See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο.
family Dactylopiidae.
Photos Nicosia (Agios Sozomenos) 19/10/2022 by George Konstantinou.
Below in English
Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου
Ο ψευδόκοκκος της παπουτσοσυκιάς
Ο Dactylopius opuntiae είναι μικρό μυζητικό ημίπτερο της οικογένειας Dactylopiidae, το οποίο ζει αποκλειστικά πάνω σε κάκτους και προσβάλλει κυρίως είδη του γένους Opuntia.
Στην Κύπρο είναι γνωστός ως ψευδόκοκκος της παπουτσοσυκιάς. Ο όρος «ψευδόκοκκος» χρησιμοποιείται ευρέως από το κοινό και τις γεωργικές υπηρεσίες, αλλά ταξινομικά το έντομο δεν ανήκει στην οικογένεια Pseudococcidae των πραγματικών ψευδόκοκκων. Ανήκει στη χωριστή οικογένεια Dactylopiidae και περιγράφεται ακριβέστερα ως κοκκοειδές της φραγκοσυκιάς ή prickly pear cochineal.
Το έντομο κατάγεται από το Μεξικό και την ευρύτερη περιοχή της Αμερικής, όπου εξελίχθηκε μαζί με τους φυσικούς ξενιστές και τους θηρευτές του. Σε περιοχές όπου εισήχθη χωρίς τους εξειδικευμένους φυσικούς εχθρούς του μπορεί να πολλαπλασιαστεί ανεξέλεγκτα και να νεκρώσει ολόκληρες φυτείες.
Η παπουτσοσυκιά στην Κύπρο
Η παπουτσοσυκιά ή φραγκοσυκιά, Opuntia ficus-indica, είναι κάκτος αμερικανικής προέλευσης που καλλιεργείται στη Μεσόγειο εδώ και αιώνες.
Στην Κύπρο απέκτησε ιδιαίτερη γεωργική, διατροφική και πολιτιστική σημασία. Καλλιεργείται για τα παπουτσόσυκα, ενώ οι πυκνές συστάδες της χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακά ως:
- φυσικοί φράκτες γύρω από χωράφια,
- όρια ιδιοκτησιών,
- προστατευτικά εμπόδια για ζώα,
- ανεμοφράκτες,
- πηγή καρπών κατά τους θερμούς και ξηρούς μήνες,
- καταφύγιο για μικρά ζώα και έντομα.
Η αντοχή της στην ξηρασία και η δυνατότητα ανάπτυξής της σε φτωχά και πετρώδη εδάφη την κατέστησαν χαρακτηριστικό στοιχείο του κυπριακού αγροτικού τοπίου.
Η καταστροφή της επομένως δεν αφορά μόνο την εμπορική παραγωγή. Επηρεάζει παραδοσιακούς φράκτες, παλιές αυλές, εγκαταλειμμένες καλλιέργειες, τη μορφή του τοπίου και μικροενδιαιτήματα που δημιουργήθηκαν γύρω από τις συστάδες της.
Πώς αναγνωρίζεται η προσβολή
Το εμφανέστερο σύμπτωμα είναι η λευκή βαμβακώδης επικάλυψη που σχηματίζεται πάνω στους πεπλατυσμένους βλαστούς της παπουτσοσυκιάς, οι οποίοι αποκαλούνται φυλλοκλάδια ή κλαδώδια.
Η λευκή ουσία δεν είναι μύκητας. Αποτελείται κυρίως από κηρώδεις εκκρίσεις και λεπτά νημάτια που παράγουν τα έντομα για να καλύψουν και να προστατεύσουν το σώμα τους.
Στα πρώτα στάδια εμφανίζονται μικρές λευκές κηλίδες. Καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται, οι αποικίες ενώνονται και μπορούν να καλύψουν μεγάλο μέρος του φυτού.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι:
- λευκές βαμβακώδεις συσσωρεύσεις,
- κιτρίνισμα και απώλεια της ζωηρής πράσινης απόχρωσης,
- ρυτίδωση και αφυδάτωση των κλαδωδίων,
- μειωμένη ανάπτυξη,
- πτώση ή συρρίκνωση καρπών,
- εξασθένηση των ενώσεων μεταξύ των βλαστών,
- ξήρανση τμημάτων του φυτού,
- τελική κατάρρευση και νέκρωση ολόκληρης της παπουτσοσυκιάς.
Εάν πιεστεί μια αποικία, εμφανίζεται έντονο κόκκινο έως πορφυρό υγρό, επειδή το σώμα του εντόμου περιέχει καρμινικό οξύ.
Η μορφή του θηλυκού
Τα ενήλικα θηλυκά είναι άπτερα, ωοειδή, μαλακά και συνήθως παραμένουν προσκολλημένα στο φυτό. Κάτω από τη λευκή κηρώδη κάλυψη το σώμα τους είναι κόκκινο έως βαθύ πορφυρό.
Διαθέτουν νύσσον-μυζητικά στοματικά μόρια, τα οποία εισάγουν στους ιστούς του κάκτου. Απορροφούν υγρά και θρεπτικά συστατικά και παραμένουν στο ίδιο σημείο για μεγάλο μέρος της ζωής τους.
Καθώς ωριμάζουν, μεγαλώνουν και παράγουν πολυάριθμους απογόνους. Η μεγάλη αναπαραγωγική τους ικανότητα επιτρέπει την ταχεία δημιουργία πυκνών αποικιών όταν οι θερμοκρασίες και η κατάσταση του ξενιστή είναι ευνοϊκές.
Η μορφή του αρσενικού
Το αρσενικό διαφέρει εντυπωσιακά από το θηλυκό. Είναι πολύ μικρότερο, λεπτόσωμο και στο ενήλικο στάδιο διαθέτει ένα ζεύγος φτερών.
