Underwater photos March 2018 at Akrotiri by Kostas Aristeidou
Below in English
Κείμενο George Konstantinou
Υποβρύχιες φωτογραφίες: Ακρωτήρι, Μάρτιος 2018, Kostas Aristeidou
Η χρυσή θαλάσσια ανεμώνη, με το διεθνές κοινό όνομα Golden Anemone και το επιστημονικό όνομα Condylactis aurantiaca (Delle Chiaje, 1825), είναι ένα εντυπωσιακό θαλάσσιο ασπόνδυλο της οικογένειας Actiniidae.
Παρά την εμφάνισή της και την ονομασία «ανεμώνη», δεν είναι φυτό αλλά ζώο. Ανήκει στα Κνιδόζωα, την ίδια μεγάλη ομάδα στην οποία ανήκουν οι μέδουσες και τα κοράλλια. Ζει προσκολλημένη στον βυθό, όπου περιμένει να πλησιάσουν μικρά ζώα που μπορεί να συλλάβει με τα πλοκάμια της.
Το είδος είναι ενδημικό της Μεσογείου, δηλαδή η φυσική του εξάπλωση περιορίζεται στη Μεσόγειο Θάλασσα. Η παρουσία του στις κυπριακές θάλασσες αποτελεί μέρος της φυσικής μεσογειακής θαλάσσιας πανίδας και δεν σχετίζεται με τη λεσσεψιανή μετανάστευση από την Ερυθρά Θάλασσα.
Ένα ζώο που μοιάζει με λουλούδι
Το σώμα της αποτελείται από έναν μαλακό κυλινδρικό κίονα, έναν βασικό δίσκο με τον οποίο προσκολλάται στο υπόστρωμα και έναν στοματικό δίσκο που περιβάλλεται από πολυάριθμα πλοκάμια.
Στο κέντρο του στοματικού δίσκου βρίσκεται το στόμα. Η ίδια αυτή οπή χρησιμοποιείται και για την αποβολή των άπεπτων υπολειμμάτων, καθώς η θαλάσσια ανεμώνη δεν διαθέτει ξεχωριστό πεπτικό σωλήνα με δεύτερο άνοιγμα.
Το εσωτερικό του σώματος περιλαμβάνει τη γαστραγγειακή κοιλότητα, στην οποία πραγματοποιείται η πέψη και η διανομή των θρεπτικών ουσιών. Δεν διαθέτει εγκέφαλο, καρδιά ή κυκλοφορικό σύστημα όπως τα σπονδυλωτά. Οι κινήσεις και οι αντιδράσεις της ελέγχονται από ένα διάχυτο νευρικό δίκτυο.
Όπως όλα τα ανθόζωα, η χρυσή ανεμώνη περνά την ενήλικη ζωή της ως πολύποδας. Δεν διαθέτει το ελεύθερα κολυμβητικό στάδιο μέδουσας που παρατηρείται σε άλλες ομάδες κνιδοζώων.
Μέγεθος και μορφολογία
Ο κίονας του σώματος είναι ημιδιαφανής, υπόλευκος και συχνά φέρει λευκές κηλίδες. Μπορεί να φτάσει περίπου τα επτά εκατοστά σε διάμετρο, αν και το μεγαλύτερο μέρος του παραμένει κρυμμένο μέσα στο ίζημα.
Ο στοματικός δίσκος μπορεί να φτάσει περίπου τα δώδεκα εκατοστά σε διάμετρο. Όταν τα πλοκάμια είναι πλήρως απλωμένα, η συνολική διάμετρος του ζώου μπορεί να προσεγγίσει τα τριάντα εκατοστά.
Τα ώριμα άτομα μπορούν να φέρουν περίπου 96 πλοκάμια, διατεταγμένα σε διαδοχικούς κύκλους γύρω από το στόμα. Τα πλοκάμια είναι σχετικά παχιά, επιμήκη και μπορούν να φτάσουν περίπου τα οκτώ εκατοστά.
Το μέγεθος και η εμφάνιση μεταβάλλονται ανάλογα με την ηλικία, την κατάσταση συστολής, τη διαθεσιμότητα τροφής και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Ένα ενοχλημένο άτομο μπορεί να συστέλλεται έντονα και να φαίνεται πολύ μικρότερο.
