All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο
Cyprus feral domestic donkeys (Equus asinus) Γαϊδούρι. - Γάρος - Καρπασία - Cyprus
Photos by George Konstantinou
Below in English
Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου – 3/3/2010
Το οικόσιτο γαϊδούρι της Κύπρου
Το Equus asinus Linnaeus, 1758, το οικόσιτο γαϊδούρι, είναι ένα από τα ζώα που συνδέθηκαν στενότερα με την παραδοσιακή αγροτική ζωή της Κύπρου. Για πολλές γενιές υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης του γεωργού και της αγροτικής οικογένειας, χρησιμοποιούμενο για μεταφορές ανθρώπων και φορτίων, γεωργικές εργασίες και τη μετακίνηση προϊόντων από τα χωράφια προς τα χωριά και τις αγορές.
Στην Κύπρο το ζώο είναι ευρέως γνωστό ως γαϊδούρι, ενώ χρησιμοποιείται και η κυπριακή ονομασία γάρος.
Το κυπριακό γαϊδούρι δεν πρέπει να συγχέεται με τα πραγματικά άγρια είδη όνων. Το Equus asinus είναι εξημερωμένη μορφή, με το Mammal Diversity Database να το χαρακτηρίζει Domestic Ass και να το θεωρεί οικόσιτη μορφή του αφρικανικού άγριου όνου, Equus africanus.
Ένα ζώο στενά συνδεδεμένο με την ιστορία της κυπριακής υπαίθρου
Πριν από την ευρεία χρήση των αυτοκινήτων, των φορτηγών και των γεωργικών μηχανημάτων, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια αποτελούσαν βασικό μέσο μεταφοράς στην κυπριακή ύπαιθρο.
Το Ψηφιακό Πολιτιστικό Αποθετήριο Αψίδα του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, παρουσιάζοντας την κυπριακή θεματική έκδοση γραμματοσήμων για τη χλωρίδα και την πανίδα, σημειώνει ότι τα μουλάρια και τα γαϊδούρια της Κύπρου ήταν γνωστά για την αντοχή και την αξιοπιστία τους ακόμη και έξω από το νησί. Περιγράφει επίσης πόσο σημαντικά ήταν για τις γυναίκες των χωριών: μετέφεραν εργαλεία στα χωράφια και επέστρεφαν φορτωμένα με γεωργικά προϊόντα ή καυσόξυλα, ενώ αποτελούσαν βασικό μέσο μετακίνησης.
Για τον άνθρωπο της κυπριακής υπαίθρου το γαϊδούρι δεν ήταν απλώς ένα ζώο εργασίας. Ήταν μέρος της καθημερινότητας της οικογένειας και της αγροτικής οικονομίας.
Γιατί το γαϊδούρι ήταν τόσο χρήσιμο στην Κύπρο
Η μεγάλη αξία του γαϊδουριού συνδεόταν με ορισμένα χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν ιδιαίτερα κατάλληλο για το κυπριακό περιβάλλον.
Είναι ζώο ανθεκτικό, λιτοδίαιτο και ικανό να κινείται σε δύσβατο έδαφος. Τα δυνατά άκρα και οι οπλές του το βοηθούν να μετακινείται σε πετρώδη μονοπάτια και ανώμαλες αγροτικές περιοχές, ενώ η προσαρμογή του σε θερμά και ξηρά περιβάλλοντα ήταν σημαντικό πλεονέκτημα στις συνθήκες της Ανατολικής Μεσογείου. Εξειδικευμένες περιγραφές της κυπριακής φυλής επισημαίνουν ιδιαίτερα την προσαρμογή της στη ζέστη και την ξηρασία, τα ισχυρά πόδια και τον ήρεμο χαρακτήρα της.
Χρήσεις στην παραδοσιακή Κύπρο
Το γαϊδούρι χρησιμοποιήθηκε στην Κύπρο για ένα πολύ μεγάλο φάσμα καθημερινών εργασιών. Μετέφερε ανθρώπους μεταξύ χωριών και χωραφιών, εργαλεία και γεωργικά προϊόντα, σακιά με σιτηρά, ελιές, χαρούπια, ξύλα και άλλα φορτία.