Κατά την ανάπτυξή του περνά από στάδια που θυμίζουν προνύμφη και νύμφη, μέσα σε μικρό κηρώδες περίβλημα. Το ενήλικο αρσενικό ζει για σύντομο χρονικό διάστημα και κύρια λειτουργία του είναι η αναζήτηση και γονιμοποίηση θηλυκών.
Η έντονη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα είναι χαρακτηριστικό πολλών κοκκοειδών εντόμων.
Ο κύκλος ζωής
Η αναπαραγωγή είναι συνήθως αμφιγονική, αν και σε ορισμένες συνθήκες έχει αναφερθεί και παρθενογένεση.
Τα θηλυκά παράγουν αυγά τα οποία εκκολάπτονται πολύ γρήγορα κάτω ή κοντά στο σώμα τους. Από αυτά εμφανίζονται μικροσκοπικές νύμφες πρώτου σταδίου, γνωστές στα αγγλικά ως crawlers.
Οι νύμφες πρώτου σταδίου είναι το κυριότερο στάδιο διασποράς. Κινούνται πάνω στο φυτό, αναζητούν κατάλληλο σημείο και εισάγουν τα στοματικά τους μόρια στους ιστούς.
Οι θηλυκές νύμφες παραμένουν στη συνέχεια σχετικά ακίνητες και αναπτύσσονται μέσα από διαδοχικές εκδύσεις. Τα αρσενικά ακολουθούν διαφορετική ανάπτυξη και σχηματίζουν προστατευτικό κηρώδες περίβλημα πριν εμφανιστούν ως μικρά πτερωτά έντομα.
Η διάρκεια του κύκλου ζωής και ο αριθμός των γενεών επηρεάζονται έντονα από:
- τη θερμοκρασία,
- την υγρασία,
- τη βροχόπτωση,
- την εποχή,
- την κατάσταση του φυτού,
- την ποικιλία της Opuntia,
- την παρουσία θηρευτών.
Σε θερμές περιοχές μπορούν να αναπτυχθούν πολλές γενεές μέσα στο ίδιο έτος.
Πώς καταστρέφει την παπουτσοσυκιά
Κάθε έντομο αφαιρεί μικρή ποσότητα φυτικών υγρών. Όταν όμως δεκάδες χιλιάδες άτομα καλύπτουν το ίδιο φυτό, η συνολική απώλεια γίνεται τεράστια.
Η συνεχής μύζηση προκαλεί:
- απώλεια νερού και θρεπτικών ουσιών,
- εξασθένηση της φωτοσυνθετικής επιφάνειας,
- διαταραχή της φυσιολογικής ανάπτυξης,
- μειωμένη ανθοφορία και καρποφορία,
- αφυδάτωση και νέκρωση των κλαδωδίων.
Τα προσβεβλημένα φυτά γίνονται επίσης περισσότερο ευάλωτα σε σήψεις και δευτερογενείς μικροοργανισμούς. Σε έντονες προσβολές, ολόκληρη η παπουτσοσυκιά μπορεί να μετατραπεί σε ξερό, γκρίζο σκελετό.
Η ταχύτητα της καταστροφής εξαρτάται από το μέγεθος του φυτού, την πυκνότητα της προσβολής, τις καιρικές συνθήκες και την εφαρμογή ή μη μέτρων διαχείρισης.
Η προστατευτική «βαμβακάδα»
Οι κηρώδεις εκκρίσεις αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η αντιμετώπιση είναι δύσκολη.
Η βαμβακώδης κάλυψη:
- περιορίζει την απώλεια νερού από το σώμα του εντόμου,
- προσφέρει προστασία από τον ήλιο,
- δυσκολεύει τη διαβροχή με ψεκαστικά υγρά,
- μειώνει την άμεση επαφή ορισμένων φυτοπροστατευτικών ουσιών με το σώμα,
- προστατεύει εν μέρει τα νεότερα στάδια μέσα στην αποικία.
Ένας επιφανειακός ψεκασμός που δεν διαπερνά την κηρώδη μάζα μπορεί να έχει περιορισμένο αποτέλεσμα. Παράλληλα, η πολύπλοκη κατασκευή και τα αγκάθια της παπουτσοσυκιάς δυσκολεύουν την ομοιόμορφη κάλυψη όλων των επιφανειών.
Το καρμινικό οξύ ως άμυνα
Το έντονο κόκκινο χρώμα του σώματος προέρχεται από το καρμινικό οξύ, μια ουσία που λειτουργεί ως χημική άμυνα.
Η ουσία αποτρέπει ή επηρεάζει πολλούς γενικούς θηρευτές. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί ο Dactylopius opuntiae μπορεί να πολλαπλασιαστεί έντονα σε περιοχές όπου απουσιάζουν οι εξειδικευμένοι φυσικοί εχθροί του.
Ορισμένα αρπακτικά έντομα έχουν εξελιχθεί ώστε να μπορούν να τρέφονται με είδη Dactylopius παρά την παρουσία καρμινικού οξέος. Αυτή η εξειδίκευση αποτελεί τη βάση της βιολογικής καταπολέμησης που εφαρμόστηκε στο Ισραήλ και άρχισε να δοκιμάζεται στην Κύπρο.
Οι ξενιστές
Ο Dactylopius opuntiae έχει στενό εύρος ξενιστών και προσβάλλει κάκτους, κυρίως είδη του γένους Opuntia.
Ο σημαντικότερος καλλιεργούμενος ξενιστής στην Κύπρο είναι η Opuntia ficus-indica. Δεν προσβάλλει εσπεριδοειδή, ελιές, αμπέλια ή άλλα άσχετα φυτά.
Η εξειδίκευση αυτή έχει δύο αντίθετες συνέπειες:
- στην Κύπρο αποτελεί καταστροφικό εχθρό μιας πολύτιμης καλλιέργειας,
- σε άλλες χώρες αξιοποιείται σκόπιμα για την καταπολέμηση χωροκατακτητικών ειδών Opuntia.
