Translate

Tuesday, 18 July 2017

Red Crossbill or Common Crossbill – Loxia curvirostra Linnaeus, 1758 – Σταυρομύτης – Cyprus


Photos and videos Troodos by George Konstantinou



















Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Ο Σταυρομύτης στην Κύπρο

Ο Σταυρομύτης (Loxia curvirostra) είναι ένα ιδιαίτερα εξειδικευμένο δασόβιο πουλί της οικογένειας των Σπιζιδών (Fringillidae). Το χαρακτηριστικό διασταυρωμένο ράμφος, από το οποίο προέρχεται και η ονομασία του, αποτελεί μια εντυπωσιακή εξελικτική προσαρμογή για την εξαγωγή σπόρων από τα κουκουνάρια των κωνοφόρων.

Στην Κύπρο είναι μόνιμος κάτοικος και αναπαραγόμενο είδος. Η παρουσία του συνδέεται στενά με τα ορεινά πευκοδάση του Τροόδους και ιδιαίτερα με τα δάση της μαύρης πεύκης (Pinus nigra subsp. pallasiana). Σύμφωνα με τη BirdLife Cyprus, τα δάση μαύρης πεύκης του Τροόδους αποτελούν τη μοναδική περιοχή της Κύπρου στην οποία αναπαράγεται.

Οι φωτογραφίες και τα βίντεο της ανάρτησης λήφθηκαν στο Τρόοδος από τον George Konstantinou.

Περιγραφή και διαστάσεις

Ο Σταυρομύτης είναι ένα γεροδεμένο πουλί, με μεγάλο κεφάλι, κοντό λαιμό, μυτερά φτερά και σχετικά κοντή, ελαφρώς διχαλωτή ουρά. Το μήκος του σώματός του είναι περίπου 15–17 εκατοστά. Παρότι έχει μέγεθος παρόμοιο με άλλες μεγάλες σπίζες, η ισχυρή κατασκευή και το ασυνήθιστο ράμφος του τον καθιστούν εύκολα αναγνωρίσιμο όταν παρατηρηθεί από κοντά.

Το ενήλικο αρσενικό παρουσιάζει συνήθως κεραμιδί, πορτοκαλοκόκκινο ή βαθύ κόκκινο χρωματισμό. Τα φτερά και η ουρά είναι σκουρότερα, ενώ το κόκκινο χρώμα μπορεί να διαφέρει σημαντικά σε ένταση μεταξύ των ατόμων. Ο χρωματισμός επηρεάζεται από την ηλικία, την κατάσταση του φτερώματος και τις χρωστικές ουσίες που προσλαμβάνονται μέσω της διατροφής.

Το θηλυκό είναι συνήθως πρασινοκίτρινο, κιτρινωπό-γκρίζο ή λαδοπράσινο, με εντονότερες κιτρινοπράσινες αποχρώσεις στο κεφάλι και στο ουροπύγιο. Τα νεαρά πουλιά είναι περισσότερο γκριζοκάστανα και φέρουν εμφανείς σκούρες ραβδώσεις στο στήθος, στην κοιλιά και στα πλευρά.

Το χαρακτηριστικό διασταυρωμένο ράμφος

Το σημαντικότερο γνώρισμα του είδους είναι οι δύο γνάθοι του ράμφους, οι άκρες των οποίων διασταυρώνονται. Σε ορισμένα άτομα η άνω γνάθος στρέφεται προς τα δεξιά και σε άλλα προς τα αριστερά. Οι δύο μορφές εμφανίζονται με περίπου παρόμοια συχνότητα και δεν αντιπροσωπεύουν διαφορετικά φύλα.

Ο Σταυρομύτης εισάγει ελαφρώς ανοιχτό το ράμφος ανάμεσα στα λέπια ενός κουκουναριού και, περιστρέφοντας το κεφάλι, τα απομακρύνει μεταξύ τους. Στη συνέχεια χρησιμοποιεί τη γλώσσα του για να αφαιρέσει τον σπόρο. Η διαδικασία εκτελείται γρήγορα και επιτρέπει στο πουλί να αξιοποιεί κουκουνάρια που είναι δύσκολο να ανοίξουν τα περισσότερα άλλα είδη.

