Below in English
Κείμενο George Konstantinou.
Φωτογραφίες Michael Hadjiconstantis, Τρόοδος, Ιούνιος 2017.
Η Aporia crataegi στην Κύπρο
Η Aporia crataegi, γνωστή στα αγγλικά ως Black-veined White, είναι μεγάλη ημερόβια πεταλούδα της οικογένειας Pieridae. Ανήκει στις λευκές πεταλούδες, αλλά ξεχωρίζει εύκολα από τα περισσότερα συγγενικά είδη χάρη στις έντονες μαύρες νευρώσεις που διατρέχουν ολόκληρη την επιφάνεια των λευκών φτερών της.
Στην Κύπρο είναι αυτόχθονο αλλά τοπικό και γενικά ασυνήθιστο είδος. Οι περισσότερες καταγραφές προέρχονται από την οροσειρά του Τροόδους και από άλλες ορεινές ή ημιορεινές περιοχές όπου υπάρχουν ανοικτά δάση, θαμνώδεις εκτάσεις, λιβάδια και κατάλληλα φυτά της οικογένειας Rosaceae.
Η αφθονία της μπορεί να παρουσιάζει μεγάλες μεταβολές από χρονιά σε χρονιά. Σε μια περιοχή μπορεί να παρατηρηθούν αρκετά άτομα κατά μία ευνοϊκή περίοδο και ελάχιστα ή καθόλου κατά την επόμενη, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, την επιτυχία της αναπαραγωγής και την κατάσταση των φυτών ξενιστών.
Περιγραφή
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες λευκές πεταλούδες της Κύπρου, με άνοιγμα φτερών περίπου 51–70 χιλιοστά. Τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν λευκά ή ημιδιαφανή φτερά, πάνω στα οποία ξεχωρίζει ένα έντονο δίκτυο μαύρων ή σκούρων καστανών νευρώσεων.
Σε αντίθεση με πολλά είδη του γένους Pieris, δεν παρουσιάζει μεγάλες συμπαγείς μαύρες περιοχές στις άκρες των πρόσθιων φτερών. Η αναγνώρισή της βασίζεται κυρίως στη διαφανή λευκή επιφάνεια και στις σκούρες νευρώσεις που διασχίζουν τόσο τα πρόσθια όσο και τα οπίσθια φτερά.
Το σώμα είναι λεπτό και σκουρόχρωμο, ενώ οι κεραίες καταλήγουν σε εμφανή ρόπαλα. Η κάτω πλευρά των φτερών παρουσιάζει παρόμοιο σχέδιο με την επάνω, με τις νευρώσεις να παραμένουν ευδιάκριτες όταν η πεταλούδα κάθεται με κλειστά φτερά.
Διαφορές μεταξύ αρσενικού και θηλυκού
Τα θηλυκά είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Οι νευρώσεις τους μπορεί να εμφανίζονται περισσότερο καστανές παρά μαύρες, ενώ τα φτερά είναι συχνά πιο διάφανα.
Μετά την έξοδό τους από τη χρυσαλλίδα, τα θηλυκά διαθέτουν λέπια παρόμοια με εκείνα των αρσενικών. Κατά τη διάρκεια της ζωής τους, όμως, μπορεί να χάσουν μεγάλο μέρος των λευκών λεπιών των φτερών, εν μέρει λόγω της τριβής τους. Ως αποτέλεσμα, τα φτερά αποκτούν πολύ πιο υαλώδη και σχεδόν διαφανή εμφάνιση.
Τα αρσενικά διατηρούν συνήθως περισσότερο λευκό χρωματισμό και οι μαύρες νευρώσεις τους εμφανίζονται εντονότερες. Η ασφαλής διάκριση των φύλων πρέπει να βασίζεται σε συνδυασμό μεγέθους, χρώματος των νευρώσεων, διαφάνειας και κατάστασης των φτερών.
