Translate

Saturday, 7 October 2023

Το Χωριό Κάμπος ή Κάμπος της Τσακκίστρας της επαρχίας Λευκωσίας - Kampos village - Cyprus

 See also

Η Ιερά Μονή της Παναγίας του Κύκκου - Kykkos Monastery 


lower in English

Στην καρδιά της οροσειράς του Τροόδους, εκεί όπου τα πυκνά πευκοδάση αγκαλιάζουν τις βαθιές κοιλάδες και τα τρεχούμενα νερά διαμορφώνουν ένα μοναδικό φυσικό τοπίο, βρίσκονται δύο από τα πιο αυθεντικά χωριά της ορεινής Κύπρου: ο Κάμπος και η Τσακκίστρα. Τα δύο χωριά απέχουν μόλις δύο χιλιόμετρα μεταξύ τους και αποτελούν έναν ενιαίο ιστορικό, πολιτιστικό και κοινωνικό πυρήνα της περιοχής της Μαραθάσας, διατηρώντας μέχρι σήμερα ισχυρούς δεσμούς που χάνονται στους αιώνες.

Ο Κάμπος ανήκει διοικητικά στην επαρχία Λευκωσίας και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε διοικητική έκταση χωριά της επαρχίας, ενώ είναι χτισμένος σε μέσο υψόμετρο περίπου 880 μέτρων. Το χωριό αναπτύσσεται μέσα σε μια στενή και καταπράσινη κοιλάδα που διασχίζεται από τον ποταμό του Κάμπου, ο οποίος επί χιλιάδες χρόνια διαμόρφωσε το επιβλητικό ορεινό ανάγλυφο της περιοχής. Οι απότομες βουνοπλαγιές που περιβάλλουν τον οικισμό αποτελούνται κυρίως από πετρώματα γάββρου και διαβάση, χαρακτηριστικά της γεωλογίας του συμπλέγματος του Τροόδους.

Η περιοχή δέχεται σημαντικές βροχοπτώσεις, που ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 700 χιλιοστόμετρα ετησίως, γεγονός που ευνοεί την ανάπτυξη πλούσιας βλάστησης. Ωστόσο, το ιδιαίτερα απότομο ανάγλυφο περιορίζει τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις στις όχθες του ποταμού και στα μικρά φυσικά αναβαθμίδια της κοιλάδας. Εκεί καλλιεργούνται παραδοσιακά κερασιές, μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές, καρυδιές, αμυγδαλιές, ελιές, αμπέλια, καθώς και μικρές ποσότητες λαχανικών και οσπρίων. Ιδιαίτερα γνωστά παραμένουν τα κεράσια του Κάμπου, τα οποία θεωρούνται από τα ποιοτικότερα της Κύπρου.

Περισσότερο από τα δύο τρίτα της διοικητικής έκτασης του χωριού καλύπτονται από φυσικό δάσος, όπου κυριαρχούν η τραχεία πεύκη, η λατζιά, η ανδρουκλιά, οι σφένδαμνοι και πολλά ακόμη είδη της κυπριακής χλωρίδας. Το δάσος του Κάμπου αποτελεί σημαντικό βιότοπο για δεκάδες είδη πουλιών, θηλαστικών και ερπετών, ενώ προσελκύει φυσιολάτρες, πεζοπόρους και φωτογράφους άγριας ζωής από ολόκληρη την Κύπρο.

Η στενή γεωργική γη δεν μπορούσε ποτέ να καλύψει πλήρως τις ανάγκες των κατοίκων. Για τον λόγο αυτό, ήδη από τους πρώτους αιώνες της ύπαρξης του χωριού, οι περισσότεροι στράφηκαν στην αξιοποίηση του πλούσιου δασικού πλούτου. Η υλοτομία εξελίχθηκε στο σημαντικότερο επάγγελμα της περιοχής και συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη τόσο του Κάμπου όσο και της γειτονικής Τσακκίστρας. Οι ξυλοκόποι εργάζονταν σε ολόκληρη την οροσειρά του Τροόδους, ενώ η επεξεργασία της ξυλείας γινόταν στα τοπικά πριονιστήρια, όπου παράγονταν ξυλεία, κιβώτια, βαρέλια και άλλα ξύλινα προϊόντα που διακινούνταν σε ολόκληρη την Κύπρο.

Η σχέση του χωριού με το δάσος ήταν τόσο στενή ώστε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα οι βρετανικές αποικιακές αρχές εγκατέστησαν στον Κάμπο δασικό σταθμό για την προστασία και διαχείριση των δασών του Τροόδους. Παράλληλα λειτούργησαν αστυνομικός σταθμός και άλλες κρατικές υπηρεσίες, καθιστώντας τον Κάμπο διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.