Τα νεαρά εκκολάπτονται με κανονικές, μη διασταυρωμένες άκρες στο ράμφος. Η χαρακτηριστική διασταύρωση αναπτύσσεται σταδιακά καθώς μεγαλώνουν και αρχίζουν να εξειδικεύονται στην αφαίρεση σπόρων από τα κουκουνάρια.

Βιότοπος στην Κύπρο

Ο κυπριακός πληθυσμός περιορίζεται κυρίως στα ορεινά κωνοφόρα δάση του Τροόδους. Προτιμά ώριμες δασικές συστάδες στις οποίες υπάρχουν αρκετά καρποφόρα πεύκα και αξιόλογη παραγωγή κουκουναριών. Παρατηρείται συχνότερα κοντά στις κορυφές των δέντρων, όπου αναζητά τροφή σε μικρές ομάδες.

Η κατανομή και οι μετακινήσεις του μέσα στο Τρόοδος επηρεάζονται από την παραγωγή σπόρων. Όταν η τροφή είναι άφθονη, τα πουλιά μπορεί να παραμένουν για μεγάλο διάστημα στην ίδια περιοχή. Όταν η παραγωγή κουκουναριών μειώνεται, μετακινούνται αναζητώντας καταλληλότερες θέσεις.

Παρόλο που είναι μόνιμος κάτοικος, δεν είναι πάντοτε εύκολο να παρατηρηθεί. Περνά μεγάλο μέρος του χρόνου ψηλά στα πεύκα και συχνά η παρουσία του γίνεται αντιληπτή πρώτα από τις χαρακτηριστικές φωνές ενός διερχόμενου κοπαδιού.

Διατροφή

Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από σπόρους κωνοφόρων. Στην Κύπρο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους σπόρους της μαύρης πεύκης και άλλων πεύκων του Τροόδους. Μπορεί επίσης να καταναλώνει σπόρους άλλων φυτών, μπουμπούκια και μικρές ποσότητες ζωικής τροφής, ιδιαίτερα κατά την περίοδο ανατροφής των νεοσσών.

Κατά την τροφοληψία μπορεί να κρέμεται ανάποδα ή να παίρνει ασυνήθιστες στάσεις επάνω στα κλαδιά και στα κουκουνάρια. Χρησιμοποιεί επίσης τα πόδια του για να συγκρατεί ένα κουκουνάρι, ενώ εργάζεται με το ράμφος και τη γλώσσα του για να αφαιρέσει τους σπόρους.

Οι σπόροι των κωνοφόρων είναι πλούσιοι σε ενέργεια, αλλά η διαθεσιμότητά τους παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά. Για τον λόγο αυτό, η συμπεριφορά, οι μετακινήσεις και η αναπαραγωγή του Σταυρομύτη συνδέονται περισσότερο με την παρουσία τροφής παρά με μια αυστηρά καθορισμένη εποχή.

Συμπεριφορά και κοινωνική ζωή

Οι Σταυρομύτες είναι κοινωνικά πουλιά και παρατηρούνται συνήθως σε οικογενειακές ομάδες ή μεγαλύτερα κοπάδια. Μετακινούνται συχνά πάνω από τις κορυφές των δέντρων με κυματιστή πτήση, διατηρώντας μεταξύ τους συνεχή φωνητική επικοινωνία.

Μπορούν να κινούνται με μεγάλη ευχέρεια ανάμεσα στα κλαδιά και να κρέμονται από τα κουκουνάρια, χρησιμοποιώντας το ισχυρό ράμφος σχεδόν σαν τρίτο σημείο στήριξης. Όταν ένα κοπάδι βρει δέντρο με άφθονους σπόρους, τα πουλιά μπορεί να παραμείνουν εκεί για αρκετή ώρα, δημιουργώντας έναν συνεχή ήχο από φωνές, κινούμενα κουκουνάρια και υπολείμματα που πέφτουν στο έδαφος.

Εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου τα κοπάδια μπορεί να περιλαμβάνουν ενήλικα αρσενικά, θηλυκά και νεαρά πουλιά. Παρότι είναι κοινωνικό είδος, τα ζευγάρια διατηρούν ισχυρό δεσμό κατά την αναπαραγωγή.

