Translate

Wednesday, 11 April 2018

Common rock thrush or rufous-tailed rock thrush - Monticola saxatilis (Linnaeus, 1766) Πετροκότσυφας - Πυροκότσυφας - Cyprus


Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Ο Πετροκότσυφας ή Πυροκότσυφας, με το διεθνές κοινό όνομα Rufous-tailed Rock Thrush και το επιστημονικό όνομα Monticola saxatilis (Linnaeus, 1766), είναι ένα πανέμορφο αποδημητικό πουλί της οικογένειας Muscicapidae. Η ονομασία Common Rock Thrush χρησιμοποιείται επίσης στην αγγλική βιβλιογραφία, αλλά σήμερα η ονομασία Rufous-tailed Rock Thrush είναι προτιμότερη, επειδή περιγράφει τη χαρακτηριστική πυρόξανθη ουρά του είδους.

Παρά την ελληνική ονομασία «κότσυφας», το είδος δεν ανήκει σήμερα στην οικογένεια των πραγματικών κιχλών Turdidae, αλλά στην οικογένεια Muscicapidae, η οποία περιλαμβάνει τους μυγοχάφτες, τους κοκκινολαίμηδες, τις πετροκλήδες και άλλα συγγενικά πουλιά. Παλαιότερα το γένος Monticola κατατασσόταν συχνά στην οικογένεια Turdidae.

Στην Κύπρο ο Πετροκότσυφας είναι σπάνιος διερχόμενος μετανάστης. Παρατηρείται κυρίως την άνοιξη και ιδιαίτερα τον Απρίλιο, όταν επιστρέφει από τις περιοχές διαχείμασής του προς τους τόπους αναπαραγωγής. Οι φθινοπωρινές καταγραφές είναι λιγότερες. Δεν αποτελεί μόνιμο κάτοικο ούτε γνωστό τακτικό αναπαραγόμενο είδος της Κύπρου.

Ένα εντυπωσιακό αρσενικό

Ο Πετροκότσυφας έχει μήκος σώματος περίπου 17–20 εκατοστά. Το ενήλικο αρσενικό κατά την αναπαραγωγική περίοδο είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά μικρόσωμα μεταναστευτικά πουλιά που μπορεί να δει κάποιος στην Κύπρο.

Το κεφάλι, ο λαιμός και το επάνω μέρος της ράχης του αρσενικού έχουν γαλαζογκρίζο χρώμα. Το κάτω μέρος του σώματος, η κοιλιά και η ουρά είναι έντονα πορτοκαλοκόκκινα ή πυρόξανθα. Στο κάτω μέρος της ράχης διακρίνεται μια χαρακτηριστική λευκή κηλίδα, η οποία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν το πουλί στέκεται με κλειστές φτερούγες ή όταν πετά.

Οι κεντρικές ουραίες πένες είναι πιο σκούρες, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ουράς έχει έντονο πυρόξανθο χρώμα. Αυτό το γνώρισμα έδωσε στο είδος τη διεθνή ονομασία Rufous-tailed Rock Thrush.

Θηλυκά και νεαρά πουλιά

Το θηλυκό είναι πολύ διαφορετικό από το αρσενικό και έχει πιο διακριτικό χρωματισμό. Το φτέρωμά του είναι κυρίως καστανό, με ανοιχτόχρωμες άκρες στα φτερά που δημιουργούν μια λεπιδωτή εμφάνιση. Το στήθος και η κοιλιά φέρουν καστανές κυματοειδείς γραμμώσεις και κηλίδες.

Η ουρά του θηλυκού διατηρεί τον χαρακτηριστικό πυρόξανθο χρωματισμό και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα για την αναγνώρισή του. Τα νεαρά πουλιά μοιάζουν περισσότερο με τα θηλυκά, με έντονα στικτό ή λεπιδωτό φτέρωμα που προσφέρει αποτελεσματική παραλλαγή στο πετρώδες περιβάλλον.

Τα αρσενικά κατά το πρώτο έτος της ζωής τους μπορεί να μην έχουν ακόμη αποκτήσει τον καθαρό και έντονο χρωματισμό των μεγαλύτερων αρσενικών. Συχνά διατηρούν καστανά ή λεπιδωτά σημάδια ανάμεσα στα γαλάζια και πορτοκαλί φτερά.