Η ιστορία του χωριού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τσακκίστρα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η εύφορη κοιλάδα όπου βρίσκεται σήμερα ο Κάμπος αποτελούσε αρχικά γεωργική περιοχή των κατοίκων της Τσακκίστρας και ήταν γνωστή απλώς ως «ο κάμπος». Με την πάροδο του χρόνου οι ιδιοκτήτες άρχισαν να οικοδομούν μόνιμες κατοικίες δίπλα στα χωράφια τους, δημιουργώντας σταδιακά έναν νέο οικισμό, ο οποίος πιθανότατα ιδρύθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, κατά τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου. Για τον λόγο αυτό το χωριό είναι γνωστό μέχρι σήμερα και ως Κάμπος της Τσακκίστρας.

Η Τσακκίστρα, χτισμένη σε μεγαλύτερο υψόμετρο στις πλαγιές του βουνού, αποτελεί έναν από τους παλαιότερους οικισμούς της περιοχής. Τα δύο χωριά εξελίχθηκαν παράλληλα, με κοινές οικογένειες, κοινές επαγγελματικές δραστηριότητες και στενούς κοινωνικούς δεσμούς. Για πολλές γενιές οι κάτοικοί τους μοιράζονταν τις ίδιες γεωργικές εκτάσεις, τα ίδια δάση και τις ίδιες παραδόσεις, γεγονός που εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζονται ως μια ενιαία κοινότητα.

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής διαδραμάτισε η εγγύτητα με την ιστορική Ιερά Μονή Κύκκου, που απέχει περίπου επτά χιλιόμετρα από τον Κάμπο. Πριν από το 1974, ο δρόμος που συνέδεε τη Λευκωσία με τη Μονή μέσω Μόρφου και Ξερού περνούσε από τον Κάμπο, μετατρέποντας το χωριό σε βασικό σταθμό για χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες. Η τουρκική εισβολή και η κατοχή της περιοχής της Μόρφου διέκοψαν αυτή την ιστορική οδική σύνδεση, με αποτέλεσμα ο Κάμπος να απομονωθεί συγκοινωνιακά και να προσεγγίζεται πλέον μέσω του δρόμου της Μονής Κύκκου. Η αλλαγή αυτή επηρέασε σημαντικά τόσο την τοπική οικονομία όσο και την τουριστική ανάπτυξη της κοινότητας.

Παρά τις δυσκολίες, ο Κάμπος διατηρεί μέχρι σήμερα τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Οι πέτρινες κατοικίες, τα στενά δρομάκια, τα παλιά πριονιστήρια και οι ήρεμες γειτονιές μαρτυρούν μια εποχή όπου η ζωή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το βουνό και το δάσος. Η κύρια εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον Άγιο Κυριακό, ανακαινίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και φυλάσσει σημαντικές εικόνες που προέρχονται από παλαιότερα εξωκλήσια της περιοχής. Στην κοινότητα υπάρχουν επίσης οι εκκλησίες της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Σπυρίδωνα και του Προφήτη Ηλία, ενώ παλαιότερα λειτουργούσε και η ιστορική μονή της Παναγίας των Ηλιακών.

Εκτός από την ξυλεία, ο Κάμπος υπήρξε γνωστός και για την αξιοποίηση των αρωματικών φυτών του βουνού. Η άγρια ρίγανη συλλεγόταν σε μεγάλες ποσότητες και χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή αιθέριου ελαίου, το οποίο αξιοποιούνταν τόσο στη φαρμακευτική όσο και στη σαπωνοποιία. Παράλληλα, οι καρποί και η ρητίνη της σχινιάς χρησιμοποιούνταν στην παραδοσιακή βιοτεχνία, ενώ τα εύκαμπτα κλαδιά της αποτελούσαν πρώτη ύλη για την καλαθοπλεκτική.

Σήμερα, παρά τη σημαντική μείωση του πληθυσμού λόγω της αστυφιλίας, οι δύο κοινότητες συνεχίζουν να διατηρούν ζωντανές τις παραδόσεις τους. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, τοπικά φεστιβάλ, θρησκευτικές πανηγύρεις και η αυθεντική κυπριακή φιλοξενία κρατούν ζωντανή την ταυτότητα του τόπου. Ο Κάμπος και η Τσακκίστρα δεν αποτελούν απλώς δύο ορεινά χωριά· αποτελούν ζωντανές μαρτυρίες της ιστορίας της Μαραθάσας και της στενής σχέσης του ανθρώπου με το δάσος, το βουνό και τη φύση της Κύπρου.

In the heart of the Troodos mountain range, where dense pine forests embrace deep valleys and crystal-clear streams have shaped a remarkable natural landscape, lie two of the most authentic mountain villages of Cyprus: Kambos and Tsakkistra. Separated by only two kilometres, these neighbouring communities form a single historical, cultural and social centre within the Marathasa Valley, maintaining close ties that date back many centuries.

