Translate

Monday, 21 August 2023

Chlamys latissima or Gigantopecten latissimus - Fossils from Nicosia - Cyprus

  See also 

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.

family Pectinidae,

Photos  by George Konstantinou


Below in English

Gigantopecten latissimus (Brocchi, 1814) – Απολιθώματα από τη Λευκωσία, Κύπρος

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Η αποδεκτή επιστημονική ονομασία

Το απολιθωμένο δίθυρο μαλάκιο που παρουσιάζεται σε αυτή την ανάρτηση είναι το Gigantopecten latissimus (Brocchi, 1814), ένα εξαφανισμένο είδος μεγάλου χτενιού της οικογένειας Pectinidae.

Στην παλαιότερη βιβλιογραφία το είδος συναντάται με τις ονομασίες Chlamys latissima, Chlamys (Gigantopecten) latissimus, Macrochlamys latissima και Oopecten (Gigantopecten) latissimus.

Η αρχική ονομασία που έδωσε ο Giovanni Battista Brocchi το 1814 ήταν Ostrea latissima. Οι μεταγενέστερες αλλαγές αντικατοπτρίζουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με την ταξινομική θέση του είδους. Σήμερα κατατάσσεται στο εξαφανισμένο γένος Gigantopecten.

Ένα χτένι με πολύ μεγάλες διαστάσεις

Το Gigantopecten latissimus χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά μεγάλο, παχύ και βαρύ κέλυφος. Τα πλήρως ανεπτυγμένα άτομα μπορούσαν να φτάσουν σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από πολλά σύγχρονα είδη χτενιών.

Το κέλυφος αποτελείται από δύο ασβεστιτικές θυρίδες, οι οποίες ενώνονταν κατά μήκος μιας ευθείας ραχιαίας γραμμής άρθρωσης. Οι δύο θυρίδες δεν είναι εντελώς όμοιες ως προς την κυρτότητα. Η μία είναι συνήθως ελαφρώς πιο κυρτή, ενώ η άλλη παρουσιάζει πιο επίπεδη μορφή.

Το συνολικό περίγραμμα είναι πλατύ, σχεδόν κυκλικό ή ελαφρώς ωοειδές. Η ισχυρή κατασκευή του κελύφους και η μεγάλη επιφάνειά του αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά του είδους.

Οι πλατιές και χαμηλές ακτινωτές πλευρές

Η εξωτερική επιφάνεια του κελύφους φέρει μικρό αριθμό από πολύ πλατιές, χαμηλές ακτινωτές πλευρές. Οι πλευρές ξεκινούν κοντά στην κορυφή και επεκτείνονται προς το κοιλιακό περιθώριο.

Σε καλά διατηρημένα δείγματα, η μία θυρίδα μπορεί να παρουσιάζει περίπου πέντε κύριες πλευρές και η άλλη περίπου έξι. Ο ακριβής αριθμός ή η ευκρίνειά τους μπορεί να επηρεάζεται από την ατομική ποικιλομορφία, την ηλικία και τη διατήρηση του κελύφους.

Οι πλευρές δεν είναι λεπτές και αιχμηρές. Είναι συνήθως ευρείες, ρηχές και με σχετικά επίπεδη ή απαλά καμπυλωμένη επιφάνεια. Ανάμεσά τους σχηματίζονται επίσης πλατιές και όχι ιδιαίτερα βαθιές αύλακες.

Αυτό το ανάγλυφο διαφοροποιεί το είδος από άλλα Pectinidae που διαθέτουν μεγαλύτερο αριθμό στενών, έντονων και πυκνά τοποθετημένων πλευρών.

Οι ομόκεντρες αυξητικές γραμμές

Πάνω από τις ακτινωτές πλευρές διακρίνονται ομόκεντρες αυξητικές γραμμές. Καθεμία αντιπροσωπεύει ένα προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης του εξωτερικού περιθωρίου του κελύφους.

