Translate

Tuesday, 19 April 2016

Το χωριο Λειβάδια Πιτσιλιάς - Livadia Pitsilias Village - Cyprus

See also

Ναός Αγίας Παρασκευής στο χωριο Λειβάδια Πιτσιλιάς - Agia Paraskeui Churche at Livadia Pitsilias Village - Cyprus



Τα Λειβάδια είναι ένα μικρό χωριό της Πιτσιλιάς, κτισμένο σε υψόμετρο 1000 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, κάτω από την ψηλή βουνοκορφή της Μαδαρής, που είναι η δεύτερη σε ύψος βουνοκορφή της Κύπρου μετά τον Όλυμπο.

Photos 23/2/2016 by George Konstantinou































German wasp - Vespula germanica (Fabricius, 1793) - Σφήκα η γερμανική - Cyprus


Vespula germanica (European wasp, German wasp, or German yellowjacket) is a species of wasp found in much of the Northern Hemisphere, native to Europe, Northern Africa, and temperate Asia. It has been introduced and is well-established in many other places, including North America, South America (Argentina and Chile), Australia, and New Zealand. German wasps are part of the family Vespidae and are sometimes mistakenly referred to as paper wasps because they build grey paper nests, although strictly speaking, paper wasps are part of the subfamily Polistinae. In North America, they are also known as yellowjackets.

Vespula germanica belongs to the genus Vespula, which includes various species of social wasps that are found throughout the Northern Hemisphere. In North America, these wasps are most commonly known as yellowjackets, but this name also applies to species within the sister genus Dolichovespula. Members of the Vespula genus are often confused with other genera, especially the paper wasp Polistes dominula. Colonies of V. germanica share many characteristics with those of V. vulgaris and V. pensylvanica, so they are very often studied together.

The German wasp is about 13 mm (0.5 in) long, has a mass of 74.1 ± 9.6 mg,[2] and has typical wasp colours of black and yellow. It is very similar to the common wasp (V. vulgaris), but unlike the common wasp, has three tiny black dots on the clypeus. German wasps also have black dots on their abdomens, while the common wasp's analogous markings are fused with the black rings above them, forming a different pattern. However, the identification of this species might be difficult because this black mark on its clypeus can sometimes appear broken, once again making it look extremely similar to V. germanica.

V. germanica originated in Europe, Asia, and North Africa and can now be found in sections of almost every continent. It has established populations in North America, South America, South Africa, New Zealand, and Australia. German yellowjackets are known to be especially successful and destructive invaders of new territories. These wasps are polyphagous predators which feed on native arthropods, and because they are able to outcompete many other animals for food, they have caused considerable harm to the indigenous wildlife of areas which they have invaded. V. germanica disperses at a rate of no more than 1000 m per year, so their rapid dispersal is most likely being aided by accidental human transport of hibernating queens. This normally leads to a bottleneck effect during the establishment of new populations, which explains the significant genetic differentiation often found among geographically distant populations.

The nest is made from chewed plant fibres, mixed with saliva. The majority of nests are found in the soil below ground. A significant portion of nests are found in artificial structures such as attics, and a small portion are found above ground.

A single queen initiates a nest in the spring by constructing an embryonic nest, which contains a series of hexagonal cells. These cells are used to house one wasp through the immature stages of life: egg, larval instars, and pupae. The colony grows rapidly during the summer with a huge increase in worker numbers and nest size. By the end of summer, the rate of growth slows considerably and more males are produced than workers, and the focus is shifted from building small cells to building cells that are 30-40% larger. These new cells house the new queens and males. In the fall, the new queens begin hibernation, while the old queens die off and the colony collapses. In some cases, the nests may survive through the winter and reach the next season. If this occurs, the nest will become polygynous and reach a much larger size than in the previous year.