Εξάπλωση
Το είδος έχει πολύ μεγάλη παλαιαρκτική εξάπλωση. Απαντά από τη βορειοδυτική Αφρική και μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης μέχρι τη δυτική, κεντρική και ανατολική Ασία, τη Σιβηρία, την Κορέα και την Ιαπωνία. Προς τα νότια συναντάται στην Τουρκία, την Κύπρο, τον Λίβανο, τη Συρία, το Ισραήλ και την Ιορδανία.
Παρότι παραμένει διαδεδομένο σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ευρώπης, έχει εξαφανιστεί περιφερειακά από τη Μεγάλη Βρετανία. Η τοπική εξαφάνιση δείχνει ότι ακόμη και ένα είδος με μεγάλη παγκόσμια εξάπλωση μπορεί να χαθεί από μια χώρα όταν μεταβληθούν οι βιότοποι, οι πρακτικές διαχείρισης της γης ή οι κλιματικές συνθήκες.
Στην Κύπρο η παρουσία του είναι εντοπισμένη και συνδέεται κυρίως με την οροσειρά του Τροόδους. Καταγραφές έχουν πραγματοποιηθεί κυρίως από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο, με την ακριβή περίοδο εμφάνισης να επηρεάζεται από το υψόμετρο και τις καιρικές συνθήκες κάθε χρονιάς.
Βιότοπος στην Κύπρο
Η Aporia crataegi προτιμά ανοικτά δάση, δασικά ξέφωτα, άκρες δασικών δρόμων, θαμνώδη λιβάδια, ορεινές πλαγιές, παραδοσιακούς οπωρώνες και περιοχές με φυσικούς φράκτες. Χρειάζεται τοπία που συνδυάζουν άφθονα άνθη για τα ενήλικα με κατάλληλα δέντρα και θάμνους για τις προνύμφες.
Στην Κύπρο τα καταλληλότερα ενδιαιτήματα βρίσκονται κυρίως στο Τρόοδος. Οι μωσαϊκές εκτάσεις όπου συνυπάρχουν ανοικτή βλάστηση, λιβάδια, θάμνοι, καλλιεργούμενα οπωροφόρα και παρυφές δάσους προσφέρουν τις απαραίτητες συνθήκες για την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής της.
Η εγκατάλειψη παραδοσιακών καλλιεργειών μπορεί αρχικά να αυξήσει τη θαμνώδη βλάστηση, αλλά η μακροχρόνια μετατροπή μιας ανοικτής περιοχής σε πυκνό δάσος μπορεί να περιορίσει τα ηλιόλουστα σημεία τροφοληψίας. Αντίθετα, η υπερβολική εκκαθάριση θάμνων και άγριων οπωροφόρων αφαιρεί τα φυτά που χρειάζονται οι κάμπιες.
Περίοδος πτήσης
Το είδος έχει συνήθως μία γενιά τον χρόνο. Στην Κύπρο οι ενήλικες πεταλούδες εμφανίζονται κυρίως την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, συνήθως από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα η εμφάνιση μπορεί να καθυστερήσει σε σύγκριση με τις θερμότερες χαμηλότερες περιοχές.
Η διάρκεια της πτήσης σε κάθε τοποθεσία μπορεί να είναι σχετικά σύντομη. Οι υψηλές θερμοκρασίες, η ξηρασία, οι άνεμοι και η πρόωρη ξήρανση των ανθοφόρων φυτών μπορούν να επηρεάσουν τόσο τον αριθμό των ενηλίκων όσο και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είναι ορατά.
Συμπεριφορά των ενηλίκων
Οι ενήλικες πεταλούδες πετούν συνήθως με σταθερή και σχετικά αργή πτήση πάνω από λιβάδια, ξέφωτα και θαμνώδεις πλαγιές. Μπορούν να καλύψουν σημαντικές αποστάσεις αναζητώντας άνθη, συντρόφους και κατάλληλα φυτά για την απόθεση των αυγών.
Τα αρσενικά περιπολούν σε ανοικτές περιοχές και κατά μήκος των παρυφών της βλάστησης αναζητώντας θηλυκά. Σε κατάλληλες θέσεις μπορεί να συγκεντρώνονται πολλά άτομα για νέκταρ ή για πρόσληψη υγρασίας και ανόργανων αλάτων από βρεγμένο χώμα.
