Translate

Tuesday, 2 January 2018

Cyprus tarantula - Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997 - Κυπριακή Ταραντούλα - Endemic to Cyprus

Endemic to Cyprus 

Family - Tarantulas (Theraphosidae)

Photos at Pentadaktylos - Akanthou, December 2014 by George Konstantinou.

Below in English

Κείμενο George Konstantinou.

Η κυπριακή ταραντούλα, Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997, είναι ένα μικρόσωμο είδος ταραντούλας της οικογένειας Theraphosidae, ενδημικό της Κύπρου. Μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιωθεί η φυσική παρουσία της σε καμία άλλη χώρα.

Πρόκειται για ένα από τα δύο είδη του γένους Chaetopelma που έχουν καταγραφεί στην Κύπρο. Το άλλο είναι το μεγαλύτερο και ευρύτερα διαδεδομένο Chaetopelma olivaceum (C. L. Koch, 1841). Τα δύο είδη μπορεί να μοιάζουν εξωτερικά, αλλά το C. karlamani είναι αισθητά μικρότερο και η ασφαλής διάκρισή τους απαιτεί συνήθως μικροσκοπική εξέταση.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Ομοταξία: Arachnida
Τάξη: Araneae
Υπόταξη: Mygalomorphae
Οικογένεια: Theraphosidae – Tarantulas
Γένος: Chaetopelma Ausserer, 1871
Είδος: Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997
Αγγλική κοινή ονομασία: Cyprus tarantula
Ελληνική κοινή ονομασία: Κυπριακή ταραντούλα
Κατάσταση: Ενδημικό είδος της Κύπρου

Ανακάλυψη και επιστημονική περιγραφή

Το είδος περιγράφηκε επιστημονικά από τον Patrick Vollmer το 1997, με βάση υλικό που είχε συλλεχθεί στην Κύπρο. Σύμφωνα με την αρχική περιγραφή, ο αρσενικός ολότυπος είχε βρεθεί το 1995 κάτω από πέτρα σε χώρο όπου διατηρούνταν κατσίκες, στην περιοχή της Λαπήθου. Ένα θηλυκό παρατυπικό δείγμα είχε βρεθεί κάτω από παλιά ξύλα σε κήπο στην περιοχή του Καραμάν.

Η επιστημονική ονομασία karlamani δόθηκε προς τιμήν του R. Karlaman, Κύπριου φίλου του συγγραφέα της αρχικής περιγραφής, ο οποίος συνδέθηκε με την ανακάλυψη του είδους.

Η περιγραφή ενός ενδημικού είδους ταραντούλας από την Κύπρο υπογράμμισε τη βιογεωγραφική σημασία του νησιού. Η μακρόχρονη γεωγραφική απομόνωση της Κύπρου έχει επιτρέψει την εξέλιξη πολλών οργανισμών που δεν απαντούν πουθενά αλλού.

Μορφολογία και μέγεθος

Το Chaetopelma karlamani είναι μικρό για τα δεδομένα των ταραντούλων. Σύμφωνα με τη βάση Spiders of Europe, το μήκος του σώματος του αρσενικού δείγματος είναι περίπου 11,4 χιλιοστά, ενώ του θηλυκού περίπου 23,5 χιλιοστά. Οι μετρήσεις αυτές αφορούν το σώμα χωρίς την έκταση των ποδιών.

Το σώμα του χωρίζεται, όπως σε όλες τις αράχνες, σε δύο κύρια μέρη: τον κεφαλοθώρακα ή πρόσωμα και την κοιλία ή οπισθόσωμα. Διαθέτει τέσσερα ζεύγη ποδιών, ένα ζεύγος ποδοπροσακτρίδων και ισχυρές χηληκέρες που καταλήγουν σε κυνόδοντες.

Ο χρωματισμός είναι συνήθως σκούρος, σε καστανές, γκρίζες ή σχεδόν μαύρες αποχρώσεις. Το σώμα και τα πόδια καλύπτονται από τρίχες που λειτουργούν ως αισθητήρια όργανα, επιτρέποντας στην αράχνη να αντιλαμβάνεται κινήσεις, δονήσεις και ρεύματα αέρα.

