Translate

Sunday, 26 July 2015

Song Thrush (Turdus philomelos) (Brehm,1831) Τσίχλα - Κελαηδότσιχλα - Τζίκλα - Cyprus

See also


Οι τζίκλες της Κύπρου (Web TV) - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 3/5/2018

lower in English

κείμενο:
Γιώργος Κωνσταντίνου

Η Τσίχλα ή Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos), γνωστή σε πολλές περιοχές της Κύπρου και ως Τζίκλα, είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και αγαπητά πουλιά της ευρωπαϊκής υπαίθρου. Δεν διαθέτει τα εντυπωσιακά χρώματα ενός μελισσοφάγου ούτε το επιβλητικό μέγεθος ενός αρπακτικού· παρ’ όλα αυτά, η διακριτική ομορφιά της, η ευφυής συμπεριφορά της και, κυρίως, το δυνατό και περίτεχνο τραγούδι της την έχουν καταστήσει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ωδικά πουλιά της Ευρώπης.

Στην Κύπρο η παρουσία της συνδέεται κυρίως με το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Έρχεται στο νησί μετά από μακρινό μεταναστευτικό ταξίδι από περιοχές της κεντρικής, βόρειας και ανατολικής Ευρώπης και αναζητεί καταφύγιο και τροφή σε θαμνώνες, ελαιώνες, περιβόλια, καλλιεργημένες εκτάσεις, ρεματιές, κήπους και δασωμένες περιοχές. Η BirdLife Cyprus τη χαρακτηρίζει χειμερινό επισκέπτη, ο οποίος απαντά κυρίως σε γεωργικές περιοχές, θαμνώνες και πυκνή βλάστηση.

Η επιστημονική ονομασία Turdus philomelos αποδόθηκε το 1831 από τον Γερμανό ορνιθολόγο Christian Ludwig Brehm. Το όνομα του γένους Turdus είναι η λατινική λέξη για την τσίχλα, ενώ το επίθετο philomelos έχει ελληνική προέλευση και σημαίνει περίπου «αυτός που αγαπά το τραγούδι» ή «ο φίλος της μελωδίας». Η ονομασία αυτή είναι απολύτως ταιριαστή, καθώς το κελάηδημά της συγκαταλέγεται στα πλουσιότερα, πιο δυνατά και περισσότερο αναγνωρίσιμα τραγούδια των ευρωπαϊκών πουλιών. Η αποδεκτή ταξινομική απόδοση του είδους είναι Turdus philomelos C. L. Brehm, 1831.

Η Τσίχλα ανήκει στην οικογένεια Turdidae, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης ο Κότσυφας, η Γερακότσιχλα, η Κοκκινότσιχλα και άλλα συγγενικά είδη. Είναι μεσαίου μεγέθους στρουθιόμορφο πουλί, με μήκος περίπου 20–23 εκατοστά και άνοιγμα πτερύγων που κυμαίνεται συνήθως γύρω στα 33–36 εκατοστά. Το σώμα της είναι σχετικά συμπαγές, με μέτρια μακριά ουρά, λεπτό ράμφος και γερά πόδια κατάλληλα για αναζήτηση τροφής στο έδαφος.

Το πτέρωμά της δεν είναι έντονα χρωματισμένο, όμως παρουσιάζει μια λεπτή και ιδιαίτερα αρμονική ομορφιά. Η ράχη, το κεφάλι και οι φτερούγες είναι καστανά έως ελαιοκαστανά, ενώ το στήθος και η κοιλιά είναι υπόλευκα ή κιτρινωπά, καλυμμένα με πολυάριθμες σκούρες κηλίδες σε σχήμα αιχμής βέλους ή ανεστραμμένης καρδιάς. Οι κηλίδες αυτές είναι συνήθως πιο πυκνές στο στήθος και στα πλευρά και λιγότερο έντονες προς την κοιλιά. Η κάτω επιφάνεια των φτερούγων έχει θερμό κιτρινωπό ή ωχροκαστανό τόνο, ο οποίος μπορεί να φανεί στιγμιαία κατά την πτήση.

Τα δύο φύλα είναι σχεδόν όμοια και δεν διακρίνονται εύκολα στο πεδίο. Τα νεαρά πουλιά μοιάζουν με τα ενήλικα, αλλά συνήθως παρουσιάζουν πιο έντονες ωχρές ή πορτοκαλί ραβδώσεις στα φτερά και στην πλάτη. Το είδος μπορεί να συγχέεται με τη μεγαλύτερη Γερακότσιχλα (Turdus viscivorus), όμως η Τσίχλα είναι μικρότερη, πιο θερμόχρωμη και έχει πυκνότερες, πιο τακτοποιημένες κηλίδες στο στήθος. Σε αντίθεση με την Κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus), δεν διαθέτει έντονο λευκό υπερόφρυο ούτε κοκκινωπά πλευρά.