Χρωματισμός
Ο χρωματισμός της χρυσής ανεμώνης παρουσιάζει σημαντική φυσική ποικιλία. Τα πλοκάμια μπορεί να είναι κιτρινωπά, χρυσοκίτρινα, πρασινωπά, γκριζοπράσινα ή σχεδόν υπόλευκα.
Συχνά φέρουν εγκάρσιες λευκές ή ανοιχτόχρωμες ζώνες, ενώ οι άκρες τους μπορεί να είναι ιώδεις, μοβ ή ροζ. Το στόμα στο κέντρο του στοματικού δίσκου έχει συχνά μοβ ή ιώδη χρωματισμό.
Ο συνδυασμός των πρασινοκίτρινων πλοκαμιών, των ανοιχτόχρωμων ζωνών και των μοβ άκρων δημιουργεί την εντυπωσιακή εμφάνιση από την οποία προέρχεται η κοινή ονομασία «χρυσή ανεμώνη».
Το χρώμα δεν είναι πάντα ασφαλές γνώρισμα από μόνο του, επειδή επηρεάζεται από τον φωτισμό, το βάθος, την κατάσταση του ζώου και τη φωτογραφική απόδοση κάτω από το νερό.
Κρυμμένη μέσα στο ίζημα
Ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα του είδους είναι ότι ο κίονας του σώματος παραμένει σχεδόν ολόκληρος θαμμένος μέσα στην άμμο, το χαλίκι ή άλλο χαλαρό ίζημα.
Ο βασικός δίσκος δεν προσκολλάται στο ίδιο το μαλακό ίζημα. Βρίσκει ένα σταθερό αντικείμενο που είναι θαμμένο κάτω από αυτό, όπως πέτρα, βράχο, κέλυφος μαλακίου ή άλλο σκληρό υπόστρωμα, και στερεώνεται πάνω του.
Στην επιφάνεια φαίνονται συνήθως μόνο ο στοματικός δίσκος και τα απλωμένα πλοκάμια. Αυτή η θέση προσφέρει σταθερότητα και προστασία, ενώ επιτρέπει στο ζώο να εκθέτει τα πλοκάμια του στο νερό για να συλλαμβάνει τροφή.
Όταν ενοχληθεί, μπορεί να συστέλλεται και να τραβά τα πλοκάμια και τον στοματικό δίσκο προς το ίζημα. Αν η ενόχληση είναι έντονη, μπορεί να παραμείνει σχεδόν ολόκληρη κρυμμένη.
Βιότοπος και βάθος
Η Condylactis aurantiaca ζει σε αμμώδεις, χαλικώδεις και μικτούς βυθούς, συχνά κοντά σε βράχους, πέτρες, κοχύλια, λιβάδια θαλάσσιων φυτών και συγκεντρώσεις οργανικών υπολειμμάτων.
Απαντά από σχετικά ρηχά νερά μέχρι βάθη περίπου 80 μέτρων. Είναι δυνατόν να παρατηρηθεί από δύτες σε μικρά βάθη, ιδιαίτερα σε προστατευμένους κόλπους και περιοχές με καθαρό νερό και σταθερά ιζήματα.
Η παρουσία ενός κατάλληλου σκληρού αντικειμένου κάτω από το ίζημα είναι απαραίτητη για την προσκόλλησή της. Παρά το γεγονός ότι φαίνεται να βρίσκεται πάνω στην άμμο, το ζώο είναι σταθερά συνδεδεμένο με κρυμμένο σκληρό υπόστρωμα.
Οι υποβρύχιες φωτογραφίες της αρχικής ανάρτησης λήφθηκαν τον Μάρτιο του 2018 στην περιοχή Ακρωτηρίου από τον Kostas Aristeidou.
Κνιδοκύτταρα και σύλληψη της λείας
Τα πλοκάμια της φέρουν πολυάριθμα εξειδικευμένα κύτταρα που ονομάζονται κνιδοκύτταρα. Μέσα σε κάθε κνιδοκύτταρο υπάρχει μια μικροσκοπική κάψα, η νηματοκύστη, η οποία περιέχει ένα περιελιγμένο νημάτιο.