Σε μια εποχή κατά την οποία πολλά αγροτικά μονοπάτια δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τροχοφόρα οχήματα, το γαϊδούρι μπορούσε να φτάσει σε χωράφια, αμπέλια και ορεινές περιοχές όπου η πρόσβαση ήταν δύσκολη.
Η παλιά κυπριακή αγροτική ζωή ήταν σε μεγάλο βαθμό προσαρμοσμένη στον ρυθμό αυτών των ζώων. Η ιστορική περιγραφή που διατηρείται στο αρχείο Αψίδα χαρακτηρίζει τα γαϊδούρια και τα μουλάρια ως τα βασικά ζώα μεταφοράς των χωρικών και καθημερινούς συντρόφους ιδιαίτερα των γυναικών της υπαίθρου.
Το κυπριακό γαϊδούρι
Με τον όρο Cyprus donkey – κυπριακό γαϊδούρι περιγράφεται η παραδοσιακή φυλή ή ο τοπικός πληθυσμός οικόσιτων γαϊδουριών της Κύπρου.
Οι πηγές περιγράφουν ιστορικά δύο κύριους τύπους γαϊδουριών στο νησί.
Ο πρώτος είναι ο μεγαλόσωμος κυπριακός τύπος, συνήθως σκούρος καστανός έως σχεδόν μαύρος, με χαρακτηριστικά ανοιχτόχρωμες περιοχές στην κοιλιά, γύρω από το στόμα, το ρύγχος και τα μάτια.
Ο δεύτερος είναι μικρότερος και συνήθως γκρίζος τύπος, ο οποίος έχει συνδεθεί με αφρικανική προέλευση. Η παλιά σου ανάρτηση καταγράφει επίσης αυτούς τους δύο βασικούς τύπους.
Οι δύο τύποι έχουν διασταυρωθεί μεταξύ τους και γι' αυτό τα σημερινά ζώα μπορεί να παρουσιάζουν σημαντική ποικιλία σε μέγεθος, χρώμα και μορφολογία.
Ο μεγαλόσωμος κυπριακός τύπος
Ο μεγαλόσωμος τύπος είναι το ζώο που έχει συνδεθεί περισσότερο με την εικόνα του παραδοσιακού Cyprus donkey.
Εξειδικευμένη βιβλιογραφία περιγράφει τα αρσενικά με ύψος στο ακρώμιο περίπου 125–132 cm και βάρος περίπου 300 kg, ενώ τα θηλυκά περίπου 120–125 cm και 250 kg. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν περιγραφές της φυλής και όχι όρια που πρέπει να παρουσιάζονται ως χαρακτηριστικά κάθε κυπριακού γαϊδουριού.
Το τρίχωμα είναι συνήθως κοντό και σκούρο καστανό έως μαύρο, με ανοιχτόχρωμες περιοχές στην κοιλιά και γύρω από το ρύγχος και τα μάτια. Περιγράφεται επίσης μεγάλο κεφάλι, ισχυρά πόδια και καλή προσαρμογή στη ζέστη και την ξηρασία.
Ο μικρόσωμος γκρίζος τύπος
Παράλληλα υπήρχε και μικρότερος γκρίζος τύπος.
Οι παλαιότερες πηγές που χρησιμοποιήθηκαν και στην αρχική μου ανάρτηση τον συνδέουν με αφρικανική καταγωγή και αναφέρουν ότι αντιπροσώπευε μικρότερο μέρος του κυπριακού πληθυσμού των γαϊδουριών.
Η ακριβής ιστορική προέλευση των δύο τύπων είναι πιο σύνθετη από τις απλές παραδοσιακές περιγραφές και γι' αυτό δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απολύτως αποδεδειγμένο ότι ο ένας είναι «ευρωπαϊκός» και ο άλλος «αφρικανικός». Οι σχετικές πηγές χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «πιθανώς» και προτείνουν διαφορετικά ιστορικά σενάρια.
