Below in English
Κείμενο George Konstantinou
Η Ωχροσταχτάρα (Apus pallidus) είναι ένα εξαιρετικά γρήγορο και σχεδόν αποκλειστικά εναέριο πουλί της οικογένειας Apodidae. Μοιάζει επιφανειακά με τα χελιδόνια, αλλά δεν συγγενεύει στενά μαζί τους. Η ομοιότητα στο σώμα, στις μακριές πτέρυγες και στον τρόπο πτήσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκλίνουσας εξέλιξης, κατά την οποία διαφορετικές ομάδες οργανισμών αποκτούν παρόμοια γνωρίσματα επειδή ακολουθούν αντίστοιχο τρόπο ζωής.
Στην Κύπρο είναι αποδημητικό και αναπαραγόμενο είδος. Παρατηρείται κυρίως από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, αν και ορισμένα άτομα μπορεί να παραμείνουν μέχρι αργά μέσα στη χρονιά. Φωλιάζει σε βραχώδεις ακτές, θαλάσσιες σπηλιές, γκρεμούς, φαράγγια και κατάλληλα ανοίγματα κτιρίων.
Αναγνώριση και μορφολογία
Η Ωχροσταχτάρα έχει αεροδυναμικό σώμα, μακριές δρεπανοειδείς πτέρυγες, κοντή διχαλωτή ουρά και πολύ μικρά πόδια. Το μήκος της είναι περίπου 16–17 εκατοστά και το άνοιγμα των πτερύγων της συνήθως 42–46 εκατοστά.
Το πτέρωμά της είναι γκριζοκάστανο και γενικά πιο ανοιχτόχρωμο από εκείνο της Μαυροσταχτάρας. Διαθέτει σχετικά μεγάλη, ανοιχτόχρωμη κηλίδα στον λαιμό, ελαφρά πιο πλατιές και λιγότερο μυτερές πτέρυγες και συχνά εμφανίζει μια αχνή, «λεπιδωτή» όψη στο κάτω μέρος του σώματος. Το αρσενικό και το θηλυκό δεν παρουσιάζουν εμφανείς εξωτερικές διαφορές.
Διάκριση από τη Μαυροσταχτάρα
Η Ωχροσταχτάρα μοιάζει πάρα πολύ με τη Μαυροσταχτάρα ή Common Swift (Apus apus) και η ασφαλής αναγνώριση μπορεί να είναι δύσκολη, ιδιαίτερα όταν τα πουλιά πετούν ψηλά ή παρατηρούνται κάτω από έντονο ηλιακό φως.
Η Ωχροσταχτάρα είναι συνήθως πιο ανοιχτή, γκριζοκάστανη και λιγότερο ομοιόμορφα σκοτεινή. Η ανοιχτόχρωμη περιοχή στον λαιμό είναι μεγαλύτερη και πιο ευδιάκριτη, ενώ η όψη γύρω από τα μάτια μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση ανοιχτόχρωμης μάσκας. Οι πτέρυγες φαίνονται λίγο πλατύτερες και οι άκρες τους πιο στρογγυλεμένες.
Η φωνή αποτελεί επίσης χρήσιμο γνώρισμα. Το κάλεσμα της Ωχροσταχτάρας είναι συνήθως πιο τραχύ, χαμηλό και δισύλλαβο από το διαπεραστικό κάλεσμα της Μαυροσταχτάρας. Για ασφαλή ταυτοποίηση πρέπει να αξιολογούνται μαζί το πτέρωμα, η σιλουέτα, η πτήση και η φωνή.
Μια ζωή στον αέρα
Οι σταχτάρες είναι από τα καλύτερα προσαρμοσμένα στην πτήση πουλιά του κόσμου. Η Ωχροσταχτάρα περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στον αέρα, όπου τρέφεται, πίνει νερό και πραγματοποιεί μεγάλες μετακινήσεις. Εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου μπορεί να παραμένει στον αέρα για εξαιρετικά μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Τα πολύ μικρά πόδια της δεν είναι κατάλληλα για περπάτημα. Χρησιμοποιούνται κυρίως για να προσκολλάται σε κατακόρυφες επιφάνειες, βράχους και τοίχους. Το όνομα του γένους Apus προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «άπους», που σημαίνει «χωρίς πόδια», αναφερόμενο στην παλαιά εντύπωση ότι οι σταχτάρες δεν διέθεταν πόδια.