Φωνές και τραγούδι

Οι χαρακτηριστικές φωνές του είναι σύντομες, οξείες και μεταλλικές. Ακούγονται συχνά ως επαναλαμβανόμενα «κιπ-κιπ» ή «τζιπ-τζιπ», ιδιαίτερα όταν τα πουλιά πετούν πάνω από το δάσος. Οι φωνές βοηθούν τα μέλη του κοπαδιού να παραμένουν μαζί όταν κινούνται ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων.

Το αρσενικό διαθέτει επίσης πιο σύνθετο και μελωδικό τραγούδι, το οποίο περιλαμβάνει σφυρίγματα, τριξίματα και σύντομες φράσεις. Διαφορετικοί πληθυσμοί του είδους παρουσιάζουν διαφορές στις φωνές και στο μέγεθος ή στη μορφή του ράμφους. Αυτές οι διαφοροποιήσεις συνδέονται συχνά με τα είδη των κωνοφόρων που χρησιμοποιεί κάθε πληθυσμός.

Αναπαραγωγή

Σε αντίθεση με πολλά άλλα πουλιά των εύκρατων περιοχών, ο Σταυρομύτης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την άνοιξη για να αναπαραχθεί. Η έναρξη της φωλεοποίησης καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την αφθονία των ώριμων σπόρων. Όταν υπάρχει επαρκής τροφή, μπορεί να φωλιάσει πολύ νωρίς μέσα στο έτος ή ακόμη και κατά τη διάρκεια ψυχρών περιόδων.

Η φωλιά κατασκευάζεται συνήθως πάνω σε κωνοφόρο δέντρο και τοποθετείται σε κλαδί που προσφέρει προστασία από τον άνεμο, τη βροχή και το χιόνι. Κατασκευάζεται κυρίως από λεπτά κλαδιά, βρύα, λειχήνες, φλοιούς και άλλα φυτικά υλικά, ενώ το εσωτερικό επενδύεται με λεπτότερο και μαλακότερο υλικό.

Το θηλυκό γεννά συνήθως τρία ή τέσσερα αυγά, αν και ο αριθμός μπορεί να κυμαίνεται. Αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της επώασης, ενώ το αρσενικό το προμηθεύει με τροφή. Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς συμμετέχουν στη σίτιση των νεοσσών.

Οι νεοσσοί τρέφονται με πολτοποιημένους σπόρους που μεταφέρουν οι γονείς στον πρόλοβό τους. Ακόμη και μετά την έξοδο από τη φωλιά, τα νεαρά εξακολουθούν για κάποιο διάστημα να εξαρτώνται από τους γονείς τους, μέχρι να αναπτυχθεί πλήρως το διασταυρωμένο ράμφος και να μάθουν να ανοίγουν μόνα τους τα κουκουνάρια.

Εξάπλωση και εποχικές μετακινήσεις

Το είδος έχει πολύ μεγάλη εξάπλωση στα κωνοφόρα δάση της Ευρώπης, της Ασίας, της βόρειας Αφρικής και της Βόρειας και Κεντρικής Αμερικής. Πολλοί πληθυσμοί είναι μόνιμοι ή πραγματοποιούν τοπικές μετακινήσεις. Άλλοι μπορεί να εγκαταλείψουν μαζικά τις συνηθισμένες περιοχές τους όταν αποτύχει η παραγωγή σπόρων.

Αυτές οι ακανόνιστες μαζικές μετακινήσεις ονομάζονται εισβολές ή εξάρσεις. Δεν αποτελούν κανονική εποχική μετανάστευση αλλά αντίδραση στην έλλειψη τροφής. Κατά τη διάρκειά τους, μεγάλοι αριθμοί πουλιών μπορεί να εμφανιστούν πολύ νοτιότερα ή μακρύτερα από τη συνηθισμένη κατανομή τους.

Ο πληθυσμός της Κύπρου είναι απομονωμένος στα ορεινά δάση του νησιού και θεωρείται κυρίως μόνιμος. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να πραγματοποιεί τοπικές υψομετρικές και περιφερειακές μετακινήσεις ανάλογα με την παραγωγή κουκουναριών και τις καιρικές συνθήκες.