Τα αρσενικά είναι γενικά μικρότερα, λεπτότερα και με αναλογικά μακρύτερα πόδια. Τα θηλυκά έχουν βαρύτερο σώμα και πιθανότατα ζουν πολύ περισσότερο, όπως συμβαίνει γενικά στις ταραντούλες.

Διάκριση από το Chaetopelma olivaceum

Στην Κύπρο απαντά επίσης το Chaetopelma olivaceum, ένα μεγαλύτερο είδος με εξάπλωση στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η αναγνώριση των δύο ειδών μόνο από φωτογραφίες μπορεί να είναι αναξιόπιστη, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει κλίμακα μεγέθους ή όταν πρόκειται για νεαρά άτομα.

Το μικρότερο μέγεθος του C. karlamani αποτελεί χρήσιμη πρώτη ένδειξη, αλλά δεν είναι από μόνο του ασφαλές διαγνωστικό γνώρισμα. Η ηλικία, το φύλο, η κατάσταση μετά την έκδυση, ο φωτισμός και η γωνία φωτογράφισης μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την εξωτερική εμφάνιση.

Η βέβαιη διάκριση βασίζεται κυρίως:

  • στη μορφολογία του γεννητικού βολβού των ενήλικων αρσενικών,
  • στη μορφή της κνημιαίας απόφυσης των αρσενικών,
  • στη μορφολογία των σπερματοθηκών των θηλυκών,
  • και σε άλλους χαρακτήρες που εξετάζονται με στερεοσκόπιο.

Επομένως, ένα άτομο που μοιάζει μικρό και σκούρο δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως C. karlamani.

Βιότοπος και καταφύγια

Η κυπριακή ταραντούλα είναι εδαφόβια και κρυπτική αράχνη. Καταφεύγει κάτω από μεγάλες πέτρες, μέσα σε φυσικές σχισμές, κάτω από παλιά ξύλα και σε μικρές κοιλότητες του εδάφους. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί εγκαταλειμμένες τρύπες ή προστατευμένα σημεία μέσα σε ξερολιθιές.

Το εσωτερικό του καταφυγίου επενδύεται με μετάξι. Το μετάξι δεν χρησιμοποιείται για την κατασκευή εναέριας παγίδας όπως στις αράχνες που υφαίνουν κυκλικούς ιστούς. Λειτουργεί κυρίως ως επένδυση και ως αισθητήριο σύστημα. Οι δονήσεις που μεταδίδονται στα μεταξωτά νήματα ειδοποιούν την αράχνη για την παρουσία πιθανού θηράματος ή κινδύνου.

Οι γνωστές καταγραφές συνδέονται κυρίως με τη βόρεια Κύπρο και την οροσειρά του Πενταδακτύλου. Ωστόσο, η πλήρης εξάπλωση του είδους στο νησί δεν έχει χαρτογραφηθεί επαρκώς. Η κρυπτική συμπεριφορά του, το μικρό του μέγεθος και η δυσκολία διάκρισης από συγγενικά είδη καθιστούν πιθανό να περνά απαρατήρητο.

Νυχτόβια συμπεριφορά

Το Chaetopelma karlamani περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κρυμμένο στο καταφύγιό του και δραστηριοποιείται κυρίως τη νύχτα. Παραμένει κοντά στην είσοδο και αντιλαμβάνεται τις δονήσεις που προκαλούν μικρά ασπόνδυλα καθώς κινούνται στο έδαφος.

Δεν καταδιώκει συνήθως τη λεία του σε μεγάλες αποστάσεις. Επιτίθεται αιφνιδιαστικά όταν ένα κατάλληλο θήραμα πλησιάσει αρκετά. Μετά τη σύλληψη, το ακινητοποιεί με τις χηληκέρες και το δηλητήριό του.

Η νυχτόβια δραστηριότητα περιορίζει την απώλεια υγρασίας και μειώνει την έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες και ημερόβιους θηρευτές, σημαντικά πλεονεκτήματα στο ξηρό μεσογειακό κλίμα της Κύπρου.

Διατροφή

Η κυπριακή ταραντούλα είναι θηρευτής μικρών ασπονδύλων. Η διατροφή της πιθανότατα περιλαμβάνει έντομα, προνύμφες, κατσαρίδες, γρύλους και άλλα αρθρόποδα κατάλληλου μεγέθους.