Μια υγιής σταχτάρα που βρίσκεται σε ανοικτό, επίπεδο έδαφος μπορεί μερικές φορές να απογειωθεί μόνη της, αν έχει αρκετό χώρο. Ένα πουλί που παραμένει στο έδαφος, όμως, μπορεί να είναι εξαντλημένο, τραυματισμένο ή νεαρό και χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση.
Διατροφή
Η Ωχροσταχτάρα τρέφεται αποκλειστικά σχεδόν με μικρά ιπτάμενα αρθρόποδα, τα οποία συλλαμβάνει με το πλατύ άνοιγμα του στόματός της. Η διατροφή της περιλαμβάνει μύγες, κουνούπια, μικρά σκαθάρια, μυρμήγκια, σφήκες, αφίδες και μικρές αράχνες που παρασύρονται από τα ρεύματα του αέρα.
Συχνά συγκεντρώνεται σε περιοχές όπου υπάρχει μεγάλη αφθονία εντόμων, όπως πάνω από υγροτόπους, χωράφια, δάση, φαράγγια και παράκτιες ζώνες. Μπορεί να ακολουθεί ανοδικά ρεύματα αέρα και να τρέφεται σε μεγάλο ύψος, ενώ όταν ο καιρός είναι ψυχρός ή νεφελώδης πετά συχνά χαμηλότερα.
Πίνει νερό εν πτήσει, κατεβαίνοντας χαμηλά και αγγίζοντας στιγμιαία την επιφάνεια με το ράμφος της χωρίς να σταματήσει να πετά.
Αναπαραγωγή
Η Ωχροσταχτάρα φωλιάζει σε αποικίες μέσα σε σχισμές βράχων, θαλάσσιες σπηλιές, απότομους γκρεμούς, κοιλότητες τοίχων, ανοίγματα κάτω από κεραμίδια και άλλα προστατευμένα σημεία. Οι φυσικές αποικίες σε παράκτιους γκρεμούς είναι χαρακτηριστικές του είδους στη Μεσόγειο.
Η φωλιά κατασκευάζεται από φτερά, μικρά κομμάτια φυτικού υλικού και άλλα ελαφρά αντικείμενα που συλλέγονται στον αέρα και συγκολλούνται με σάλιο. Το θηλυκό γεννά συνήθως δύο ή τρία λευκά αυγά. Και οι δύο γονείς συμμετέχουν στην επώαση και στη φροντίδα των νεοσσών.
Τα μικρά παραμένουν στη φωλιά μέχρι να αναπτυχθούν πλήρως οι πτέρυγές τους. Όταν την εγκαταλείψουν για πρώτη φορά, είναι ήδη ικανά να πετούν και να αναζητούν τροφή στον αέρα.
Εξάπλωση και μετανάστευση
Η Ωχροσταχτάρα απαντά στη νότια Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή και σε τμήματα της νοτιοδυτικής Ασίας. Οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί εγκαταλείπουν τις περιοχές αναπαραγωγής και περνούν τον χειμώνα κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική.
Σε σύγκριση με τη Μαυροσταχτάρα, φτάνει συνήθως νωρίτερα στις νότιες περιοχές αναπαραγωγής και αναχωρεί αργότερα το φθινόπωρο. Για τον λόγο αυτό, σταχτάρες που παρατηρούνται πολύ νωρίς την άνοιξη ή πολύ αργά το φθινόπωρο χρειάζονται προσεκτικό έλεγχο.
Αναγνωρίζονται τρία υποείδη: Apus pallidus pallidus, Apus pallidus brehmorum και Apus pallidus illyricus. Η ακριβής υποειδική ταυτοποίηση ενός πουλιού μόνο από φωτογραφίες πεδίου δεν είναι πάντοτε ασφαλής και γι’ αυτό δεν πρέπει να αποδίδεται υποείδος χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Η Ωχροσταχτάρα στην Κύπρο
Στην Κύπρο η Ωχροσταχτάρα αποτελεί αποδημητικό αναπαραγόμενο είδος και περαστικό μετανάστη. Οι φυσικοί παράκτιοι γκρεμοί, οι βραχονησίδες, οι σπηλιές και τα φαράγγια προσφέρουν κατάλληλες θέσεις φωλιάσματος. Μπορεί επίσης να φωλιάζει σε ανθρώπινα κτίσματα όπου υπάρχουν ασφαλή ανοίγματα.