Η κυπριακή υποειδική ταξινόμηση

Ο πληθυσμός της Κύπρου έχει παραδοσιακά αποδοθεί στο υποείδος Loxia curvirostra guillemardi, το οποίο περιγράφηκε από τον Gyula Madarász το 1903 ως Loxia guillemardi. Η τυπική τοποθεσία της αρχικής περιγραφής είναι η Κύπρος.

Το Loxia curvirostra guillemardi δεν θεωρείται γενικά αποκλειστικά ενδημικό της Κύπρου, καθώς σε αρκετές ταξινομικές πηγές η εξάπλωσή του περιλαμβάνει επίσης πληθυσμούς της ανατολικής Μεσογείου και της δυτικής Ασίας. Επιπλέον, τα όρια και η εγκυρότητα ορισμένων υποειδών του Loxia curvirostra διαφέρουν μεταξύ των σύγχρονων ταξινομικών καταλόγων. Για τον λόγο αυτό, είναι ασφαλέστερο να αναφέρεται ως το υποείδος στο οποίο έχει παραδοσιακά ενταχθεί ο κυπριακός πληθυσμός και όχι ως ενδημικό υποείδος της Κύπρου.

Οικολογικός ρόλος

Ο Σταυρομύτης αποτελεί εξειδικευμένο καταναλωτή των σπόρων των κωνοφόρων και είναι στενά συνδεδεμένος με τη λειτουργία των ορεινών δασικών οικοσυστημάτων. Μέσω της κατανάλωσης και της μεταφοράς σπόρων συμμετέχει στις σύνθετες οικολογικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα πεύκα και στα ζώα του δάσους.

Τα ανοικτά ή χρησιμοποιημένα κουκουνάρια και τα υπολείμματα τροφής μπορούν να αξιοποιηθούν από μικρότερους οργανισμούς. Παράλληλα, τα αυγά, οι νεοσσοί και ορισμένες φορές τα ενήλικα πουλιά αποτελούν μέρος της τροφικής αλυσίδας των ορεινών δασών.

Απειλές και προστασία

Ο Σταυρομύτης αξιολογείται παγκοσμίως ως είδος Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC). Η ευρεία παγκόσμια κατανομή του, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλοι οι τοπικοί πληθυσμοί είναι εξίσου ασφαλείς. Ο κυπριακός πληθυσμός έχει περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση, καθώς εξαρτάται από τα ορεινά πευκοδάση του Τροόδους.

Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν μία από τις σοβαρότερες πιθανές απειλές, επειδή μπορούν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να καταστρέψουν ώριμα καρποφόρα δέντρα και κατάλληλες θέσεις φωλεοποίησης. Άλλοι κίνδυνοι είναι η υποβάθμιση και ο κατακερματισμός των δασών, οι ακατάλληλες δασικές επεμβάσεις, η απώλεια παλαιών δέντρων, οι παρατεταμένες ξηρασίες, τα έντομα και οι ασθένειες των πεύκων.

Η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάσει τη συχνότητα των πυρκαγιών, την υγεία των δέντρων και την παραγωγή κουκουναριών. Επειδή η αναπαραγωγή του είδους συνδέεται άμεσα με την αφθονία των σπόρων, συνεχόμενες χρονιές μειωμένης καρποφορίας μπορούν να περιορίσουν την αναπαραγωγική επιτυχία.

Η προστασία μεγάλων και ώριμων συστάδων μαύρης πεύκης, η πρόληψη των πυρκαγιών, η φυσική αναγέννηση του δάσους και η αποφυγή ενόχλησης κοντά στις φωλιές είναι απαραίτητα μέτρα για τη μακροχρόνια διατήρηση του κυπριακού πληθυσμού.

Παρατήρηση χωρίς ενόχληση

Η καλύτερη μέθοδος εντοπισμού του Σταυρομύτη είναι να ακούμε τις μεταλλικές φωνές κοπαδιών που πετούν πάνω από τις κορυφές των πεύκων. Όταν τα πουλιά σταματήσουν για να τραφούν, μπορούν να παρατηρηθούν με κιάλια ή τηλεφακό από ασφαλή απόσταση.