Προέλευση του μεγαλόσωμου τύπου
Για την προέλευση του μεγαλόσωμου κυπριακού γαϊδουριού έχει προταθεί ότι μπορεί να δημιουργήθηκε από διασταυρώσεις μικρόσωμων τοπικών ή ανατολικομεσογειακών ζώων με μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς όνους που εισήχθησαν κατά το παρελθόν.
Μία από τις δημοσιευμένες θεωρίες συνδέει την ανάπτυξη του μεγαλόσωμου τύπου με γαϊδούρια από τη δυτική ή νοτιοδυτική Ευρώπη και ενδεχομένως με την περίοδο των Σταυροφοριών. Ωστόσο, πρόκειται για υπόθεση σχετικά με την ιστορική καταγωγή της φυλής και όχι για αποδεδειγμένο γεγονός.
Γαϊδούρια και μουλάρια
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο τα μεγαλόσωμα κυπριακά γαϊδούρια είχαν αξία ήταν η χρησιμοποίησή τους για την παραγωγή μουλαριών.
Το μουλάρι είναι υβρίδιο που προκύπτει συνήθως από αρσενικό γαϊδούρι και θηλυκό άλογο. Συνδυάζει χαρακτηριστικά των δύο γονέων και χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα ως ισχυρό και ανθεκτικό ζώο εργασίας και μεταφοράς.
Η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει ειδικά ότι ο μεγαλόσωμος κυπριακός γάρος ήταν κατάλληλος για την παραγωγή μουλαριών.
Μορφολογία
Το οικόσιτο γαϊδούρι ανήκει στην οικογένεια Equidae, μαζί με τα άλογα, τις ζέβρες και τους άγριους όνους.
Έχει χαρακτηριστικά μακριά αυτιά, σχετικά μεγάλο κεφάλι, στενό σώμα, ισχυρά άκρα και ουρά που καταλήγει σε θύσανο μακριών τριχών.
Τα μεγάλα αυτιά έχουν ιδιαίτερη λειτουργική σημασία. Προσφέρουν εξαιρετική ακουστική ικανότητα και, όπως και σε άλλα ζώα προσαρμοσμένα σε θερμά και ξηρά περιβάλλοντα, η μεγάλη επιφάνειά τους συμβάλλει επίσης στη θερμορρύθμιση.
Διατροφή
Το γαϊδούρι είναι φυτοφάγο.
Τρέφεται κυρίως με αγρωστώδη και άλλη ποώδη βλάστηση και μπορεί να αξιοποιεί σχετικά ινώδη και φτωχή φυτική τροφή. Αυτή η ικανότητα αποτελεί μέρος της προσαρμογής των όνων σε ξηρότερα περιβάλλοντα.
Στα οικόσιτα ζώα, όμως, η διατροφή και η ποσότητα τροφής πρέπει να ελέγχονται. Η φήμη του γαϊδουριού ως εξαιρετικά «λιτοδίαιτου» ζώου δεν σημαίνει ότι μπορεί να παραμελείται η σωστή διατροφή, η πρόσβαση σε καθαρό νερό και η κτηνιατρική φροντίδα.
Συμπεριφορά και νοημοσύνη
Το γαϊδούρι έχει συχνά αδικηθεί από τη στερεότυπη εικόνα του «πεισματάρικου» ζώου.
Στην πραγματικότητα διαθέτει ισχυρό ένστικτο αυτοπροστασίας και συχνά διστάζει να προχωρήσει όταν αντιλαμβάνεται κίνδυνο ή αβεβαιότητα. Αυτή η συμπεριφορά διαφέρει από την αντίδραση φυγής που χαρακτηρίζει περισσότερο το άλογο.
Με σωστή μεταχείριση τα γαϊδούρια μπορούν να είναι ήρεμα, κοινωνικά και συνεργάσιμα ζώα.
Αναπαραγωγή
Το θηλυκό γαϊδούρι ονομάζεται γαϊδούρα, ενώ το αρσενικό στην Κύπρο είναι γνωστό και ως γάρος.
