See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο
Below in English
Κείμενο George Konstantinou
Φωτογραφίες: George Konstantinou, Αγία Βαρβάρα Πάφου, 25 Απριλίου 2023
Η νανοπουλάδα ή βαλτοπουλλάδα, με το διεθνές κοινό όνομα Baillon’s Crake και το επιστημονικό όνομα Zapornia pusilla (Pallas, 1776), είναι ένα πολύ μικρό και εξαιρετικά διακριτικό υδρόβιο πουλί της οικογένειας Rallidae. Στο παρελθόν κατατασσόταν στο γένος Porzana και για τον λόγο αυτό απαντά συχνά στη βιβλιογραφία με την ονομασία Porzana pusilla.
Πρόκειται για σπάνιο και δύσκολα παρατηρήσιμο μεταναστευτικό πουλί στην Κύπρο. Η παρουσία του μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητη, επειδή κινείται σχεδόν πάντοτε μέσα σε πυκνή υδρόβια βλάστηση και εμφανίζεται για πολύ λίγο σε ανοικτά σημεία. Ακόμη και όταν βρίσκεται σε έναν υγρότοπο, μπορεί να παραμείνει αθέατο για πολλές ώρες.
Ένα από τα μικρότερα είδη της οικογένειας Rallidae
Η νανοπουλάδα είναι από τα μικρότερα είδη της οικογένειάς της, με μήκος σώματος περίπου 16–18 εκατοστά. Έχει μικρό κεφάλι, κοντό και σχετικά λεπτό ράμφος, κοντή ουρά και μακριά δάχτυλα, τα οποία τη βοηθούν να κινείται πάνω στη λάσπη και ανάμεσα στην επιπλέουσα βλάστηση χωρίς να βυθίζεται εύκολα.
Τα ενήλικα πουλιά έχουν καστανόχρωμη ράχη με μαύρα και λευκά σημάδια. Το πρόσωπο, ο λαιμός και το στήθος είναι γκριζογάλανα, ενώ τα πλευρά και η περιοχή κάτω από την ουρά φέρουν χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες εγκάρσιες γραμμώσεις. Το ράμφος είναι σχετικά κοντό και πρασινωπό, χωρίς την έντονη κόκκινη βάση που παρατηρείται σε άλλα παρόμοια είδη.
Τα θηλυκά είναι συνήθως πιο καστανά και λιγότερο έντονα χρωματισμένα από τα αρσενικά. Τα νεαρά πουλιά έχουν περισσότερο καστανό φτέρωμα και λιγότερο εμφανή γκρίζα απόχρωση στο κάτω μέρος του σώματος.
Δύσκολη αναγνώριση
Η αναγνώριση της νανοπουλάδας χρειάζεται προσοχή, καθώς μπορεί να συγχυστεί κυρίως με τη μικροπουλάδα (Zapornia parva) και, σε μικρότερο βαθμό, με τη στικτοπουλάδα (Porzana porzana).
Η νανοπουλάδα είναι μικρότερη από τη μικροπουλάδα και διαθέτει έντονες ασπρόμαυρες γραμμώσεις στα πλευρά και κάτω από την ουρά. Το ράμφος της είναι πιο κοντό και δεν παρουσιάζει την κόκκινη βάση που μπορεί να διακρίνεται στη μικροπουλάδα. Η στικτοπουλάδα είναι μεγαλύτερη, με πιο δυνατό ράμφος και χαρακτηριστικά λευκά στίγματα στο σώμα.
Η παρατήρηση του μεγέθους, του ράμφους, των πλευρών και της περιοχής κάτω από την ουρά είναι σημαντική για την ασφαλή αναγνώριση του είδους.
Βιότοπος
Η νανοπουλάδα ζει σε ρηχούς υγροτόπους με πυκνή και χαμηλή βλάστηση. Προτιμά έλη, πλημμυρισμένα λιβάδια, εποχικές λίμνες, βαλτώδεις εκτάσεις, ρηχές παρυφές λιμνών και περιοχές με βούρλα, ψαθιά, καλάμια και άλλα υδρόβια φυτά.