Η φωνή της αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της ταυτότητάς της. Το αρσενικό τραγουδά συνήθως από την κορυφή ενός δέντρου, από έναν ψηλό θάμνο, μια στέγη ή άλλο εμφανές σημείο. Το τραγούδι αποτελείται από σύντομες, καθαρές και μελωδικές φράσεις, καθεμία από τις οποίες επαναλαμβάνεται συνήθως δύο, τρεις ή τέσσερις φορές πριν το πουλί περάσει στην επόμενη. Αυτή η χαρακτηριστική επανάληψη κάνει το κελάηδημά της εύκολα αναγνωρίσιμο.

Ένα αρσενικό μπορεί να διαθέτει ρεπερτόριο με περισσότερες από εκατό διαφορετικές φράσεις. Πολλές από αυτές μαθαίνονται από γειτονικά πουλιά, ενώ άλλες περιλαμβάνουν μιμήσεις ήχων από διαφορετικά είδη, ακόμη και από το ανθρωπογενές περιβάλλον. Το τραγούδι της ακούγεται ιδιαίτερα έντονα νωρίς το πρωί και λίγο πριν από τη δύση του ήλιου, συχνά ακόμη και με συννεφιασμένο ή βροχερό καιρό. Για το σχετικά μικρό μέγεθος του σώματός της, η φωνή της είναι εξαιρετικά δυνατή και μπορεί να ακουστεί σε μεγάλη απόσταση.

Η διατροφή της είναι παμφάγα και μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή και τη διαθεσιμότητα των τροφών. Την άνοιξη και το καλοκαίρι καταναλώνει κυρίως γαιοσκώληκες, σαλιγκάρια, σκαθάρια, κάμπιες, προνύμφες, αράχνες και άλλα ασπόνδυλα. Το φθινόπωρο και τον χειμώνα στρέφεται περισσότερο σε καρπούς και μούρα, όπως ελιές, αγριόκαρπα, καρπούς κισσού, μυρτιάς, κράταιγου και άλλων θάμνων.

Μία από τις πιο διάσημες συμπεριφορές της είναι ο τρόπος με τον οποίο ανοίγει τα σαλιγκάρια. Η Τσίχλα μεταφέρει το σαλιγκάρι με το ράμφος της σε μια συγκεκριμένη πέτρα, την οποία χρησιμοποιεί σαν φυσικό «αμόνι». Χτυπά επανειλημμένα το κέλυφος πάνω στη σκληρή επιφάνεια μέχρι να σπάσει και κατόπιν τρώει το μαλακό σώμα του σαλιγκαριού. Στα σημεία αυτά συσσωρεύονται συχνά πολλά σπασμένα κελύφη, αποκαλύπτοντας την παρουσία του πουλιού ακόμη και όταν το ίδιο παραμένει κρυμμένο.

Κατά την αναζήτηση τροφής κινείται κυρίως στο έδαφος με μικρά, γρήγορα άλματα. Σταματά συχνά, γέρνει το κεφάλι και παρατηρεί προσεκτικά το έδαφος, αναζητώντας την κίνηση ενός σκουληκιού ή άλλου ασπόνδυλου ανάμεσα στα φύλλα. Μερικές φορές μετακινεί ξερά φύλλα με το ράμφος της ή τα πετά στο πλάι για να αποκαλύψει την κρυμμένη λεία. Αν τρομάξει, πετά γρήγορα προς έναν πυκνό θάμνο ή χαμηλό δέντρο, συχνά εκπέμποντας ένα σύντομο, οξύ κάλεσμα.

Το φυσικό της περιβάλλον περιλαμβάνει φυλλοβόλα και μικτά δάση, δασικές παρυφές, θαμνώνες, φράκτες, γεωργικές περιοχές, πάρκα, κήπους και προαστιακά τοπία. Η παρουσία πυκνής βλάστησης είναι σημαντική, καθώς της προσφέρει καταφύγιο, ασφαλείς θέσεις φωλιάσματος και προστασία από θηρευτές. Παράλληλα, χρειάζεται γυμνό ή υγρό έδαφος όπου μπορεί να αναζητά γαιοσκώληκες και άλλα ασπόνδυλα.