V. germanica nests are strongly affected by climate. Average colonies in Australia contain over 9500 small workers and 3600 large queen and male cells. By the end of May, colonies in Australia have 15,000 wasps emerging from small cells and 2500 wasps emerging from the large cells. This is up to 80% more than colonies observed in England where climate conditions are much less favorable. Additionally, a significant number of nests in Australia are able to survive the winter, in comparison to England where none of the nests survive. This demonstrates that V. germanica nests can reach a substantial size in tolerable climate conditions
From Wikipedia, the free encyclopedia

Photos Kormakitis 27/3/2016 by George Konstantinou






Ο ναός του Αγίου Λουκά στο χωριό Παλαιχώρι - Agios Loukas Churche at Palechori Village - Cyprus

See also
Στην αγκαλιά μιας από τις πιο γραφικές γειτονιές του χωριού, αναδύεται με έντονα χαρακτηριστικά της μεταγοτθικής τέχνης, ο ναός του Αγίου Λουκά. Ο σωζόμενος ναός του Αγίου Λουκά, οικοδομήθηκε την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα, στο σημείο όπου βρισκόταν παλαιότερα ένας ξυλόστεγος ναός.

Για τον προγενέστερο ξυλόστεγο ναό, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις ενός ξένου επιστήμονα, του George Jeffery. Στα τέλη του 19ου αιώνα ή στις αρχές του 20ου αιώνα, φαίνεται πως είχε πραγματοποιηθεί, η επίσκεψη του Jeffery, στον τότε ξυλόστεγο ναό, ένα περίπου αιώνα από την ανακαίνισή του. Ειδικότερα, παρά την ανακαινιστική προσπάθεια, που έλαβε χώρα στο ναό το 1809, ο Jeffery κατάφερε να εντοπίσει στο δάπεδο, όμοιο μαρμαροθέτημα με το ναό της Αχεροποιήτου στη Λάμπουσα. Μέσα απ’ αυτήν την παρατήρηση, προκύπτει πως ο ξυλόστεγος ναός του Αγίου Λουκά, πιθανότατα να αποτελούσε κτίσμα προγενέστερο του 12ου αιώνα. Ο ίδιος επιστήμονας, επικεντρώνοντας τη μελέτη στις τοιχογραφίες, που βρίσκονταν στη νότια πλευρά, αλλά και στις θύρες, κατέληξε στη διαπίστωση πως, οι μεν τοιχογραφίες δέχτηκαν επιδράσεις από την ιταλική τέχνη του 16ου αιώνα, οι δε θύρες από τη βυζαντινή, μεσαιωνική αρχιτεκτονική.



Λίγα χρόνια μετά, ο ξυλόστεγος ναός κατεδαφίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, με εξαίρεση το καμπαναριό, αλλά και το εικονοστάσι, τα οποία ενσωματώθηκαν στο μεταγενέστερο οικοδόμημα. Η κατεδάφιση του ναού, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ανάγεται στα 1924, και πιστοποιείται από το Rupert Gunnis, στα 1936. Η ανοικοδόμηση της εκκλησίας, είχε επιτευχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα από την κατεδάφισή της, αν λάβουμε υπόψιν, αφενός την ημερομηνία 1925, που αναγράφεται στη νότια είσοδό του και αφετέρου τα έντονα μεταγοτθικά στοιχεία, που συμπίπτουν με τη συγκεκριμένη περίοδο.

Αρχιτεκτονικά, ο ναός ανήκει στην κατηγορία των τρίκλιτων βασιλικών, με τρούλο. Η εξωτερική όψη του ναού, παρουσιάζει την εξής όψη, στ’ ανατολικά καταλήγει σε μια πολυγωνική αψίδα, ενώ στα δυτικά στον εξωνάρθηκα, στον οποίο η πρόσβαση είναι εφικτή μόνο από βόρεια και νότια, εφόσον δυτικά εφάπτεται με την «κάθετη τομή του εδάφους». Στα βόρεια και στα νότια του ναού, τα παράθυρα και οι πόρτες κοσμούνται με μεγάλα καμαρωτά ανοίγματα. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, πως η είσοδος στο γυναικωνίτη του ναού, πραγματοποιείται απευθείας από το δρόμο, χάρη στον τρόπο που είναι χτισμένη η δυτική είσοδος.

Το εικονοστάσι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί σωζόμενο δημιούργημα της παλαιότερης εκκλησίας, με μοναδική εξαίρεση το επιστύλιο, όπως υποστηρίζουν οι γεροντότεροι, το οποίο τοποθετήθηκε μετά την ανοικοδόμηση του ναού. Ο ναός κοσμείται από εικόνες, οι οποίες χρονολογικά διαφοροποιούνται. Σαφέστερα προέρχονται από τον 17ο μέχρι και το 20ο αιώνα. Οι επιγραφές του εικονοστασίου, διασώζουν τις ημερομηνίες 1893 και 1894, ενός μέλους της εκκλησιαστικής επιτροπής, αλλά και του ξυλογλύπτη, Σοφοκλή Χ. Ταλιαδώρου από τη Λάρνακα.