Η διασπορά
Οι ενήλικες θηλυκές μορφές είναι άπτερες. Η εξάπλωση πραγματοποιείται κυρίως από τις πολύ μικρές νύμφες πρώτου σταδίου.
Οι κηρώδεις ίνες τους μπορούν να παρασυρθούν από τον άνεμο και να μεταφέρουν τις νύμφες σε γειτονικά φυτά. Η διασπορά μπορεί επίσης να διευκολυνθεί από ζώα, ανθρώπους, οχήματα, εργαλεία και υλικά που έρχονται σε επαφή με προσβεβλημένα φυτά.
Οι σημαντικότερες μετακινήσεις σε μεγάλες αποστάσεις γίνονται πιθανότατα μέσω:
- προσβεβλημένων κλαδωδίων,
- φυτών προς φύτευση,
- καρπών που μεταφέρονται μαζί με έντομα,
- γεωργικών εργαλείων και οχημάτων,
- ακατάλληλης απόρριψης προσβεβλημένου φυτικού υλικού.
Η μεταφορά ενός φαινομενικά καθαρού κλαδωδίου μπορεί να διασπείρει μικροσκοπικές νύμφες που δεν διακρίνονται εύκολα.
Η πρώτη επιβεβαίωση στην Κύπρο
Ο Dactylopius opuntiae επιβεβαιώθηκε επίσημα στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2016, πάνω σε φυτά Opuntia στην επαρχία Αμμοχώστου.
Η ταυτοποίηση έγινε από το βρετανικό εργαστήριο FERA Science σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τον Οκτώβριο του 2016 αναφέρθηκε παρουσία του σε διάφορα σημεία της επαρχίας, μεταξύ των οποίων το Παραλίμνι, η Αγία Νάπα, η Σωτήρα, η Δερύνεια και το Λιοπέτρι.
Το 2017 εντοπίστηκαν προσβολές στην επαρχία Λάρνακας, μεταξύ άλλων στην Ξυλοφάγου. Κατά τα επόμενα χρόνια το έντομο επεκτάθηκε σε περιοχές των επαρχιών Λευκωσίας και Λεμεσού, ενώ πολύ σοβαρές καταστροφές καταγράφηκαν και στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Η ακριβής διαδρομή με την οποία έφτασε για πρώτη φορά στο νησί δεν έχει αποδειχθεί οριστικά. Επομένως, διαφορετικοί ισχυρισμοί για την αρχική κατεύθυνση εισόδου δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως βέβαιο γεγονός.
Η έκταση της καταστροφής
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν το 2026, η Κύπρος διέθετε περίπου 1.500 δεκάρια εμπορικής καλλιέργειας παπουτσοσυκιάς.
Εκτιμάται ότι περίπου 300–450 δεκάρια, δηλαδή μέχρι και το 30% της εμπορικής καλλιέργειας, είχαν ήδη καταστραφεί.
Οι απώλειες δεν περιορίζονται στις επαγγελματικές φυτείες. Χιλιάδες παπουτσοσυκιές σε αυλές, αγρούς, πρανή δρόμων, εγκαταλειμμένες καλλιέργειες και φυσικοποιημένες συστάδες έχουν ξεραθεί.
Η έκταση της ζημιάς στις διάσπαρτες μη εμπορικές συστάδες είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια, επειδή δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή κάθε φυτού. Σε ορισμένες περιοχές χάθηκαν μεγάλα τμήματα παραδοσιακών φρακτών μέσα σε λίγα χρόνια.
Γιατί η εξάλειψη απέτυχε
Μετά τον πρώτο εντοπισμό εφαρμόστηκαν μέτρα περιορισμού και επιχειρήθηκε η εξάλειψη των αρχικών πληθυσμών.
Η προσπάθεια αντιμετώπισε σοβαρά εμπόδια:
- το έντομο είχε ήδη εμφανιστεί σε περισσότερα από ένα σημεία,
- οι μικροσκοπικές νύμφες διασπείρονται εύκολα,
- υπήρχαν χιλιάδες διάσπαρτες και αφρόντιστες παπουτσοσυκιές,
- η κηρώδης κάλυψη περιόριζε την αποτελεσματικότητα των ψεκασμών,
- δεν υπήρχαν μόνιμα εγγεγραμμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα ειδικά για αυτή τη χρήση,
- η μεταφορά φυτών και καρπών μπορούσε να δημιουργήσει νέες εστίες,
- η ταυτόχρονη διαχείριση σε ολόκληρο το νησί ήταν πρακτικά αδύνατη.
Όταν ένα τέτοιο έντομο εγκατασταθεί σε μεγάλο αριθμό διάσπαρτων ξενιστών, η πλήρης εξάλειψη γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Ο ρεαλιστικότερος στόχος είναι η μακροχρόνια μείωση του πληθυσμού κάτω από το επίπεδο στο οποίο προκαλεί καταστροφικές ζημιές.
Τα πρώτα μέτρα του Τμήματος Γεωργίας
Μετά τον εντοπισμό του είδους εφαρμόστηκαν ή εξετάστηκαν μέτρα όπως:
- απαγόρευση μεταφοράς πολλαπλασιαστικού υλικού από προσβεβλημένες περιοχές,
- παγκύπριες επισκοπήσεις,
- ενημέρωση παραγωγών και κοινού,
- ψεκασμοί διάσπαρτων φυτών,
- δοκιμές φυτοπροστατευτικών σκευασμάτων,
- προσωρινές άδειες περιορισμένης διάρκειας για συγκεκριμένες δραστικές ουσίες,
- διερεύνηση φυσικών εχθρών,
- απομάκρυνση και καταστροφή πολύ έντονα προσβεβλημένων τμημάτων.
Ορισμένες επαγγελματικές φυτείες που ακολουθούν συστηματικά τα προτεινόμενα καλλιεργητικά και φυτοπροστατευτικά μέτρα μπορούν να διατηρηθούν σε καλή κατάσταση. Αυτό όμως απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, έγκαιρη επέμβαση και επανάληψη των εφαρμογών όταν χρειάζεται.