Το είδος μπορεί να είναι αρκετά κοινωνικό, ενώ η τοπική του αφθονία παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις. Στο παρελθόν έχουν αναφερθεί από άλλες χώρες εξαιρετικά μεγάλες συγκεντρώσεις και μαζικές μετακινήσεις, αν και αυτό δεν αποτελεί τη συνηθισμένη εικόνα του σπάνιου και τοπικού κυπριακού πληθυσμού.
Διατροφή των ενηλίκων
Οι ενήλικες τρέφονται με νέκταρ από διάφορα ανθοφόρα φυτά. Προτιμούν άνθη που παρέχουν εύκολη πρόσβαση στο νέκταρ και συχνά παρατηρούνται σε αγριολούλουδα λιβαδιών και δασικών ξέφωτων.
Κατά την τροφοληψία συμβάλλουν στη μεταφορά γύρης μεταξύ των ανθέων. Παρότι δεν είναι τόσο εξειδικευμένοι επικονιαστές όσο ορισμένες μέλισσες, αποτελούν μέρος του ευρύτερου δικτύου επικονίασης των ορεινών οικοσυστημάτων.
Τα αρσενικά μπορεί επίσης να προσλαμβάνουν νερό και διαλυμένα άλατα από υγρό έδαφος, λάσπη ή τις άκρες μικρών ρυακιών. Η συμπεριφορά αυτή τα βοηθά να αποκτούν απαραίτητα μεταλλικά στοιχεία.
Φυτά ξενιστές των προνυμφών
Οι κάμπιες τρέφονται με φύλλα δέντρων και θάμνων της οικογένειας Rosaceae. Στα καταγεγραμμένα φυτά ξενιστές περιλαμβάνονται είδη των γενών Crataegus, Prunus, Pyrus, Malus και Sorbus.
Οι κραταιγοί θεωρούνται από τα σημαντικότερα φυτά ξενιστές σε πολλές περιοχές της εξάπλωσης του είδους. Χρησιμοποιούνται επίσης αγριοδαμασκηνιές, αμυγδαλιές, αχλαδιές, μηλιές και άλλα συγγενικά άγρια ή καλλιεργούμενα φυτά.
Δεν είναι σωστό να θεωρείται ότι όλα τα φυτά που έχουν καταγραφεί ως ξενιστές σε άλλες χώρες χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά και στην Κύπρο. Η εξακρίβωση των κυπριακών φυτών ξενιστών χρειάζεται άμεσες παρατηρήσεις αυγών, προνυμφικών φωλιών και κάμπιων επάνω στα συγκεκριμένα φυτά.
Αυγά και νεαρές κάμπιες
Το θηλυκό τοποθετεί τα αυγά ομαδικά στην κάτω ή επάνω επιφάνεια των φύλλων ενός κατάλληλου φυτού. Κάθε ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει αρκετές δεκάδες αυγά, συχνά περίπου 30–100.
Τα αυγά είναι αρχικά κιτρινωπά και σκουραίνουν καθώς αναπτύσσονται οι προνύμφες. Οι νεαρές κάμπιες εκκολάπτονται έπειτα από μερικές εβδομάδες, με την ταχύτητα της ανάπτυξης να επηρεάζεται από τη θερμοκρασία.
Κατά τα πρώτα στάδια οι κάμπιες παραμένουν μαζί και τρέφονται ομαδικά. Η κοινωνική αυτή συμπεριφορά τις βοηθά να εκμεταλλεύονται αποτελεσματικά τα φύλλα και να κατασκευάζουν το κοινό μεταξένιο καταφύγιό τους.
Διαχείμαση
Προς το τέλος της περιόδου ανάπτυξης, οι νεαρές κάμπιες κατασκευάζουν μια κοινή φωλιά από μετάξι και ενωμένα φύλλα. Μέσα σε αυτό το καταφύγιο περνούν τον χειμώνα ομαδικά.