Οι γραμμές αυτές ακολουθούν το περίγραμμα της θυρίδας και καταγράφουν τον τρόπο με τον οποίο αυξανόταν σταδιακά το ζώο. Περίοδοι βραδύτερης ανάπτυξης ή προσωρινής διακοπής μπορούν να δημιουργήσουν εντονότερες γραμμές ή αναβαθμούς.

Οι αυξητικές γραμμές τέμνουν τις ακτινωτές πλευρές και σχηματίζουν τη χαρακτηριστική εξωτερική γλυπτική του κελύφους.

Η κορυφή και τα ωτία

Κοντά στη ραχιαία πλευρά βρίσκεται η κορυφή ή umbo, η παλαιότερη περιοχή κάθε θυρίδας. Από αυτό το σημείο άρχιζε η ανάπτυξη του κελύφους.

Στις δύο πλευρές της κορυφής σχηματίζονται πεπλατυσμένες τριγωνικές προεκτάσεις που ονομάζονται ωτία. Τα ωτία αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα των χτενιών και δίνουν στο κέλυφος τη γνωστή συμμετρική εμφάνιση γύρω από τη γραμμή άρθρωσης.

Στο Gigantopecten latissimus τα ωτία είναι σχετικά μεγάλα και αναπτυγμένα. Η μορφή τους, η σχέση τους με την κορυφή και το μήκος της γραμμής άρθρωσης προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες για την αναγνώριση.

Η θέση του στον θαλάσσιο πυθμένα

Το Gigantopecten latissimus ζούσε πάνω στην επιφάνεια του θαλάσσιου πυθμένα και τρεφόταν φιλτράροντας το νερό.

Τα μεγάλα και βαριά ενήλικα άτομα πιθανότατα στηρίζονταν με τη μία θυρίδα πάνω στο υπόστρωμα. Το μεγάλο βάρος και η πλατιά μορφή του κελύφους πρόσφεραν σταθερότητα σε σχετικά ήρεμα θαλάσσια περιβάλλοντα.

Τα νεαρότερα άτομα ενδέχεται να είχαν μεγαλύτερη δυνατότητα περιορισμένης μετακίνησης ή προσωρινής προσκόλλησης. Καθώς όμως το κέλυφος μεγάλωνε, πάχαινε και γινόταν βαρύτερο, ο τρόπος ζωής των ενηλίκων γινόταν περισσότερο σταθερός.

Δεν πρέπει να θεωρείται ότι τα μεγάλα ενήλικα άτομα κολυμπούσαν με την ίδια ευκολία που παρατηρείται σε ορισμένα μικρότερα και ελαφρύτερα σύγχρονα χτένια.

Τροφή μέσω διήθησης

Όπως και τα άλλα Pectinidae, το Gigantopecten latissimus ήταν οργανισμός διηθηματοφάγος.

Το ζώο αντλούσε νερό μέσα στην κοιλότητα του μανδύα. Τα βράγχια συγκρατούσαν μικροσκοπικούς οργανισμούς και λεπτά οργανικά σωματίδια που αιωρούνταν στο νερό.

Η τροφή μεταφερόταν στη συνέχεια προς το στόμα με τη βοήθεια βλεφαρίδων και βλέννας. Το φιλτραρισμένο νερό αποβαλλόταν ξανά στο περιβάλλον.

Η αποτελεσματική αυτή μέθοδος διατροφής επέτρεπε στο μεγάλο δίθυρο να αξιοποιεί το πλαγκτόν και την αιωρούμενη οργανική ύλη χωρίς να μετακινείται συνεχώς για την αναζήτηση τροφής.

Τα μαλακά μέρη του ζώου

Στο εσωτερικό του κελύφους υπήρχαν το σώμα, τα βράγχια, ο μανδύας, το πεπτικό σύστημα και ένας ισχυρός προσαγωγός μυς.

Ο προσαγωγός μυς ένωνε τις δύο θυρίδες και επέτρεπε στο ζώο να κλείνει γρήγορα το κέλυφος όταν ενοχλούνταν. Μετά τον θάνατο και την αποσύνθεση του μυός, οι θυρίδες μπορούσαν να αποσυνδεθούν.