Ανάμεσα στις εικόνες, ξεχωρίζει η εικόνα του Αγίου Λουκά, που μέχρι τις αρχές του 1994, ήταν σκεπασμένη μ’ ένα αργυρεπίχρυσο κάλυμμα, του 1869. Η εικόνα του Αγίου Λουκά, η οποία ανάγεται στον 17ο αιώνα, έχει αγιογραφηθεί πάνω σε ξύλινη βάση, με «φύλλα χρυσού και αυγοτέμπερα» και φέρει εντυπωσιακό «έκτυπο διάκοσμο πάνω στα επιχρυσωμένα τμήματα». Η εικόνα αναπαριστά τον άγιο «στηθαίο» και μετωπικό, με μορφές αποστόλων και συμβόλων Ευαγγελιστών, να τον περιτριγυρίζουν, ενώ παράλληλα στο άνω μέρος της εικόνας υπάρχουν οι μορφές «Δέησης» - Χριστού, Θεοτόκου, Πρόδρομου. Είναι αξιοσημείωτο, πως στο κάτω μέρος της εικόνας διατηρείται το κοντάρι, το οποίο βοηθούσε στην περιφορά της εικόνας.

Εξέχουσα θέση ανάμεσα στο ναό, κατέχει ο επισκοπικός θρόνος, ο οποίος αποτελεί ένα ξυλόγλυπτο επίχρυσο αριστούργημα. Ο συγκεκριμένος θρόνος, θεωρείται καλλιτεχνικό δημιούργημα του 1860, αλλά και η εικόνα του Αποστόλου Βαρνάβα που φέρει, χρονολογείται του ιδίου αιώνα.

Το 2005 άρχισαν μεγάλες εργασίες συντήρησης, εντός και εκτός της εκκλησίας, από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.

Εν κατακλείδι, ο ναός του Αγίου Λουκά, αποτελεί ένα αξιοσημείωτο μνημείο για την περιοχή, εφόσον αφενός διαθέτει ένα ενδιαφέρον παρελθόν και αφετέρου παρουσιάζει με την εξωτερική και την εσωτερική του όψη, δείγματα τέχνης, παρμένα από τον 17ο μέχρι τον 20ο αιώνα. Σαφέστερα, το αρχιτεκτονικό της ύφος παραπέμπει στην μεταταγοτθική εποχή , ενώ με τα διαφορετικά καλλιτεχνικά δημιουργήματά της, όπως το θρόνο και τις εικόνες, αποτυπώνει αποσπασματικά την τέχνη των προαναφερόμενων αιώνων

Πηγή http://www.palaichori.eu/index.php/ekklisies/6-o-agios-loukas

Photos 23/2/2016 by George Konstantinou





Η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο χωριό Παλαιχώρι - Sotiros Churche at Palechori Village - Cyprus

See also
Η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. από το 2000 περιλαμβάνεται, μαζί με εννέα άλλες τοιχογραφημένες βυζαντινές εκκλησίες του Τροόδους, στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Η εκκλησία κτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ξυλόστεγου μονόκλιτου ναού. Ο νάρθηκας, που φαίνεται ότι υπήρχε τουλάχιστον από τις αρχές του 17ου αιώνα, εκτείνεται δυτικά και νότια του ναού υπό μορφή στοάς και καλύπτεται από την ίδια αμφικλινή στέγη.
Το εσωτερικό του ναού είναι κατάγραφο. Κοσμείται με τοιχογραφίες των αρχών του 16ου αιώνα, σύγχρονες με την κτίση του ναού. Οι τοιχογραφίες αυτές αποτελούν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα εικονογραφικά σύνολα της υστεροβυζαντινής τέχνης της Κύπρου. Πρόκειται για το σημαντικότερο δείγμα μιας ομάδας έργων της ενετοκρατίας που ακολουθούν την παραδοσιακή βυζαντινή τέχνη, ενώ τα δυτικά στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα. Είναι μια τέχνη εναρμονισμένη με αυτήν που παρουσιάζεται στους τουρκοκρατούμενους ελληνικούς τόπους του 16ου αιώνα.