Όταν ένα κατάλληλο θήραμα αγγίξει το πλοκάμι, οι νηματοκύστεις ενεργοποιούνται με εξαιρετική ταχύτητα. Τα νημάτια εκτοξεύονται, προσκολλώνται ή διαπερνούν την επιφάνεια της λείας και απελευθερώνουν ουσίες που τη συγκρατούν και την ακινητοποιούν.
Τα πλοκάμια μεταφέρουν κατόπιν το θήραμα προς το στόμα. Η τροφή εισέρχεται στη γαστραγγειακή κοιλότητα, όπου πραγματοποιείται αρχικά εξωκυτταρική και στη συνέχεια ενδοκυτταρική πέψη.
Τα κνιδοκύτταρα χρησιμοποιούνται τόσο για τη σύλληψη τροφής όσο και για άμυνα.
Διατροφή
Η χρυσή ανεμώνη είναι σαρκοφάγο ζώο. Τρέφεται με μικρούς θαλάσσιους οργανισμούς που παρασύρονται από τα ρεύματα ή πλησιάζουν τα πλοκάμια της.
Η διατροφή της μπορεί να περιλαμβάνει ζωοπλαγκτόν, μικρά καρκινοειδή, προνύμφες θαλάσσιων ζώων, πολύχαιτους σκώληκες και άλλους μικρούς ασπόνδυλους οργανισμούς. Μπορεί επίσης να συγκρατήσει μικρά ψάρια όταν αυτά έρθουν σε άμεση επαφή με τα πλοκάμια της.
Δεν κυνηγά καταδιώκοντας τη λεία της. Παραμένει στη θέση της και βασίζεται στα ρεύματα, στις κινήσεις των πλοκαμιών και στην ταχεία λειτουργία των νηματοκύστεων.
Μικροσκοπικά οργανικά σωματίδια μπορούν επίσης να μεταφέρονται προς το στόμα με τη βοήθεια βλέννας και κινήσεων της επιφάνειας του σώματος.
Κίνηση και συστολή
Παρότι θεωρείται εδραίο ζώο, η χρυσή ανεμώνη δεν είναι απόλυτα ακίνητη. Μπορεί να πραγματοποιεί αργές μετακινήσεις με τη βοήθεια του βασικού της δίσκου, όταν οι συνθήκες στη θέση όπου βρίσκεται δεν είναι κατάλληλες.
Οι μετακινήσεις αυτές είναι πολύ αργές και δύσκολα γίνονται αντιληπτές. Μπορεί να προκληθούν από έλλειψη τροφής, υπερβολική συσσώρευση ιζήματος, έντονη ενόχληση ή ακατάλληλες συνθήκες φωτισμού και ροής του νερού.
Μπορεί επίσης να συστέλλει γρήγορα τα πλοκάμια και τον στοματικό δίσκο όταν αγγιχτεί ή όταν αισθανθεί απότομη μεταβολή στο νερό.
Αναπνοή και αποβολή άχρηστων ουσιών
Η χρυσή ανεμώνη δεν διαθέτει ειδικά αναπνευστικά όργανα. Η ανταλλαγή οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα πραγματοποιείται με διάχυση μέσα από την επιφάνεια του σώματος.
Με τον ίδιο τρόπο αποβάλλονται και πολλές από τις άχρηστες ουσίες του μεταβολισμού. Η μεγάλη επιφάνεια των πλοκαμιών και του σώματος διευκολύνει τις ανταλλαγές με το θαλασσινό νερό.
Η καλή κυκλοφορία και η ποιότητα του νερού είναι επομένως σημαντικές για τη φυσιολογική λειτουργία του ζώου.
Αναπαραγωγή
Η αναπαραγωγή πραγματοποιείται κυρίως κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά κύτταρα απελευθερώνονται στο νερό, όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί η γονιμοποίηση.
Από το γονιμοποιημένο αβγό αναπτύσσεται μια μικροσκοπική προνύμφη που ονομάζεται πλάνουλα. Η πλάνουλα μπορεί να παρασυρθεί για κάποιο χρονικό διάστημα μέσα στη στήλη του νερού.
Όταν βρει κατάλληλο υπόστρωμα, εγκαθίσταται, μεταμορφώνεται σε μικρό πολύποδα και αρχίζει να αναπτύσσει τα πλοκάμια και τα εσωτερικά διαφράγματα του ενήλικου ζώου.