Δεν πρέπει να πλησιάζουμε φωλιές, να κόβουμε κλαδιά για να φωτογραφίσουμε νεοσσούς ή να χρησιμοποιούμε συνεχόμενη αναπαραγωγή ηχογραφημένων φωνών. Η επαναλαμβανόμενη ενόχληση μπορεί να απομακρύνει τους γονείς από τη φωλιά και να εκθέσει τα αυγά ή τους νεοσσούς στο κρύο και στους θηρευτές.

Ετυμολογία

Η επιστημονική ονομασία του γένους Loxia προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «λοξός», που σημαίνει πλάγιος, στραβός ή λοξός, και αναφέρεται στις διασταυρωμένες άκρες του ράμφους.

Το ειδικό επίθετο curvirostra προέρχεται από τις λατινικές λέξεις curvus, που σημαίνει κυρτός, και rostrum, που σημαίνει ράμφος. Επομένως, ολόκληρη η επιστημονική ονομασία περιγράφει άμεσα το χαρακτηριστικό κυρτό και διασταυρωμένο ράμφος του πουλιού.

Ταξινόμηση – Classification

Βασίλειο – Kingdom: Animalia
Συνομοταξία – Phylum: Chordata
Κλάση – Class: Aves
Τάξη – Order: Passeriformes
Οικογένεια – Family: Fringillidae – Finches
Υποοικογένεια – Subfamily: Carduelinae
Γένος – Genus: Loxia Linnaeus, 1758
Είδος – Species: Loxia curvirostra Linnaeus, 1758
Υποείδος που αποδίδεται παραδοσιακά στον κυπριακό πληθυσμό – Subspecies traditionally assigned to the Cyprus population: Loxia curvirostra guillemardi Madarász, 1903
Αρχική ονομασία του υποείδους – Original name of the subspecies: Loxia guillemardi Madarász, 1903
Αγγλικά κοινά ονόματα – English common names: Red Crossbill, Common Crossbill
Ελληνικό κοινό όνομα – Greek common name: Σταυρομύτης
Κατάσταση στην Κύπρο – Status in Cyprus: Μόνιμος κάτοικος και αναπαραγόμενο είδος – Resident breeder
Κύριος βιότοπος στην Κύπρο – Principal habitat in Cyprus: Ορεινά πευκοδάση του Τροόδους, ιδιαίτερα δάση μαύρης πεύκης
Παγκόσμια κατηγορία IUCN – Global IUCN category: Μειωμένου Ενδιαφέροντος – Least Concern (LC)

Πηγές

BirdLife Cyprus – Red Crossbill

BirdLife International – Red Crossbill species factsheet

RSPB – Crossbill

Avibase – Loxia curvirostra guillemardi

Xeno-canto – Calls and songs of Loxia curvirostra

Αρχική ανάρτηση και φωτογραφικό υλικό – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou





























Red Crossbill or Common Crossbill – Loxia curvirostra Linnaeus, 1758 – Cyprus

Text by George Konstantinou.

The Red Crossbill in Cyprus

The Red Crossbill (Loxia curvirostra), also called the Common Crossbill in Eurasia, is a highly specialized forest bird belonging to the finch family Fringillidae. Its remarkable crossed bill, from which its common names are derived, is an evolutionary adaptation for extracting seeds from conifer cones.

In Cyprus, it is a resident breeding species closely associated with the mountain pine forests of Troodos, particularly stands of Black Pine (Pinus nigra subsp. pallasiana). According to BirdLife Cyprus, the Black Pine forests of the Troodos Mountains are the only part of Cyprus where the species breeds.

The photographs and videos accompanying this post were taken in Troodos by George Konstantinou.

Description and size

The Red Crossbill is a robust bird with a large head, short neck, pointed wings and a comparatively short, slightly forked tail. Its body length is approximately 15–17 centimetres. Although similar in size to other large finches, its strong build and unusual bill make it unmistakable when seen clearly.

Adult males are generally brick-red, orange-red or deep red. Their wings and tails are darker, while the intensity of the red plumage varies considerably among individuals. Colour is influenced by age, feather condition and pigments obtained through the diet.

Females are usually greenish-yellow, yellowish-grey or olive-green, with brighter yellow-green tones on the head and rump. Juveniles are greyer or browner and show conspicuous dark streaking across the breast, belly and flanks.