Όπως οι περισσότερες αράχνες, δεν μασά στερεά τροφή. Χρησιμοποιεί πεπτικά υγρά για να διασπάσει τους μαλακούς ιστούς της λείας και στη συνέχεια απορροφά το υγροποιημένο περιεχόμενο.

Οι ταραντούλες μπορούν να παραμείνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς τροφή, ιδιαίτερα όταν η θερμοκρασία είναι χαμηλή, πριν από την έκδυση ή κατά την αναπαραγωγική περίοδο.

Άμυνα και αμυντική στάση

Το Chaetopelma karlamani δεν αναζητεί αντιπαράθεση με τον άνθρωπο. Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, η πρώτη του αντίδραση είναι συνήθως να υποχωρήσει στο καταφύγιό του ή να απομακρυνθεί.

Αν παγιδευτεί ή πιεστεί, μπορεί να υψώσει το μπροστινό μέρος του σώματος, να σηκώσει τα μπροστινά πόδια και να προβάλλει τις χηληκέρες του. Η στάση αυτή αποτελεί προειδοποίηση. Το δάγκωμα είναι η τελευταία γραμμή άμυνας και είναι πιθανότερο όταν κάποιος προσπαθεί να πιάσει ή να πιέσει την αράχνη με γυμνά χέρια.

Σε αντίθεση με πολλές ταραντούλες της αμερικανικής ηπείρου, οι ταραντούλες του γένους Chaetopelma δεν βασίζονται σε κνιδωτικές τρίχες που εκτοξεύονται προς τον επιτιθέμενο. Η άμυνά τους στηρίζεται κυρίως στην απόκρυψη, στην προειδοποιητική στάση και, εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής, στο δάγκωμα.

Είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο;

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να κατατάσσουν το Chaetopelma karlamani ανάμεσα στις αράχνες με σοβαρή ιατρική σημασία για τον άνθρωπο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να την αγγίζουμε ή να θεωρούμε το δάγκωμά της ακίνδυνο.

Το δάγκωμα μπορεί να προκαλέσει:

  • άμεσο τοπικό πόνο,
  • ερυθρότητα,
  • οίδημα,
  • ευαισθησία γύρω από το σημείο,
  • και τραυματισμό από τους σχετικά ισχυρούς κυνόδοντες.

Δεν υπάρχουν επαρκή δημοσιευμένα κλινικά δεδομένα ειδικά για δαγκώματα του C. karlamani. Επομένως, δεν είναι επιστημονικά ορθό να προσδιορίζεται με βεβαιότητα η ένταση ή η διάρκεια των συμπτωμάτων ούτε να συγκρίνεται κάθε δάγκωμα με κέντρισμα μέλισσας.

Αλλεργική αντίδραση και πρώτες βοήθειες

Οποιοσδήποτε ζωικός νυγμός μπορεί σπάνια να συνοδευτεί από σοβαρή αλλεργική αντίδραση. Άμεση ιατρική βοήθεια απαιτείται αν μετά το δάγκωμα εμφανιστούν δυσκολία στην αναπνοή, έντονη ζάλη, γενικευμένη κνίδωση, πρήξιμο στα χείλη, στη γλώσσα ή στον λαιμό, λιποθυμική τάση ή ταχεία επιδείνωση.

Σε περίπτωση πιθανού δαγκώματος:

  1. Απομακρυνθείτε ήρεμα από την αράχνη.
  2. Πλύνετε το σημείο με νερό και σαπούνι.
  3. Εφαρμόστε ψυχρό επίθεμα τυλιγμένο σε ύφασμα για μικρά χρονικά διαστήματα.
  4. Μην κόψετε το τραύμα και μην προσπαθήσετε να απορροφήσετε το δηλητήριο.
  5. Αφαιρέστε δακτυλίδια ή άλλα στενά αντικείμενα αν το δάγκωμα βρίσκεται σε χέρι ή δάκτυλο.
  6. Ζητήστε ιατρική συμβουλή αν ο πόνος ή το πρήξιμο είναι έντονο, αν το θύμα είναι παιδί ή αν εμφανιστούν γενικευμένα συμπτώματα.