Στη σχετική βιβλιογραφία αναφέρεται επίσης η δυνατότητα κατακράτησης των αναπτυσσόμενων προνυμφών στη γαστραγγειακή κοιλότητα μέχρι την απελευθέρωσή τους. Αυτό δείχνει ότι μπορεί να υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην αναπαραγωγική στρατηγική, οι λεπτομέρειες των οποίων χρειάζονται περαιτέρω μελέτη.
Συμβίωση με τη γαρίδα Periclimenes aegylios
Ανάμεσα στα πλοκάμια της χρυσής ανεμώνης μπορεί να ζει η μικρή διαφανής γαρίδα Periclimenes aegylios Grippa & d’Udekem d’Acoz, 1996.
Η γαρίδα χρησιμοποιεί την ανεμώνη ως ασφαλές καταφύγιο. Τα περισσότερα πιθανά αρπακτικά αποφεύγουν τα πλοκάμια και τα κνιδοκύτταρα, ενώ η γαρίδα έχει την ικανότητα να κινείται ανάμεσά τους χωρίς να συλλαμβάνεται εύκολα.
Το σχεδόν διαφανές σώμα της γαρίδας την καθιστά δύσκολο να εντοπιστεί. Φέρει χαρακτηριστικά έγχρωμα σημάδια, αλλά μπορεί να παραμένει απαρατήρητη ακόμη και όταν βρίσκεται πάνω στον στοματικό δίσκο.
Η σχέση αυτή περιγράφεται ως στενή οικολογική συμβίωση. Η γαρίδα αποκτά προστασία και πρόσβαση σε μικρά υπολείμματα τροφής. Ο ακριβής βαθμός ωφέλειας για την ανεμώνη δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος χωρίς ειδική παρατήρηση.
Οικολογικός ρόλος
Η χρυσή ανεμώνη αποτελεί μικρό θηρευτή του βενθικού οικοσυστήματος και συμμετέχει στη μεταφορά ενέργειας από το πλαγκτόν και τους μικρούς ασπόνδυλους προς μεγαλύτερους οργανισμούς.
Τα πλοκάμια και ο στοματικός της δίσκος δημιουργούν έναν ιδιαίτερο μικροβιότοπο. Μικρά καρκινοειδή και άλλοι οργανισμοί μπορούν να χρησιμοποιούν το σώμα της για προστασία, διατροφή ή προσωρινό καταφύγιο.
Η παρουσία της αυξάνει τη δομική πολυπλοκότητα ενός κατά τα άλλα επίπεδου αμμώδους βυθού. Ένα μόνο άτομο μπορεί να λειτουργεί ως μικρή νησίδα ζωής πάνω στο ίζημα.
Δεν είναι κοράλλι ούτε φυτό
Οι θαλάσσιες ανεμώνες και τα κοράλλια ανήκουν στην ίδια κλάση, τα Ανθόζωα, αλλά δεν είναι το ίδιο. Η χρυσή ανεμώνη είναι μοναχικός, μαλακός πολύποδας και δεν δημιουργεί ασβεστολιθικό σκελετό ή αποικία όπως πολλά κοράλλια.
Δεν είναι επίσης θαλάσσιο φυτό. Δεν διαθέτει ρίζες, φύλλα, άνθη ή φωτοσυνθετικούς ιστούς. Η προσκόλλησή της στον βυθό και η ακτινωτή συμμετρία των πλοκαμιών της την κάνουν να μοιάζει με λουλούδι, αλλά όλες οι λειτουργίες της είναι εκείνες ενός σαρκοφάγου ζώου.
Επαφή με τον άνθρωπο
Τα κνιδοκύτταρα του είδους είναι σχεδιασμένα για τη σύλληψη μικρών θαλάσσιων οργανισμών. Η επαφή με το ανθρώπινο δέρμα δεν προκαλεί πάντοτε έντονη αντίδραση, αλλά μπορεί να δημιουργήσει τοπικό ερεθισμό σε ευαίσθητα άτομα.
Οι δύτες και οι λουόμενοι δεν πρέπει να αγγίζουν τις θαλάσσιες ανεμώνες. Η επαφή μπορεί να βλάψει τόσο τον άνθρωπο όσο και το ζώο, του οποίου τα πλοκάμια και οι ιστοί είναι ευαίσθητα σε τραυματισμούς.