The specialized crossed bill

The species’ most important feature is its bill, the tips of which cross over one another. In some individuals, the upper mandible crosses towards the right, while in others it crosses towards the left. The two forms occur at approximately equal frequencies and do not represent different sexes.

The bird inserts its slightly open bill between the scales of a conifer cone and then twists its head, forcing the scales apart. It uses its tongue to remove the exposed seed. This action is performed rapidly and enables the bird to exploit cones that most other species cannot open efficiently.

Chicks hatch with straight, uncrossed bill tips. The characteristic crossing develops gradually as they grow and begin to specialize in removing seeds from cones.

Habitat in Cyprus

The Cyprus population is largely restricted to the mountain conifer forests of Troodos. It favours mature woodland containing sufficient numbers of seed-producing pines and an abundant supply of cones. Birds are most frequently encountered near the treetops, where they forage in small groups.

Their distribution and movements within Troodos are influenced by seed production. When food is plentiful, birds may remain in the same area for extended periods. When cone production declines, they move in search of more productive feeding sites.

Although it is a resident species, it is not always easy to observe. It spends much of its time high in the pines, and its presence is often first revealed by the characteristic calls of a passing flock.

Diet

The diet consists primarily of conifer seeds. In Cyprus, the bird depends greatly on seeds from Black Pine and other pines growing in the Troodos Mountains. It may also consume seeds of other plants, buds and small quantities of animal food, particularly while raising its chicks.

When feeding, it can hang upside down or adopt unusual positions on branches and cones. It may use its feet to hold a cone while working with its bill and tongue to remove the seeds.

Conifer seeds are rich in energy, but their availability varies considerably from year to year. The Crossbill’s behaviour, movements and breeding are consequently linked more closely to food availability than to a strictly defined season.

Behaviour and social life

Red Crossbills are social birds and are generally observed in family parties or larger flocks. They frequently travel above the treetops in undulating flight while maintaining constant vocal contact.

They move skilfully among branches and can hang from cones, using the strong bill almost as a third point of support. When a flock finds a tree with an abundant seed supply, the birds may remain there for a considerable time, producing a continuous mixture of calls, moving cones and falling fragments.

Outside the breeding period, flocks may include adult males, females and juveniles. Although highly social, paired birds maintain a strong bond during reproduction.

Calls and song

The characteristic calls are short, sharp and metallic. They are frequently rendered as repeated “kip-kip” or “jip-jip” notes, especially when birds fly above the forest. These calls enable the members of a flock to remain together while moving between treetops.

The male also has a more complex and musical song containing whistles, clicking notes and short phrases. Different populations display variations in their calls and in the dimensions or shape of their bills. These differences are often associated with the particular conifer species used by each population.

Breeding

Unlike many birds of temperate regions, the Red Crossbill does not depend exclusively on spring for reproduction. The beginning of nesting is determined largely by the abundance of mature seeds. When food is sufficient, birds may nest very early in the year or even during cold conditions.

The nest is normally constructed in a conifer and positioned on a branch providing protection from wind, rain and snow. It is made principally from small twigs, mosses, lichens, bark and other plant material, while the interior is lined with finer, softer material.

The female normally lays three or four eggs, although clutch size can vary. She undertakes most of the incubation, while the male supplies her with food. After hatching, both parents participate in feeding the chicks.

The nestlings are fed with softened seeds carried in the parents’ crops. Even after leaving the nest, the young remain dependent on their parents until their crossed bills have developed fully and they have learned to open cones independently.

Distribution and irregular movements

The species has an extensive distribution in the conifer forests of Europe, Asia, northern Africa, North America and Central America. Many populations are resident or undertake local movements. Others may leave their usual ranges in large numbers following the failure of the cone crop.

These irregular mass movements are known as irruptions. They are not ordinary seasonal migrations but responses to food shortages. During an irruption, large numbers may appear much farther south or beyond their usual distribution.

The Cyprus population is isolated within the island’s mountain forests and is considered principally resident. Nevertheless, birds may undertake local altitudinal and regional movements according to cone production and weather conditions.

