Translate

Wednesday, 21 March 2018

Βουνογαλιάντρα – Στεποτράσιηλος – Bimaculated Lark – Melanocorypha bimaculata (Ménétries, 1832) – Cyprus

Photos Akrotiri 20/3/2018 by George Konstantinou

Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Η Βουνογαλιάντρα ή Στεποτράσιηλος, με το διεθνές κοινό όνομα Bimaculated Lark και το επιστημονικό όνομα Melanocorypha bimaculata (Ménétries, 1832), είναι ένα εύρωστο αποδημητικό πουλί της οικογένειας Alaudidae.

Αναπαράγεται κυρίως από την Τουρκία, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Κεντρική Ασία. Οι περισσότεροι πληθυσμοί μεταναστεύουν προς νοτιότερες περιοχές για να διαχειμάσουν.

Στην Κύπρο είναι ολιγάριθμος έως σπάνιος διερχόμενος μετανάστης. Παρατηρείται κυρίως την άνοιξη, ενώ μικρότερος αριθμός πουλιών καταγράφεται κατά τη φθινοπωρινή μετανάστευση. Δεν αποτελεί μόνιμο κάτοικο ούτε γνωστό αναπαραγόμενο είδος του νησιού.

Προέλευση της ονομασίας

Η αγγλική ονομασία Bimaculated Lark και το επιστημονικό επίθετο bimaculata αναφέρονται στις δύο χαρακτηριστικές μαύρες κηλίδες που βρίσκονται στις πλευρές του επάνω μέρους του στήθους.

Η λατινική λέξη bimaculata σημαίνει «με δύο κηλίδες». Οι κηλίδες αυτές μπορεί να φαίνονται χωρισμένες όταν το πουλί στέκεται ή να δημιουργούν την εντύπωση μιας διακοπτόμενης σκοτεινής ζώνης στο στήθος.

Το όνομα του γένους Melanocorypha προέρχεται από ελληνικές λέξεις που σχετίζονται με το μαύρο χρώμα και μια παλαιά ονομασία πουλιού. Το είδος περιγράφηκε από τον γαλλικής καταγωγής ζωολόγο Édouard Ménétries το 1832.

Εμφάνιση

Η Βουνογαλιάντρα είναι μεγαλόσωμη και εύρωστη για κορυδαλλός, με μήκος σώματος περίπου 16–18 εκατοστά. Έχει μεγάλο κεφάλι, κοντό και ισχυρό ράμφος, πλατύ στήθος, σχετικά κοντή ουρά και δυνατά πόδια.

Το επάνω μέρος του σώματος είναι γκριζοκάστανο έως αμμοκάστανο, με έντονες σκούρες ραβδώσεις. Ο χρωματισμός αυτός προσφέρει εξαιρετική παραλλαγή όταν το πουλί κινείται πάνω σε ξερό, πετρώδες ή οργωμένο έδαφος.

Στο κεφάλι διακρίνεται ανοιχτόχρωμο υπερόφρυο, το οποίο εκτείνεται πάνω και πίσω από το μάτι. Τα μάγουλα είναι καστανά και περιβάλλονται από πιο ανοιχτές περιοχές, ενώ το κάτω μέρος του σώματος είναι υπόλευκο.

Οι δύο μαύρες κηλίδες στις πλευρές του στήθους αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα, αλλά η ορατότητά τους επηρεάζεται από τη στάση του πουλιού και την κατάσταση του φτερώματος. Το επάνω μέρος του στήθους μπορεί να εμφανίζει λεπτές σκούρες γραμμώσεις.

Τα δύο φύλα είναι παρόμοια. Τα νεαρά πουλιά έχουν πιο έντονα ανοιχτόχρωμα περιγράμματα στα φτερά, με αποτέλεσμα το επάνω μέρος του σώματος να φαίνεται περισσότερο λεπιδωτό.

Αναγνώριση κατά την πτήση

Κατά την πτήση η Βουνογαλιάντρα εμφανίζει πλατιές, σχετικά κοντές φτερούγες. Η κάτω επιφάνεια των φτερούγων είναι γκριζωπή έως σκούρα γκριζοκάστανη και δεν παρουσιάζει το έντονα σκοτεινό σχέδιο που χαρακτηρίζει την κοινή Γαλιάντρα.