Δεν πρέπει να επιχειρείται η σύλληψη της αράχνης για επιβεβαίωση. Μια φωτογραφία από ασφαλή απόσταση μπορεί να βοηθήσει, χωρίς να δημιουργηθεί νέος κίνδυνος.

Έκδυση και ανάπτυξη

Όπως όλα τα αρθρόποδα, η κυπριακή ταραντούλα διαθέτει εξωσκελετό. Για να μεγαλώσει, πρέπει να αποβάλει τον παλιό εξωσκελετό και να σχηματίσει έναν νέο. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται έκδυση.

Πριν από την έκδυση η αράχνη μπορεί να σταματήσει να τρέφεται, να γίνει λιγότερο δραστήρια και να παραμείνει κλεισμένη στο καταφύγιό της. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας είναι εξαιρετικά ευάλωτη. Ο νέος εξωσκελετός και οι κυνόδοντες χρειάζονται χρόνο για να σκληρύνουν.

Τα νεαρά άτομα εκδύονται συχνότερα από τα ενήλικα. Τα ενήλικα αρσενικά έχουν συνήθως πολύ μικρότερο προσδόκιμο ζωής από τα θηλυκά μετά την τελική τους έκδυση.

Αναπαραγωγή

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, τα ώριμα αρσενικά εγκαταλείπουν τα καταφύγιά τους και περιπλανώνται αναζητώντας θηλυκά. Πλησιάζουν προσεκτικά την είσοδο του καταφυγίου και χρησιμοποιούν δονήσεις και κινήσεις των ποδιών για να δηλώσουν την παρουσία τους.

Μετά το ζευγάρωμα, το θηλυκό δημιουργεί μέσα στο προστατευμένο καταφύγιό του έναν μεταξωτό ωόσακο. Παραμένει κοντά του, τον προστατεύει και μπορεί να τον μετακινεί ώστε να διατηρούνται κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας.

Δεν υπάρχουν επαρκή δημοσιευμένα δεδομένα ώστε να αναφέρεται με βεβαιότητα συγκεκριμένος αριθμός αυγών για το C. karlamani. Οι αριθμοί που αφορούν μεγαλύτερα είδη ταραντούλας δεν πρέπει να μεταφέρονται αυτομάτως σε αυτό το μικρόσωμο κυπριακό είδος.

Θηρευτές και φυσικοί εχθροί

Πιθανοί φυσικοί εχθροί είναι εντομοφάγα πτηνά, ερπετά, μικρά θηλαστικά, μεγαλύτερες αράχνες και παρασιτοειδείς σφήκες της οικογένειας Pompilidae.

Οι θηλυκές πομπιλίδες εντοπίζουν αράχνες, τις παραλύουν με το κεντρί τους και τις μεταφέρουν σε φωλιά ή χρησιμοποιούν το καταφύγιο της ίδιας της αράχνης. Πάνω στο παραλυμένο θήραμα αποθέτουν ένα αυγό. Η προνύμφη που εκκολάπτεται τρέφεται αργότερα από την αράχνη.

Δεν είναι τεκμηριωμένο ότι το Hemipepsis brunnea αποτελεί συγκεκριμένο παρασιτοειδές του C. karlamani στην Κύπρο. Γι’ αυτό η σχέση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη χωρίς καταγεγραμμένη παρατήρηση ή δημοσιευμένη μελέτη.

Οικολογική σημασία

Ως θηρευτής, η κυπριακή ταραντούλα συμμετέχει στον φυσικό έλεγχο πληθυσμών εντόμων και άλλων αρθροπόδων. Παράλληλα αποτελεί λεία για άλλα ζώα και μέρος του σύνθετου τροφικού πλέγματος των κυπριακών οικοσυστημάτων.

Οι αράχνες συχνά προκαλούν φόβο λόγω της εμφάνισής τους, αλλά αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της βιοποικιλότητας. Το C. karlamani έχει επιπρόσθετη σημασία επειδή ολόκληρη η παγκόσμια εξάπλωσή του βρίσκεται μέσα στα όρια της Κύπρου.

Απειλές και προστασία

Δεν έχει δημοσιευθεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση του είδους στην IUCN Red List. Επομένως, δεν μπορεί να του αποδοθεί επίσημη κατηγορία κινδύνου χωρίς σχετική αξιολόγηση.