pic1Ο άγνωστος ζωγράφος αντλεί από την τέχνη τηpic2ς εποχής των Παλαιολόγων, διατηρώντας όμως τον προσωπικό του χαρακτήρα, ενώ δεν μένει εντελώς ανεπηρέαστος από τη δυτική ζωγραφική. Φαίνεται ότι πρόκειται για ικανότατο ζωγράφο, έναν αριστοτέχνη στην απόδοση όρθιων μορφών, όπως βλέπουμε στο ζωγραφικό διάκοσμο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
Στην εξωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου σώζονται μεταγενέστερες τοιχογραφίες, που χρονολογούνται στα 1612. Το ξυλόγλυπτο γραπτό εικονοστάσιο του ναού χρονολογείται στις αρχές του 18ου αιώνα. Πολλές από τις σύγχρονές του εικόνες είναι έργα του Αγιορείτη ζωγράφου Ματθαίου Κουτλουμουσίου.

Πηγή http://www.palaichori.eu/index.php/ekklisies/8-i-agia-sotira

Photos 23/2/2016 by George Konstantinou










Η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοπαντάνασσας στο χωριό Παλαιχώρι - Panagia Chrysopantanassas Churche at Palechori Village - Cyprus

See also
Η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοπαντάνασσας, ορθώνεται στο χωριό με την απλοϊκή ομορφιά της για πέντε περίπου αιώνες, συντελώντας αναμφιβόλως στη γραφικότητα του χωριού. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου. Στις 21 Νοεμβρίου που τιμάται η γιορτή αυτή, γίνεται πανήγυρη στο Ναό.

Η εξωτερική όψη της εκκλησίας διακατέχεται από ένα έντονα παραδοσιακό χρώμα, εφόσον ολάκερη είναι ντυμένη με πέτρες. Παράλληλα, την εκκλησία σκεπάζει μια αμφικλινής ξύλινη στέγη με κεραμίδια, γνωστά ως γαλλικού τύπου. Εσωτερικά ο ναός αποτελείται από τρία κλίτη, το ανατολικό μέρος του ναού οδηγεί σε μια "ημισφαιρική εσωτερική αψίδα, καλυμμένη με τετρατοσφαίριο".

Η σωζόμενη εκκλησία αποτελεί ένα οικοδόμημα του 16ου αιώνα, ίσως και παλαιότερο, το οποίο έτυχε μιας σειράς ανακαινίσεων και μετατροπών, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα. Τα πιο πρόσφατα εγκαίνια της εκκλησίας, σύμφωνα με μια φθαρμένη επιγραφή του βορείου τμήματος του ναού, τελέστηκαν το 1875. Τέλος, από το 1993 μέχρι και το 1997, πραγματοποιήθηκαν προσπάθειες αφενός επιδιόρθωσης του ναού και αφετέρου συντήρησης των τοιχογραφιών του. Αναντίλεκτα, χάρη σ' όλες τις πιο πάνω προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης, τόσο της ναοδομίας, όσο και του εσωτερικού της εκκλησίας, διασώζεται ένα σημαντικό μνημείο αρχιτεκτονικής, που περιέχει εξαίσια δείγματα τοιχογραφιών και εικόνων.

Οι τοιχογραφίες ανάγονται στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα και παρουσιάζουν ομοιότητες μ' αυτές του Τιμίου Σταυρού του Ασκά, γεγονός που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι έχουν αγιογραφηθεί στο ίδιο εργαστήριο. Στις τοιχογραφίες διακρίνεται επίδραση τόσο από τη δύση, όσο και από το βυζάντιο, ειδικότερα της καλλιτεχνικής έκφρασης της εποχής των Παλαιολόγων. Οι τοιχογραφίες διακρίνονται για τα χρώματα, τη σαφήνεια απόδοσης των μορφών, την ποικιλία κινήσεων, αλλά παράλληλα την περιορισμένη ευκαμψία των ενδυμάτων. Μερικές από τις τοιχογραφίες που συναντώνται είναι "Η γέννηση της Θεοτόκου", "Η προσευχή του Ιωακείμ", "Η ίαση των τυφλωμένων Εβραίων", "Ο εναγκαλισμός της Πίστης και της Αγάπης".