Η ουρά είναι σχετικά κοντή. Οι εξωτερικές ουραίες πένες δεν σχηματίζουν τις πλατιές λευκές πλευρές που παρατηρούνται στην κοινή Γαλιάντρα. Αντίθετα, το λευκό περιορίζεται κυρίως στο άκρο της ουράς και μπορεί να δημιουργεί μια στενή ανοιχτόχρωμη τελική ζώνη.

Αυτά τα γνωρίσματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα, επειδή η αναγνώριση ενός κορυδαλλού που βρίσκεται στο έδαφος μπορεί να είναι δύσκολη λόγω της παραλλακτικής εμφάνισής του.

Διαφορές από την κοινή Γαλιάντρα

Το είδος με το οποίο συγχέεται συχνότερα είναι η κοινή Γαλιάντρα ή Μαυροτράσιηλος (Melanocorypha calandra). Τα δύο είδη είναι συγγενικά, έχουν παρόμοιο μέγεθος και διαθέτουν σκούρες κηλίδες στις πλευρές του στήθους.

Η Βουνογαλιάντρα είναι συνήθως λίγο μικρότερη και πιο συμπαγής, με κοντύτερο και λιγότερο βαρύ ράμφος. Το ανοιχτόχρωμο υπερόφρυό της είναι συχνά πιο εμφανές και το σχέδιο του προσώπου περισσότερο έντονο.

Κατά την πτήση οι διαφορές είναι σαφέστερες:

  • Η κοινή Γαλιάντρα έχει πολύ σκοτεινή κάτω επιφάνεια φτερούγων με εμφανές λευκό πίσω χείλος.
  • Η Βουνογαλιάντρα έχει περισσότερο ομοιόμορφα γκριζωπή κάτω επιφάνεια φτερούγων.
  • Η κοινή Γαλιάντρα παρουσιάζει εμφανείς λευκές εξωτερικές πλευρές στην ουρά.
  • Η Βουνογαλιάντρα δεν έχει πλατιές λευκές πλευρές στην ουρά, αλλά κυρίως λευκό τελικό άκρο.
  • Οι μαύρες κηλίδες του στήθους της Βουνογαλιάντρας είναι συνήθως μικρότερες και περισσότερο διαχωρισμένες.

Η ασφαλής αναγνώριση πρέπει να βασίζεται σε συνδυασμό γνωρισμάτων και όχι αποκλειστικά στις δύο μαύρες κηλίδες του στήθους.

Βιότοπος

Η Βουνογαλιάντρα είναι πουλί ανοικτών, ξηρών τοπίων. Στις περιοχές αναπαραγωγής της προτιμά πετρώδεις στέπες, ημιερημικές εκτάσεις, οροπέδια, γυμνές ή αραιά φυτεμένες πλαγιές, ξηρά λιβάδια και καλλιέργειες σε μεγαλύτερα υψόμετρα.

Αποφεύγει συνήθως τα πυκνά δάση, τους ψηλούς θαμνώνες και τις περιοχές με συνεχή, ψηλή βλάστηση. Χρειάζεται ανοικτό έδαφος για να κινείται, να εντοπίζει την τροφή του και να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τους θηρευτές.

Κατά τη μετανάστευση και τον χειμώνα μπορεί να παρατηρηθεί σε χαμηλότερα υψόμετρα, σε ξηρά χωράφια, θερισμένες καλλιέργειες, αγραναπαύσεις, παράκτιες πεδιάδες, πετρώδεις εκτάσεις και ημιερημικούς βιοτόπους.

Στην Κύπρο οι περισσότερες παρατηρήσεις πραγματοποιούνται σε ανοικτές αγροτικές και παράκτιες περιοχές, όπου τα μεταναστευτικά πουλιά μπορούν να σταματήσουν προσωρινά για ξεκούραση και διατροφή.

Συμπεριφορά

Η Βουνογαλιάντρα κινείται κυρίως στο έδαφος, περπατώντας ή τρέχοντας ανάμεσα σε πέτρες και αραιή βλάστηση. Όταν αισθανθεί κίνδυνο, συχνά χαμηλώνει το σώμα της και βασίζεται στην παραλλαγή της αντί να πετάξει αμέσως.