Ως ενδημικό και πιθανώς περιορισμένης εξάπλωσης είδος, μπορεί να επηρεάζεται από:

  • την καταστροφή και αλλοίωση φυσικών ενδιαιτημάτων,
  • την οικοδόμηση και τη διάνοιξη δρόμων,
  • τις λατομικές δραστηριότητες,
  • τις πυρκαγιές μεγάλης έντασης,
  • την αφαίρεση πετρών και παλιού ξύλου,
  • τη χρήση φυτοφαρμάκων,
  • την εσκεμμένη θανάτωσή του από φόβο,
  • και την παράνομη συλλογή για το εμπόριο εξωτικών ζώων.

Η ακριβής τοποθεσία μικρών ή απομονωμένων πληθυσμών δεν πρέπει να δημοσιοποιείται. Η ανεξέλεγκτη αναζήτηση και ανατροπή πετρών μπορεί να καταστρέψει τα καταφύγια της αράχνης και άλλων οργανισμών. Κάθε πέτρα που μετακινείται κατά τη νόμιμη επιστημονική έρευνα πρέπει να επανατοποθετείται ακριβώς όπως βρέθηκε.

Αν βρεθεί μέσα σε κατοικία

Η κυπριακή ταραντούλα δεν πρέπει να πιάνεται με γυμνά χέρια. Αν βρεθεί μέσα σε σπίτι, μπορούν να ακολουθηθούν τα εξής βήματα:

  • κρατήστε παιδιά και κατοικίδια μακριά,
  • τοποθετήστε προσεκτικά ένα βαθύ δοχείο πάνω από την αράχνη,
  • περάστε ένα άκαμπτο χαρτόνι κάτω από το δοχείο,
  • μεταφέρετέ την χωρίς κραδασμούς,
  • και απελευθερώστε την σε προστατευμένο, σκιερό σημείο κοντά στην περιοχή όπου βρέθηκε.

Δεν χρειάζεται να μεταφερθεί πολλά χιλιόμετρα μακριά ούτε να αφεθεί σε εντελώς διαφορετικό βιότοπο. Αν η ασφαλής απομάκρυνση δεν είναι δυνατή, πρέπει να ζητηθεί βοήθεια από άτομο με εμπειρία.

Στοιχεία φωτογραφιών

Φωτογραφίες: George Konstantinou
Περιοχή: Πενταδάκτυλος, ευρύτερη περιοχή Ακανθούς, Κύπρος
Ημερομηνία: Δεκέμβριος 2014
Αναγνώριση: Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997
Ενδεικτικές συντεταγμένες ευρύτερης περιοχής Ακανθούς: 35.37261, 33.75337

Οι συντεταγμένες αφορούν μόνο την ευρύτερη περιοχή της Ακανθούς και όχι το ακριβές σημείο εύρεσης. Η ακριβής θέση δεν δημοσιοποιείται για την προστασία του ενδημικού είδους.

Πηγές


Cyprus tarantula – Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997 – Endemic to Cyprus

Text by George Konstantinou.

The Cyprus tarantula, Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997, is a small species of tarantula belonging to the family Theraphosidae and endemic to Cyprus. Its natural occurrence has not been confirmed in any other country.

It is one of two species of Chaetopelma recorded in Cyprus. The other is the larger and more widely distributed Chaetopelma olivaceum (C. L. Koch, 1841). The two may appear externally similar, but C. karlamani is distinctly smaller, and reliable separation usually requires microscopic examination.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Arachnida
Order: Araneae
Suborder: Mygalomorphae
Family: Theraphosidae – Tarantulas
Genus: Chaetopelma Ausserer, 1871
Species: Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997
English common name: Cyprus tarantula
Greek common name: Κυπριακή ταραντούλα
Status: Endemic to Cyprus

Discovery and scientific description

The species was scientifically described by Patrick Vollmer in 1997 from material collected in Cyprus. According to the original description, the male holotype was found in 1995 beneath a stone in an area where goats were kept near Lapithos. A female paratype was found beneath old timber in a garden in the Karaman area.