Χρειάζεται έναν συνδυασμό ρηχού νερού, μαλακής λάσπης και πυκνής βλάστησης. Μέσα σε αυτήν βρίσκει τροφή, προστατεύεται από τους θηρευτές και παραμένει κρυμμένη από την ανθρώπινη παρουσία. Μπορεί να κινηθεί με μεγάλη ευκολία ανάμεσα στα φυτά, ενώ το στενό σώμα της τη βοηθά να περνά μέσα από πολύ πυκνή βλάστηση.
Οι εποχικοί υγρότοποι έχουν ιδιαίτερη σημασία για το είδος κατά τη μετανάστευση. Ακόμη και μικρές εκτάσεις με προσωρινά λιμνάζοντα νερά μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη τροφή και ασφαλή χώρο ξεκούρασης.
Συμπεριφορά
Είναι εξαιρετικά επιφυλακτικό πουλί. Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, συνήθως δεν πετά αμέσως αλλά απομακρύνεται γρήγορα μέσα στη βλάστηση. Μπορεί να παραμείνει εντελώς ακίνητο και κρυμμένο μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.
Δραστηριοποιείται περισσότερο νωρίς το πρωί, αργά το απόγευμα και κατά το σούρουπο. Τότε υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανιστεί στην άκρη των καλαμιών ή σε μικρά ανοίγματα με λάσπη και ρηχό νερό.
Κατά την αναπαραγωγική περίοδο εντοπίζεται συχνότερα από τη φωνή του παρά με άμεση παρατήρηση. Οι χαρακτηριστικές φωνές του μεταφέρονται μέσα από τη βλάστηση, αλλά το ίδιο το πουλί παραμένει συνήθως αθέατο. Η μυστικοπαθής συμπεριφορά του καθιστά δύσκολη την εκτίμηση του πραγματικού αριθμού των πουλιών που περνούν από έναν υγρότοπο.
Διατροφή
Η νανοπουλάδα τρέφεται κυρίως με μικρά ασπόνδυλα που βρίσκει μέσα στη λάσπη, στα ρηχά νερά και πάνω στα υδρόβια φυτά. Στη διατροφή της περιλαμβάνονται έντομα και οι προνύμφες τους, μικρά σκαθάρια, μύγες, υδρόβια ασπόνδυλα, σκουλήκια, μικρά μαλάκια και καρκινοειδή.
Καταναλώνει επίσης σπόρους, νεαρά τμήματα φυτών και άλλο φυτικό υλικό. Αναζητεί την τροφή της περπατώντας αργά στις παρυφές της βλάστησης, εξετάζοντας τη λάσπη και την επιφάνεια του νερού με το ράμφος της.
Αναπαραγωγή
Στις περιοχές όπου αναπαράγεται, κατασκευάζει καλά κρυμμένη φωλιά μέσα σε πυκνή βαλτώδη βλάστηση, συνήθως λίγο πάνω από την επιφάνεια του νερού ή σε μικρή στεγνή θέση μέσα στον υγρότοπο. Η φωλιά είναι μια μικρή κατασκευή από ξερά φύλλα, στελέχη και άλλα φυτικά υλικά.
Οι νεοσσοί, όπως συμβαίνει με πολλά είδη της οικογένειας Rallidae, καλύπτονται αρχικά από μαύρο χνούδι. Λίγο μετά την εκκόλαψη μπορούν να εγκαταλείψουν τη φωλιά και να ακολουθήσουν τους γονείς τους μέσα στην προστατευτική βλάστηση.
Η αναπαραγωγή της νανοπουλάδας είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί, επειδή τόσο η φωλιά όσο και οι νεοσσοί παραμένουν πολύ καλά κρυμμένοι.