Όταν αναγκαστεί να πετάξει, απομακρύνεται με δυνατές και κυματοειδείς κινήσεις των φτερούγων. Μετά από μικρή ή μεγαλύτερη πτήση μπορεί να προσγειωθεί ξανά σε ανοικτό έδαφος και να γίνει αμέσως δύσκολο να εντοπιστεί.

Εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου είναι κοινωνικό πουλί και μπορεί να σχηματίζει κοπάδια. Κατά τη μετανάστευση, τα κοπάδια μπορεί να αναμειγνύονται με άλλα είδη κορυδαλλών ή σποροφάγων πουλιών.

Στην Κύπρο καταγράφονται συνήθως μεμονωμένα πουλιά ή μικρές ομάδες. Η συμπεριφορά τους στο έδαφος και η ομοιότητά τους με άλλους κορυδαλλούς μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να περνούν απαρατήρητα.

Διατροφή

Η διατροφή της αποτελείται από σπόρους και μικρά ασπόνδυλα. Εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου τρέφεται σε μεγάλο βαθμό με σπόρους αγρωστωδών, άγριων φυτών και γεωργικών καλλιεργειών.

Κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι αυξάνεται η κατανάλωση ζωικής τροφής. Συλλαμβάνει σκαθάρια, ακρίδες, μυρμήγκια, κάμπιες, αράχνες και άλλα μικρά ασπόνδυλα που βρίσκει πάνω ή λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Τα έντομα αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική τροφή για τους νεοσσούς, επειδή προσφέρουν την πρωτεΐνη που χρειάζονται για τη γρήγορη ανάπτυξή τους.

Αναζητεί την τροφή της περπατώντας στο έδαφος και εξετάζοντας το χώμα, τις πέτρες και τη χαμηλή βλάστηση. Το δυνατό ράμφος τη βοηθά να συλλέγει σπόρους και να συλλαμβάνει σχετικά μεγάλα έντομα.

Τραγούδι και πτήση επίδειξης

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, το αρσενικό τραγουδά είτε από το έδαφος είτε κατά τη διάρκεια χαρακτηριστικής πτήσης επίδειξης. Ανεβαίνει στον αέρα και παραμένει για κάποιο χρονικό διάστημα πάνω από την περιοχή του, τραγουδώντας.

Το τραγούδι αποτελείται από δυνατές, γρήγορες και ποικίλες φράσεις. Όπως συμβαίνει με πολλούς κορυδαλλούς, μπορεί να περιλαμβάνει μιμήσεις φωνών άλλων πουλιών.

Η φωνή επαφής που ακούγεται κατά την πτήση είναι σημαντική για την αναγνώριση, ιδιαίτερα όταν το πουλί περνά γρήγορα ή δεν επιτρέπει καθαρή παρατήρηση των μορφολογικών γνωρισμάτων.

Αναπαραγωγή

Η Βουνογαλιάντρα φωλιάζει στο έδαφος. Το θηλυκό επιλέγει συνήθως μια μικρή κοιλότητα, συχνά κοντά σε πέτρα ή χαμηλό φυτό, ώστε η φωλιά να προστατεύεται και να παραμένει δυσδιάκριτη.

Η φωλιά είναι κυπελλοειδής και κατασκευάζεται με ξερά χόρτα, λεπτές ρίζες και άλλα φυτικά υλικά. Η εσωτερική επιφάνεια επενδύεται με λεπτότερα και μαλακότερα υλικά.

Το θηλυκό γεννά συνήθως τρία έως τέσσερα αβγά. Ο χρωματισμός των αβγών προσφέρει παραλλαγή στο έδαφος. Οι νεοσσοί εκκολάπτονται ανήμποροι και εξαρτώνται από τους γονείς για τροφή και προστασία.

Επειδή η φωλιά βρίσκεται στο έδαφος, κινδυνεύει από θηρευτές, έντονες βροχοπτώσεις, γεωργικά μηχανήματα, υπερβόσκηση και άλλες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κατά την αναπαραγωγική περίοδο.

Εξάπλωση και μετανάστευση

Η αναπαραγωγική εξάπλωση της Βουνογαλιάντρας εκτείνεται από την Τουρκία και τον Καύκασο προς το Ιράν, το Ιράκ, την Κεντρική Ασία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν και το Αφγανιστάν. Απαντά επίσης τοπικά σε τμήματα της Μέσης Ανατολής.