Μηχανική αντιμετώπιση
Σε μικρή και αρχική προσβολή μπορεί να βοηθήσει η προσεκτική απομάκρυνση των προσβεβλημένων αποικιών ή των έντονα προσβεβλημένων κλαδωδίων.
Το υλικό δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στο έδαφος ούτε να μεταφέρεται ακάλυπτο, επειδή οι ζωντανές νύμφες μπορούν να διασπαρούν. Η διαχείριση και καταστροφή του πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες του Τμήματος Γεωργίας και τους ισχύοντες τοπικούς κανονισμούς.
Η χρήση νερού υπό πίεση μπορεί να απομακρύνει μέρος των αποικιών σε περιορισμένης έκτασης προσβολές, αλλά δεν εγγυάται εξάλειψη. Έντομα μπορεί να παραμείνουν σε σχισμές, ενώ το απορρέον νερό μπορεί να τα μεταφέρει αλλού.
Τα εργαλεία κλαδέματος πρέπει να καθαρίζονται μετά την εργασία σε προσβεβλημένα φυτά.
Χημική αντιμετώπιση
Η χημική αντιμετώπιση είναι δύσκολη και πρέπει να γίνεται μόνο με προϊόντα που είναι νόμιμα εγκεκριμένα για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια, χρήση και χρονική περίοδο.
Σε παλαιότερες κυπριακές δοκιμές χρησιμοποιήθηκαν, με προσωρινές κατά παρέκκλιση άδειες, συνδυασμοί εντομοκτόνων και παραφινικών ελαίων. Οι άδειες αυτές ήταν περιορισμένης διάρκειας και δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ενεργές σήμερα.
Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται από:
- την έγκαιρη εφαρμογή,
- την καλή διαβροχή των αποικιών,
- τη μηχανική μείωση της πυκνής βαμβακάδας,
- την κάλυψη και των δύο πλευρών των κλαδωδίων,
- την επανάληψη σύμφωνα με την εγκεκριμένη ετικέτα,
- την εφαρμογή καλλιεργητικών μέτρων,
- την προστασία των φυσικών εχθρών.
Η αυθαίρετη χρήση εντομοκτόνων μπορεί να προκαλέσει υπολείμματα στους καρπούς, βλάβη σε επικονιαστές και ωφέλιμα έντομα, ρύπανση και κίνδυνο για τον εφαρμοστή. Οι παραγωγοί πρέπει να συμβουλεύονται το Τμήμα Γεωργίας ή αδειοδοτημένο γεωπόνο.
Γιατί χρειάζεται ολοκληρωμένη διαχείριση
Καμία μεμονωμένη μέθοδος δεν είναι πιθανό να λύσει οριστικά το πρόβλημα σε ολόκληρη την Κύπρο.
Η ολοκληρωμένη διαχείριση πρέπει να συνδυάζει:
- συχνή επιθεώρηση των φυτών,
- άμεση αντιμετώπιση των πρώτων αποικιών,
- αποφυγή μεταφοράς προσβεβλημένου υλικού,
- υγιεινή εργαλείων και οχημάτων,
- κατάλληλο κλάδεμα,
- νόμιμες και στοχευμένες εφαρμογές όπου χρειάζονται,
- προστασία των υφιστάμενων φυσικών εχθρών,
- εγκατάσταση εξειδικευμένων βιολογικών παραγόντων,
- καταγραφή νέων εστιών,
- συντονισμό παραγωγών, κοινοτήτων και κρατικών υπηρεσιών.
Η βιολογική καταπολέμηση δεν αντικαθιστά αμέσως όλα τα υπόλοιπα μέτρα. Χρειάζεται χρόνο για να εγκατασταθεί ο φυσικός εχθρός και να αυξηθεί ο πληθυσμός του.
Η πρώτη προσπάθεια με το Cryptolaemus montrouzieri
Το Cryptolaemus montrouzieri είναι αρπακτικό σκαθάρι της οικογένειας Coccinellidae και χρησιμοποιείται διεθνώς εναντίον διαφόρων ψευδόκοκκων.
Το είδος είναι ήδη παρόν στην Κύπρο και εξετάστηκε ως πιθανός φυσικός εχθρός του Dactylopius opuntiae. Ωστόσο, οι γενικοί θηρευτές δεν είναι πάντοτε αρκετά αποτελεσματικοί απέναντι σε πυκνές αποικίες Dactylopius.
Στο Ισραήλ πραγματοποιήθηκαν μαζικές εξαπολύσεις εκτρεφόμενων Cryptolaemus montrouzieri κατά τα πρώτα στάδια της προσβολής, χωρίς να επιτευχθεί ο αναμενόμενος έλεγχος. Η εμπειρία αυτή ενίσχυσε την ανάγκη αναζήτησης περισσότερο εξειδικευμένων φυσικών εχθρών από την περιοχή προέλευσης του επιβλαβούς εντόμου.
Η εμπειρία του Ισραήλ
Ο Dactylopius opuntiae εντοπίστηκε στο Ισραήλ το 2013 και εξαπλώθηκε στη Γαλιλαία και σε άλλες περιοχές, προκαλώντας εκτεταμένη καταστροφή στις φραγκοσυκιές.
Το Ισραήλ ανέπτυξε πρόγραμμα κλασικής βιολογικής καταπολέμησης με φυσικούς εχθρούς από το Μεξικό. Δύο εξειδικευμένοι θηρευτές που μελετήθηκαν και εισήχθησαν ήταν:
- το αρπακτικό σκαθάρι Hyperaspis trifurcata,
- η αρπακτική μύγα Leucopina bellula, η οποία σε παλαιότερες δημοσιεύσεις αναφέρεται ως Leucopis bellula.