Taxonomic treatment of the Cyprus population

The Cyprus population has traditionally been assigned to the subspecies Loxia curvirostra guillemardi, described by Gyula Madarász in 1903 as Loxia guillemardi. The type locality of the original description is Cyprus.

Loxia curvirostra guillemardi is not generally considered exclusive to Cyprus, because several taxonomic sources also include populations from parts of the eastern Mediterranean and western Asia. Furthermore, the boundaries and validity of some Loxia curvirostra subspecies differ among modern taxonomic checklists. It is therefore more accurate to describe it as the subspecies to which the Cyprus population has traditionally been assigned, rather than as an endemic subspecies of Cyprus.

Ecological role

The Red Crossbill is a specialized consumer of conifer seeds and is closely connected with the functioning of mountain forest ecosystems. Through its consumption and movement of seeds, it participates in the complex ecological relationships between pine trees and forest animals.

Opened or discarded cones and feeding remains may become available to smaller organisms. Its eggs, chicks and occasionally adult birds also form part of the food web of the mountain forest.

Threats and conservation

The Red Crossbill is globally evaluated as Least Concern (LC). Its extensive global distribution does not, however, mean that every local population is equally secure. The Cyprus population has a restricted geographical distribution because it depends on the mountain pine forests of Troodos.

Forest fires represent one of the most serious potential threats, as they can rapidly destroy mature seed-producing trees and suitable nesting sites. Other pressures include forest degradation and fragmentation, unsuitable forestry operations, the loss of old trees, prolonged droughts, insect outbreaks and pine diseases.

Climate change may affect the frequency of fires, tree health and cone production. Because reproduction is directly related to seed abundance, consecutive years of poor cone crops may reduce breeding success.

The protection of extensive mature Black Pine stands, fire prevention, natural forest regeneration and the avoidance of disturbance near nests are essential for the long-term conservation of the Cyprus population.

Observation without disturbance

The best way to locate the Red Crossbill is to listen for the metallic calls of flocks flying above the pine canopy. When birds stop to feed, they can be observed with binoculars or a telephoto lens from a safe distance.

Observers should never approach nests, remove branches to photograph chicks or repeatedly play recorded calls. Persistent disturbance may keep the parents away from their nest and expose eggs or chicks to cold conditions and predators.

Etymology

The genus name Loxia is derived from the Ancient Greek word loxos, meaning oblique, slanting or crooked, and refers to the crossed tips of the bill.

The specific epithet curvirostra comes from the Latin words curvus, meaning curved, and rostrum, meaning bill. The scientific name therefore directly describes the bird’s distinctive curved and crossed bill.

Classification – Ταξινόμηση

Kingdom – Βασίλειο: Animalia
Phylum – Συνομοταξία: Chordata
Class – Κλάση: Aves
Order – Τάξη: Passeriformes
Family – Οικογένεια: Fringillidae – Finches
Subfamily – Υποοικογένεια: Carduelinae
Genus – Γένος: Loxia Linnaeus, 1758
Species – Είδος: Loxia curvirostra Linnaeus, 1758
Subspecies traditionally assigned to the Cyprus population – Υποείδος που αποδίδεται παραδοσιακά στον κυπριακό πληθυσμό: Loxia curvirostra guillemardi Madarász, 1903
Original name of the subspecies – Αρχική ονομασία του υποείδους: Loxia guillemardi Madarász, 1903
English common names – Αγγλικά κοινά ονόματα: Red Crossbill, Common Crossbill
Greek common name – Ελληνικό κοινό όνομα: Σταυρομύτης
Status in Cyprus – Κατάσταση στην Κύπρο: Resident breeder – Μόνιμος κάτοικος και αναπαραγόμενο είδος
Principal habitat in Cyprus – Κύριος βιότοπος στην Κύπρο: Mountain pine forests of Troodos, particularly Black Pine woodland
Global IUCN category – Παγκόσμια κατηγορία IUCN: Least Concern (LC) – Μειωμένου Ενδιαφέροντος

Sources

BirdLife Cyprus – Red Crossbill

BirdLife International – Red Crossbill species factsheet

RSPB – Crossbill

Avibase – Loxia curvirostra guillemardi

Xeno-canto – Calls and songs of Loxia curvirostra

Original post and photographic material – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou