See also
List of Birds of Cyprus - Κατάλογος πουλιών της Κύπρου
List of Cyprus birds of prey on this blog - Λίστα Αρπαχτικών πουλιών της Κύπρου σε αυτό το ιστολόγιο
Cyprus birds of prey - Αρπαχτικά πουλιά της Κύπρου
Photo Agia Varvara Paphos 28/9/2024 by George Konstantinou
lower in English
Ανάμεσα στα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης, λίγα είδη είναι τόσο μυστηριώδη και τόσο συχνά παρεξηγημένα όσο η Μελισσογερακίνα (Pernis apivorus). Συχνά συγχέεται με τη σαφώς πιο κοινή Γερακίνα (Buteo buteo), όμως πίσω από την επιφανειακή αυτή ομοιότητα κρύβεται ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος ζωής. Η Μελισσογερακίνα δεν είναι ένας τυπικός κυνηγός μικρών θηλαστικών ή πουλιών, αλλά ένα εξαιρετικά εξειδικευμένο αρπακτικό που έχει εξελιχθεί ώστε να τρέφεται κυρίως με τις προνύμφες και τις νύμφες κοινωνικών σφηκών και μελισσών. Κάθε χρόνο πραγματοποιεί ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ταξίδια όλων των ευρωπαϊκών αρπακτικών, διανύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα από τα δάση της Ευρώπης μέχρι τις τροπικές περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής.
Για τους παρατηρητές πουλιών, η θέα μιας Μελισσογερακίνας αποτελεί πάντοτε ξεχωριστή εμπειρία. Σε αντίθεση με άλλα αρπακτικά που περιπολούν εμφανώς πάνω από ανοιχτές εκτάσεις, το είδος αυτό περνά μεγάλο μέρος της ζωής του κρυμμένο στα ώριμα δάση, πετώντας αθόρυβα ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων ή ανεβαίνοντας πολύ ψηλά στους θερμούς ανοδικούς αέρηδες κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης. Η διακριτική του συμπεριφορά, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ποικιλία χρωματισμών του πτερώματος, καθιστά την αναγνώρισή του πραγματική πρόκληση ακόμη και για έμπειρους ορνιθολόγους.
Η Μελισσογερακίνα ανήκει στην οικογένεια των Αετιδών (Accipitridae), στην οποία περιλαμβάνονται οι αετοί, τα γεράκια, οι ικτίνοι και οι γύπες. Παρότι συγγενεύει με μερικούς από τους ισχυρότερους θηρευτές του ουρανού, ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική εξελικτική πορεία. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το γένος Pernis διαχωρίστηκε από τα υπόλοιπα αρπακτικά πριν από εκατομμύρια χρόνια, εξελισσόμενο ώστε να εκμεταλλεύεται μια τροφική πηγή σχεδόν ανεκμετάλλευτη από άλλα αρπακτικά: τις αποικίες κοινωνικών υμενοπτέρων.
Το μήκος του σώματός της κυμαίνεται από 52 έως 60 εκατοστά, ενώ το άνοιγμα των φτερών φτάνει τα 118–150 εκατοστά. Τα θηλυκά είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά, όπως συμβαίνει στα περισσότερα ημερόβια αρπακτικά. Το βάρος κυμαίνεται μεταξύ 440 και 1.050 γραμμαρίων, ανάλογα με το φύλο, την εποχή και την κατάσταση του μεταναστευτικού κύκλου.