Διαφορές από τον Γαλαζοκότσυφο

Ο Πετροκότσυφας μπορεί να συγχυστεί με τον συγγενικό Γαλαζοκότσυφο (Monticola solitarius), ο οποίος συναντάται πολύ συχνότερα στην Κύπρο και διαθέτει μικρό μόνιμο αναπαραγόμενο πληθυσμό.

Το αρσενικό του Πετροκότσυφα αναγνωρίζεται εύκολα από το πορτοκαλοκόκκινο κάτω μέρος του σώματος και την πυρόξανθη ουρά. Αντίθετα, το αρσενικό του Γαλαζοκότσυφου είναι κυρίως σκούρο γαλάζιο και δεν διαθέτει πορτοκαλοκόκκινη ουρά.

Ο Πετροκότσυφας είναι επίσης πιο κοντόσωμος και συμπαγής, με μικρότερο ράμφος και κοντύτερη ουρά. Ο Γαλαζοκότσυφος έχει πιο επίμηκες σώμα, μακρύτερο ράμφος και γενικά πιο σκούρα εμφάνιση.

Η αναγνώριση των θηλυκών χρειάζεται περισσότερη προσοχή. Η πυρόξανθη ουρά, το πιο έντονα λεπιδωτό φτέρωμα και η διαφορετική σωματική διάπλαση βοηθούν στη διάκριση του θηλυκού Πετροκότσυφα από το θηλυκό του Γαλαζοκότσυφου.

Βιότοπος

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο ο Πετροκότσυφας προτιμά ανοικτές ορεινές περιοχές με βράχους, λιθώνες, απότομες πλαγιές, χαράδρες και αραιή χαμηλή βλάστηση. Συναντάται συχνά σε μεγάλο υψόμετρο, αλλά το ακριβές υψομετρικό εύρος διαφέρει ανάλογα με την περιοχή.

Χρειάζεται ανοικτές εκτάσεις στις οποίες μπορεί να εντοπίζει τη λεία του και ταυτόχρονα βραχώδεις σχισμές ή κοιλότητες για να κατασκευάζει τη φωλιά του. Συνήθως κάθεται σε εμφανή σημεία, όπως κορυφές βράχων, πέτρες, χαμηλούς θάμνους, πασσάλους ή ξερά κλαδιά, από όπου παρατηρεί το έδαφος.

Κατά τη μετανάστευση μπορεί να εμφανιστεί και σε εντελώς διαφορετικούς βιότοπους. Στην Κύπρο είναι δυνατόν να παρατηρηθεί σε ανοικτές γεωργικές εκτάσεις, πετρώδεις λόφους, λατομεία, αρχαιολογικούς χώρους, παράκτιες περιοχές, ξερολιθιές και περιοχές με χαμηλή βλάστηση. Οι χώροι αυτοί χρησιμοποιούνται προσωρινά για ξεκούραση και αναζήτηση τροφής.

Συμπεριφορά

Ο Πετροκότσυφας περνά μεγάλο μέρος του χρόνου του σε ανοικτές θέσεις με καλή ορατότητα. Από εκεί παρακολουθεί προσεκτικά το έδαφος και, μόλις εντοπίσει κάποιο έντομο ή άλλο μικρό θήραμα, κατεβαίνει γρήγορα για να το συλλάβει.

Συχνά επιστρέφει στην ίδια πέτρα ή σε κοντινό παρατηρητήριο μετά τη σύλληψη της λείας του. Μπορεί επίσης να πραγματοποιεί σύντομες πτήσεις για να αρπάξει έντομα στον αέρα.

Εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου εμφανίζεται συνήθως μόνο του. Κατά τη μετανάστευση μπορεί να παραμείνει σε μια κατάλληλη περιοχή για μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να τραφεί και να ανακτήσει την ενέργεια που χρειάζεται για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Διατροφή

Ο Πετροκότσυφας τρέφεται κυρίως με έντομα και άλλα ασπόνδυλα. Στη διατροφή του περιλαμβάνονται σκαθάρια, ακρίδες, γρύλοι, κάμπιες, μυρμήγκια, μύγες, αράχνες, σαρανταποδαρούσες, σκουλήκια και μικρά σαλιγκάρια.

Μπορεί επίσης να συλλάβει μικρές σαύρες και άλλα μικρόσωμα ζώα, όταν του δοθεί η ευκαιρία. Προς το τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο συμπληρώνει τη διατροφή του με καρπούς και μούρα.