Η κύηση διαρκεί περίπου έναν χρόνο και συνήθως γεννιέται ένα μικρό. Τα δίδυμα είναι πολύ λιγότερο συνηθισμένα.
Το γαϊδούρι είναι μακρόβιο ζώο και, όταν διατηρείται σε καλές συνθήκες, μπορεί να ζήσει για αρκετές δεκαετίες.
Η παρακμή του ως ζώου εργασίας
Η μηχανοποίηση της γεωργίας και η εξάπλωση των μηχανοκίνητων μεταφορών κατά τον 20ό αιώνα άλλαξαν ριζικά τον ρόλο του γαϊδουριού στην Κύπρο.
Τα τρακτέρ αντικατέστησαν σταδιακά τα ζώα στις γεωργικές εργασίες, ενώ αυτοκίνητα και φορτηγά αντικατέστησαν τη μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων με γαϊδούρια και μουλάρια.
Η μεταβολή ήταν εντυπωσιακή. Ιστορική βιβλιογραφία που συγκεντρώνει στοιχεία του FAO αναφέρει περίπου 48.000 γαϊδούρια στην Κύπρο το 1961, πριν από τη μεγάλη μείωση που ακολούθησε με τη μηχανοποίηση.
Η αρχική μου ανάρτηση του 2016 παρέθετε παλαιότερη εκτίμηση σύμφωνα με την οποία ο συνολικός πληθυσμός είχε μειωθεί σε περίπου 2.200–2.700 ζώα το 2002. Το στοιχείο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιστορική εκτίμηση για το 2002 και όχι ως σημερινός πληθυσμός.
Από ζώο εργασίας σε μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς
Σήμερα το γαϊδούρι δεν έχει πλέον τον καθοριστικό οικονομικό ρόλο που είχε παλαιότερα στην Κύπρο.
Παραμένει όμως στενά συνδεδεμένο με την εικόνα της παραδοσιακής κυπριακής υπαίθρου. Παλιές φωτογραφίες, γεωργικά εργαλεία, λαϊκές παραδόσεις και αφηγήσεις των κατοίκων των χωριών μαρτυρούν τη σημασία του στην καθημερινή ζωή.
Η ιστορία του κυπριακού γαϊδουριού αποτελεί επομένως όχι μόνο μέρος της ιστορίας των οικόσιτων ζώων του νησιού αλλά και μέρος της αγροτικής και πολιτιστικής ιστορίας της Κύπρου.
Τα ελεύθερα γαϊδούρια της Καρπασίας – Feral donkeys
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα γαϊδούρια που σήμερα ζουν ελεύθερα στη χερσόνησο της Καρπασίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Είναι σημαντικό να χρησιμοποιούμε σωστή ορολογία: αυτά τα ζώα δεν είναι “wild donkeys” με τη ζωολογική έννοια, αλλά feral domestic donkeys, δηλαδή απόγονοι εξημερωμένων γαϊδουριών που ζουν πλέον χωρίς τη συνεχή φροντίδα του ανθρώπου.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Το Equus asinus καταγράφεται από το Mammal Diversity Database ως εξημερωμένη μορφή, ενώ αναγνωρίζεται ότι πληθυσμοί του μπορούν να γίνουν feral όταν εγκαταλείπονται ή διαφεύγουν και δημιουργούν αυτοσυντηρούμενους πληθυσμούς.
Στην Καρπασία μεγάλος αριθμός οικόσιτων γαϊδουριών έμεινε χωρίς τους ιδιοκτήτες του μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και τον εκτοπισμό των Ελληνοκυπρίων κατοίκων. Με την πάροδο των δεκαετιών τα ζώα αναπαράχθηκαν και δημιούργησαν τον γνωστό σήμερα ελεύθερο πληθυσμό της Καρπασίας. Η παλιά μου ανάρτηση καταγράφει αυτή την προέλευση και στο Biodiversity of Cyprus υπάρχουν αρκετές μεταγενέστερες δικές μου φωτογραφικές και βιντεοσκοπικές καταγραφές από την περιοχή.