Σε αντίθεση με τη Γερακίνα, η Μελισσογερακίνα διαθέτει μικρότερο και πιο λεπτό κεφάλι, μακρύτερο λαιμό, πιο στενό σώμα, μακριά ουρά και σχετικά στενότερες πτέρυγες. Κατά την πτήση σχηματίζει μια ιδιαίτερα κομψή σιλουέτα, με τα φτερά σχεδόν επίπεδα και ελαφρώς χαμηλωμένα στις άκρες, χαρακτηριστικό που βοηθά σημαντικά στην αναγνώρισή της.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της είναι η εξαιρετική ποικιλομορφία του πτερώματος. Ορισμένα άτομα είναι σχεδόν λευκά στην κάτω επιφάνεια, άλλα έχουν σκούρο καστανό χρωματισμό, ενώ πολλά εμφανίζουν έντονες εγκάρσιες ραβδώσεις ή πολύπλοκα σχέδια. Η μεγάλη αυτή διαφοροποίηση είχε οδηγήσει παλαιότερους φυσιοδίφες να πιστεύουν ότι επρόκειτο για διαφορετικά είδη. Τα νεαρά άτομα παρουσιάζουν επίσης ιδιαίτερους χρωματισμούς, με χαρακτηριστικό ανοιχτόχρωμο κεφάλι και διαφορετικό σχέδιο στις φτερούγες και την ουρά.
Η εξελικτική προσαρμογή της Μελισσογερακίνας στη διατροφή της είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Τα φτερά γύρω από το πρόσωπο είναι μικρά, πυκνά και σκληρά, λειτουργώντας σαν φυσική πανοπλία απέναντι στα κεντριά των σφηκών. Τα ρουθούνια έχουν μορφή στενών σχισμών αντί για στρογγυλά ανοίγματα, εμποδίζοντας την είσοδο εντόμων κατά την εκσκαφή των φωλιών. Τα πόδια είναι ισχυρά, με μεγάλα νύχια και παχύτερο δέρμα, επιτρέποντας στο πουλί να σκάβει βαθιά στο έδαφος χωρίς να τραυματίζεται εύκολα.
Παρά την κοινή της ονομασία, η Μελισσογερακίνα σπάνια καταναλώνει μέλι. Ο πραγματικός της στόχος είναι οι προνύμφες και οι νύμφες που βρίσκονται μέσα στις φωλιές των κοινωνικών σφηκών. Οι φωλιές της κοινής σφήκας (Vespula vulgaris), της γερμανικής σφήκας (Vespula germanica), της ευρωπαϊκής σκούρκας (Vespa crabro) καθώς και διαφόρων ειδών βομβίνων αποτελούν την κύρια πηγή τροφής της σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη.
Η διαδικασία αναζήτησης τροφής είναι εντυπωσιακή. Αφού εντοπίσει μια υπόγεια φωλιά σφηκών, αρχίζει να σκάβει με τα πόδια της εκτοξεύοντας το χώμα προς τα πίσω. Παρά τις συνεχείς επιθέσεις εκατοντάδων εξαγριωμένων σφηκών, συνεχίζει αδιάκοπα μέχρι να φτάσει στους θαλάμους όπου βρίσκονται οι προνύμφες. Στη συνέχεια καταναλώνει τις προνύμφες, τις νύμφες και μέρος του υλικού της φωλιάς, παραμένοντας συχνά στο ίδιο σημείο για περισσότερο από μία ώρα.
Κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης και σε περιόδους μειωμένης διαθεσιμότητας σφηκών, εμπλουτίζει τη διατροφή της με βατράχια, σαύρες, μικρά θηλαστικά, νεοσσούς άλλων πουλιών, μεγάλα έντομα καθώς και διάφορους καρπούς και μούρα. Παρ' όλα αυτά, οι προνύμφες των κοινωνικών υμενοπτέρων παραμένουν η πλέον προτιμώμενη τροφή της.
Η αναπαραγωγική περίοδος αρχίζει λίγο μετά την επιστροφή από την Αφρική, στα τέλη της άνοιξης. Τα ζευγάρια εγκαθίστανται σε ώριμα φυλλοβόλα ή μικτά δάση, επιλέγοντας ήσυχες περιοχές με περιορισμένη ανθρώπινη παρουσία. Η φωλιά κατασκευάζεται ψηλά στα δέντρα και οι γονείς προσθέτουν συνεχώς φρέσκα πράσινα κλαδιά καθ' όλη τη διάρκεια της αναπαραγωγής. Πιστεύεται ότι αυτή η συνήθεια βοηθά στη μείωση των παρασίτων και παράλληλα συμβάλλει στην καλύτερη απόκρυψη της φωλιάς.