Η επιλογή των τροφών επηρεάζεται από την εποχή και τη διαθεσιμότητα της λείας. Κατά την αναπαραγωγή, τα έντομα αποτελούν σημαντική πηγή πρωτεΐνης για την ανάπτυξη των νεοσσών.

Αναπαραγωγή

Ο Πετροκότσυφας αναπαράγεται σε πετρώδεις ορεινές περιοχές της νότιας και κεντρικής Ευρώπης και ανατολικότερα σε τμήματα της Ασίας. Το αρσενικό συχνά τραγουδά από ψηλό και εμφανές σημείο, ενώ μπορεί να πραγματοποιεί και χαρακτηριστικές πτήσεις επίδειξης πάνω από την περιοχή του.

Το τραγούδι του είναι μελωδικό και αποτελείται από καθαρές, ποικίλες φράσεις. Κατά την πτήση επίδειξης το αρσενικό ανεβαίνει στον αέρα τραγουδώντας και στη συνέχεια κατεβαίνει προς τα βράχια με ανοιγμένες φτερούγες.

Η φωλιά κατασκευάζεται μέσα σε σχισμή βράχου, κοιλότητα, λιθοσωρό ή κάτω από μεγάλη πέτρα. Είναι μια κυπελλοειδής κατασκευή από ξερά χόρτα, ρίζες, βρύα και άλλα φυτικά υλικά και επενδύεται εσωτερικά με λεπτότερα και μαλακότερα υλικά.

Το θηλυκό γεννά συνήθως τέσσερα έως πέντε αβγά. Την επώαση αναλαμβάνει κυρίως το θηλυκό, ενώ και οι δύο γονείς συμμετέχουν στη διατροφή των νεοσσών μετά την εκκόλαψη.

Εξάπλωση και μετανάστευση

Η αναπαραγωγική εξάπλωση του είδους εκτείνεται από τις ορεινές περιοχές της νότιας και κεντρικής Ευρώπης μέχρι την κεντρική και ανατολική Ασία. Είναι μεταναστευτικό είδος μεγάλων αποστάσεων και διαχειμάζει κυρίως σε περιοχές νοτίως της Σαχάρας.

Για να φτάσει στις περιοχές διαχείμασης και να επιστρέψει στους τόπους αναπαραγωγής, πραγματοποιεί ιδιαίτερα απαιτητικά ταξίδια και διασχίζει μεγάλες θαλάσσιες και ερημικές εκτάσεις. Μεγάλο μέρος της μετανάστευσης πραγματοποιείται τη νύχτα.

Η Κύπρος βρίσκεται κοντά σε μια σημαντική μεταναστευτική διαδρομή της ανατολικής Μεσογείου. Μόνο μικρός αριθμός Πετροκότσυφων σταματά στο νησί, γι’ αυτό κάθε παρατήρηση έχει ενδιαφέρον για την καταγραφή της μετανάστευσης του είδους.

Ο Πετροκότσυφας στην Κύπρο

Στην Κύπρο ο Πετροκότσυφας χαρακτηρίζεται ως σπάνιος ή πολύ σπάνιος διερχόμενος μετανάστης. Οι περισσότερες παρατηρήσεις πραγματοποιούνται κατά την εαρινή μετανάστευση, κυρίως τον Απρίλιο, όταν τα πουλιά κινούνται βόρεια προς τις περιοχές αναπαραγωγής τους.

Οι εμφανίσεις του είναι συνήθως σύντομες και αφορούν μεμονωμένα πουλιά. Μπορεί να σταματήσει για μία ή λίγες ημέρες σε ανοικτό πετρώδες ή γεωργικό τοπίο και κατόπιν να συνεχίσει τη μετανάστευσή του.

Οι φθινοπωρινές καταγραφές είναι λιγότερες και το είδος μπορεί να περάσει απαρατήρητο, ιδίως όταν πρόκειται για θηλυκά ή νεαρά πουλιά με λιγότερο έντονο φτέρωμα. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δικαιολογούν την παρουσίασή του ως τακτικού αναπαραγόμενου είδους στην Κύπρο.

Κίνδυνοι και προστασία

Η απώλεια κατάλληλων ορεινών και πετρωδών ενδιαιτημάτων, η εγκατάλειψη παραδοσιακών χρήσεων γης, η εντατικοποίηση της γεωργίας και η μεταβολή των ανοικτών τοπίων μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά το είδος.