Η αναπαραγωγική περίοδος αρχίζει συνήθως την άνοιξη. Το θηλυκό κατασκευάζει μια συμπαγή, κυπελλοειδή φωλιά χαμηλά σε θάμνο, αναρριχώμενο φυτό, πυκνό δέντρο ή φράκτη. Το εξωτερικό μέρος αποτελείται από κλαδάκια, ξερά χόρτα, φύλλα και βρύα, ενώ το εσωτερικό επαλείφεται με ένα λείο μείγμα από λάσπη, σάπιο ξύλο και φυτικές ίνες. Σε αντίθεση με τις φωλιές πολλών άλλων ωδικών πουλιών, το εσωτερικό της δεν επενδύεται με μαλακά φτερά ή τρίχες αλλά σχηματίζει μια σκληρή, λεία επιφάνεια.

Η γέννα αποτελείται συνήθως από τρία έως πέντε γαλάζια ή γαλαζοπράσινα αυγά, με μικρές σκούρες κηλίδες. Το θηλυκό επωάζει τα αυγά για περίπου δύο εβδομάδες, ενώ μετά την εκκόλαψη και οι δύο γονείς συμμετέχουν στη μεταφορά τροφής. Οι νεοσσοί αναπτύσσονται γρήγορα και εγκαταλείπουν τη φωλιά πριν ακόμη αποκτήσουν πλήρη ικανότητα πτήσης. Παραμένουν κρυμμένοι στη βλάστηση, όπου οι γονείς συνεχίζουν να τους φροντίζουν.

Η Τσίχλα είναι μερικώς μεταναστευτικό είδος. Οι πληθυσμοί της δυτικής και νότιας Ευρώπης μπορεί να παραμένουν όλο τον χρόνο στις περιοχές αναπαραγωγής, ενώ πολλά πουλιά από τη βόρεια, κεντρική και ανατολική Ευρώπη μετακινούνται νότια ή νοτιοδυτικά το φθινόπωρο. Οι χειμερινές περιοχές τους εκτείνονται στη νότια Ευρώπη, στη Μεσόγειο, στη βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Οι μετακινήσεις γίνονται συχνά κατά τη διάρκεια της νύχτας και συνοδεύονται από λεπτά, σύντομα καλέσματα επαφής.

Η Κύπρος βρίσκεται πάνω σε έναν σημαντικό μεταναστευτικό διάδρομο και φιλοξενεί μεγάλο αριθμό Τσιχλών κατά τους ψυχρότερους μήνες. Τα πρώτα άτομα εμφανίζονται συνήθως το φθινόπωρο, ενώ οι αριθμοί τους αυξάνονται καθώς προχωρεί ο χειμώνας. Μπορούν να παρατηρηθούν σε ελαιώνες, χαρουπιές, αμπέλια, περιβόλια, φρυγανικές εκτάσεις, δασικές περιοχές, ρεματιές και κήπους, ιδιαίτερα όπου υπάρχουν ώριμοι καρποί και πυκνοί θάμνοι. Η επίσημη σελίδα της BirdLife Cyprus αναφέρει ότι η Τσίχλα είναι χειμερινός επισκέπτης του νησιού και τρέφεται κυρίως με σκουλήκια, σαλιγκάρια και καρπούς.

Παρότι κατά τόπους μπορεί να είναι πολυάριθμη, συχνά περνά απαρατήρητη λόγω της ντροπαλής και επιφυλακτικής συμπεριφοράς της. Πολλά άτομα παραμένουν κρυμμένα μέσα στη βλάστηση και βγαίνουν σε ανοιχτό έδαφος μόνο για σύντομα χρονικά διαστήματα. Τις κρύες ή βροχερές ημέρες μπορεί να παρατηρηθεί ευκολότερα, καθώς αναζητά γαιοσκώληκες σε υγρά χωράφια, κήπους και άκρες δρόμων.