Οι περισσότεροι βόρειοι πληθυσμοί είναι μεταναστευτικοί. Μετά την αναπαραγωγή μετακινούνται προς νοτιότερες περιοχές της Μέσης Ανατολής, της βορειοανατολικής Αφρικής και της νότιας Ασίας.

Η μετανάστευση μπορεί να πραγματοποιείται τη νύχτα αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα πουλιά συχνά ταξιδεύουν σε ομάδες και σταματούν σε ανοικτές εκτάσεις για να τραφούν.

Η Κύπρος βρίσκεται δυτικά και νοτιοδυτικά από σημαντικές περιοχές αναπαραγωγής του είδους. Ο αριθμός των πουλιών που φτάνουν στο νησί επηρεάζεται πιθανότατα από τους ανέμους, τις καιρικές συνθήκες και την πορεία της μετανάστευσης κάθε χρονιάς.

Η Βουνογαλιάντρα στην Κύπρο

Στην Κύπρο η Βουνογαλιάντρα εμφανίζεται ως διερχόμενος μετανάστης, κυρίως κατά την άνοιξη. Οι ανοιξιάτικες παρατηρήσεις πραγματοποιούνται σε ανοικτές πεδιάδες, ακρωτήρια, παράκτια χωράφια, θερισμένες καλλιέργειες και πετρώδεις περιοχές με χαμηλή βλάστηση.

Κατά τη φθινοπωρινή μετανάστευση καταγράφεται επίσης από τα τέλη Αυγούστου μέχρι τον Οκτώβριο, αλλά οι εμφανίσεις της είναι γενικά λιγότερες και πιο ακανόνιστες.

Οι αριθμοί μπορεί να παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά. Σε ορισμένες μεταναστευτικές περιόδους αναφέρονται μόνο ελάχιστα πουλιά, ενώ σε άλλες μπορεί να παρατηρηθούν περισσότερα.

Το είδος δεν αναπαράγεται στην Κύπρο και δεν θεωρείται τακτικός χειμερινός επισκέπτης. Η παρουσία του στο νησί συνδέεται κυρίως με τη μεταναστευτική διέλευση.

Απειλές

Η εντατικοποίηση της γεωργίας αποτελεί σημαντική απειλή για πολλά πουλιά των ανοικτών εκτάσεων. Η μετατροπή των παραδοσιακών καλλιεργειών σε εντατικά γεωργικά συστήματα, η απομάκρυνση των ακαλλιέργητων λωρίδων και η χρήση ζιζανιοκτόνων περιορίζουν την παραγωγή σπόρων από άγρια φυτά.

Η εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων μειώνει τα έντομα που είναι απαραίτητα για τη διατροφή των ενηλίκων και ιδιαίτερα των νεοσσών. Η εγκατάλειψη παραδοσιακών βοσκοτόπων μπορεί επίσης να οδηγήσει στην ανάπτυξη πυκνότερης βλάστησης και στην απώλεια των ανοικτών εκτάσεων που προτιμά το είδος.

Άλλοι κίνδυνοι είναι η υπερβόσκηση, η καταστροφή των φωλιών από γεωργικά μηχανήματα, η ανάπτυξη υποδομών, η υποβάθμιση των στεπών και οι μεταβολές των βροχοπτώσεων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.

Σε παγκόσμιο επίπεδο η Βουνογαλιάντρα κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία «Ελάχιστης Ανησυχίας». Παρά τη μεγάλη εξάπλωσή της, η διατήρηση των ανοικτών στεπών, των παραδοσιακών καλλιεργειών και των ενδιάμεσων μεταναστευτικών σταθμών παραμένει σημαντική.