Η προνυμφική φωλιά προστατεύει τις κάμπιες από βροχή, κρύο και ορισμένους θηρευτές. Με την άνοδο της θερμοκρασίας την άνοιξη, εξέρχονται και αρχίζουν ξανά να τρέφονται με τα νεαρά φύλλα του φυτού.
Η αφαίρεση ή το κλάδεμα των κλαδιών που φέρουν τις χειμερινές φωλιές μπορεί να καταστρέψει ολόκληρες ομάδες προνυμφών. Για τον λόγο αυτό, το έντονο χειμερινό κλάδεμα σε περιοχές όπου ζει το είδος μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τον τοπικό πληθυσμό.
Ώριμη κάμπια και χρυσαλλίδα
Οι μεγαλύτερες κάμπιες απομακρύνονται σταδιακά από την κοινή φωλιά και τρέφονται περισσότερο ανεξάρτητα. Το σώμα τους είναι γκριζωπό έως μαύρο, με πορτοκαλοκίτρινες ή κοκκινοκάστανες επιμήκεις γραμμές και κοντές ανοιχτόχρωμες τρίχες.
Όταν ολοκληρωθεί η προνυμφική ανάπτυξη, η κάμπια στερεώνεται σε κλαδί, κορμό ή άλλο σταθερό σημείο και μεταμορφώνεται σε χρυσαλλίδα. Η χρυσαλλίδα είναι συνήθως κρεμ ή υπόλευκη με μαύρα και κιτρινωπά σημάδια και συγκρατείται όρθια με μεταξένια ζώνη γύρω από το σώμα.
Το στάδιο της χρυσαλλίδας διαρκεί συνήθως μερικές εβδομάδες, ανάλογα με τη θερμοκρασία. Από αυτήν εξέρχεται η ενήλικη πεταλούδα, ολοκληρώνοντας τον ετήσιο κύκλο ζωής.
Οικολογικός ρόλος
Η Aporia crataegi αποτελεί μέρος των τροφικών και επικονιαστικών δικτύων των ορεινών και ημιορεινών οικοσυστημάτων. Οι ενήλικες επισκέπτονται πολλά άνθη, ενώ τα αυγά, οι κάμπιες και οι χρυσαλλίδες αποτελούν τροφή για πουλιά, αρπακτικά έντομα, αράχνες και παρασιτοειδή.
Οι κάμπιες καταναλώνουν φύλλα δέντρων και θάμνων, αλλά αποτελούν ταυτόχρονα σημαντικό μέρος της τροφικής αλυσίδας. Σε περιοχές όπου ο πληθυσμός αυξάνεται υπερβολικά, μπορεί να προκαλέσουν απογύμνωση φύλλων σε οπωροφόρα δέντρα. Στην Κύπρο, όπου το είδος είναι τοπικό και γενικά ασυνήθιστο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως σοβαρός γεωργικός εχθρός.
Κατάσταση και απειλές στην Κύπρο
Σε παγκόσμιο επίπεδο το είδος αξιολογείται ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC). Στην Ευρώπη δεν θεωρείται συνολικά απειλούμενο, αλλά έχει μειωθεί ή εξαφανιστεί από ορισμένες περιοχές.
Στην Κύπρο περιγράφεται ως γενικά ασυνήθιστο έως πολύ σπάνιο και εντοπισμένο, με τις περισσότερες παρατηρήσεις να περιορίζονται στην οροσειρά του Τροόδους. Η περιορισμένη κατανομή του στο νησί απαιτεί προσοχή, ακόμη και αν το είδος δεν απειλείται παγκοσμίως.
Πιθανές απειλές αποτελούν η απομάκρυνση των φυτών ξενιστών, το εντατικό κλάδεμα, η χρήση εντομοκτόνων, η εγκατάλειψη ή η εντατικοποίηση των παραδοσιακών οπωρώνων, οι δασικές πυρκαγιές και η απώλεια ανοικτών δασικών ξέφωτων.
Η κλιματική αλλαγή μπορεί επίσης να επηρεάσει τον συγχρονισμό μεταξύ της εκκόλαψης των προνυμφών και της ανάπτυξης των νεαρών φύλλων. Παρατεταμένες ξηρασίες και ακραίες θερμοκρασίες μπορούν να περιορίσουν τόσο τα φυτά ξενιστές όσο και τις διαθέσιμες πηγές νέκταρος.