Για τον λόγο αυτό, πολλά απολιθωμένα δείγματα Pectinidae βρίσκονται ως μεμονωμένες θυρίδες. Η εύρεση και των δύο θυρίδων ενωμένων μπορεί να δείχνει ότι το κέλυφος θάφτηκε σχετικά γρήγορα και δεν μετακινήθηκε έντονα μετά τον θάνατο.

Γεωλογική εξάπλωση

Το Gigantopecten latissimus είναι γνωστό από θαλάσσιες αποθέσεις του Νεογενούς, κυρίως του Μειοκαίνου και του Πλειοκαίνου.

Απολιθώματά του έχουν καταγραφεί σε διάφορες περιοχές της Μεσογείου και της Ευρώπης. Η παρουσία του σε διαφορετικές λεκάνες δείχνει ότι το είδος είχε ευρεία εξάπλωση σε κατάλληλα θαλάσσια περιβάλλοντα.

Η ακριβής ηλικία ενός συγκεκριμένου δείγματος δεν πρέπει να καθορίζεται μόνο από την αναγνώριση του είδους. Απαιτείται συνεξέταση του γεωλογικού στρώματος, των υπόλοιπων απολιθωμάτων και της στρωματογραφίας της θέσης.

Διάκριση από συγγενικά είδη

Η αναγνώριση βασίζεται στον συνδυασμό του μεγάλου μεγέθους, του παχέος κελύφους, της διαφορετικής κυρτότητας των θυρίδων και του μικρού αριθμού πολύ πλατιών και χαμηλών πλευρών.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη διάκριση από το Gigantopecten nodosiformis και άλλα μεγάλα απολιθωμένα Pectinidae. Η μορφή των πλευρών, η ανάπτυξη των οζιδίων, οι αναλογίες των θυρίδων και η κατασκευή των ωτίων πρέπει να εξετάζονται μαζί.

Μεμονωμένα και αποσπασματικά τμήματα κελύφους μπορεί να μην επιτρέπουν ασφαλή προσδιορισμό σε επίπεδο είδους. Η καλύτερη αναγνώριση επιτυγχάνεται όταν διατηρούνται η κορυφή, τα ωτία, μεγάλο μέρος του περιγράμματος και η εξωτερική γλυπτική.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Mollusca
Ομοταξία: Bivalvia
Υφομοταξία: Autobranchia
Υποκλάση: Pteriomorphia
Τάξη: Pectinida
Υπεροικογένεια: Pectinoidea
Οικογένεια: Pectinidae
Γένος: Gigantopecten Rovereto, 1899
Είδος: Gigantopecten latissimus (Brocchi, 1814)
Αρχική ονομασία: Ostrea latissima Brocchi, 1814
Παλαιότερος συνδυασμός: Chlamys latissima (Brocchi, 1814)







Gigantopecten latissimus (Brocchi, 1814) – Fossils from Nicosia, Cyprus

Text by George Konstantinou

The Accepted Scientific Name

The fossil bivalve presented in this post is Gigantopecten latissimus (Brocchi, 1814), an extinct species of large scallop belonging to the family Pectinidae.

Older literature may list the species as Chlamys latissima, Chlamys (Gigantopecten) latissimus, Macrochlamys latissima or Oopecten (Gigantopecten) latissimus.

Giovanni Battista Brocchi originally named it Ostrea latissima in 1814. Its subsequent combinations reflect changing interpretations of its taxonomic position. It is currently placed in the extinct genus Gigantopecten.

A Scallop of Exceptional Size

Gigantopecten latissimus possessed an exceptionally large, thick and heavy shell. Fully developed individuals could reach much greater dimensions than many living scallop species.

The shell consisted of two calcareous valves joined along a straight dorsal hinge line. The valves were not completely equal in convexity. One was generally slightly more convex, while the other had a flatter profile.