Η εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων μειώνει την αφθονία των εντόμων που αποτελούν τη βασική τροφή του. Η ενόχληση κοντά στις φωλιές, οι λατομικές εργασίες, η ανάπτυξη υποδομών σε ορεινές περιοχές και η καταστροφή βραχωδών θέσεων μπορούν επίσης να επηρεάσουν τοπικούς αναπαραγόμενους πληθυσμούς.

Κατά τη μετανάστευση αντιμετωπίζει επιπλέον τους κινδύνους της παράνομης παγίδευσης και θανάτωσης πουλιών, των ακραίων καιρικών συνθηκών και της έλλειψης κατάλληλων ενδιάμεσων σταθμών.

Σε παγκόσμιο επίπεδο κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία «Ελάχιστης Ανησυχίας». Παρά τη μεγάλη γεωγραφική εξάπλωσή του, οι πληθυσμοί του έχουν παρουσιάσει τοπικές μειώσεις σε ορισμένες περιοχές, γεγονός που καθιστά σημαντική τη διατήρηση των κατάλληλων βραχωδών και ανοικτών ενδιαιτημάτων.

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Animalia
  • Φύλο: Chordata
  • Κλάση: Aves
  • Τάξη: Passeriformes
  • Οικογένεια: Muscicapidae
  • Γένος: Monticola
  • Είδος: Monticola saxatilis (Linnaeus, 1766)
  • Ελληνικές κοινές ονομασίες: Πετροκότσυφας, Πυροκότσυφας
  • Αγγλικές κοινές ονομασίες: Rufous-tailed Rock Thrush, Common Rock Thrush

Πηγές











Rufous-tailed Rock Thrush – Common Rock Thrush – Monticola saxatilis (Linnaeus, 1766) – Πετροκότσυφας – Πυροκότσυφας – Cyprus

Text by George Konstantinou

The Rufous-tailed Rock Thrush, also known as the Common Rock Thrush and scientifically as Monticola saxatilis (Linnaeus, 1766), is a beautiful migratory bird belonging to the family Muscicapidae. The name Common Rock Thrush is still used in English-language literature, but Rufous-tailed Rock Thrush is now preferable because it describes the species’ characteristic rufous tail.

Despite the Greek name meaning “rock blackbird,” the species is not currently placed in the family of true thrushes, Turdidae. It belongs to the family Muscicapidae, which includes Old World flycatchers, robins, chats and related birds. The genus Monticola was formerly often classified in the family Turdidae.

In Cyprus, the Rufous-tailed Rock Thrush is a rare passage migrant. It is observed principally in spring, especially during April, when it returns from its wintering areas towards its breeding grounds. Autumn records are fewer. It is neither a resident nor a known regular breeding species in Cyprus.

A striking male

The Rufous-tailed Rock Thrush measures approximately 17–20 centimetres in length. During the breeding season, the adult male is one of the most striking small migratory birds that may be observed in Cyprus.

The male’s head, neck and upper back are blue-grey. Its underparts, belly and tail are bright orange-red or rufous. A characteristic white patch is visible on the lower back, becoming particularly conspicuous when the bird is perched with closed wings or in flight.

The central tail feathers are darker, while most of the tail is strongly rufous. This feature gave the species its international name, Rufous-tailed Rock Thrush.

Females and juvenile birds

The female differs considerably from the male and has more discreet plumage. It is predominantly brown, with pale feather edges that create a finely scaled appearance. Its breast and belly bear brown wavy markings and spots.

The female’s tail retains the characteristic rufous colour and is one of the most important identification features. Juveniles resemble females, with strongly spotted or scaled plumage that provides effective camouflage in rocky surroundings.

First-year males may not yet have acquired the clean and intense colours of older males. They often retain brown or scaled markings among their blue and orange feathers.

Differences from the Blue Rock Thrush

The Rufous-tailed Rock Thrush may be confused with the related Blue Rock Thrush (Monticola solitarius), which is much more frequently encountered in Cyprus and has a small resident breeding population.

A male Rufous-tailed Rock Thrush is easily identified by its orange-red underparts and rufous tail. In contrast, the male Blue Rock Thrush is predominantly dark blue and lacks an orange-red tail.

The Rufous-tailed Rock Thrush is also shorter and more compact, with a smaller bill and shorter tail. The Blue Rock Thrush has a more elongated body, a longer bill and a generally darker appearance.

Identifying females requires greater care. The rufous tail, more strongly scaled plumage and different body structure help distinguish a female Rufous-tailed Rock Thrush from a female Blue Rock Thrush.