Οι φωτογραφίες της αρχικής ανάρτησης λήφθηκαν στο νησάκι του Αγίου Γεωργίου στον Ακάμα. Το ακατοίκητο νησάκι διαθέτει απόκρημνα βράχια, φυσικές κοιλότητες και σχισμές, οι οποίες χρησιμοποιούνται για αναπαραγωγή από διάφορα είδη πουλιών. Η απομόνωσή του περιορίζει την ανθρώπινη ενόχληση και το καθιστά σημαντικό χώρο φωλιάσματος.
Απειλές και προστασία
Σε παγκόσμιο επίπεδο η Ωχροσταχτάρα κατατάσσεται στην κατηγορία «Μειωμένου Ενδιαφέροντος». Αντιμετωπίζει, ωστόσο, τοπικές πιέσεις από την καταστροφή ή το κλείσιμο των θέσεων φωλιάσματος, την ανακαίνιση παλαιών κτιρίων, την ενόχληση σε αποικίες, τη χρήση φυτοφαρμάκων και τη γενικότερη μείωση των ιπτάμενων εντόμων.
Οι εργασίες σε κτίρια όπου υπάρχουν ενεργές φωλιές δεν πρέπει να πραγματοποιούνται κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Κατάλληλες τεχνητές φωλιές ή ειδικά ενσωματωμένα ανοίγματα μπορούν να διατηρήσουν τις αποικίες όταν παλαιά κτίρια ανακαινίζονται. Οι φυσικές αποικίες σε σπηλιές, γκρεμούς και βραχονησίδες πρέπει να προστατεύονται από την ανεξέλεγκτη προσέγγιση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής.
Στοιχεία φωτογραφιών
Pallid Swift – Apus pallidus (Shelley, 1870) – Ωχροσταχτάρα – Cyprus.
Φωτογραφίες: George Konstantinou
Περιοχή: Νησάκι Αγίου Γεωργίου, Ακάμας, επαρχία Πάφου
Google Maps: Νησάκι Αγίου Γεωργίου στον Ακάμα
Ταξινόμηση
- Βασίλειο: Animalia
- Συνομοταξία: Chordata
- Ομοταξία: Aves
- Τάξη: Apodiformes
- Οικογένεια: Apodidae
- Γένος: Apus
- Είδος: Apus pallidus
- Επιστημονική ονομασία: Apus pallidus (Shelley, 1870)
- Αγγλική κοινή ονομασία: Pallid Swift
- Ελληνική κοινή ονομασία: Ωχροσταχτάρα
- Κατάσταση στην Κύπρο: Αποδημητικό αναπαραγόμενο είδος και περαστικός μετανάστης
- Παγκόσμια κατάσταση διατήρησης: Μειωμένου Ενδιαφέροντος
Πηγές
Text by George Konstantinou
The Pallid Swift (Apus pallidus) is an exceptionally fast and almost entirely aerial bird of the family Apodidae. It superficially resembles swallows but is not closely related to them. Their similar body shape, long wings and flight behaviour provide a characteristic example of convergent evolution, in which unrelated groups develop similar features because they follow comparable ways of life.
In Cyprus it is a migratory breeding species. It is observed mainly from spring until autumn, although some individuals may remain until late in the year. It nests along rocky coastlines, in sea caves, cliffs, gorges and suitable openings in buildings.
Identification and appearance
The Pallid Swift has a streamlined body, long sickle-shaped wings, a short forked tail and extremely small feet. It measures approximately 16–17 centimetres in length and usually has a wingspan of 42–46 centimetres.
Its plumage is greyish-brown and generally paler than that of the Common Swift. It has a relatively large pale throat patch, slightly broader and less sharply pointed wings, and frequently shows a faint, scaled appearance on its underparts. Males and females do not display obvious external differences.
Differences from the Common Swift
The Pallid Swift closely resembles the Common Swift (Apus apus), and reliable identification can be difficult, particularly when birds are flying high or viewed in strong sunlight.
The Pallid Swift is generally paler and greyer-brown and appears less uniformly dark. Its pale throat patch is larger and more conspicuous, while the area around the eyes may create the impression of a pale facial mask. Its wings appear slightly broader and their tips more rounded.
Voice is another useful feature. The Pallid Swift’s call is generally rougher, lower and more distinctly two-syllabled than the penetrating scream of the Common Swift. Plumage, silhouette, flight and voice should all be considered together when identifying the species.