Το θηλυκό γεννά συνήθως δύο αυγά από τα τέλη Μαΐου μέχρι τις αρχές Ιουνίου. Η επώαση διαρκεί περίπου 33–35 ημέρες και πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς. Οι νεοσσοί παραμένουν στη φωλιά περίπου έξι εβδομάδες πριν πετάξουν, ενώ εξακολουθούν να εξαρτώνται από τους γονείς τους για αρκετό ακόμη διάστημα μέχρι να μάθουν να εντοπίζουν μόνοι τους φωλιές σφηκών.
Η μετανάστευση της Μελισσογερακίνας συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά φυσικά φαινόμενα του πλανήτη. Σχεδόν ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πληθυσμός εγκαταλείπει την ήπειρο στα τέλη του καλοκαιριού και κατευθύνεται προς την Αφρική μέσω μεγάλων μεταναστευτικών διαδρόμων, όπως το Στενό του Γιβραλτάρ, ο Βόσπορος, η Σικελία, η Κύπρος και η ανατολική Μεσόγειος. Πολλά άτομα συνεχίζουν το ταξίδι τους μέχρι τις τροπικές περιοχές της δυτικής, κεντρικής και νότιας Αφρικής, διανύοντας περισσότερα από 10.000 χιλιόμετρα κάθε χρόνο.
Η Κύπρος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς αυτής της μεταναστευτικής διαδρομής. Κάθε άνοιξη και φθινόπωρο εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες Μελισσογερακίνες περνούν πάνω από το νησί, εκμεταλλευόμενες τα θερμικά ανοδικά ρεύματα για να συνεχίσουν το μακρύ τους ταξίδι. Οι καλύτερες περίοδοι παρατήρησης είναι από τα τέλη Απριλίου έως τον Μάιο και από τα τέλη Αυγούστου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου. Περιοχές όπως το Τρόοδος, η Μαδαρή, ο Σταυροβούνι και άλλα υψώματα της Κύπρου προσφέρουν εξαιρετικές ευκαιρίες για την παρακολούθηση αυτής της εντυπωσιακής μετανάστευσης.
Η αναγνώριση του είδους απαιτεί εμπειρία, καθώς η ομοιότητά του με τη Γερακίνα είναι μεγάλη. Ωστόσο, το μικρό κεφάλι, ο μακρύς λαιμός, η επιμήκης ουρά, οι στενότερες πτέρυγες και η κομψή πτήση αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τον ασφαλή διαχωρισμό των δύο ειδών.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN), η Μελισσογερακίνα κατατάσσεται σήμερα στην κατηγορία Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern – LC). Παρά τη γενικά σταθερή κατάσταση του παγκόσμιου πληθυσμού της, το είδος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές απειλές. Η καταστροφή των ώριμων δασών, η εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων που μειώνουν τους πληθυσμούς των κοινωνικών σφηκών, οι παράνομες θανατώσεις κατά μήκος των μεταναστευτικών διαδρομών, οι συγκρούσεις με ενεργειακές υποδομές και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής αποτελούν τους κυριότερους κινδύνους για το μέλλον του.
Παρότι δεν διαθέτει τη δύναμη ενός χρυσαετού ούτε την ταχύτητα ενός πετρίτη, η Μελισσογερακίνα αποτελεί ίσως ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα εξειδίκευσης στον κόσμο των αρπακτικών. Η εξελικτική της πορεία αποδεικνύει ότι ακόμη και μέσα στην ίδια οικογένεια πουλιών μπορούν να αναπτυχθούν εντελώς διαφορετικές στρατηγικές επιβίωσης, βασισμένες όχι στη δύναμη ή στην ταχύτητα, αλλά στην εξειδίκευση, την προσαρμογή και την οικολογική ισορροπία.