Its overall outline was broad, nearly circular or slightly oval. The robust construction and extensive surface of the valves are fundamental characteristics of the species.

Broad and Shallow Radial Ribs

The exterior bears a small number of exceptionally broad and low radial ribs. These begin near the umbo and extend towards the ventral margin.

In well-preserved examples, one valve may display approximately five principal ribs and the other approximately six. Their exact number or visibility can be affected by individual variation, age and preservation.

The ribs are not narrow or sharply elevated. They are generally wide and shallow, with relatively flat or gently curved surfaces. The intervening grooves are similarly broad and not particularly deep.

This sculpture distinguishes the species from pectinids possessing a greater number of narrow, prominent and closely arranged ribs.

Concentric Growth Lines

Concentric growth lines cross the radial ribs. Each represents a former position of the shell margin.

These lines follow the outline of the valve and record its gradual increase in size. Periods of slower growth or temporary interruption may produce stronger lines or steps.

Their intersection with the radial ribs creates the characteristic external sculpture of the shell.

Umbo and Auricles

The umbo, situated near the dorsal margin, is the oldest region of each valve and marks the point from which shell growth began.

Flattened triangular extensions known as auricles occur on either side of the umbo. These structures are characteristic of scallops and give the shell its familiar symmetrical appearance around the hinge line.

The auricles of Gigantopecten latissimus are relatively large and developed. Their form, relationship with the umbo and the length of the hinge line provide useful identification characters.

Position on the Sea Floor

Gigantopecten latissimus lived on the surface of the sea floor and obtained food by filtering seawater.

Large and heavy adults probably rested with one valve upon the substrate. The weight and broad form of the shell provided stability in relatively calm marine settings.

Younger individuals may have retained a greater ability for limited movement or temporary attachment. As the shell increased in size, thickness and weight, the adult lifestyle became more stationary.

Large mature individuals should not be assumed to have swum as readily as some smaller and lighter living scallops.

Feeding by Filtration

Like other pectinids, Gigantopecten latissimus was a suspension feeder.

Water was drawn into the mantle cavity, where the gills captured microscopic organisms and fine organic particles held in suspension.

Cilia and mucus then transported this material towards the mouth, while the filtered water was expelled back into the environment.

This efficient feeding method allowed the large bivalve to exploit plankton and suspended organic matter without continuously moving in search of food.

The Soft Body

The shell enclosed the body, gills, mantle, digestive system and a powerful adductor muscle.

The adductor connected the valves and allowed the animal to close them rapidly when disturbed. Following death and decomposition of the muscle, the valves could separate.

Many fossil pectinids are consequently found as isolated valves. Discovery of both valves still joined may indicate relatively rapid burial and limited disturbance after death.

Geological Distribution

Gigantopecten latissimus is known from Neogene marine deposits, principally of Miocene and Pliocene age.

Its fossils have been recorded from several parts of the Mediterranean region and Europe. Their occurrence in different basins indicates a broad distribution wherever suitable marine conditions existed.

The precise age of an individual specimen should not be determined from its identification alone. The geological layer, associated fossils and local stratigraphy must also be examined.

Distinction from Related Species

Identification depends on the combined presence of large size, a thick shell, unequal valve convexity and a small number of exceptionally broad and shallow radial ribs.

Care is required when distinguishing it from Gigantopecten nodosiformis and other large fossil pectinids. Rib form, development of nodules, valve proportions and auricular construction must be considered together.

Small or fragmentary shell pieces may not permit dependable species-level identification. The best results are obtained when the umbo, auricles, much of the outline and the external sculpture remain preserved.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Mollusca
Class: Bivalvia
Subclass: Autobranchia
Infraclass: Pteriomorphia
Order: Pectinida
Superfamily: Pectinoidea
Family: Pectinidae
Genus: Gigantopecten Rovereto, 1899
Species: Gigantopecten latissimus (Brocchi, 1814)
Original name: Ostrea latissima Brocchi, 1814
Former combination: Chlamys latissima (Brocchi, 1814)

No comments:

Post a Comment