Οι θηρευτές εγκαταστάθηκαν στο Ισραήλ και συνέβαλαν σε σημαντική μείωση των πληθυσμών του κοκκοειδούς. Το Hyperaspis trifurcata δεν εξαπλώθηκε παντού με την ίδια ταχύτητα και χρειάστηκε υποβοηθούμενη μεταφορά σε ορισμένες περιοχές.
Η επιτυχία δεν σημαίνει πλήρη εξαφάνιση του Dactylopius opuntiae. Δημιουργήθηκε μια νέα βιολογική ισορροπία στην οποία οι θηρευτές καταστέλλουν γρήγορα πολλές νέες εξάρσεις.
Το Hyperaspis trifurcata
Το Hyperaspis trifurcata είναι μικρό σκαθάρι της οικογένειας των πασχαλίτσων, Coccinellidae, με καταγωγή από την Αμερική.
Τόσο οι προνύμφες όσο και τα ενήλικα τρέφονται με κοκκοειδή του γένους Dactylopius. Οι προνύμφες μπορεί να καλύπτονται από λευκές κηρώδεις εκκρίσεις και να μοιάζουν εξωτερικά με το ίδιο το θήραμά τους.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησαν οι κυπριακές αρχές το 2026, ένα άτομο μπορεί κατά τη διάρκεια της ζωής του να καταναλώσει μέχρι και περίπου 5.000 νεαρές νύμφες του επιβλαβούς εντόμου.
Η μεγάλη αξία του δεν βρίσκεται μόνο στην κατανάλωση πολλών ατόμων. Εάν εγκατασταθεί και αναπαράγεται στην Κύπρο, μπορεί να δημιουργήσει μόνιμο πληθυσμό που θα ακολουθεί το θήραμα και θα περιορίζει τις νέες αποικίες.
Η κυπροϊσραηλινή επιχείρηση του 2026
Το 2026 η Κυπριακή Δημοκρατία ζήτησε βοήθεια από το Υπουργείο Γεωργίας και Επισιτιστικής Ασφάλειας του Ισραήλ και τον Οργανισμό Αγροτικής Έρευνας Volcani Center.
Επικεφαλής της ισραηλινής συνδρομής ήταν ο ομότιμος ερευνητής καθηγητής Zvi Mendel, ο οποίος είχε συμμετάσχει στο πρόγραμμα αντιμετώπισης του ίδιου προβλήματος στο Ισραήλ. Στη συλλογή και προετοιμασία των εντόμων συμμετείχε και ο δρ Shahar Samra.
Περίπου 200 ενήλικα Hyperaspis trifurcata συλλέχθηκαν στο Ισραήλ, εξετάστηκαν και υποβλήθηκαν σε εργαστηριακό χειρισμό ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος μεταφοράς άλλων ανεπιθύμητων οργανισμών.
Τα σκαθάρια μεταφέρθηκαν στην Κύπρο και απελευθερώθηκαν σε επιλεγμένες προσβεβλημένες περιοχές σε δύο φάσεις κατά την περίοδο Μαΐου–Ιουλίου 2026. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές, η βοήθεια προσφέρθηκε χωρίς οικονομική επιβάρυνση για την Κύπρο.
Τα πρώτα αποτελέσματα
Κατά την επανεξέταση των σημείων απελευθέρωσης, περίπου πέντε εβδομάδες μετά την πρώτη φάση, βρέθηκαν ενδείξεις ότι το Hyperaspis trifurcata:
- είχε επιβιώσει,
- είχε αρχίσει να τρέφεται με το κοκκοειδές,
- αναπαραγόταν,
- εμφανιζόταν και πέρα από ορισμένα αρχικά σημεία απελευθέρωσης.
Οι πρώτες αυτές ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές, αλλά δεν αποτελούν ακόμη απόδειξη οριστικής επιτυχίας σε παγκύπρια κλίμακα.
Για να αξιολογηθεί σωστά το πρόγραμμα πρέπει να παρακολουθηθούν:
- η επιβίωση κατά τις διαφορετικές εποχές,
- η αναπαραγωγή και διαχείμαση,
- η φυσική ταχύτητα διασποράς,
- η μείωση των πληθυσμών του Dactylopius opuntiae,
- η ανάκαμψη των προσβεβλημένων φυτών,
- η αποτελεσματικότητα σε διαφορετικές κλιματικές ζώνες,
- τυχόν μη αναμενόμενες οικολογικές αλληλεπιδράσεις.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Αυγούστου 2026, εξεταζόταν νέα αποστολή και επιπλέον ενίσχυση των απελευθερώσεων τον Σεπτέμβριο. Επειδή αυτό αποτελούσε προγραμματισμένη ενέργεια κατά τον χρόνο σύνταξης του άρθρου, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως ήδη ολοκληρωμένη.
Τι αναμένεται από τη βιολογική καταπολέμηση
Ο στόχος δεν είναι η πλήρης εξαφάνιση του κοκκοειδούς. Έπειτα από τόσο μεγάλη εξάπλωση, η εξάλειψή του θεωρείται πρακτικά αδύνατη.
Ο ρεαλιστικός στόχος είναι να δημιουργηθεί σταθερός πληθυσμός του θηρευτή που θα μειώνει το Dactylopius opuntiae σε επίπεδα στα οποία:
- οι παπουτσοσυκιές θα μπορούν να επιβιώνουν,
- η παραγωγή καρπών θα συνεχίζεται,
- οι νέες εξάρσεις θα περιορίζονται φυσικά,
- θα μειωθεί η ανάγκη για συχνούς ψεκασμούς,
- θα είναι δυνατή η αποκατάσταση φυτειών και παραδοσιακών φρακτών.
Η διαδικασία μπορεί να χρειαστεί χρόνια. Το αρπακτικό πρέπει να εγκατασταθεί, να διαχειμάσει, να πολλαπλασιαστεί και να διασπαρεί σε ένα νησί με πολλές απομονωμένες συστάδες παπουτσοσυκιάς.