Για τα feral γαϊδούρια της Καρπασίας θα ακολουθήσει ξεχωριστό, αναλυτικό άρθρο, όπου θα εξεταστούν η ιστορία του πληθυσμού, η προέλευσή του μετά το 1974, η σημερινή εξάπλωση, η οικολογία του, οι συγκρούσεις με γεωργικές δραστηριότητες, οι απειλές και η διαχείρισή του.
Κατάσταση διατήρησης και IUCN
Εδώ χρειάζεται επίσης προσοχή.
Το Equus asinus είναι οικόσιτη μορφή και το Mammal Diversity Database το καταγράφει ως Domesticated και με κατάσταση Not Evaluated ως προς την IUCN.
Δεν πρέπει επομένως να του αποδίδουμε την κατηγορία απειλής του αφρικανικού άγριου όνου Equus africanus σαν να πρόκειται για το ίδιο πράγμα από άποψη αξιολόγησης διατήρησης.
Άλλο είναι η διατήρηση της παραδοσιακής κυπριακής φυλής ως γενετικού πόρου οικόσιτων ζώων και άλλο η αξιολόγηση ενός άγριου είδους στην IUCN Red List.
Ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Chordata
Κλάση: Mammalia
Τάξη: Perissodactyla
Οικογένεια: Equidae
Γένος: Equus
Υπογένος: Asinus
Είδος: Equus asinus Linnaeus, 1758
Αγγλικές κοινές ονομασίες: Domestic Ass, Donkey
Ελληνική κοινή ονομασία: Γαϊδούρι
Κυπριακή ονομασία: Γάρος
Μορφή: Εξημερωμένο / Domestic
Καθεστώς στην Κύπρο: Οικόσιτο ζώο – παραδοσιακός κυπριακός πληθυσμός/φυλή
Κύριοι παραδοσιακοί τύποι στην Κύπρο: Μεγαλόσωμος σκούρος τύπος και μικρόσωμος γκρίζος τύπος
Διατροφή: Φυτοφάγο
Αναπαραγωγή: Ζωοτόκο
IUCN για Equus asinus: Not Evaluated σύμφωνα με το Mammal Diversity Database
Σχέση με Equus africanus: Οικόσιτη μορφή του αφρικανικού άγριου όνου σύμφωνα με τη σύγχρονη ταξινομική αντιμετώπιση του Mammal Diversity Database
Feral πληθυσμός στην Κύπρο: Καρπασία – θα παρουσιαστεί αναλυτικά σε ξεχωριστό άρθρο
Φωτογράφος: Γιώργος Κωνσταντίνου
Ημερομηνία φωτογραφιών: 3/3/2010
Πηγές
Mammal Diversity Database – Equus asinus, Domestic Ass
Αψίδα – Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου – Mule, Flora and Fauna of Cyprus
Biodiversity of Cyprus – Feral donkeys of Karpasia – παλαιότερη καταγραφή
Biodiversity of Cyprus – Feral donkeys, Karpasia – καταγραφή 2022
Photos 3/3/2010 by George Konstantinou
TEXT AND PHOTOS: GEORGE KONSTANTINOU – 3/3/2010
The domestic donkey of Cyprus
Equus asinus Linnaeus, 1758, the domestic donkey or domestic ass, is one of the animals most closely associated with the traditional rural life of Cyprus. For generations it was an invaluable working companion of farmers and rural families, used for carrying people and loads, agricultural work and transporting produce between fields, villages and markets.
In Cyprus the animal is widely known in Greek as γαϊδούρι, while the Cypriot vernacular name γάρος – garos is also used.
The Cyprus donkey should not be confused with genuinely wild ass species. Equus asinus is a domesticated form. The Mammal Diversity Database lists it as the Domestic Ass and treats it as the domestic form of the African wild ass, Equus africanus.
An animal closely associated with Cypriot rural history
Before motor vehicles, trucks and agricultural machinery became widespread, donkeys and mules were fundamental to transport and agriculture in the Cypriot countryside.