Κάθε άνοιξη, αφού διασχίσει ερήμους, θάλασσες και οροσειρές, επιστρέφει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια στα ίδια ευρωπαϊκά δάση όπου γεννήθηκε. Λίγους μήνες αργότερα ξεκινά ξανά το ατελείωτο ταξίδι της προς την Αφρική, συνεχίζοντας έναν μεταναστευτικό κύκλο που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Για όσους έχουν την τύχη να τη δουν να ανεβαίνει αθόρυβα στους ουρανούς της Κύπρου, η Μελισσογερακίνα δεν είναι απλώς ακόμη ένα αρπακτικό· είναι ένα ζωντανό σύμβολο της δύναμης της εξέλιξης, της αντοχής και του θαυμαστού κόσμου της μετανάστευσης.
Επιστημονική ονομασία: Pernis apivorus (Linnaeus, 1758)
Οικογένεια: Accipitridae (Αετίδες)
Μήκος σώματος: 52–60 εκ.
Άνοιγμα πτερύγων: 118–150 εκ.
Βάρος: 440–1.050 γρ.
Κύρια τροφή: Προνύμφες και νύμφες κοινωνικών σφηκών, μελισσών και βομβίνων
Περιοχή αναπαραγωγής: Ευρώπη και δυτική Ασία
Περιοχή διαχείμασης: Υποσαχάρια Αφρική
Κατάσταση στην Κύπρο: Κοινό μεταναστευτικό αρπακτικό κατά την ανοιξιάτικη και φθινοπωρινή μετανάστευση.
Text by George Konstantinou
European Honey Buzzard (Pernis apivorus) – The Mysterious Forest Raptor That Travels Between Continents
Among Europe's birds of prey, few species are as misunderstood and mysterious as the European Honey Buzzard (Pernis apivorus). Often mistaken for the far more common Common Buzzard (Buteo buteo), this elegant migratory raptor leads a remarkably different life. Rather than hunting mammals or birds like most birds of prey, the Honey Buzzard has evolved into a specialist predator of social insects, feeding primarily on the larvae and pupae of wasps and bees. Every year, it undertakes one of the longest migrations of any European raptor, travelling thousands of kilometres between its breeding grounds in Europe and its wintering areas deep within tropical Africa.
For birdwatchers, seeing a Honey Buzzard is often considered a special event. Unlike many raptors that soar conspicuously over open countryside, this species spends much of its life hidden within mature forests, quietly moving through the canopy or soaring high overhead during migration. Its secretive behaviour, combined with remarkable variation in plumage, makes identification both challenging and rewarding.
The European Honey Buzzard belongs to the family Accipitridae, which includes eagles, hawks, kites and vultures. Despite sharing this family with formidable predators such as Golden Eagles and Goshawks, its ecological niche is entirely unique. Scientific studies suggest that the species diverged from other buzzards millions of years ago, evolving highly specialised adaptations for exploiting insect colonies, particularly those of social wasps.
Adult birds measure approximately 52–60 cm in length, with an impressive wingspan ranging from 118 to 150 cm. Females are generally larger than males, following the typical size difference seen in many birds of prey. Body weight varies considerably depending on season, sex and migration status, usually ranging between 440 and 1,050 grams.
Unlike the stocky Common Buzzard, the European Honey Buzzard possesses a relatively small pigeon-like head, a slender neck, longer wings and a noticeably elongated tail. These structural features create a graceful silhouette during soaring flight. The wings are held almost flat, often slightly drooping at the tips, giving the bird an elegant appearance distinct from most European raptors.
Perhaps the most fascinating aspect of this species is its incredible plumage variation. Individuals can appear almost white underneath, rich chocolate brown, heavily barred or nearly uniform in colour. This variation frequently confuses even experienced birdwatchers. Juveniles display their own unique patterns, often possessing pale heads and different barring from adults. Such diversity once led early naturalists to believe they were observing several different species.
