the species’ native range from Central Asia to northern and central China. Its long history of cultivation and human transport has greatly expanded its occurrence.
The epithet armeniaca refers to Armenia, without establishing Armenia as its sole or conclusively proven place of origin. Today, apricots are cultivated in numerous temperate and Mediterranean regions, with cultivars adapted to different winter temperatures, harvest seasons and uses.
Occurrence and status in Cyprus
The apricot is an alien cultivated species rather than a Cyprus endemic. Flora of Cyprus classifies its occurrence outside cultivation as Casual — CA. This differs from full naturalisation, in which a species maintains stable, self-replacing populations.
Before the Turkish invasion of 1974, cultivation covered approximately 330 hectares, mainly around what is now occupied Agios Amvrosios in Kyrenia District and Deftera in Nicosia District. For 2018, the Department of Agriculture reports 183 hectares and 1,048 tonnes of apricots and kaisia in the government-controlled areas. These are historical statistics for the specified years.
Description and identification
The apricot is a small to medium-sized tree with a broad crown. Leaves are simple, alternate, broadly ovate to almost rounded, with toothed margins and pointed tips. They are noticeably broader than the almond’s narrow, lanceolate leaves.
Flowers normally appear before leaf development. They have five white to pale pink petals and numerous stamens. The fruit is a drupe, usually with fine down, a characteristic longitudinal groove and a single hard stone. Skin and flesh colour range from pale yellow to deep orange, often with a red blush.
Flowering and pollination
Flora of Cyprus gives a flowering period of February–March. Exact timing varies with cultivar, altitude and seasonal temperatures. Early flowering increases exposure to spring frost.
Pollination requirements differ between cultivars. Self-compatible cultivars, including Canino and Currot, exist alongside self-incompatible cultivars requiring compatible pollen from another cultivar. The general statement that “all apricots crop on their own” is incorrect.
The Western honey bee — Apis mellifera and other flower visitors transfer pollen. Self-incompatible cultivars require both genetic compatibility and overlapping flowering. Rain, cold and wind can restrict pollinator activity.
Life cycle and annual development
The apricot is a perennial tree. A seed can produce a new plant, but the seedling does not necessarily retain the parent cultivar’s fruit quality or other characteristics. Selected cultivars are propagated mainly by grafting.
| Stage | Development |
|---|---|
| Autumn leaf fall | Leaves are shed and the tree enters its winter resting period. |
| Winter dormancy | Chilling contributes to fulfilling bud requirements. |
| Flowering | Flower buds open, followed by pollination and fertilisation. |
| Fruit set and development | Fruits grow, the stone hardens and the flesh enlarges. |
| Ripening and harvest | Colour, firmness, aroma and the sugar–acid balance change. |
| Postharvest period | Foliage continues supporting the tree and preparation for the following season. |
Cropping may begin approximately in the third to fifth year, depending on planting material and conditions. An orchard’s productive lifespan is not the same as the maximum age attainable by an individual tree.
Winter chilling, frost and climate
Chilling requirements are cultivar-specific. No single number of “chill hours” applies to every apricot. Different models, including chill hours and Chill Portions, are not directly interchangeable.
Insufficient fulfilment can produce uneven budbreak, asynchronous flowering and poor fruit set. Following appropriate winter preparation, heat accumulation influences flowering date. A warmer winter therefore does not always simply produce earlier flowering.
Open flowers and young fruits are much more frost-sensitive than a dormant tree. Cultivar selection must consequently consider the actual microclimate of the planting site.
Cultivars grown in Cyprus
Cypriot cultivation includes local selections and introduced material. Official records of healthy propagation collections include Galatas, A226, Kyriakou, Boccuccia Spinosa, Tirynthos, Moniqui, Currot, Kaisi, Luizet, Bebecou and Canino.
The Department of Agriculture also records older cultivated varieties including Monaco Bello, Boccuccia Liscia and Don Gaetano, and newer introductions such as Farbaly, Rubista, Tomcot, Orangered, Mayacot, Lilycot, Bora and Tsunami.
Cultivars differ in ripening season, fruit size and colour, flavour, firmness, chilling requirements and self-compatibility. Selection should not depend solely on fruit appearance or a cultivar’s reputation abroad.
The name kaisi is used in Cyprus for particular cultivated material within the apricot group; the name alone does not establish a separate botanical species.