Την εκκλησία κοσμεί ένα εξαίσιο εικονοστάσι, το οποίο σύμφωνα με τις επιγραφές του, φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1859 με 1860. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1864, το εικονοστάσι επικαλύφθηκε με χρυσό. Ο χρόνος δημιουργίας των εικόνων ποικίλει, άλλες αποτελούν δημιουργήματα του 17ου και άλλες του 19ου αιώνα. Στο εικονοστάσι, κυρίαρχη θέση ανάμεσα στις εικόνες κατέχει η "Δεσποτική" εικόνα της Θεοτόκου, η οποία αγιογραφήθηκε το 17ο αιώνα και δύο αιώνες αργότερα, δέχτηκε την προσθήκη μεταλλικού επικαλύμματος. Σαφέστερα, το εικονοστάσι συγκροτείται από τρεις σειρές εικόνων, τη "Δεσποτική", τον "Εορτολογικό Κύκλο" και τη "Μεγάλη Δέηση" και στην κορυφή φέρει τον "Εσταυρωμένο" και τα "Δύο Λυπηρά".

Συμπερασματικά, μέσα από την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοπαντάνασσας , αναδύεται ένα μέρος της αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας του τόπου μας, γεγονός που την καθιστά σημαντικό μουσείο της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.

Πηγή http://www.palaichori.eu/index.php/ekklisies/9-i-panagia-i-xrysopantanassa

Photos 23/2/2016 by George Konstantinou



Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Παλαιχώρι - Agios Georgios Churche at Palechori Village - Cyprus

See also
Πρόκειται για ένα μικρό ναό που το κτίσιμο του χρονολογείται γύρω στον 16ο/17ο αιώνα όπως συνάγεται τόσο από το εικονοστάσι, όσο και από τις εικόνες που φέρει. Το εκκλησάκι είναι κτισμένο ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια του χωριού, πλησίον μιας "τρεμιθιάς", που σε ηλικία αγγίζει τους οχτώ αιώνες.


Ο ναός αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα ξυλόστεγου ναού, που οι χώροι του συγκροτούνται σε τρία κλίτη, διαμελισμένα με δυο "κτιστές τοξοστοιχίες". Εξωτερικά, ο ναός, στην ανατολική πλευρά του, σχηματίζει μια πολυγωνική αψίδα, που εσωτερικά έχει μορφή "αψίδας από τεταρτοσφαίριο". Η πολυγωνική αψίδα, στεγάζεται με κεραμίδια, όμοια με την υπόλοιπη στέγη, η οποία είναι ξύλινη αμφικλινής. Σαφέστερα, τα κεραμίδια ανήκουν στον τύπο των επίπεδων αγκιστρωτών. Εσωτερικά, το "ξυλόγλυπτο επίχρυσο" εικονοστάσι διαχωρίζει το ιερό από τον υπόλοιπο ναό. Σ' όλο το εικονοστάσι, είναι έκδηλες οι επεμβάσεις που σημειώθηκαν κατά καιρούς, λόγου χάρη "ο δρακόμορφος κανδηλοστάτης". Η εκκλησία κοσμείται επίσης και από δύο εξαίσιες τοιχογραφίες του "Αγίου Γεωργίου Δρακοντοκτόνου" και της "Αγίας Μαρίνας". Η πρώτη φιλοτεχνήθηκε το 1869, ενώ η δεύτερη το 1909.


Από μια επιγραφή, τοποθετημένη στη βόρεια κλίση της στέγης, με δυσκολία αναγιγνώσκονται οι ημερομηνίες 1864 και 1865, που σηματοδοτούν, είτε την έναρξη, είτε την ολοκλήρωση των προσπαθειών, ανακαίνισης της στέγης. Πρέπει να σημειωθεί πως η πρώτη ημερομηνία αναγράφεται και στη "δυτική ξυλοδεσία της στέγης". Φυσικά η στέγη έτυχε και πιο πρόσφατης επιδιόρθωσης, ειδικότερα τη δεκαετία του 1980, από το τμήμα Αρχαιοτήτων.


Το καμπαναριό του ναού, αποτελεί μεταγενέστερο κτίσμα, όπως προδίδεται με σαφήνεια από την επιγραφή που φέρει. Συγκεκριμένα, ανεγέρθηκε το 1919, με τη συμβολή του δωρητή Σάββα Γ. Μαρκίδη, από το Παλαιχώρι.

Πηγή http://www.palaichori.eu/index.php/ekklisies/12-o-agios-georgios

Photos 23/2/2016 by George Konstantinou