Several anatomical adaptations enable the Honey Buzzard to feed on dangerous prey. Around the face, the feathers are unusually dense and scale-like, protecting the skin from wasp stings. The nostrils are narrow slits rather than open circles, preventing insects from entering while the bird excavates nests. Powerful legs equipped with long claws allow the bird to dig deep into underground wasp colonies, while exceptionally thick skin around the feet provides additional protection.
Despite its common English name, the Honey Buzzard rarely feeds directly on honey. Instead, it targets the protein-rich larvae and pupae developing inside wasp nests. Colonies of Common Wasps (Vespula vulgaris), German Wasps (Vespula germanica), Hornets (Vespa crabro) and various species of bumblebees constitute its principal food source throughout much of Europe. Adult insects are often ignored or eaten only incidentally while the bird tears apart the nest.
Watching a Honey Buzzard feeding is an extraordinary spectacle. Upon locating an underground wasp nest, the bird begins excavating with its feet, scattering soil backwards with remarkable speed. Despite being attacked by hundreds of defensive wasps, it continues digging until reaching the brood chambers. It then consumes larvae, pupae and nest material, often spending over an hour exploiting a single colony.
Outside the breeding season, the diet becomes more varied. Frogs, reptiles, small mammals, nestling birds, insects, fruits and berries may all be consumed, particularly during migration when wasp colonies become less abundant. Nevertheless, social insect larvae remain the preferred food whenever available.
Breeding begins shortly after arrival from Africa in late spring. Pairs occupy mature deciduous or mixed forests, often selecting quiet woodlands far from human disturbance. The nest is usually constructed high within the canopy, often using fresh green leafy branches throughout the nesting period. This continuous addition of green foliage may help camouflage the nest or reduce parasite loads.
Typically, two eggs are laid between late May and early June. Both parents share incubation duties for approximately 33 to 35 days. Once hatched, the chicks remain in the nest for around six weeks before fledging. Even after leaving the nest, they continue relying on their parents while learning to locate insect colonies independently.
One of the most remarkable characteristics of the European Honey Buzzard is its extraordinary migration. Virtually the entire European population leaves the continent during late summer, travelling through major migration bottlenecks including the Strait of Gibraltar, the Bosporus, Sicily, Cyprus and the eastern Mediterranean before crossing into Africa. Many birds continue beyond the Sahara Desert into tropical forests and savannas extending from West Africa to South Africa.
Unlike many soaring birds that avoid large bodies of water, Honey Buzzards are capable of making surprisingly long sea crossings, particularly juveniles during autumn migration. Their navigational abilities remain an active area of scientific research, with satellite tracking revealing journeys exceeding 10,000 kilometres annually.
Cyprus occupies a particularly significant position within this migration system. Every spring and autumn, European Honey Buzzards pass over the island as they travel between Europe and Africa. Numbers vary greatly depending on weather conditions, with strong migration days producing spectacular movements involving dozens or even hundreds of birds soaring together on thermal currents.
Migration peaks generally occur from late April through May in spring, while autumn passage reaches its highest intensity from late August until mid-September. During these periods, birdwatchers positioned at elevated locations such as Troodos, Madari, Stavrovouni or other migration watchpoints may witness one of the Mediterranean's most impressive raptor spectacles.
Because of its resemblance to the Common Buzzard, many Honey Buzzards undoubtedly pass unnoticed. However, experienced observers learn to recognise subtle differences: the smaller head, longer neck, narrower body, longer tail, graceful flight and characteristic wing shape. In good light, the distinctive barring of the tail and underwings provides additional clues.