Δεν πρέπει επίσης να αποσπάται από τον βυθό ή να συλλέγεται για ενυδρεία. Η αφαίρεση μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό στον βασικό δίσκο και να καταστρέψει το ζώο.
Κίνδυνοι
Η υποβάθμιση των παράκτιων οικοσυστημάτων αποτελεί τον σημαντικότερο γενικό κίνδυνο για τη χρυσή ανεμώνη. Η ρύπανση, τα λύματα, τα πλαστικά, οι υδρογονάνθρακες και η αυξημένη θολότητα μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα του νερού και τους οργανισμούς με τους οποίους τρέφεται.
Η μηχανική ανατάραξη του βυθού από αγκυροβολία, συρόμενα αλιευτικά εργαλεία, παράκτια έργα και εκσκαφές μπορεί να ξεριζώσει τα ζώα, να καταστρέψει το κρυμμένο υπόστρωμα ή να τα καλύψει με υπερβολική ποσότητα ιζήματος.
Η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας, οι παρατεταμένοι θαλάσσιοι καύσωνες και οι αλλαγές στη χημεία του νερού μπορούν να επηρεάσουν τη φυσιολογία και την αναπαραγωγή πολλών βενθικών οργανισμών. Οι ειδικές μακροχρόνιες επιπτώσεις στη Condylactis aurantiaca χρειάζονται συστηματική παρακολούθηση.
Η προστασία των αμμωδών και μικτών βυθών είναι εξίσου σημαντική με την προστασία των βραχωδών υφάλων και των λιβαδιών Ποσειδωνίας. Οι φαινομενικά άδειες αμμώδεις εκτάσεις φιλοξενούν πλούσια και συχνά κρυμμένη βιοποικιλότητα.
Ταξινόμηση
- Βασίλειο: Animalia
- Φύλο: Cnidaria
- Κλάση: Anthozoa
- Υποκλάση: Hexacorallia
- Τάξη: Actiniaria
- Οικογένεια: Actiniidae
- Γένος: Condylactis
- Είδος: Condylactis aurantiaca (Delle Chiaje, 1825)
- Αρχικός επιστημονικός συνδυασμός: Actinia aurantiaca Delle Chiaje, 1825
- Ελληνική κοινή ονομασία: Χρυσή θαλάσσια ανεμώνη
- Αγγλική κοινή ονομασία: Golden Anemone
- Εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Μεσογείου
Πηγές
- Αρχική ανάρτηση – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou
- World Register of Marine Species – Condylactis aurantiaca
- Actiniaria.com – Condylactis aurantiaca
- SeaLifeBase – Condylactis aurantiaca
- World Register of Marine Species – Periclimenes aegylios
- Z. Ďuriš, A. Horká, A. A. Juračka, A. Petrusek & F. Sandford, μελέτη για δεκάποδα καρκινοειδή που συνδέονται με θαλάσσιες ανεμώνες στη Μεσόγειο.
Golden Anemone – Condylactis aurantiaca (Delle Chiaje, 1825) – Χρυσή θαλάσσια ανεμώνη – Cyprus
Text by George Konstantinou
Underwater photographs: Akrotiri, March 2018, by Kostas Aristeidou
The Golden Anemone, scientifically known as Condylactis aurantiaca (Delle Chiaje, 1825), is a striking marine invertebrate belonging to the family Actiniidae.
Despite its flower-like appearance and the name “anemone,” it is not a plant but an animal. It belongs to the cnidarians, the same major group that includes jellyfish and corals. It lives attached to the seabed, where it waits for small animals to approach within reach of its tentacles.
The species is endemic to the Mediterranean, meaning that its natural distribution is restricted to the Mediterranean Sea. Its presence in Cypriot waters forms part of the native Mediterranean marine fauna and is unrelated to Lessepsian migration from the Red Sea.
An animal resembling a flower
Its body consists of a soft cylindrical column, a pedal disc with which it attaches itself to the substrate and an oral disc surrounded by numerous tentacles.
The mouth is situated in the centre of the oral disc. The same opening is also used to expel undigested remains because the sea anemone does not possess a separate digestive tract with a second opening.
The interior of the body contains the gastrovascular cavity, where digestion and the distribution of nutrients take place. It has no brain, heart or circulatory system comparable to those of vertebrates. Its movements and reactions are controlled by a diffuse nerve net.