Προστασία και υπεύθυνη παρατήρηση
Η διατήρηση φυσικών φρακτών, κραταίγων, άγριων και παραδοσιακών οπωροφόρων, δασικών ξέφωτων και ανθοφόρων λιβαδιών είναι απαραίτητη για την προστασία του είδους. Σε γνωστές περιοχές αναπαραγωγής πρέπει να αποφεύγεται η καταστροφή των μεταξένιων χειμερινών φωλιών.
Η χρήση φυτοφαρμάκων κοντά στα φυτά ξενιστές πρέπει να περιορίζεται, ιδιαίτερα κατά την περίοδο ανάπτυξης των προνυμφών. Η διατήρηση της ποικιλίας των ανθοφόρων φυτών εξασφαλίζει τροφή για τις ενήλικες πεταλούδες.
Κατά τη φωτογράφιση δεν πρέπει να πιάνουμε τις πεταλούδες από τα φτερά, επειδή τα λέπια απομακρύνονται εύκολα. Δεν πρέπει επίσης να συλλέγουμε αυγά, κάμπιες ή χρυσαλλίδες από τους μικρούς και εντοπισμένους κυπριακούς πληθυσμούς.
Ταξινομική σημείωση για τον κυπριακό πληθυσμό
Ορισμένες παλαιότερες πηγές απέδωσαν τον κυπριακό πληθυσμό στο υποείδος Aporia crataegi augustior Graves, 1925. Η χρήση και τα γεωγραφικά όρια των πολυάριθμων υποειδών που έχουν περιγραφεί μέσα στο ευρύ φάσμα του Aporia crataegi δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο από όλους τους σύγχρονους ταξινομικούς καταλόγους.
Γενετική μελέτη πληθυσμών του είδους έδειξε στενή σχέση μεταξύ δειγμάτων από την Κύπρο, το Ιράν και την ανατολική Τουρκία. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η εσωτερική γεωγραφική διαφοροποίηση του είδους είναι σύνθετη και ότι η υποειδική ονομασία πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
Για έναν σύγχρονο κατάλογο της κυπριακής πανίδας, η ασφαλέστερη κύρια ονομασία παραμένει Aporia crataegi (Linnaeus, 1758), με χωριστή σημείωση ότι ο κυπριακός πληθυσμός έχει αναφερθεί ιστορικά ως A. c. augustior.
Ετυμολογία και επιστημονική ονομασία
Ο Κάρολος Λινναίος περιέγραψε το είδος το 1758 ως Papilio crataegi. Αργότερα μεταφέρθηκε στο γένος Aporia, γι’ αυτό το όνομα του συγγραφέα και η χρονολογία τοποθετούνται σε παρένθεση.
Το όνομα Aporia προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «ἀπορία», που δηλώνει δυσκολία, αβεβαιότητα ή έλλειψη περάσματος. Το ειδικό επίθετο crataegi αναφέρεται στο γένος φυτών Crataegus, τους κραταίγους, που αποτελούν σημαντικά φυτά ξενιστές για τις κάμπιες.