Τι πρέπει να κάνει το κοινό
Όποιος εντοπίζει προσβολή πρέπει να αποφεύγει τη μεταφορά:
- καρπών με ορατές αποικίες,
- κλαδωδίων για φύτευση,
- ολόκληρων φυτών,
- ακάλυπτων προσβεβλημένων υπολειμμάτων,
- εργαλείων που δεν έχουν καθαριστεί.
Οι νέες προσβολές σε περιοχές όπου δεν είχε προηγουμένως καταγραφεί το έντομο πρέπει να αναφέρονται στα κατά τόπους Επαρχιακά Γεωργικά Γραφεία.
Δεν πρέπει να ψεκάζονται αυθαίρετα τα σημεία όπου έχει απελευθερωθεί ή παρατηρείται το Hyperaspis trifurcata. Ένα μη επιλεκτικό εντομοκτόνο μπορεί να σκοτώσει τόσο το επιβλαβές έντομο όσο και τον πολύτιμο θηρευτή.
Ούτε το Dactylopius opuntiae ούτε το Hyperaspis trifurcata πρέπει να μεταφέρονται ιδιωτικά από περιοχή σε περιοχή. Η διασπορά βιολογικών παραγόντων πρέπει να γίνεται μόνο μέσα από εγκεκριμένο επιστημονικό πρόγραμμα.
Ο Dactylopius opuntiae και η καρμίνη
Τα είδη του γένους Dactylopius περιέχουν καρμινικό οξύ και έχουν συνδεθεί ιστορικά με την παραγωγή κόκκινων χρωστικών.
Χρειάζεται όμως μια σημαντική διάκριση: το κυριότερο είδος που εκτράφηκε και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εμπορικά για την παραγωγή κοχενίλης και καρμίνης είναι το Dactylopius coccus και όχι ο καταστροφικός Dactylopius opuntiae της Κύπρου.
Η εμπορική χρωστική παράγεται από αποξηραμένα θηλυκά Dactylopius coccus. Το καρμινικό οξύ εξάγεται και μετατρέπεται σε κοχενίλη ή καρμίνη.
Η φυσική αυτή χρωστική χρησιμοποιείται ή χρησιμοποιήθηκε σε:
- υφάσματα,
- καλλυντικά,
- κραγιόν,
- φαρμακευτικά προϊόντα,
- τρόφιμα και ποτά,
- ιστολογικές και μικροσκοπικές χρώσεις.
Στα τρόφιμα μπορεί να δηλώνεται ως καρμίνη, cochineal, carminic acid, Natural Red 4 ή E120.
Ο Dactylopius opuntiae περιέχει επίσης καρμινικό οξύ και εξετάζεται ερευνητικά ως πιθανή πηγή χρωστικής ή άλλων προϊόντων. Δεν αποτελεί όμως το βασικό παραδοσιακό και εμπορικό είδος παραγωγής καρμίνης και η συλλογή του από κυπριακές παπουτσοσυκιές δεν συνιστά σήμερα εγκεκριμένη μέθοδο αντιμετώπισης ή οργανωμένη οικονομική αξιοποίηση.
Η σκόπιμη χρήση του σε άλλες χώρες
Ο ίδιος οργανισμός που καταστρέφει τις παπουτσοσυκιές στην Κύπρο χρησιμοποιείται σε ορισμένες χώρες ως βιολογικός παράγοντας καταπολέμησης χωροκατακτητικών κάκτων.
Είδη Opuntia που εισήχθησαν σε άλλες ηπείρους εξαπλώθηκαν σε βοσκοτόπους, σαβάνες και προστατευόμενες περιοχές. Σε μεγάλες πυκνότητες μπορούν να:
- εκτοπίζουν την τοπική βλάστηση,
- περιορίζουν την πρόσβαση των ζώων σε νερό και βοσκή,
- τραυματίζουν ζώα με τα αγκάθια τους,
- μειώνουν την παραγωγικότητα της γης,
- δυσκολεύουν τη μετακίνηση ανθρώπων και άγριας πανίδας.
Εξειδικευμένοι βιοτύποι ή γενεαλογικές γραμμές του Dactylopius opuntiae έχουν απελευθερωθεί εναντίον συγκεκριμένων χωροκατακτητικών Opuntia στην Αυστραλία, τη Νότια Αφρική και την Κένυα.
Στην Κένυα, για παράδειγμα, ο κατάλληλος βιοτύπος απελευθερώθηκε από το 2014 για τη μείωση της χωροκατακτητικής Opuntia stricta στην κομητεία Laikipia. Στη Νότια Αφρική χρησιμοποιήθηκε επίσης για τη βιολογική καταπολέμηση της O. stricta, μεταξύ άλλων σε φυσικές προστατευόμενες περιοχές.
Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την ακριβή αντιστοίχιση ανάμεσα στον βιοτύπο του εντόμου και στο είδος ή τη γενετική γραμμή του κάκτου. Ένας πληθυσμός που καταστρέφει ένα είδος Opuntia μπορεί να είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικός σε άλλο.
Ένας ωφέλιμος οργανισμός στο ένα μέρος και επιβλαβής στο άλλο
Ο χαρακτηρισμός ενός οργανισμού ως «ωφέλιμου» ή «επιβλαβούς» εξαρτάται από το οικολογικό και γεωργικό πλαίσιο.
Στην Κύπρο, στο Ισραήλ, στο Μαρόκο και σε άλλες μεσογειακές χώρες όπου η Opuntia ficus-indica καλλιεργείται για καρπούς, το έντομο αποτελεί σοβαρότατο εχθρό.
Σε περιοχές όπου η Opuntia stricta και άλλοι κάκτοι έχουν καταστεί χωροκατακτητικά ζιζάνια, ο κατάλληλος Dactylopius opuntiae μπορεί να λειτουργεί ως χρήσιμος παράγοντας βιολογικού ελέγχου.
Αυτή η διπλή ιδιότητα εξηγεί γιατί ορισμένες χώρες επενδύουν στην προστασία των κάκτων από το έντομο, ενώ άλλες το απελευθερώνουν σκόπιμα για να τους καταστρέψει.