The specific name karlamani honours R. Karlaman, a Cypriot friend of the original author who was associated with the species’ discovery.

The description of an endemic tarantula from Cyprus highlighted the island’s biogeographical importance. Its long geographical isolation has allowed numerous organisms found nowhere else to evolve.

Morphology and size

Chaetopelma karlamani is small by tarantula standards. According to the Spiders of Europe database, the recorded male has a body length of approximately 11.4 millimetres, while the female reaches approximately 23.5 millimetres. These measurements refer to the body without the extended legs.

As in all spiders, the body is divided into two principal regions: the cephalothorax or prosoma and the abdomen or opisthosoma. It possesses four pairs of legs, one pair of pedipalps and powerful chelicerae ending in fangs.

Its colour is generally dark, ranging from brown and grey to almost black. The body and legs are covered in hairs that function as sensory structures, enabling the spider to detect movement, vibrations and air currents.

Males are generally smaller and more slender, with proportionally longer legs. Females have a heavier body and probably live much longer, as is generally the case among tarantulas.

Distinction from Chaetopelma olivaceum

Cyprus is also home to Chaetopelma olivaceum, a larger species distributed across the eastern Mediterranean and Middle East. Separating the two from photographs alone can be unreliable, especially when no scale is provided or when the individual is immature.

The smaller size of C. karlamani is a useful preliminary indication but is not a reliable diagnostic character by itself. Age, sex, condition following moulting, lighting and photographic angle can significantly alter external appearance.

Reliable distinction is based principally on:

  • the morphology of the male palpal bulb,
  • the form of the male tibial apophysis,
  • the shape of the female spermathecae,
  • and additional characters examined under a stereomicroscope.

A small, dark individual should therefore not automatically be identified as C. karlamani.

Habitat and retreats

The Cyprus tarantula is a ground-dwelling and secretive spider. It shelters beneath large stones, inside natural crevices, under old timber and within small cavities in the soil. It may also use abandoned holes or protected spaces in dry-stone walls.

The interior of its retreat is lined with silk. This is not used to construct an aerial prey-catching web like those made by orb-weaving spiders. Instead, it serves as a lining and sensory system. Vibrations travelling through the silk alert the spider to approaching prey or danger.

Known records are mainly associated with northern Cyprus and the Pentadaktylos mountain range. Its complete distribution across the island has not been adequately mapped. Its secretive behaviour, small size and similarity to related species mean that it can easily remain undetected.

Nocturnal behaviour

Chaetopelma karlamani spends most of the day hidden in its retreat and becomes active mainly at night. It remains close to the entrance and detects vibrations produced by small invertebrates moving across the ground.

It does not normally pursue prey over long distances. Instead, it launches a sudden attack when suitable prey approaches closely enough. After capture, the prey is immobilised with the chelicerae and venom.

Nocturnal activity reduces moisture loss and exposure to high temperatures and daytime predators—important advantages in the dry Mediterranean climate of Cyprus.

Diet

The Cyprus tarantula is a predator of small invertebrates. Its diet probably includes insects, larvae, cockroaches, crickets and other appropriately sized arthropods.

Like most spiders, it does not chew solid food. Digestive fluids break down the prey’s soft tissues, after which the liquefied contents are consumed.

Tarantulas can survive for long periods without feeding, particularly during cool conditions, before moulting or during the reproductive period.

Defence and threat posture

Chaetopelma karlamani does not seek confrontation with people. When it detects danger, its first response is normally to retreat into its shelter or move away.

If cornered or pressed, it may raise the front of its body, lift its front legs and expose its chelicerae. This posture is a warning. Biting is its final line of defence and is most likely when someone attempts to capture or restrain it with bare hands.

Unlike many tarantulas from the Americas, species of Chaetopelma do not rely on detachable urticating hairs. Their defence is based mainly on concealment, warning displays and, when escape is impossible, biting.

Is it dangerous to people?

There is no evidence that Chaetopelma karlamani is among the spiders of serious medical importance to humans. This does not mean that it should be handled or that its bite should be considered harmless.

A bite may cause:

  • immediate local pain,
  • redness,
  • swelling,
  • tenderness around the wound,
  • and mechanical injury from the relatively strong fangs.