Kambos belongs administratively to the Nicosia District and is situated approximately 70 kilometres southwest of the capital, Nicosia. It is one of the largest villages in the district in terms of administrative area and is built at an average elevation of about 880 metres above sea level. The village stretches along a narrow, lush valley through which flows the Kambos River, whose waters have carved the dramatic mountainous landscape over thousands of years. The steep hillsides surrounding the settlement are composed mainly of gabbro and diabase, rocks that are characteristic of the geological complex of the Troodos Ophiolite.

The area receives abundant rainfall, averaging more than 700 millimetres annually, creating ideal conditions for rich vegetation. However, the steep terrain limits agricultural land to the riverbanks and small natural terraces along the valley. These fertile plots have traditionally supported the cultivation of cherries, apples, pears, peaches, walnuts, almonds, olives, vineyards, as well as small quantities of vegetables and legumes. Among these crops, the cherries of Kambos are particularly renowned and are widely regarded as some of the finest produced in Cyprus.

More than two-thirds of the village's administrative area is covered by natural forest, dominated by Calabrian Pine (Pinus brutia), Golden Oak (Quercus alnifolia), Strawberry Tree (Arbutus andrachne), maples and numerous other native species of Cypriot flora. The forests surrounding Kambos provide an important habitat for a wide variety of birds, mammals and reptiles, making the area a favourite destination for hikers, birdwatchers, wildlife photographers and nature enthusiasts from across the island.

Because the available farmland was never sufficient to sustain the local population, the villagers turned from an early period to the exploitation of the surrounding forests. Timber production gradually became the principal occupation of the inhabitants and played a decisive role in the economic development of both Kambos and neighbouring Tsakkistra. Local lumberjacks worked throughout the Troodos Mountains, while the timber was processed in village sawmills where planks, crates, barrels and many other wooden products were manufactured and distributed across Cyprus.

The relationship between Kambos and the surrounding forest became so important that, towards the end of the nineteenth century, the British colonial administration established a Forestry Station in the village to supervise and protect the forests of Troodos. A police station and other government services were also established, making Kambos the administrative centre of the wider mountain region.

The history of Kambos is inseparable from that of Tsakkistra. According to local tradition, the fertile valley where Kambos now stands originally served as the agricultural land of the inhabitants of Tsakkistra and was simply known as "the plain" or "the field" (kambos in Greek). Over time, landowners began constructing permanent homes beside their cultivated fields, gradually creating a new settlement that was probably founded during the late sixteenth century, in the early years of Ottoman rule. For this reason, the village is still commonly known as Kambos of Tsakkistra.

Tsakkistra, built at a higher elevation on the mountain slopes, is one of the oldest settlements in the area. Throughout their history, the two villages developed side by side, sharing families, occupations and strong social bonds. For generations, their inhabitants cultivated the same farmland, managed the same forests and preserved the same customs and traditions. This explains why Kambos and Tsakkistra are still regarded today as one closely connected community.

The development of the region was greatly influenced by its proximity to the historic Kykkos Monastery, situated approximately seven kilometres from Kambos. Before 1974, the main road connecting Nicosia with the monastery via Morphou and Xeros passed directly through the village, making Kambos an important stop for thousands of pilgrims and visitors travelling to one of Cyprus's most significant religious centres. Following the Turkish invasion of 1974 and the occupation of the Morphou region, this historic road connection was severed. As a result, Kambos became geographically isolated and is now primarily accessed through the road leading from Kykkos Monastery. This change had a significant impact on both the local economy and the tourism development of the community.

Despite these challenges, Kambos has preserved much of its traditional character. Stone-built houses, narrow winding streets, historic sawmills and peaceful neighbourhoods still reflect an era when everyday life revolved around the mountain and its forests. The village's main church, dedicated to Saint Kyriakos, was renovated during the late nineteenth century and houses important religious icons transferred from older chapels in the surrounding area. Other churches within the community include those dedicated to Saint Barbara, Saint Mamas, Saint Spyridon and Prophet Elijah, while the historic Monastery of Panagia ton Iliakon once flourished nearby.

Besides timber production, Kambos was also known for making use of the aromatic plants that thrive in the Troodos Mountains. Wild oregano was collected in large quantities and distilled to produce essential oil, which was used in both traditional medicine and soap-making. At the same time, the fruits and resin of the mastic shrub (Pistacia lentiscus) were utilised in local crafts, while its flexible branches provided raw material for traditional basket weaving.

Today, although the population of both villages has declined considerably as a result of urban migration, Kambos and Tsakkistra continue to preserve their rich cultural heritage. Traditional festivals, religious celebrations, local cultural events and the warm hospitality for which Cyprus is renowned keep the spirit of these mountain communities alive.

Kambos and Tsakkistra are far more than two picturesque mountain villages. They are living witnesses to the history of the Marathasa Valley and enduring symbols of the close relationship between the people of Cyprus and the forests, mountains and natural landscapes that have sustained them for centuries. Their unique combination of history, tradition, natural beauty and cultural heritage makes them among the most authentic and rewarding destinations for anyone wishing to experience the true character of mountainous Cyprus.

Text and Photos  16/3/2013 by George Konstantinou



































No comments:

Post a Comment