Η σχέση της Τσίχλας με τον άνθρωπο είναι παλαιά και σύνθετη. Το μελωδικό τραγούδι της έχει υμνηθεί στη λογοτεχνία και στην ποίηση, ενώ η παρουσία της θεωρήθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές παραδόσεις προμήνυμα της άνοιξης. Από την άλλη πλευρά, στις χώρες της Μεσογείου υπήρξε επί αιώνες αντικείμενο κυνηγιού. Σε ορισμένες περιοχές η θήρευση τσιχλών αποτέλεσε παραδοσιακή πρακτική, όμως η εντατική και παράνομη παγίδευση μπορεί να ασκήσει σημαντική πίεση στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το είδος κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern – LC), επειδή διαθέτει πολύ μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και πολυάριθμο συνολικό πληθυσμό. Ωστόσο, η γενική αυτή κατάταξη δεν σημαίνει ότι οι πληθυσμοί του είναι παντού ασφαλείς. Σε ορισμένες περιοχές της δυτικής Ευρώπης έχουν καταγραφεί σοβαρές μειώσεις, ιδιαίτερα σε εντατικά καλλιεργούμενες γεωργικές εκτάσεις. Μελέτες στη Βρετανία έχουν συνδέσει τις μειώσεις αυτές με την απώλεια φυτοφρακτών, τις αλλαγές στις γεωργικές πρακτικές, τη μείωση των διαθέσιμων ασπόνδυλων και τη χαμηλότερη επιβίωση των νεαρών πουλιών.

Η υπερβολική χρήση εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων και δηλητηρίων για σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες μπορεί επίσης να επηρεάσει αρνητικά την Τσίχλα, είτε μειώνοντας την τροφή της είτε προκαλώντας έμμεση δηλητηρίαση. Η απομάκρυνση θάμνων, φρακτών και πυκνής φυσικής βλάστησης περιορίζει τις διαθέσιμες θέσεις φωλιάσματος και καταφυγίου. Πρόσθετοι κίνδυνοι είναι οι συγκρούσεις με γυάλινες επιφάνειες και οχήματα, η θήρευση από κατοικίδιες γάτες και η παράνομη παγίδευση κατά τη μετανάστευση.

Η προστασία της δεν απαιτεί μόνο μεγάλες προστατευόμενες περιοχές. Ακόμη και ένας κήπος, ένας παραδοσιακός ελαιώνας ή μια μικρή γεωργική έκταση μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό βιότοπο, εφόσον διατηρούνται θάμνοι, φυλλοστρωμνή, καρποφόρα φυτά και μικρές περιοχές με φυσική βλάστηση. Η αποφυγή φυτοφαρμάκων και δηλητηρίων για σαλιγκάρια, η διατήρηση των φυτοφρακτών και η προστασία των πυκνών θάμνων κατά την περίοδο της αναπαραγωγής μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στο είδος.

Η Τσίχλα δεν εντυπωσιάζει με έντονα χρώματα ή θεαματικές εναέριες επιδείξεις. Η γοητεία της βρίσκεται αλλού: στη γλυκιά αλλά δυνατή φωνή της, στην προσεκτική κίνησή της ανάμεσα στα φύλλα, στην ευρηματική χρήση μιας πέτρας για το σπάσιμο των σαλιγκαριών και στο μακρύ ταξίδι που πραγματοποιεί κάθε χρόνο ανάμεσα στις βόρειες περιοχές αναπαραγωγής και στις ηπιότερες χώρες της Μεσογείου.

Όταν μια Τσίχλα εμφανίζεται κάτω από μια ελιά ένα χειμωνιάτικο πρωινό στην Κύπρο, κουβαλά μαζί της μια ιστορία χιλιάδων χιλιομέτρων. Μπορεί να γεννήθηκε σε κάποιο δάσος της Σκανδιναβίας, της κεντρικής Ευρώπης ή της Ρωσίας, να ταξίδεψε νύχτα πάνω από βουνά και θάλασσες και να βρήκε προσωρινό καταφύγιο στο νησί μας. Η διακριτική της παρουσία μάς υπενθυμίζει ότι ακόμη και τα πιο οικεία πουλιά αποτελούν μέρος ενός τεράστιου και εύθραυστου φυσικού δικτύου που ενώνει ολόκληρες ηπείρους.


Επιστημονική ονομασία: Turdus philomelos C. L. Brehm, 1831
Κοινές ονομασίες: Τσίχλα, Κελαηδότσιχλα, Τζίκλα
Οικογένεια: Turdidae
Τάξη: Passeriformes
Μήκος σώματος: περίπου 20–23 εκ.
Άνοιγμα πτερύγων: περίπου 33–36 εκ.
Κύρια τροφή: Γαιοσκώληκες, σαλιγκάρια, έντομα, προνύμφες, καρποί και μούρα
Παγκόσμια κατάσταση διατήρησης: Ελαχίστης Ανησυχίας – Least Concern
Κατάσταση στην Κύπρο: Κοινός χειμερινός επισκέπτης και μεταναστευτικό είδος, κυρίως σε γεωργικές περιοχές, ελαιώνες, θαμνώνες, κήπους και δασικές εκτάσεις.