Η παρουσία της στην Κύπρο
Στην Κύπρο η νανοπουλάδα θεωρείται σπάνιος μεταναστευτικός επισκέπτης, ο οποίος εμφανίζεται κυρίως κατά τις περιόδους της εαρινής και της φθινοπωρινής αποδημίας. Οι περισσότερες παρατηρήσεις αφορούν μεμονωμένα πουλιά που σταματούν προσωρινά σε κατάλληλους υγροτόπους για να τραφούν και να ξεκουραστούν.
Η σπανιότητά της στις καταγραφές πιθανόν να επηρεάζεται και από τη συμπεριφορά της. Ένα τόσο μικρό και κρυπτικό πουλί μπορεί να παραμένει για ημέρες σε έναν υγρότοπο χωρίς να γίνει αντιληπτό.
Η νανοπουλάδα έχει αναπαραχθεί σπάνια στην Κύπρο. Παλαιότερες επιβεβαιωμένες αναπαραγωγές καταγράφηκαν στον υγρότοπο Ακρωτηρίου το 1983 και το 1985. Το 2018 επιβεβαιώθηκε ξανά η αναπαραγωγή του είδους στην περιοχή, όταν παρατηρήθηκαν ένα ζευγάρι και ένας νεοσσός. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς αποτέλεσε την πρώτη επιβεβαιωμένη αναπαραγωγή στην Κύπρο έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Επομένως, το είδος δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως κανονικό αναπαραγόμενο πουλί της Κύπρου. Είναι κυρίως σπάνιος διερχόμενος μετανάστης και μόνο περιστασιακός αναπαραγωγικός επισκέπτης.
Μετανάστευση
Οι πληθυσμοί που αναπαράγονται στις βορειότερες περιοχές μεταναστεύουν προς θερμότερες περιοχές για να διαχειμάσουν. Η μετανάστευση πραγματοποιείται κυρίως τη νύχτα. Η Κύπρος βρίσκεται πάνω σε σημαντική μεταναστευτική διαδρομή και οι υγρότοποί της λειτουργούν ως σταθμοί ανεφοδιασμού και ξεκούρασης.
Για ένα μικρό πουλί που έχει διασχίσει μεγάλες αποστάσεις, η ύπαρξη ακόμη και ενός μικρού υγροτόπου με νερό και κατάλληλη βλάστηση μπορεί να καθορίσει εάν θα μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι του.
Κίνδυνοι και προστασία
Η σημαντικότερη απειλή για τη νανοπουλάδα είναι η απώλεια και η υποβάθμιση των υγροτόπων. Η αποξήρανση ελών, η απότομη μεταβολή της στάθμης του νερού, η ρύπανση, η καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης και η ανεξέλεγκτη ανθρώπινη ενόχληση μειώνουν τους διαθέσιμους χώρους διατροφής, ανάπαυσης και αναπαραγωγής.
Η κοπή ή καύση της υδρόβιας βλάστησης κατά την αναπαραγωγική περίοδο μπορεί να καταστρέψει φωλιές και να εκθέσει τα πουλιά στους θηρευτές. Η παρατεταμένη ανομβρία και οι μεταβολές στον υδρολογικό κύκλο μπορούν επίσης να περιορίσουν δραματικά τους εποχικούς υγροτόπους.
Σε παγκόσμιο επίπεδο η νανοπουλάδα κατατάσσεται στην κατηγορία «Ελάχιστης Ανησυχίας» της IUCN. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι κοινή στην Κύπρο ούτε ότι οι κυπριακοί υγρότοποι δεν χρειάζονται προστασία. Η παγκόσμια κατάταξη αφορά το είδος στο σύνολο της εξάπλωσής του, ενώ στην Κύπρο παραμένει σπάνιο και ιδιαίτερα σημαντικό.