Ταξινόμηση

  • Βασίλειο: Animalia
  • Φύλο: Chordata
  • Κλάση: Aves
  • Τάξη: Passeriformes
  • Οικογένεια: Alaudidae
  • Γένος: Melanocorypha
  • Είδος: Melanocorypha bimaculata (Ménétries, 1832)
  • Αρχικός επιστημονικός συνδυασμός: Alauda bimaculata Ménétries, 1832
  • Ελληνικές κοινές ονομασίες: Βουνογαλιάντρα, Στεποτράσιηλος
  • Αγγλική κοινή ονομασία: Bimaculated Lark
  • Καθεστώς στην Κύπρο: Ολιγάριθμος έως σπάνιος διερχόμενος μετανάστης

Πηγές













Bimaculated Lark – Melanocorypha bimaculata (Ménétries, 1832) – Βουνογαλιάντρα – Στεποτράσιηλος – Cyprus

Text by George Konstantinou

The Bimaculated Lark, known in Greek as Βουνογαλιάντρα or Στεποτράσιηλος and scientifically as Melanocorypha bimaculata (Ménétries, 1832), is a robust migratory bird belonging to the family Alaudidae.

It breeds principally from Türkiye, the Caucasus and the Middle East to Central Asia. Most populations migrate to more southerly regions for the winter.

In Cyprus it is a scarce to rare passage migrant. It is observed principally in spring, while smaller numbers are recorded during autumn migration. It is neither a resident nor a known breeding species of the island.

Origin of the name

The English name Bimaculated Lark and the scientific epithet bimaculata refer to the two characteristic black patches on the sides of the upper breast.

The Latin word bimaculata means “two-spotted.” These patches may appear separated when the bird is standing or may give the impression of a broken dark band across the breast.

The genus name Melanocorypha is derived from Greek words associated with the colour black and an ancient name for a bird. The species was described by the French-born zoologist Édouard Ménétries in 1832.

Appearance

The Bimaculated Lark is large and robust for a lark, measuring approximately 16–18 centimetres in length. It has a large head, a short and powerful bill, a broad breast, a comparatively short tail and strong legs.

Its upperparts are grey-brown to sandy brown with prominent dark streaking. This plumage provides excellent camouflage when the bird moves across dry, rocky or cultivated ground.

A pale supercilium is visible on the head, extending above and behind the eye. The cheeks are brown and surrounded by paler areas, while the underparts are whitish.

The two black patches on the sides of the breast are characteristic, but their visibility is affected by the bird’s posture and the condition of its plumage. The upper breast may show fine dark streaking.

The sexes are similar. Juvenile birds have more pronounced pale edges to the feathers, giving the upperparts a more strongly scaled appearance.

Identification in flight

In flight, the Bimaculated Lark displays broad, relatively short wings. The undersides of the wings are greyish to dark grey-brown and lack the strongly contrasting dark pattern characteristic of the Calandra Lark.

The tail is comparatively short. The outer tail feathers do not form the broad white sides seen in the Calandra Lark. Instead, white is mainly restricted to the end of the tail and may form a narrow pale terminal band.

These features are particularly useful because identifying a lark on the ground can be difficult owing to its cryptic plumage.

Differences from the Calandra Lark

The species with which it is most frequently confused is the Calandra Lark (Melanocorypha calandra). The two species are related, are similar in size and possess dark patches on the sides of the breast.

The Bimaculated Lark is generally slightly smaller and more compact, with a shorter and less massive bill. Its pale supercilium is often more conspicuous and its facial pattern more strongly defined.

The differences are clearer in flight:

  • The Calandra Lark has very dark wing undersides with a conspicuous white trailing edge.
  • The Bimaculated Lark has more uniformly greyish wing undersides.
  • The Calandra Lark shows conspicuous white outer sides to the tail.
  • The Bimaculated Lark lacks broad white sides to the tail, showing white mainly at its tip.
  • The Bimaculated Lark’s black breast patches are normally smaller and more widely separated.

Reliable identification should be based on a combination of characteristics rather than solely on the two black breast patches.

Habitat

The Bimaculated Lark is a bird of open, dry landscapes. In its breeding areas it prefers rocky steppe, semi-desert, plateaus, bare or sparsely vegetated slopes, dry grassland and cultivation at higher elevations.

It generally avoids dense woodland, tall scrub and areas with continuous high vegetation. It requires open ground on which to move, locate food and detect predators in time.

During migration and winter it may occur at lower elevations, in dry fields, harvested cultivation, fallow land, coastal plains, rocky areas and semi-desert habitats.

In Cyprus, most observations are made in open agricultural and coastal areas where migrating birds can stop temporarily to rest and feed.

Behaviour

The Bimaculated Lark spends most of its time on the ground, walking or running among stones and sparse vegetation. When it detects danger, it often lowers its body and relies on its camouflage instead of immediately taking flight.