Propagation and rootstocks
Grafting combines a selected cultivar with a rootstock influencing vigour, soil adaptation and resistance to particular problems. Apricot seedlings, plum rootstocks and certain interspecific hybrids are used.
Examples in international cultivation include Myrobalan 29C, Marianna 2624 and Citation. Compatibility is not universal: particular cultivar–rootstock combinations can develop incompatibility even after apparently successful initial grafting. Healthy, checked planting material of known identity is a priority.
Soil, planting and cultivation
Apricots need a sunny position and well-drained soil. Sites subject to waterlogging or cold-air accumulation should be avoided. Bare-root trees are planted during dormancy, protecting roots from drying and keeping the graft union above soil level.
Irrigation is adjusted to soil, age, weather and crop load. Abrupt or prolonged stress reduces growth and quality. Fertilisation should reflect tree condition and analyses, avoiding excessive nitrogen.
Pruning and fruit thinning
Young trees are trained to develop a strong framework, often an open-vase structure. Bearing trees require light penetration and renewal of fruiting wood without excessive removal of productive shoots.
Pruning timing requires particular attention because of Eutypa dieback. Fresh cuts can become infected during rain. Under Mediterranean conditions, a suitable dry period after harvest is preferable, leaving sufficient time before autumn rains. The rule that “all deciduous trees are pruned in winter” should not be applied mechanically.
Where fruit set is excessive, thinning reduces competition between fruits and the risk of branch breakage. It should suit the cultivar and crop load and can help reduce alternate bearing.
Why does an apricot fail to crop?
Production may be lost through insufficient winter chilling, frost, incompatible pollination, limited bee activity, blossom infections or excessive cropping in the previous year. Tree age and the balance between vegetative growth and fruiting also influence the outcome.
Diagnosis requires identifying when the problem occurs: whether flowers fail to form, die during flowering or set fruits that subsequently fall. Each situation has different possible causes.
Insect pests
The Mediterranean fruit fly — Ceratitis capitata attacks ripening fruit. Females lay eggs beneath the skin, larvae feed within the flesh and mature larvae leave the fruit to pupate, normally in the soil.
Monitoring with suitable traps, prompt harvesting and removal of infested and fallen fruit reduce breeding sources. Leaving ripe fruit uncollected allows the cycle to continue.
Stone fruits may also suffer attacks from Grapholita molesta, aphids, scale insects and mites. Identifying the responsible organism must precede treatment because different pests can produce similar symptoms.
Fungal and other diseases
Brown rot — Monilinia spp. Causes blossom and shoot death and fruit decay. Mummified fruit and infected branches provide inoculum. Wet weather during flowering favours infection.
Shot hole. Produces leaf spots whose centres may fall out, leaving holes. Fruit and shoots can also be affected.
Eutypa dieback and cankers. Can cause branch death, brown wood discoloration and gum production. Removing infected wood and choosing appropriate pruning conditions are particularly important.
Root and crown problems require investigation of both pathogens and excessive moisture. Gum on a trunk alone does not diagnose a particular disease.
Sharka or plum pox disease
Sharka, caused by Plum pox virus, is particularly important in apricots. It can cause chlorotic leaf patterns, fruit deformation and quality loss. Its presence in Cyprus has been documented since 1982.
It spreads through infected propagation material and aphids. No curative spray eliminates the virus from an infected tree. Prevention relies on checked planting material, laboratory diagnosis and management of infected plants in consultation with the competent services. Aphid control alone does not guarantee prevention of transmission.
Integrated crop protection
Protection combines healthy propagation material, suitable rootstocks, drainage, balanced care, monitoring and orchard sanitation.
Plant protection products are used only with a valid Cypriot authorisation for apricots and the particular target, following label instructions, preharvest intervals and pollinator protection requirements. Apricots are sensitive to certain products; sulphur, for example, can cause serious phytotoxicity. Treatments used on other crops cannot automatically be transferred to apricots.
Harvest and storage
The main harvest in Cyprus normally falls between May and July, depending on cultivar and location. Ground colour, aroma and firmness are considered together; a red blush alone does not demonstrate ripeness.
Fruits soften rapidly and bruise easily. Gentle handling, shade and prompt cooling are needed. Commercial storage uses temperatures close to 0°C, without freezing, and high relative humidity. For household consumption, select sound fruit and keep ripe apricots refrigerated for a short period.