Photos and article by: George Konstantinou

The Song Thrush (Turdus philomelos), known in Greek as Τσίχλα, Κελαηδότσιχλα and in Cyprus as Τζίκλα, is one of the most familiar and widely appreciated birds of the European countryside. It does not possess the brilliant colours of a European Bee-eater, nor the imposing size of a bird of prey. Nevertheless, its understated beauty, intelligent behaviour and, above all, its powerful and elaborate song have made it one of Europe’s most characteristic and admired songbirds.

In Cyprus, its presence is mainly associated with autumn and winter. It reaches the island after migrating from parts of central, northern and eastern Europe, seeking food and shelter in scrubland, olive groves, orchards, cultivated fields, river valleys, gardens and wooded areas. Although often numerous, it can remain surprisingly inconspicuous because of its cautious behaviour and preference for dense vegetation.

The scientific name Turdus philomelos was given to the species in 1831 by the German ornithologist Christian Ludwig Brehm. The genus name Turdus is the Latin word for thrush, while the specific name philomelos is of Greek origin and may be interpreted as “lover of song” or “friend of melody.” The name is exceptionally appropriate, since the Song Thrush possesses one of the richest, strongest and most easily recognisable songs among European birds. The accepted scientific form is Turdus philomelos C. L. Brehm, 1831.

The Song Thrush belongs to the family Turdidae, which also includes the Common Blackbird, Mistle Thrush, Redwing and several other related species. It is a medium-sized passerine, measuring approximately 20–23 centimetres in length, with a wingspan of around 33–36 centimetres. Its body is compact, with a moderately long tail, a slender bill and strong legs well suited to feeding on the ground.

Its plumage is not brightly coloured, but it possesses a subtle and harmonious beauty. The head, back and wings are warm brown to olive-brown, while the breast and underparts are pale cream, buff or whitish and marked with numerous dark spots shaped like arrowheads or inverted hearts. These markings are usually densest on the breast and flanks and become less pronounced towards the belly. The underwing shows a warm buff or yellowish-brown colour that may be visible briefly when the bird takes flight.

Males and females are very similar and are difficult to distinguish in the field. Juveniles resemble adults but usually show stronger buff or orange markings on the upperparts and wing coverts. The species may be confused with the larger Mistle Thrush (Turdus viscivorus), but the Song Thrush is smaller, warmer in colour and more densely marked below. Unlike the Redwing (Turdus iliacus), it lacks a strong pale eyebrow and reddish flanks.

Its voice is perhaps the most distinctive feature of the species. The male usually sings from the top of a tree, a tall shrub, a rooftop or another exposed perch. Its song consists of short, clear and melodious phrases, each typically repeated two, three or four times before the bird moves on to another phrase. This characteristic repetition makes the song relatively easy to recognise.

A single male may possess a repertoire of more than one hundred separate phrases. Some are learned from neighbouring birds, while others may contain imitations of other species or even sounds from the human environment. The song is especially prominent at dawn and shortly before sunset, and it may also be heard during overcast or rainy weather. For a bird of its size, the Song Thrush has an exceptionally loud voice that can carry across considerable distances.

Its diet is highly varied and changes according to season and food availability. During spring and summer, it feeds mainly on earthworms, snails, beetles, caterpillars, larvae, spiders and other invertebrates. In autumn and winter, fruits and berries become increasingly important, including olives, ivy berries, myrtle fruits, hawthorn berries and the fruits of many other shrubs and trees.

One of the most famous aspects of its behaviour is the way it opens snail shells. The bird carries a snail in its bill to a chosen stone, which it uses as a natural anvil. It repeatedly strikes the shell against the hard surface until it breaks, then removes and eats the soft body. A collection of shattered shells around such a stone often reveals the presence of the bird even when the thrush itself remains hidden.

While foraging, the Song Thrush moves mainly on the ground in short, quick hops. It frequently pauses, tilts its head and watches the soil closely, searching for the movement of a worm or another small animal beneath leaves and vegetation. It may turn over dry leaves with its bill or flick them aside to expose hidden prey. When alarmed, it flies rapidly into a dense shrub or low tree, often giving a short, sharp call.

Its habitats include deciduous and mixed forests, woodland edges, scrub, hedgerows, farmland, parks, gardens and suburban landscapes. Dense vegetation is important because it provides concealment, shelter from predators and suitable nesting sites. At the same time, the species also depends on patches of bare or moist soil where it can search for worms and other invertebrates.