Published clinical evidence specifically concerning bites by C. karlamani is insufficient. It is therefore scientifically inappropriate to state with certainty how severe or prolonged its symptoms will be or to compare every bite directly with a bee sting.

Allergic reactions and first aid

Any animal bite or sting may rarely be accompanied by a serious allergic reaction. Immediate medical assistance is required if breathing difficulty, severe dizziness, widespread hives, swelling of the lips, tongue or throat, faintness or rapidly worsening symptoms develop.

Following a suspected bite:

  1. Move calmly away from the spider.
  2. Wash the site with soap and water.
  3. Apply a cold pack wrapped in cloth for short intervals.
  4. Do not cut the wound or attempt to extract the venom.
  5. Remove rings or tight objects if the bite is on a hand or finger.
  6. Seek medical advice if pain or swelling is severe, if the patient is a child or if generalised symptoms develop.

The spider should not be captured for identification. A photograph taken from a safe distance may be helpful without creating further risk.

Moulting and growth

Like all arthropods, the Cyprus tarantula has an exoskeleton. To grow, it must shed its old exoskeleton and form a larger one through moulting.

Before moulting, the spider may stop feeding, become less active and remain sealed inside its retreat. During the process it is extremely vulnerable. Its new exoskeleton and fangs require time to harden.

Juveniles moult more frequently than adults. Mature males generally have a much shorter remaining lifespan than females after their final moult.

Reproduction

During the reproductive period, mature males leave their retreats and wander in search of females. They approach a female’s shelter cautiously and use vibrations and leg movements to announce their presence.

After mating, the female constructs a silken egg sac inside her protected retreat. She remains close to it, guards it and may reposition it to maintain appropriate temperature and humidity.

There is insufficient published evidence to state a precise number of eggs for C. karlamani. Figures relating to larger tarantula species should not automatically be applied to this small Cypriot species.

Predators and natural enemies

Potential natural enemies include insectivorous birds, reptiles, small mammals, larger spiders and parasitoid wasps belonging to the family Pompilidae.

Female pompilid wasps locate spiders, paralyse them with a sting and carry them to a nest or use the spider’s own retreat. They deposit an egg on the paralysed prey, and the larva later feeds on the spider.

There is no published confirmation that Hemipepsis brunnea specifically parasitises C. karlamani in Cyprus. This relationship should therefore not be presented as confirmed without a documented observation or scientific study.

Ecological importance

As a predator, the Cyprus tarantula contributes to the natural regulation of insects and other arthropods. It is also prey for other animals and forms part of the complex food web of Cypriot ecosystems.

Spiders frequently cause fear because of their appearance, but they are essential components of biodiversity. C. karlamani is especially important because its entire known global distribution lies within Cyprus.

Threats and conservation

No comprehensive assessment of this species has been published by the IUCN Red List. It should therefore not be assigned an official threat category without a formal evaluation.

As an endemic species with a potentially restricted range, it may be affected by:

  • destruction and alteration of natural habitats,
  • construction and road development,
  • quarrying,
  • severe wildfires,
  • removal of stones and old timber,
  • pesticide use,
  • deliberate killing due to fear,
  • and illegal collection for the exotic pet trade.

Precise locations of small or isolated populations should not be published. Uncontrolled searching and the overturning of stones can destroy the shelters of this spider and many other organisms. Any stone moved during authorised scientific research should be returned exactly to its original position.

If one enters a building

The Cyprus tarantula should never be handled with bare hands. If one enters a house:

  • keep children and pets away,
  • carefully place a deep container over the spider,
  • slide a piece of rigid cardboard underneath,
  • carry it without sudden movement,
  • and release it in a sheltered, shaded place close to where it was found.

It does not need to be transported many kilometres away or released into a completely different habitat. If safe removal is not possible, assistance should be requested from an experienced person.

Photograph details

Photographs: George Konstantinou
Location: Pentadaktylos mountain range, wider Akanthou area, Cyprus
Date: December 2014
Identification: Chaetopelma karlamani Vollmer, 1997
Approximate coordinates of the wider Akanthou area: 35.37261, 33.75337
Google Maps: Akanthou – wider area

The coordinates indicate only the wider Akanthou area and not the precise locality. The exact location is withheld to protect this endemic species.

Sources













No comments:

Post a Comment