Ταξινόμηση – Classification
Βασίλειο – Kingdom: Animalia
Συνομοταξία – Phylum: Arthropoda
Υποσυνομοταξία – Subphylum: Hexapoda
Κλάση – Class: Insecta
Τάξη – Order: Lepidoptera
Υπεροικογένεια – Superfamily: Papilionoidea
Οικογένεια – Family: Pieridae – Whites, yellows and sulphurs
Υποοικογένεια – Subfamily: Pierinae
Γένος – Genus: Aporia Hübner, 1819
Είδος – Species: Aporia crataegi (Linnaeus, 1758)
Αρχικός συνδυασμός – Original combination: Papilio crataegi Linnaeus, 1758
Ιστορική υποειδική απόδοση του κυπριακού πληθυσμού – Historical subspecific treatment of the Cyprus population: Aporia crataegi augustior Graves, 1925
Αγγλικό κοινό όνομα – English common name: Black-veined White
Κατάσταση στην Κύπρο – Status in Cyprus: Αυτόχθονο, τοπικό και γενικά ασυνήθιστο είδος – Native, localized and generally uncommon
Περίοδος πτήσης στην Κύπρο – Flight period in Cyprus: Κυρίως Απρίλιος–Ιούνιος – Mainly April–June
Παγκόσμια κατηγορία IUCN – Global IUCN category: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)
Πηγές
Butterflies of Cyprus – Black-veined White
Cyprus Butterfly Recording Scheme – Cyprus records of Aporia crataegi
European Lepidoptera and their Ecology – Aporia crataegi
Butterfly Conservation – Black-veined White
CABI Compendium – Aporia crataegi
Scientific Reports – Genetic study of Aporia crataegi populations
Αρχική ανάρτηση και φωτογραφίες του Michael Hadjiconstantis – Biodiversity of Cyprus
Black-veined White – Aporia crataegi (Linnaeus, 1758) – Cyprus
Text by George Konstantinou.
Photographs by Michael Hadjiconstantis, Troodos, June 2017.
Aporia crataegi in Cyprus
Aporia crataegi, commonly known as the Black-veined White, is a large diurnal butterfly belonging to the family Pieridae. Although it is one of the white butterflies, it is easily distinguished from most related species by the strong black veins extending across the entire surface of its white wings.
In Cyprus, it is a native but localized and generally uncommon species. Most records originate from the Troodos mountain range and other mountain or foothill areas containing open woodland, scrubland, meadows and suitable plants of the family Rosaceae.
Its abundance can vary greatly from year to year. Several individuals may be observed at a locality during one favourable season and few or none during the next, depending on weather conditions, breeding success and the condition of the larval host plants.
Description
It is one of the largest white butterflies occurring in Cyprus, with a wingspan of approximately 51–70 millimetres. Both males and females have white or translucent wings crossed by a conspicuous network of black or dark-brown veins.
Unlike many species of the genus Pieris, it does not display extensive solid-black areas at the tips of the forewings. Identification is based principally on the translucent white wing surface and the dark veins extending across both the forewings and hindwings.
The body is slender and dark, while the antennae terminate in conspicuous clubs. The underside of the wings carries a pattern similar to the upperside, and the veins remain clearly visible when the butterfly rests with its wings closed.
Differences between males and females
Females are generally larger than males. Their wing veins may appear brown rather than black, and the wings are frequently more transparent.
When females first emerge from their pupae, their wings bear scales similar to those of males. During their adult lives, however, they may lose much of the white scaling, partly through rubbing the wings together. The wings consequently develop a glassier and almost transparent appearance.
Males usually retain more of the white colouring and their black veins appear more strongly defined. Reliable separation of the sexes should be based on a combination of size, vein colour, transparency and the condition of the wings.
Distribution
The species has a very extensive Palaearctic distribution. It occurs from north-western Africa and much of continental Europe through western, central and eastern Asia to Siberia, Korea and Japan. Towards the south, it is found in Turkey, Cyprus, Lebanon, Syria, Israel and Jordan.
Although it remains widespread in many parts of continental Europe, it became regionally extinct in Great Britain. This disappearance demonstrates that even a species with an extensive global range may be lost from a country when habitats, land-management practices or climatic conditions change.
In Cyprus, its occurrence is localized and associated mainly with the Troodos mountain range. Records are concentrated between April and June, although the precise flight period is influenced by altitude and the weather conditions of each year.
Habitat in Cyprus
The Black-veined White favours open woodland, forest clearings, woodland tracks, scrubby grasslands, mountain slopes, traditional orchards and areas containing natural hedgerows. It requires landscapes that combine abundant nectar sources for the adults with suitable trees and shrubs for the larvae.
In Cyprus, the most suitable habitats occur principally in Troodos. Mosaic landscapes containing open vegetation, meadows, shrubs, cultivated fruit trees and woodland margins provide the conditions needed for the species to complete its life cycle.