Η χρήση του ως βιολογικού παράγοντα απαιτεί αυστηρή επιστημονική αξιολόγηση. Μια ανεξέλεγκτη ή λανθασμένη εισαγωγή μπορεί να απειλήσει καλλιεργούμενους κάκτους, τοπικές ποικιλίες και συγγενικά είδη μεγάλης οικολογικής ή οικονομικής αξίας.
Ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Arthropoda
Ομοταξία: Insecta
Τάξη: Hemiptera
Υποτάξη: Sternorrhyncha
Υπεροικογένεια: Coccoidea
Οικογένεια: Dactylopiidae
Γένος: Dactylopius Costa, 1829
Είδος: Dactylopius opuntiae (Cockerell, 1896)
Κοινή ονομασία στην Κύπρο: Ψευδόκοκκος της παπουτσοσυκιάς
Αγγλικές κοινές ονομασίες: Prickly pear cochineal / Cactus cochineal scale / Wild cochineal
Πηγές
- Biodiversity of Cyprus – Dactylopius opuntiae
- ScaleNet – Dactylopius opuntiae
- IPPC – Πρώτη επιβεβαίωση του είδους στην Κύπρο
- Βουλή των Αντιπροσώπων – Απάντηση του Υπουργείου Γεωργίας για τον ψευδόκοκκο
- Mendel et al. – Βιολογική καταπολέμηση του Dactylopius opuntiae στο Ισραήλ
- Πολίτης – Εισαγωγή του Hyperaspis trifurcata στην Κύπρο
- AlphaNews – Τα πρώτα αποτελέσματα της βιολογικής καταπολέμησης
- Ynet – Η ισραηλινή αποστολή στην Κύπρο
- CABI/PMC – Αξιοποίηση του είδους ως πιθανής πηγής καρμινικού οξέος
- Έρευνα για τη χρήση του Dactylopius opuntiae κατά της χωροκατακτητικής Opuntia stricta στην Κένυα
Host cacti
Opuntia ficus-indica
Opuntia fuliginosa
Opuntia humifusa
Opuntia hyptiacantha
Opuntia leucotricha
Opuntia littoralis
Opuntia engelmannii
Opuntia maxima
Opuntia ×occidentalis
Opuntia robusta
Opuntia streptacantha
Opuntia stricta
Opuntia tomentosa
Opuntia tuna
Tacinga palmadora
Dactylopius opuntiae (Cockerell, 1896) – The Destructive Prickly Pear Cochineal in Cyprus
Text by George Konstantinou
The Prickly Pear Cochineal
Dactylopius opuntiae is a small sap-sucking hemipteran belonging to the family Dactylopiidae. It lives exclusively upon cacti and attacks principally species of Opuntia.
In Cyprus it is widely called the “prickly pear mealybug”. Although this common name is used by the public and agricultural authorities, the insect does not belong to Pseudococcidae, the family containing the true mealybugs. It belongs to the separate family Dactylopiidae and is more precisely described as the prickly pear cochineal or cactus cochineal scale.
It originated in Mexico and the wider American region, where it evolved alongside its host plants and natural enemies. When introduced into regions lacking its specialised predators, it may reproduce without effective natural restraint and destroy entire plantations.
The Prickly Pear in Cyprus
The prickly pear, Opuntia ficus-indica, is an American cactus that has been cultivated in the Mediterranean for centuries.
It acquired considerable agricultural, dietary and cultural importance in Cyprus. It is cultivated for its fruit, while dense stands have traditionally served as:
- natural field boundaries,
- property divisions,
- protective barriers for livestock,
- windbreaks,
- a source of fruit during hot and dry months,
- shelter for small animals and insects.
Its resistance to drought and ability to grow in poor, rocky soil made it a characteristic feature of the Cypriot rural landscape.
Its destruction therefore affects more than commercial production. Traditional hedges, old gardens, abandoned cultivation, landscape character and the small habitats developed around cactus stands are also being lost.
Recognising an Infestation
The most visible symptom is the white, cotton-like covering formed upon the flattened cactus stems, known as cladodes or pads.
This white material is not a fungus. It consists principally of waxy secretions and fine filaments produced by the insects to cover and protect their bodies.
Small white spots appear during the initial stages. As the population increases, colonies merge and may cover a large proportion of the plant.
Common symptoms include:
- white cotton-like accumulations,
- yellowing and loss of the healthy green colour,
- wrinkling and dehydration of the pads,
- reduced growth,
- shrivelling or loss of fruit,
- weakening of joints between pads,
- death of sections of the plant,
- eventual collapse and death of the entire prickly pear.
When a colony is crushed, a bright red to purple liquid appears because the insects contain carminic acid.
The Female
Adult females are wingless, oval, soft-bodied and generally remain attached to the plant. Beneath the white waxy covering, their bodies are red to deep purple.
They possess piercing-sucking mouthparts that are inserted into the cactus tissue. They consume plant fluids and nutrients and remain in the same location for much of their lives.
As they mature, they increase in size and produce numerous offspring. Their high reproductive capacity allows dense colonies to develop rapidly under favourable temperatures and host conditions.
The Male
The male differs dramatically from the female. It is much smaller and slender and possesses one pair of wings as an adult.
During development it passes through larva-like and nymph-like stages within a small waxy enclosure. The adult male lives for only a short period, principally to locate and fertilise females.
This pronounced difference between the sexes is characteristic of many scale insects.
Life Cycle
Reproduction is generally sexual, although parthenogenesis has been reported under particular conditions.
Females produce eggs that hatch very rapidly beneath or close to their bodies. The emerging first-instar nymphs are known as crawlers.
Crawlers are the principal dispersal stage. They move over the plant, locate a suitable feeding position and insert their mouthparts into the tissue.
Female nymphs then remain comparatively immobile and develop through successive moults. Males follow a different developmental pathway and construct a protective waxy covering before emerging as small winged insects.