Nutritional value
Fresh apricots consist mainly of water, natural sugars, dietary fibre and carotenoids. Indicative reference values per 100 grams of edible fruit are:
| Component | Amount |
|---|---|
| Energy | 48 kcal |
| Water | 86.4 g |
| Carbohydrate | 11.1 g |
| Protein | 1.4 g |
| Fat | 0.4 g |
| Dietary fibre | 2.0 g |
| Vitamin C | 10 mg |
| Vitamin A | 96 μg RAE |
| Potassium | 259 mg |
Values vary with cultivar and ripeness. Drying concentrates constituents per unit weight, while added syrup or sugar changes the product’s composition.
Uses and Cypriot tradition
Apricots are eaten fresh and used in jams, compotes, purées, juices, dried products and confectionery. Cultivar suitability depends on intended use: fresh consumption and processing require different fruit characteristics.
In Cypriot tradition, apricots are also made into spoon sweets, associated with hospitality and household preservation of seasonal produce. Their use as food concerns the edible fruit and must be distinguished from use of the kernel.
The kernel inside the stone is not an ordinary nut
Inside the hard stone is a seed that may contain amygdalin. Chewing or grinding can release cyanide. Raw apricot kernels should not be treated as a safe substitute for almonds.
Concentrations vary and cannot reliably be assessed from appearance. The kernel hazard does not apply to normal consumption of the fruit’s flesh. Claims about a “therapeutic vitamin B17” do not provide a safe basis for consuming these products.
Allergies and dried products
The fruit can cause allergic reactions in susceptible people. A separate issue is sensitivity to sulphites, used in some dried fruits for preservation and to limit browning.
A dried product’s bright orange colour alone is insufficient to establish its composition. The label is the appropriate source of information about preservatives and allergens.
Ecological value and conservation status
Flowers provide food for pollinators, and trees contribute to the agricultural landscape mosaic. Preserving older local selections also conserves cultivated genetic resources.
The international IUCN category for Prunus armeniaca, as recorded by Kew, is DD — Data Deficient. This does not mean that cultivated apricots in Cyprus face extinction; it indicates insufficient information for a reliable assessment of the species’ extinction risk in its natural environment.
Taxonomy
| Field | Details |
|---|---|
| Kingdom | Plantae |
| Group | Angiosperms – Eudicots |
| Order | Rosales |
| Family | Rosaceae |
| Genus | Prunus |
| Species | Prunus armeniaca L., 1753 |
| Useful synonym | Armeniaca vulgaris Lam. |
| English common name | Apricot |
| Greek names | Βερικοκιά – βερίκοκο |
| Cyprus vernacular names | Χρυσομηλιά – χρυσόμηλο |
| Life form | Deciduous tree – phanerophyte |
| Status in Cyprus | Alien cultivated species; casual occurrence outside cultivation — CA |
| Flowering | February–March, with local and cultivar differences |
| IUCN | DD — Data Deficient |
| Photographer | George Konstantinou |
| Photograph location | Occupied Potamos tou Kampou |
| Photograph date | 13/5/2016 |
Sources
- Flora of Cyprus — Prunus armeniaca and Biodiversity of Cyprus — Organised Dynamic Flora Checklist.
- Kew — Taxonomy and distribution and IUCN information.
- Cyprus Department of Agriculture — Apricot cultivation, Agrotis 487, 2023, pp. 25–26 and Agrotis 494 — Healthy propagation material.
- NC State Extension — Prunus armeniaca.
- Vilanova et al., 2006 — Currot and Canino self-compatibility and Rodrigo et al., 2018 — Pollination requirements of newer cultivars.
- Delgado et al., 2025 — Chilling, heat accumulation and flowering.
- UC — Apricot Production, UC IPM — Cultural tips and fruit thinning.
- Research on graft incompatibility in apricots.
- Cyprus Department of Agriculture — Integrated protection of stone fruits and authorised products by crop.
- UC IPM — Brown rot, shot hole and Eutypa dieback and cankers.
- EPPO — Plum pox virus and historical occurrence in Cyprus.
- UC Davis — Apricot harvest, quality and storage.
- USDA fresh-apricot composition data reproduced by WhatYouEat.
- EFSA — Cyanide risk from apricot kernels, sulphites in foods and food allergens.
- Visit Cyprus — Spoon sweets.