Habitat

During the breeding season, the Rufous-tailed Rock Thrush prefers open mountainous areas with rocks, scree, steep slopes, ravines and sparse low vegetation. It is frequently found at high elevations, although its precise elevational range varies geographically.

It requires open ground where it can locate prey, combined with rocky crevices or cavities in which to build its nest. It commonly perches in exposed positions such as the tops of rocks, stones, low bushes, posts or dry branches, from where it watches the ground.

During migration it may also appear in very different habitats. In Cyprus it may be observed in open agricultural land, rocky hills, quarries, archaeological sites, coastal areas, dry-stone walls and places with low vegetation. These habitats are used temporarily for resting and feeding.

Behaviour

The Rufous-tailed Rock Thrush spends much of its time in exposed positions offering a clear view. From there it watches the ground carefully and, as soon as it detects an insect or another small prey item, it descends rapidly to capture it.

It frequently returns to the same rock or to a nearby lookout after catching its prey. It may also make short flights to catch insects in the air.

Outside the breeding season, it is usually encountered alone. During migration it may remain briefly in a suitable area to feed and restore the energy required to continue its journey.

Diet

The Rufous-tailed Rock Thrush feeds mainly on insects and other invertebrates. Its diet includes beetles, grasshoppers, crickets, caterpillars, ants, flies, spiders, centipedes, worms and small snails.

It may also capture small lizards and other small animals when the opportunity arises. Towards the end of summer and during autumn, it supplements its diet with fruit and berries.

Its choice of food is influenced by the season and the availability of prey. During breeding, insects provide an important source of protein for the developing chicks.

Breeding

The Rufous-tailed Rock Thrush breeds in rocky mountainous areas of southern and central Europe and farther east across parts of Asia. The male frequently sings from a high, exposed position and may perform characteristic display flights above its territory.

Its song is melodious and consists of clear, varied phrases. During a display flight, the male rises into the air while singing and then descends towards the rocks with its wings spread.

The nest is built in a rock crevice, cavity, pile of stones or beneath a large rock. It is a cup-shaped structure made from dry grass, roots, moss and other plant material and is lined with finer, softer materials.

The female usually lays four or five eggs. Incubation is undertaken mainly by the female, while both parents participate in feeding the chicks after hatching.

Distribution and migration

The species’ breeding range extends from the mountains of southern and central Europe to central and eastern Asia. It is a long-distance migrant and winters mainly in areas south of the Sahara.

To reach its wintering grounds and return to its breeding areas, it undertakes demanding journeys across large stretches of sea and desert. Much of its migration takes place at night.

Cyprus lies close to an important migration route through the eastern Mediterranean. Only small numbers of Rufous-tailed Rock Thrushes stop on the island, making every sighting valuable for documenting the species’ migration.

The Rufous-tailed Rock Thrush in Cyprus

In Cyprus, the Rufous-tailed Rock Thrush is classified as a rare or very scarce passage migrant. Most observations occur during spring migration, principally in April, when the birds travel north towards their breeding areas.

Its appearances are usually brief and involve individual birds. A bird may stop for one or a few days in open rocky or agricultural country before continuing its migration.

Autumn records are fewer, and the species may be overlooked, especially when females or juveniles with less conspicuous plumage are involved. There is no evidence supporting its description as a regular breeding species in Cyprus.

Threats and protection

The loss of suitable mountain and rocky habitats, the abandonment of traditional land uses, agricultural intensification and changes to open landscapes can negatively affect the species.

Extensive insecticide use reduces the abundance of insects forming its principal food. Disturbance near nests, quarrying, infrastructure development in mountain areas and the destruction of rocky nesting sites may also affect local breeding populations.

During migration it additionally faces illegal bird trapping and killing, extreme weather conditions and the loss of suitable stopover sites.

Globally, the species is classified as Least Concern by the IUCN. Despite its extensive geographical range, its populations have undergone local declines in some regions, making the conservation of suitable rocky and open habitats important.

Classification

  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Chordata
  • Class: Aves
  • Order: Passeriformes
  • Family: Muscicapidae
  • Genus: Monticola
  • Species: Monticola saxatilis (Linnaeus, 1766)
  • English common names: Rufous-tailed Rock Thrush, Common Rock Thrush
  • Greek common names: Πετροκότσυφας, Πυροκότσυφας

Sources

No comments:

Post a Comment