The breeding season usually begins in spring. The female constructs a compact, cup-shaped nest low in a shrub, climbing plant, dense tree or hedge. The outer structure is made from twigs, dry grasses, leaves and moss. The inner surface is coated with a smooth mixture of mud, decaying wood and plant fibres. Unlike many other songbird nests, it is not lined with feathers, fur or soft grass, but instead has a firm, hardened interior.

The clutch usually consists of three to five blue or blue-green eggs with small dark spots. The female incubates them for about two weeks. After hatching, both parents take part in feeding the chicks. The nestlings grow rapidly and leave the nest before they are fully capable of sustained flight. They remain concealed in surrounding vegetation while the parents continue to care for them.

The Song Thrush is a partial migrant. Populations in western and southern Europe may remain in their breeding areas throughout the year, while many birds from northern, central and eastern Europe migrate south or southwest during autumn. Their wintering range includes southern Europe, the Mediterranean region, North Africa and parts of the Middle East. Much of this migration takes place at night, when travelling birds may be detected by their thin contact calls overhead.

Cyprus lies along an important migration route and hosts large numbers of Song Thrushes during the colder months. The first birds usually arrive in autumn, and their numbers may increase as winter progresses. They can be found in olive groves, carob plantations, vineyards, orchards, scrubland, forests, river valleys and gardens, particularly where fruiting trees and dense shrubs are available.

Although the species can be locally abundant, it often remains unnoticed because it is shy and alert. Many individuals stay within thick vegetation and enter open ground only briefly. During cold or rainy weather, they may become easier to observe as they search for earthworms in damp fields, gardens and along roadsides.

The relationship between the Song Thrush and humans is ancient and complex. Its beautiful voice has been celebrated in European literature, poetry and folklore, and in many cultures its song has been regarded as a sign of the approaching spring. On the other hand, thrushes have been hunted for centuries in parts of the Mediterranean. In some regions, thrush hunting developed as a traditional rural activity, but intensive hunting and illegal trapping can place serious pressure on migratory populations.

At the global level, the species is classified as Least Concern by the International Union for Conservation of Nature because of its very wide distribution and large total population. This category, however, does not mean that the species is secure everywhere. Significant declines have been recorded in some intensively farmed parts of western Europe. These declines have been associated with the removal of hedgerows, changes in agricultural practice, reduced availability of invertebrates and lower survival rates among young birds.

The excessive use of insecticides, herbicides and chemicals intended to kill snails and slugs can also affect the Song Thrush, either by reducing its food supply or through indirect poisoning. The removal of shrubs, hedges and dense natural vegetation limits available nesting and sheltering sites. Additional threats include collisions with glass and vehicles, predation by domestic cats and illegal trapping during migration.

Protecting the Song Thrush does not require only large nature reserves. A garden, a traditional olive grove or a small agricultural field may all provide important habitat when shrubs, leaf litter, fruiting plants and natural vegetation are preserved. Avoiding pesticides and snail poisons, maintaining hedgerows and protecting dense vegetation during the breeding season can all make a meaningful contribution to the conservation of the species.

The Song Thrush does not attract attention through spectacular colours or dramatic aerial displays. Its charm lies elsewhere: in its sweet yet powerful voice, its careful movements among fallen leaves, its intelligent use of a stone to break snail shells and the long migration it undertakes between northern breeding areas and the milder regions of the Mediterranean.

When a Song Thrush appears beneath an olive tree on a winter morning in Cyprus, it carries with it a story spanning thousands of kilometres. It may have hatched in a forest in Scandinavia, central Europe or western Russia, travelled by night over mountains and seas, and finally found temporary refuge on the island. Its quiet presence reminds us that even familiar birds form part of a vast and fragile natural network connecting countries, habitats and entire continents.


Scientific name: Turdus philomelos C. L. Brehm, 1831
Common names: Song Thrush, Τσίχλα, Κελαηδότσιχλα, Τζίκλα
Family: Turdidae
Order: Passeriformes
Body length: Approximately 20–23 cm
Wingspan: Approximately 33–36 cm
Main diet: Earthworms, snails, insects, larvae, fruits and berries
Global conservation status: Least Concern
Status in Cyprus: Common winter visitor and passage migrant, occurring mainly in farmland, olive groves, scrubland, gardens, orchards and wooded areas.

Photos Troodos 19/10/2024 by George Konstantinou

























Photos Lithrodontas by George Konstantinou



No comments:

Post a Comment