When forced to fly, it moves away with strong, undulating wingbeats. After a short or longer flight, it may land again on open ground and immediately become difficult to locate.

Outside the breeding season it is social and may form flocks. During migration, these flocks may mix with other larks or seed-eating birds.

In Cyprus, individual birds or small groups are normally recorded. Their ground-dwelling behaviour and similarity to other larks may result in some passing unnoticed.

Diet

Its diet consists of seeds and small invertebrates. Outside the breeding season it feeds extensively on the seeds of grasses, wild plants and agricultural crops.

During spring and summer, the proportion of animal food increases. It captures beetles, grasshoppers, ants, caterpillars, spiders and other small invertebrates found on or just beneath the soil surface.

Insects are particularly important for the chicks because they provide the protein necessary for rapid growth.

It searches for food by walking over the ground and examining the soil, stones and low vegetation. Its strong bill helps it collect seeds and capture comparatively large insects.

Song and display flight

During the breeding season, the male sings either from the ground or during a characteristic display flight. It rises into the air and remains above its territory for a period while singing.

The song consists of loud, rapid and varied phrases. As with many larks, it may include imitations of the calls of other birds.

The flight call is important for identification, especially when the bird passes quickly or does not allow clear observation of its morphological features.

Breeding

The Bimaculated Lark nests on the ground. The female normally selects a small depression, often close to a stone or low plant, allowing the nest to remain protected and inconspicuous.

The nest is cup-shaped and constructed from dry grasses, fine roots and other plant materials. Its interior is lined with finer and softer material.

The female normally lays three or four eggs. Their colouring provides camouflage against the ground. The chicks hatch helpless and depend on their parents for food and protection.

Because the nest is located on the ground, it is vulnerable to predators, heavy rainfall, agricultural machinery, overgrazing and other activities taking place during the breeding season.

Distribution and migration

The breeding range of the Bimaculated Lark extends from Türkiye and the Caucasus through Iran, Iraq, Central Asia, Kazakhstan, Kyrgyzstan and Afghanistan. It also occurs locally in parts of the Middle East.

Most northern populations are migratory. After breeding, they move south towards parts of the Middle East, north-eastern Africa and southern Asia.

Migration may occur both at night and during the day. The birds often travel in groups and stop in open areas to feed.

Cyprus lies west and southwest of important parts of the species’ breeding range. The number reaching the island is probably influenced by winds, weather conditions and the route followed during migration each year.

The Bimaculated Lark in Cyprus

In Cyprus, the Bimaculated Lark occurs as a passage migrant, principally during spring. Spring observations are made on open plains, headlands, coastal fields, harvested cultivation and rocky areas with low vegetation.

It is also recorded during autumn migration from late August until October, although its appearances are generally fewer and more irregular.

Numbers may vary considerably between years. During some migration periods only a few birds are reported, whereas greater numbers may be observed in others.

The species does not breed in Cyprus and is not regarded as a regular winter visitor. Its occurrence on the island is associated principally with migratory passage.

Threats

Agricultural intensification is an important threat to many birds of open country. The conversion of traditional farmland into intensive agricultural systems, removal of uncultivated strips and use of herbicides reduce the production of seeds by wild plants.

Extensive insecticide use reduces the insects required by adults and especially by chicks. The abandonment of traditional grazing land may also result in denser vegetation and the loss of open areas preferred by the species.

Other threats include overgrazing, the destruction of nests by agricultural machinery, infrastructure development, degradation of steppe habitats and changes in rainfall associated with climate change.

Globally, the Bimaculated Lark is classified as Least Concern by the IUCN. Despite its extensive range, the conservation of open steppe, traditional farmland and migration stopover sites remains important.

Classification

  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Chordata
  • Class: Aves
  • Order: Passeriformes
  • Family: Alaudidae
  • Genus: Melanocorypha
  • Species: Melanocorypha bimaculata (Ménétries, 1832)
  • Original scientific combination: Alauda bimaculata Ménétries, 1832
  • English common name: Bimaculated Lark
  • Greek common names: Βουνογαλιάντρα, Στεποτράσιηλος
  • Status in Cyprus: Scarce to rare passage migrant

Sources

No comments:

Post a Comment