The Apsida Digital Cultural Repository of the Cyprus University of Technology, in material relating to the Republic of Cyprus Flora and Fauna stamp issue, records that Cypriot mules and donkeys were renowned for their endurance and dependability even beyond the island. It also describes their importance to village women, carrying tools to the fields and returning with agricultural produce or firewood, while serving as an essential means of transportation.
For rural Cypriot families the donkey was therefore much more than simply a working animal. It formed part of everyday family and agricultural life.
Why the donkey was so useful in Cyprus
The donkey possessed several characteristics particularly suited to the Cypriot environment.
It is hardy, economical to maintain and capable of negotiating difficult terrain. Strong limbs and hooves allow it to move over rocky paths and uneven agricultural land, while its adaptation to hot and dry environments was an important advantage under eastern Mediterranean conditions.
Specialist descriptions of the Cyprus breed emphasise its adaptation to heat and drought, strong feet and generally quiet character.
Traditional uses in Cyprus
Donkeys were used in Cyprus for a wide range of everyday tasks. They transported people between villages and fields and carried tools, cereals, olives, carobs, firewood and other agricultural produce.
At a time when many rural paths were inaccessible to wheeled vehicles, a donkey could reach fields, vineyards and mountainous areas where other forms of transport were impractical.
Historic Cypriot material preserved by Apsida describes donkeys and mules as essential beasts of burden and daily companions in village life.
The Cyprus donkey
The term Cyprus donkey describes the traditional breed or local population of domestic donkeys associated with Cyprus.
Historical sources describe two principal types.
The first is the large Cyprus type, usually dark brown to almost black, with characteristically pale areas on the belly and around the muzzle and eyes.
The second is a smaller, generally grey type traditionally associated with African ancestry. The original Biodiversity of Cyprus post also records these two principal forms.
Interbreeding between the two types has occurred, resulting in considerable variation in size, colour and morphology.
The large Cyprus type
The large type is the animal most closely associated with the traditional image of the Cyprus donkey.
Specialist breed literature gives approximately 125–132 cm at the withers and around 300 kg for males, and about 120–125 cm and 250 kg for females. These are breed descriptions and should not be interpreted as fixed measurements for every individual Cyprus donkey.
The coat is generally short and dark brown to black, with paler areas on the belly, muzzle and around the eyes. The breed is also described as having a relatively large head, strong feet and good adaptation to heat and drought.
The smaller grey type
A smaller grey donkey has also traditionally occurred in Cyprus.
Older sources, including those reflected in my original post, associate this form with African ancestry and describe it as historically representing a smaller proportion of the Cyprus donkey population.
The precise historical ancestry of the two forms is more complicated than these traditional descriptions suggest. Their proposed European or African origins should therefore be regarded as hypotheses rather than established genetic conclusions.
Possible origin of the large type
It has been suggested that the large Cyprus donkey developed through crosses between smaller local or eastern Mediterranean donkeys and larger European animals introduced to the island.
One published hypothesis connects the development of the large type with donkeys originating in western or southwestern Europe, possibly introduced during the period of the Crusades. This remains a hypothesis concerning the breed's historical origin rather than a conclusively established fact.
Donkeys and mules
The large Cyprus donkey was also valued for the production of mules.
A mule is normally the hybrid offspring of a male donkey and a female horse. It combines characteristics of both parents and historically became a strong and durable animal for transport and agricultural work.
Specialist breed literature specifically notes the suitability of the large Cyprus donkey for mule production.
Morphology
The domestic donkey belongs to the family Equidae, together with horses, zebras and wild asses.
It is characterised by long ears, a relatively large head, strong limbs and a tail ending in a tuft of longer hairs.
The large ears provide excellent hearing and, as in other animals adapted to hot and dry environments, their large surface area also contributes to heat regulation.
Diet
The donkey is herbivorous.
It feeds primarily on grasses and other vegetation and is particularly well adapted to processing relatively coarse and fibrous plant material.
This does not mean that domestic donkeys can be neglected. Appropriate nutrition, clean water, hoof care and veterinary attention remain essential for their welfare.
Behaviour and intelligence
Donkeys have often been unfairly stereotyped as stubborn animals.