The abandonment of traditional agriculture may initially increase scrub vegetation, but the long-term conversion of an open area into dense woodland can reduce sunny feeding habitats. Conversely, excessive clearance of shrubs and wild fruit trees removes the plants needed by the caterpillars.
Flight period
The species normally produces one generation each year. In Cyprus, adults appear mainly during spring and early summer, usually from April until June. Emergence at higher altitudes may occur later than in warmer, lower areas.
The flight period at an individual locality may be relatively short. High temperatures, drought, strong winds and the early drying of flowering plants can affect both the number of adults and the length of time for which they remain visible.
Adult behaviour
Adults generally fly with a steady and relatively slow flight above meadows, clearings and scrub-covered slopes. They can travel considerable distances while searching for flowers, mates and suitable plants on which to lay their eggs.
Males patrol open areas and vegetation margins in search of females. At suitable sites, several individuals may gather to feed on nectar or obtain moisture and minerals from wet ground.
The species can be quite social, and its local abundance varies considerably. Exceptionally large gatherings and mass movements have been recorded historically in other countries, although this is not the usual situation for the uncommon and localized Cyprus population.
Adult diet
Adults feed on nectar from a variety of flowering plants. They favour flowers offering easy access to nectar and are frequently observed on wildflowers growing in meadows and woodland clearings.
While feeding, they contribute to the transfer of pollen between flowers. Although they are not as specialized as certain bees, they form part of the wider pollination network of mountain ecosystems.
Males may also obtain water and dissolved minerals from damp ground, mud and the edges of small streams. This behaviour helps them acquire essential mineral nutrients.
Larval host plants
The caterpillars feed on the leaves of trees and shrubs belonging to the family Rosaceae. Recorded host plants include species of Crataegus, Prunus, Pyrus, Malus and Sorbus.
Hawthorns are among the most important host plants across much of the butterfly’s range. Blackthorns, wild plums, almonds, pears, apples and related wild or cultivated plants may also be used.
It should not be assumed that every host plant recorded in another country is necessarily used in Cyprus. Confirmation of the Cypriot host plants requires direct observations of eggs, communal larval webs and caterpillars on the plants concerned.
Eggs and young caterpillars
The female lays her eggs in groups on the upper or lower surface of a suitable leaf. Each cluster may contain several dozen eggs, often approximately 30–100.
The eggs are initially yellowish and darken as the larvae develop. The young caterpillars hatch after several weeks, with the rate of development being influenced by temperature.
During their early stages, the caterpillars remain together and feed communally. This social behaviour allows them to exploit leaves efficiently and construct a shared silken shelter.
Overwintering
Towards the end of their initial development, the young caterpillars construct a communal nest made from silk and leaves joined together. They spend the winter inside this shelter as a group.
The larval nest provides protection against rain, cold and some predators. When temperatures rise in spring, the caterpillars emerge and resume feeding on the young leaves of the host plant.
Removing or pruning branches carrying the winter nests can destroy entire groups of larvae. Heavy winter pruning in areas supporting the species may therefore have a considerable effect on the local population.
Mature caterpillar and pupa
As the caterpillars grow, they gradually leave the communal shelter and feed more independently. Their bodies are greyish to black, with orange-yellow or reddish-brown longitudinal stripes and short pale hairs.
After completing larval development, the caterpillar attaches itself to a branch, trunk or other firm surface and transforms into a pupa. The pupa is generally cream or whitish with black and yellowish markings and is held upright by a silken girdle around its body.
The pupal stage usually lasts several weeks, depending on temperature. The adult butterfly then emerges, completing the annual life cycle.
Ecological role
The Black-veined White forms part of the food and pollination networks of mountain and foothill ecosystems. Adults visit many flowers, while eggs, caterpillars and pupae provide food for birds, predatory insects, spiders and parasitoids.
The caterpillars consume the leaves of trees and shrubs but are also an important component of the food chain. Where populations become exceptionally numerous, they may defoliate fruit trees. In Cyprus, where the species is localized and generally uncommon, it should not automatically be treated as a serious agricultural pest.
Status and threats in Cyprus
Globally, the species is assessed as Least Concern (LC). It is not considered threatened across Europe as a whole, although it has declined or disappeared from certain regions.