Η διατήρηση των φυσικών υγροτόπων, των εποχικών λιμνών, των πλημμυρισμένων λιβαδιών και της παρόχθιας βλάστησης είναι απαραίτητη όχι μόνο για τη νανοπουλάδα αλλά και για πολλά άλλα μεταναστευτικά και αναπαραγόμενα υδρόβια πουλιά.
Πηγές
- Αρχική ανάρτηση – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou
- BirdLife Cyprus – Αναπαραγωγή νανοπουλάδας στο Ακρωτήρι
- BirdLife International – Baillon’s Crake species factsheet
- IOC World Bird List
- Avibase – Zapornia pusilla
Ταξινόμηση
- Βασίλειο: Animalia
- Φύλο: Chordata
- Κλάση: Aves
- Τάξη: Gruiformes
- Οικογένεια: Rallidae
- Γένος: Zapornia
- Είδος: Zapornia pusilla (Pallas, 1776)
- Παλαιότερος επιστημονικός συνδυασμός: Porzana pusilla
- Ελληνικές κοινές ονομασίες: Νανοπουλάδα, Βαλτοπουλλάδα
- Αγγλική κοινή ονομασία: Baillon’s Crake
Baillon’s Crake – Νανοπουλάδα – Βαλτοπουλλάδα – Zapornia pusilla (Pallas, 1776) – Cyprus
Text by George Konstantinou
Photographs: George Konstantinou, Agia Varvara, Paphos, 25 April 2023
Baillon’s Crake, known in Greek as Νανοπουλάδα or Βαλτοπουλλάδα, and scientifically as Zapornia pusilla (Pallas, 1776), is a very small and exceptionally discreet waterbird belonging to the family Rallidae. It was formerly placed in the genus Porzana and is consequently still frequently listed in older literature as Porzana pusilla.
It is a rare and difficult-to-observe migrant in Cyprus. Its presence can easily go unnoticed because it spends most of its time moving through dense aquatic vegetation and emerges into open areas only briefly. Even when present at a wetland, it may remain unseen for many hours.
One of the smallest members of the family Rallidae
Baillon’s Crake is one of the smallest species in its family, measuring approximately 16–18 centimetres in length. It has a small head, a short and relatively slender bill, a short tail and long toes, which help it move over mud and floating vegetation without sinking easily.
Adult birds have brown upperparts with black and white markings. The face, neck and breast are bluish-grey, while the flanks and undertail show characteristic black-and-white barring. The bill is comparatively short and greenish, without the prominent red base found in some similar species.
Females are generally browner and less intensely coloured than males. Juveniles have predominantly brown plumage and show less grey on the underparts.
Identification
Identifying Baillon’s Crake requires care because it may be confused principally with the Little Crake (Zapornia parva) and, to a lesser extent, the Spotted Crake (Porzana porzana).
Baillon’s Crake is smaller than the Little Crake and has conspicuous black-and-white barring on its flanks and undertail. Its bill is shorter and lacks the red base that may be visible on the Little Crake. The Spotted Crake is larger, has a stronger bill and displays characteristic white spotting across its plumage.
Careful observation of the bird’s size, bill, flanks and undertail is important for reliable identification.
Habitat
Baillon’s Crake inhabits shallow wetlands containing dense, low vegetation. It prefers marshes, flooded meadows, temporary pools, swampy areas, shallow lake margins and sites containing rushes, sedges, reeds and other aquatic plants.
It requires a combination of shallow water, soft mud and dense vegetation. There it finds food, gains protection from predators and remains hidden from human presence. It can move with great ease among plants, while its narrow body allows it to pass through extremely dense vegetation.
Temporary wetlands are especially important to the species during migration. Even small areas of seasonal standing water can provide valuable feeding habitat and a safe place to rest.
Behaviour
Baillon’s Crake is an exceptionally cautious bird. When it detects danger, it does not usually take flight immediately but retreats rapidly into the vegetation. It may remain completely motionless and concealed until the danger has passed.