In reality they possess a strong instinct for self-preservation and may hesitate or refuse to proceed when they perceive danger or uncertainty. This differs in some respects from the stronger flight response characteristic of horses.
When treated appropriately, donkeys can be calm, social and cooperative animals.
Reproduction
The female donkey is called a jenny or jennet, and the male a jack.
Gestation lasts approximately one year and normally results in a single foal. Twins are much less common.
Donkeys are relatively long-lived mammals and, under good conditions, may live for several decades.
Decline as a working animal
The mechanisation of agriculture and spread of motorised transport during the twentieth century radically changed the role of the donkey in Cyprus.
Tractors gradually replaced animal power in agriculture, while cars and trucks replaced donkeys and mules for transporting people and produce.
The scale of the decline was substantial. Historical literature drawing on FAO statistics reports approximately 48,000 donkeys in Cyprus in 1961, before the major subsequent decline associated with mechanisation.
My original 2016 post quoted an older estimate placing the population at approximately 2,200–2,700 animals in 2002. This must be understood specifically as a historical estimate for 2002, not as a current population figure.
From working animal to cultural heritage
The donkey no longer plays the central economic role it once did in Cyprus.
Nevertheless, it remains closely associated with the traditional image of the Cypriot countryside. Historic photographs, agricultural traditions and the memories of village communities demonstrate the enormous contribution these animals made to rural life.
The Cyprus donkey therefore belongs not only to the history of domestic animals on the island but also to the agricultural and cultural heritage of Cyprus.
The feral donkeys of Karpasia
A special case concerns the donkeys living freely on the Karpasia Peninsula, in the occupied area of the Republic of Cyprus.
Correct terminology is important. These animals are not wild donkeys in the zoological sense. They are feral domestic donkeys: descendants of domesticated animals now living and reproducing without continuous human husbandry.
The distinction is fundamental. The Mammal Diversity Database treats Equus asinus as a domesticated form while recognising that domestic donkeys may establish feral populations.
Following the Turkish invasion of Cyprus in 1974 and the displacement of Greek Cypriot inhabitants, many domestic donkeys in Karpasia were left without their owners. Over subsequent decades, animals reproduced and contributed to the free-ranging population for which Karpasia is now widely known. The original Biodiversity of Cyprus post records this history, and the blog contains several later photographic and video records from Karpasia.
The feral donkeys of Karpasia will be covered in a separate detailed article, including their history, post-1974 origins, distribution, ecology, interactions with agriculture, threats and management.
Conservation status and IUCN
An important distinction is also necessary regarding conservation status.
The Mammal Diversity Database lists Equus asinus as Domesticated and gives its IUCN status as Not Evaluated.
The IUCN conservation assessment of the African wild ass, Equus africanus, should therefore not simply be assigned to the domestic donkey.
Conservation of the traditional Cyprus donkey breed as a domestic animal genetic resource is a different issue from the IUCN conservation assessment of a wild species.
Classification
Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Mammalia
Order: Perissodactyla
Family: Equidae
Genus: Equus
Subgenus: Asinus
Species: Equus asinus Linnaeus, 1758
English common names: Domestic Ass, Donkey
Greek common name: Γαϊδούρι
Cypriot vernacular name: Γάρος
Form: Domesticated
Status in Cyprus: Domestic animal – traditional Cyprus population/breed
Traditional Cyprus types: Large dark type and smaller grey type
Diet: Herbivorous
Reproduction: Viviparous
IUCN for Equus asinus: Not Evaluated according to the Mammal Diversity Database
Relationship to Equus africanus: Domestic form of the African wild ass under the taxonomic treatment used by the Mammal Diversity Database
Feral population in Cyprus: Karpasia – to be treated separately in a dedicated article
Photographer: George Konstantinou
Photograph date: 3/3/2010
Sources
Mammal Diversity Database – Equus asinus, Domestic Ass
Apsida – Cyprus University of Technology – Mule, Flora and Fauna of Cyprus
Biodiversity of Cyprus – Feral donkeys of Karpasia
Biodiversity of Cyprus – Karpasia feral donkey record, 2022






No comments:
Post a Comment