A life in the air
Swifts are among the birds most highly adapted to flight. The Pallid Swift spends most of its life in the air, where it feeds, drinks and undertakes extensive movements. Outside the breeding season, it may remain airborne for exceptionally long periods.
Its very small feet are unsuitable for walking and are used principally for clinging to vertical rocks and walls. The genus name Apus derives from the Ancient Greek word apous, meaning “without feet”, referring to the old belief that swifts lacked feet.
A healthy swift on open, level ground may sometimes take off unaided if it has sufficient space. A bird that remains grounded, however, may be exhausted, injured or immature and requires careful assessment.
Diet
The Pallid Swift feeds almost exclusively on small flying arthropods, which it captures with its wide mouth. Its diet includes flies, mosquitoes, small beetles, ants, wasps, aphids and small spiders carried by air currents.
It frequently gathers where flying insects are abundant, including above wetlands, fields, forests, gorges and coastal areas. It follows rising air currents and may feed at considerable altitude, while during cold or overcast weather it often flies closer to the ground.
It drinks in flight by descending towards the water and briefly touching the surface with its bill without interrupting its flight.
Breeding
The Pallid Swift nests colonially in rock crevices, sea caves, steep cliffs, wall cavities, spaces beneath roof tiles and other sheltered locations. Natural colonies on coastal cliffs are particularly characteristic of the species around the Mediterranean.
The nest is constructed from feathers, small pieces of vegetation and other lightweight material collected in the air and bound together with saliva. The female generally lays two or three white eggs, and both parents participate in incubation and caring for the chicks.
The young remain in the nest until their wings are fully developed. When they leave it for the first time, they are already capable of flying and finding food in the air.
Distribution and migration
The Pallid Swift occurs in southern Europe, northern Africa, the Middle East and parts of southwestern Asia. Migratory populations leave their breeding grounds and spend the winter principally in sub-Saharan Africa.
Compared with the Common Swift, it normally arrives earlier at its southern breeding grounds and departs later in autumn. Consequently, swifts observed very early in spring or particularly late in autumn should be examined carefully.
Three subspecies are recognised: Apus pallidus pallidus, Apus pallidus brehmorum and Apus pallidus illyricus. Reliable subspecific identification from field photographs alone is not always possible, and a subspecies should not be assigned without adequate evidence.
The Pallid Swift in Cyprus
In Cyprus, the Pallid Swift is a migratory breeding species and passage migrant. Natural coastal cliffs, offshore islets, caves and gorges provide suitable nesting sites. It may also breed in buildings containing safe openings and cavities.
The photographs in the original post were taken on the Agios Georgios Islet in Akamas. This uninhabited islet contains steep rocks, natural cavities and crevices used by several bird species for breeding. Its isolation reduces human disturbance and makes it an important nesting site.
Threats and protection
Globally, the Pallid Swift is classified as Least Concern. Nevertheless, it faces local pressures from the destruction or obstruction of nesting cavities, renovation of old buildings, disturbance at colonies, pesticide use and the wider decline of flying insects.
Work on buildings containing active nests should not be undertaken during the breeding season. Suitable artificial nest boxes or specially incorporated nesting openings can preserve colonies when older buildings are renovated. Natural colonies in caves, cliffs and offshore islets should be protected from uncontrolled access, particularly during breeding.
Photograph details
Pallid Swift – Apus pallidus (Shelley, 1870) – Cyprus.
Photographs: George Konstantinou
Location: Agios Georgios Islet, Akamas, Paphos District
Google Maps: Agios Georgios Islet, Akamas
Classification
- Kingdom: Animalia
- Phylum: Chordata
- Class: Aves
- Order: Apodiformes
- Family: Apodidae
- Genus: Apus
- Species: Apus pallidus
- Scientific name: Apus pallidus (Shelley, 1870)
- Common name: Pallid Swift
- Greek common name: Ωχροσταχτάρα
- Status in Cyprus: Migratory breeding species and passage migrant
- Global conservation status: Least Concern
Sources
- BirdLife International – Pallid Swift
- IOC World Bird List
- Avibase – Apus pallidus
- British Ornithologists’ Union – The mixed-up world of swifts
- PLOS ONE – Annual cycle of the Pallid Swift
- Biodiversity of Cyprus – Pallid Swift