Like all anthozoans, the Golden Anemone spends its adult life as a polyp. It does not possess the free-swimming medusa stage found in some other groups of cnidarians.
Size and morphology
The body column is translucent, whitish and frequently bears white spots. It may reach approximately seven centimetres in diameter, although most of it remains concealed within the sediment.
The oral disc can reach approximately twelve centimetres in diameter. When the tentacles are fully extended, the total diameter of the animal may approach thirty centimetres.
Mature individuals may have approximately 96 tentacles arranged in successive cycles around the mouth. The tentacles are relatively thick and elongated and can reach approximately eight centimetres in length.
Size and appearance vary according to age, state of contraction, food availability and environmental conditions. A disturbed individual may contract strongly and appear much smaller.
Colouration
The colouration of the Golden Anemone displays considerable natural variation. Its tentacles may be yellowish, golden-yellow, greenish, grey-green or almost whitish.
They frequently bear transverse white or pale bands, while their tips may be violet, purple or pink. The mouth in the centre of the oral disc often has a purple or violet colour.
The combination of greenish-yellow tentacles, pale bands and purple tips creates the striking appearance from which the common name “Golden Anemone” is derived.
Colour alone is not always a reliable identification feature because it is influenced by lighting, depth, the condition of the animal and underwater photographic rendering.
Concealed within the sediment
One of the most important characteristics of the species is that its body column remains almost entirely buried in sand, gravel or other loose sediment.
The pedal disc does not attach itself directly to the soft sediment. It finds a stable object buried beneath it, such as a stone, rock, mollusc shell or other hard substrate, and attaches itself to it.
Only the oral disc and extended tentacles are normally visible at the surface. This position provides stability and protection while allowing the animal to expose its tentacles to the water to capture food.
When disturbed, it can contract and withdraw its tentacles and oral disc towards the sediment. If the disturbance is severe, it may remain almost completely concealed.
Habitat and depth
Condylactis aurantiaca inhabits sandy, gravelly and mixed seabeds, frequently close to rocks, stones, shells, seagrass meadows and accumulations of organic remains.
It occurs from relatively shallow water to depths of approximately 80 metres. Divers may observe it at shallow depths, particularly in sheltered bays and places with clear water and stable sediments.
The presence of a suitable hard object beneath the sediment is essential for attachment. Although the animal appears to rest on sand, it is firmly connected to concealed hard substrate.
The underwater photographs in the original post were taken in the Akrotiri area during March 2018 by Kostas Aristeidou.
Cnidocytes and prey capture
Its tentacles bear numerous specialised cells known as cnidocytes. Each cnidocyte contains a microscopic capsule, the nematocyst, holding a coiled thread.
When suitable prey touches a tentacle, the nematocysts are activated with exceptional speed. Their threads are discharged, adhering to or penetrating the prey’s surface and releasing substances that restrain and immobilise it.
The tentacles then transfer the prey towards the mouth. Food enters the gastrovascular cavity, where extracellular and subsequently intracellular digestion occur.
Cnidocytes are used both for capturing food and for defence.
Diet
The Golden Anemone is carnivorous. It feeds on small marine organisms carried by currents or moving close to its tentacles.
Its diet may include zooplankton, small crustaceans, marine larvae, polychaete worms and other small invertebrates. It may also restrain small fish if they come into direct contact with its tentacles.
It does not hunt by pursuing its prey. It remains in position and relies on currents, tentacle movements and the rapid action of its nematocysts.
Microscopic organic particles may also be transported towards the mouth with the assistance of mucus and movements across the body surface.
Movement and contraction
Although considered a sessile animal, the Golden Anemone is not completely immobile. It can move slowly with the assistance of its pedal disc when conditions at its existing location become unsuitable.
These movements are extremely slow and difficult to observe. They may be caused by food scarcity, excessive sediment accumulation, severe disturbance or unsuitable light and water-flow conditions.
It can also contract its tentacles and oral disc rapidly when touched or when it detects a sudden change in the surrounding water.
Respiration and waste removal
The Golden Anemone has no specialised respiratory organs. Oxygen and carbon dioxide are exchanged by diffusion across the body surface.
Many metabolic waste products are removed in the same manner. The large surface area of the tentacles and body facilitates exchange with the surrounding seawater.