It is most active early in the morning, late in the afternoon and around dusk. At these times it is more likely to appear along the edge of reeds or in small openings containing mud and shallow water.
During the breeding season it is more often detected by its call than by direct observation. Its characteristic calls travel through the vegetation, while the bird itself usually remains out of sight. This secretive behaviour makes it difficult to estimate the true number of individuals passing through a wetland.
Diet
Baillon’s Crake feeds mainly on small invertebrates found in mud, shallow water and aquatic vegetation. Its diet includes insects and their larvae, small beetles, flies, aquatic invertebrates, worms, small molluscs and crustaceans.
It also consumes seeds, young parts of plants and other vegetable material. It searches for food by walking slowly along the edges of vegetation and examining the mud and water surface with its bill.
Breeding
In areas where it breeds, Baillon’s Crake constructs a well-concealed nest among dense marsh vegetation, usually just above the water or on a small dry site within the wetland. The nest is a small structure made from dry leaves, stems and other plant material.
As with many members of the family Rallidae, the chicks are initially covered in black down. Soon after hatching, they can leave the nest and follow their parents through the protective vegetation.
Breeding is difficult to confirm because both the nest and the young remain extremely well concealed.
Occurrence in Cyprus
In Cyprus, Baillon’s Crake is regarded as a scarce passage migrant, appearing mainly during the spring and autumn migration periods. Most records involve individual birds stopping temporarily at suitable wetlands to feed and rest.
Its apparent rarity may partly result from its behaviour. Such a small and secretive bird may remain in a wetland for several days without being detected.
Baillon’s Crake has bred only rarely in Cyprus. Earlier confirmed breeding records were made at Akrotiri Marsh in 1983 and 1985. Breeding was confirmed again in the area in 2018, when a pair and one juvenile were observed. This was particularly significant because it represented the first confirmed breeding record in Cyprus for more than two decades.
The species should therefore not be described as a regular breeding bird of Cyprus. It is primarily a scarce passage migrant and only an occasional breeding visitor.
Migration
Populations breeding in northern regions migrate towards warmer areas to spend the winter. Migration takes place mainly at night. Cyprus lies along an important migration route, and its wetlands serve as places where birds can rest and replenish their energy.
For a small bird that has travelled a considerable distance, even a small wetland containing water and suitable vegetation may determine whether it can successfully continue its journey.
Threats and protection
The most important threat to Baillon’s Crake is the loss and degradation of wetlands. The drainage of marshes, sudden changes in water levels, pollution, destruction of waterside vegetation and uncontrolled human disturbance reduce the available areas for feeding, resting and breeding.
Cutting or burning aquatic vegetation during the breeding season may destroy nests and expose the birds to predators. Prolonged drought and changes in the hydrological cycle can also cause a dramatic reduction in seasonal wetlands.
Globally, Baillon’s Crake is classified as Least Concern by the IUCN. This does not mean that it is common in Cyprus or that Cypriot wetlands do not require protection. The global assessment concerns the species throughout its entire range, whereas in Cyprus it remains rare and particularly important.
The conservation of natural wetlands, temporary pools, flooded meadows and waterside vegetation is essential not only for Baillon’s Crake but also for numerous other migratory and breeding waterbirds.
Sources
- Original post – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou
- BirdLife Cyprus – Baillon’s Crake pair breeds at Akrotiri
- BirdLife International – Baillon’s Crake species factsheet
- IOC World Bird List
- Avibase – Zapornia pusilla
Classification
- Kingdom: Animalia
- Phylum: Chordata
- Class: Aves
- Order: Gruiformes
- Family: Rallidae
- Genus: Zapornia
- Species: Zapornia pusilla (Pallas, 1776)
- Former scientific combination: Porzana pusilla
- English common name: Baillon’s Crake
- Greek common names: Νανοπουλάδα, Βαλτοπουλλάδα
No comments:
Post a Comment