In Cyprus, it is described as generally uncommon to very rare and localized, with most observations concentrated in the Troodos mountain range. Its restricted occurrence on the island merits attention even though the species is not globally threatened.
Potential threats include the removal of larval host plants, intensive pruning, insecticide use, abandonment or intensification of traditional orchards, forest fires and the loss of open woodland clearings.
Climate change may also affect the synchronization between larval emergence and the development of young leaves. Prolonged drought and extreme temperatures can reduce both the host plants and the nectar sources available to adults.
Conservation and responsible observation
The preservation of natural hedgerows, hawthorns, wild and traditional fruit trees, woodland clearings and flower-rich meadows is essential for conserving the species. Communal winter nests should not be destroyed in known breeding areas.
Pesticide use near host plants should be limited, particularly while the larvae are developing. Maintaining a variety of flowering plants ensures that adults have adequate sources of nectar.
Butterflies should never be handled by their wings during photography because the scales are easily removed. Eggs, caterpillars and pupae should not be collected from the small and localized Cyprus populations.
Taxonomic note on the Cyprus population
Some older sources assigned the Cyprus population to the subspecies Aporia crataegi augustior Graves, 1925. The use and geographical boundaries of the numerous subspecies described within the extensive range of Aporia crataegi are not treated consistently by all modern taxonomic authorities.
A genetic study of the species found a close relationship between samples from Cyprus, Iran and eastern Turkey. These results demonstrate the complexity of the species’ internal geographical variation and indicate that subspecific names should be used cautiously.
For a modern checklist of the Cyprus fauna, the safest principal identification remains Aporia crataegi (Linnaeus, 1758), accompanied by a separate note that the Cyprus population has historically been recorded as A. c. augustior.
Etymology and scientific name
Carl Linnaeus described the species in 1758 as Papilio crataegi. It was subsequently transferred to the genus Aporia, which is why the author’s name and date are placed in parentheses.
The genus name Aporia derives from the Ancient Greek word “ἀπορία”, meaning difficulty, uncertainty or lack of passage. The specific epithet crataegi refers to the plant genus Crataegus, the hawthorns, which are important larval host plants.
Classification – Ταξινόμηση
Kingdom – Βασίλειο: Animalia
Phylum – Συνομοταξία: Arthropoda
Subphylum – Υποσυνομοταξία: Hexapoda
Class – Κλάση: Insecta
Order – Τάξη: Lepidoptera
Superfamily – Υπεροικογένεια: Papilionoidea
Family – Οικογένεια: Pieridae – Whites, yellows and sulphurs
Subfamily – Υποοικογένεια: Pierinae
Genus – Γένος: Aporia Hübner, 1819
Species – Είδος: Aporia crataegi (Linnaeus, 1758)
Original combination – Αρχικός συνδυασμός: Papilio crataegi Linnaeus, 1758
Historical subspecific treatment of the Cyprus population – Ιστορική υποειδική απόδοση του κυπριακού πληθυσμού: Aporia crataegi augustior Graves, 1925
English common name – Αγγλικό κοινό όνομα: Black-veined White
Status in Cyprus – Κατάσταση στην Κύπρο: Native, localized and generally uncommon – Αυτόχθονο, τοπικό και γενικά ασυνήθιστο είδος
Flight period in Cyprus – Περίοδος πτήσης στην Κύπρο: Mainly April–June – Κυρίως Απρίλιος–Ιούνιος
Global IUCN category – Παγκόσμια κατηγορία IUCN: Least Concern (LC) – Μειωμένου Ενδιαφέροντος
Sources
Butterflies of Cyprus – Black-veined White
Cyprus Butterfly Recording Scheme – Cyprus records of Aporia crataegi
European Lepidoptera and their Ecology – Aporia crataegi
Butterfly Conservation – Black-veined White
CABI Compendium – Aporia crataegi
Scientific Reports – Genetic study of Aporia crataegi populations
Original post and photographs by Michael Hadjiconstantis – Biodiversity of Cyprus




No comments:
Post a Comment