Good water circulation and quality are therefore important for the animal’s normal functioning.
Reproduction
Reproduction occurs mainly during spring and summer. Male and female reproductive cells are released into the water, where fertilisation may take place.
A microscopic larva known as a planula develops from the fertilised egg. The planula may drift within the water column for a period of time.
When it finds suitable substrate, it settles, transforms into a small polyp and begins developing the tentacles and internal partitions of the adult animal.
The relevant literature also reports the possibility of developing larvae being retained within the gastrovascular cavity until their release. This suggests some variation in reproductive strategy, the details of which require further study.
Association with the shrimp Periclimenes aegylios
The small transparent shrimp Periclimenes aegylios Grippa & d’Udekem d’Acoz, 1996 may live among the tentacles of the Golden Anemone.
The shrimp uses the anemone as a safe refuge. Most potential predators avoid the tentacles and cnidocytes, while the shrimp can move among them without readily being captured.
Its almost transparent body makes the shrimp difficult to detect. It carries characteristic coloured markings but may remain unnoticed even when resting on the oral disc.
This relationship is described as a close ecological association. The shrimp gains protection and access to small food remains. The precise degree of benefit to the anemone should not be assumed without specific observation.
Ecological role
The Golden Anemone is a small predator within the benthic ecosystem and contributes to the transfer of energy from plankton and small invertebrates to larger organisms.
Its tentacles and oral disc create a distinctive microhabitat. Small crustaceans and other organisms may use its body for protection, feeding or temporary shelter.
Its presence increases the structural complexity of an otherwise level sandy seabed. A single individual can function as a small island of life on the sediment.
Neither a coral nor a plant
Sea anemones and corals belong to the same class, Anthozoa, but they are not the same. The Golden Anemone is a solitary, soft-bodied polyp and does not produce a calcareous skeleton or a colony like many corals.
It is not a marine plant either. It has no roots, leaves, flowers or photosynthetic tissues. Its attachment to the seabed and the radial arrangement of its tentacles make it resemble a flower, but all its functions are those of a carnivorous animal.
Contact with humans
The species’ cnidocytes are adapted to capture small marine organisms. Contact with human skin does not always cause a severe reaction, but it may produce local irritation in sensitive individuals.
Divers and swimmers should not touch sea anemones. Contact may harm both the person and the animal, whose tentacles and tissues are vulnerable to physical injury.
It should not be detached from the seabed or collected for aquariums. Removal can seriously damage the pedal disc and kill the animal.
Threats
The degradation of coastal ecosystems represents the principal general threat to the Golden Anemone. Pollution, sewage, plastics, hydrocarbons and increased turbidity can affect water quality and the organisms on which it feeds.
Mechanical disturbance of the seabed from anchoring, dragged fishing gear, coastal construction and excavation can uproot individuals, destroy the concealed substrate or bury them beneath excessive sediment.
Rising seawater temperatures, prolonged marine heatwaves and changes in water chemistry may affect the physiology and reproduction of many benthic organisms. The specific long-term effects on Condylactis aurantiaca require systematic monitoring.
Protecting sandy and mixed seabeds is as important as protecting rocky reefs and Posidonia meadows. Apparently empty sandy areas support a rich and frequently concealed biodiversity.
Classification
- Kingdom: Animalia
- Phylum: Cnidaria
- Class: Anthozoa
- Subclass: Hexacorallia
- Order: Actiniaria
- Family: Actiniidae
- Genus: Condylactis
- Species: Condylactis aurantiaca (Delle Chiaje, 1825)
- Original scientific combination: Actinia aurantiaca Delle Chiaje, 1825
- English common name: Golden Anemone
- Greek common name: Χρυσή θαλάσσια ανεμώνη
- Distribution: Mediterranean endemic
Sources
- Original post – Biodiversity of Cyprus by George Konstantinou
- World Register of Marine Species – Condylactis aurantiaca
- Actiniaria.com – Condylactis aurantiaca
- SeaLifeBase – Condylactis aurantiaca
- World Register of Marine Species – Periclimenes aegylios
- Z. Ďuriš, A. Horká, A. A. Juračka, A. Petrusek and F. Sandford, study of Mediterranean decapod crustaceans associated with sea anemones.



No comments:
Post a Comment