The conservation status of the European Honey Buzzard is currently classified as Least Concern by the International Union for Conservation of Nature (IUCN). Across its enormous breeding range, populations are generally considered stable, although regional declines have been documented where mature forests have been fragmented or destroyed. Illegal shooting during migration remains a significant threat in parts of the Mediterranean, while climate change may alter both migration timing and the availability of insect prey.
The species also faces risks from intensive forestry, pesticide use that reduces wasp populations, disturbance near breeding territories and collisions with human infrastructure. Fortunately, legal protection throughout Europe and increasing awareness among birdwatchers have contributed to improved conservation prospects in many regions.
Although less famous than eagles or falcons, the European Honey Buzzard represents one of nature's finest examples of evolutionary specialisation. It demonstrates how a bird of prey can occupy a completely different ecological role from its relatives, relying on insects rather than vertebrate prey and developing remarkable adaptations that allow it to exploit resources unavailable to most other raptors.
Each spring, after crossing deserts, seas and mountains, these remarkable birds return to European forests with astonishing precision. Months later, they once again depart for Africa, continuing a migration that has been repeated for countless generations. For those fortunate enough to observe one soaring silently overhead during migration, the European Honey Buzzard is a reminder that some of the greatest natural wonders are not always the most conspicuous, but often the most mysterious.
Scientific name: Pernis apivorus (Linnaeus, 1758)
IUCN Status: Least Concern (LC)
Length: 52–60 cm
Wingspan: 118–150 cm
Weight: 440–1,050 g
Main diet: Larvae and pupae of social wasps and bees
Breeding range: Most of Europe and western Asia
Wintering range: Tropical sub-Saharan Africa
Status in Cyprus: Common passage migrant during spring and autumn migration.
Text by George Konstantinou



.Ένα θηλυκό Μελισσογέρακο (Pernis apivorus) εξοπλίστηκε πρόσφατα στη Φινλανδία με δορυφορικό πομπό παρακολούθησης και προσέλκυσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των κατοίκων, επειδή πέρασε το πιο πρόσφατο καλοκαίρι του νότιου ημισφαιρίου κοντά στην πόλη Reitz, στην επαρχία Free State της Νότιας Αφρικής.
Στις 20 Απριλίου εγκατέλειψε την περιοχή Reitz και άρχισε το μεγάλο ταξίδι της προς τον βορρά. Στις 2 Ιουνίου έφτασε τελικά στη Φινλανδία, όπου πιθανότατα θα περάσει το καλοκαίρι του βόρειου ημισφαιρίου, πριν επιστρέψει ξανά την επόμενη μεταναστευτική περίοδο στη Νότια Αφρική.
Η εικόνα παρουσιάζει τα δεδομένα που καταγράφηκαν από τον δορυφορικό πομπό και αποτυπώνει τη διαδρομή που ακολούθησε προς τον βορρά. Μέσα σε μόλις 42 ημέρες διένυσε περισσότερα από 10.000 χιλιόμετρα, καλύπτοντας κατά μέσο όρο πάνω από 230 χιλιόμετρα κάθε ημέρα. Δεν είναι πραγματικά εκπληκτικό;
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι πέταξε σχεδόν σε ευθεία γραμμή προς τον βορρά, εκτός από τα σημεία όπου έπρεπε να αποφύγει μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις ή να προσαρμόσει την πορεία της στην περιοχή του Σουδάν.
Φαίνεται ότι, όταν έφτασε κοντά στις πηγές ή στην ευρύτερη λεκάνη του Νείλου, στράφηκε προς τα ανατολικά και ακολούθησε την πορεία του ποταμού. Είναι πραγματικά συναρπαστικό ότι, μετά από αυτή την παράκαμψη, επέστρεψε σχεδόν στην ίδια γραμμή γεωγραφικού μήκους από την οποία είχε ξεκινήσει και συνέχισε προς τον τελικό της προορισμό.
Η φύση, στην πιο συναρπαστική και θαυμαστή της μορφή.
Από τη σελίδα The Beauty of Animals+







No comments:
Post a Comment