Life-cycle duration and the number of generations are strongly influenced by:
- temperature,
- humidity,
- rainfall,
- season,
- host condition,
- the Opuntia variety,
- the presence of predators.
Several generations may develop during a single year in warm regions.
How It Kills the Plant
Each insect removes only a small quantity of plant fluid. When tens of thousands cover one plant, however, the combined loss becomes enormous.
Continuous feeding causes:
- loss of water and nutrients,
- weakening of the photosynthetic surface,
- disruption of normal growth,
- reduced flowering and fruit production,
- dehydration and death of the pads.
Infested plants also become more vulnerable to rots and secondary microorganisms. Under severe infestation, an entire prickly pear may be reduced to a dry grey skeleton.
The speed of decline depends upon plant size, infestation density, weather and whether management measures are applied.
The Protective Cotton-Like Wax
Waxy secretions are one of the principal reasons why control is difficult.
The covering:
- reduces water loss from the insect,
- provides protection from sunlight,
- makes wetting by sprays difficult,
- limits direct contact between certain pesticides and the body,
- partially protects young stages within the colony.
A superficial application that fails to penetrate the wax may have little effect. The complex structure and spines of the cactus also make complete spray coverage difficult.
Carminic Acid as a Defence
The insect’s red body colour is produced by carminic acid, a substance functioning as a chemical defence.
It deters or adversely affects many generalist predators. This helps explain why Dactylopius opuntiae can multiply so rapidly where its specialised natural enemies are absent.
Certain predatory insects have evolved the ability to consume Dactylopius despite its carminic acid. This specialisation forms the basis of the biological-control programme used in Israel and now being tested in Cyprus.
Host Plants
Dactylopius opuntiae has a narrow host range restricted to cacti, principally species of Opuntia.
The most important cultivated host in Cyprus is Opuntia ficus-indica. It does not infest citrus, olives, grapevines or unrelated plants.
This specialisation has opposite consequences:
- in Cyprus it is a destructive pest of a valuable crop,
- elsewhere it is deliberately used to suppress invasive Opuntia.
Dispersal
Adult females are wingless. Dispersal is achieved mainly by the tiny first-instar crawlers.
Their waxy filaments may be caught by the wind and carry them to neighbouring plants. Animals, people, vehicles, tools and materials contacting infested plants may also assist dispersal.
Long-distance movement probably occurs mainly through:
- infested pads,
- plants intended for propagation,
- fruit carrying insects,
- agricultural tools and vehicles,
- improper disposal of infested plant material.
A pad that appears clean can carry microscopic crawlers that are difficult to see.
First Confirmation in Cyprus
Dactylopius opuntiae was officially confirmed in Cyprus in September 2016 on Opuntia plants in Famagusta District.
Identification was completed by the British FERA Science laboratory in cooperation with the Department of Agriculture of the Republic of Cyprus. By October 2016, it had been reported from several localities, including Paralimni, Ayia Napa, Sotira, Deryneia and Liopetri.
Infestations were found in Larnaca District during 2017, including Xylofagou. The insect subsequently expanded into parts of Nicosia and Limassol districts, while severe destruction also occurred in the occupied part of Cyprus.
The precise route by which the insect first entered the island has not been conclusively demonstrated. Conflicting claims concerning its direction of arrival should therefore not be presented as established fact.
Scale of the Destruction
According to figures publicised in 2026, Cyprus had approximately 1,500 decares of commercial prickly pear cultivation.
An estimated 300–450 decares, or as much as 30%, had already been destroyed.
Losses are not limited to professional plantations. Thousands of plants in gardens, fields, roadsides, abandoned cultivation and naturalised stands have died.
Damage to scattered non-commercial stands is difficult to quantify because no complete inventory exists. Large sections of traditional cactus hedges have disappeared from certain areas within only a few years.
Why Eradication Failed
After the first detection, containment measures were applied and eradication of the initial populations was attempted.
The campaign encountered serious obstacles:
- the insect had already appeared at more than one location,
- crawlers disperse easily,
- thousands of scattered and unmanaged prickly pears existed,
- the waxy covering reduced spray effectiveness,
- permanently authorised pesticides were lacking,
- movement of plants and fruit could create new infestations,
- simultaneous island-wide management was impracticable.
Once established across numerous scattered hosts, complete eradication becomes exceptionally difficult. The more realistic objective is long-term suppression below the level at which catastrophic damage occurs.
Initial Measures by the Department of Agriculture
Measures applied or investigated after detection included:
- restrictions on moving propagation material from infested areas,
- island-wide surveys,
- information campaigns,
- treatment of scattered plants,
- pesticide trials,
- limited emergency authorisations for particular active substances,
- investigation of natural enemies,
- removal and destruction of severely infested material.
Commercial plantations following systematic cultural and plant-protection recommendations may remain productive. This requires continuous inspection, early intervention and repeated treatment where necessary.
Mechanical Control
During a small and early infestation, careful removal of colonies or heavily infested pads may help.
Removed material must not be abandoned on the ground or transported uncovered because living crawlers may disperse. Its disposal must follow current Department of Agriculture guidance and local regulations.
Pressurised water can remove some colonies in limited infestations but does not guarantee eradication. Insects may remain within crevices, and runoff may carry them elsewhere.
Pruning tools must be cleaned after use upon infested plants.
Chemical Control
Chemical control is difficult and must involve only products legally authorised for the crop, use and relevant period.
Earlier Cypriot trials used combinations of insecticides and paraffinic oils under temporary emergency authorisations. Those authorisations were time-limited and must not be assumed to remain valid.
Success depends upon:
- early application,
- thorough wetting,
- reduction of dense wax before treatment,
- coverage of both sides of the pads,
- repetition according to the authorised label,
- accompanying cultural measures,
- protection of natural enemies.
Unauthorised pesticide use may result in fruit residues, harm to pollinators and beneficial insects, pollution and risk to the operator. Growers should consult the Department of Agriculture or a licensed agronomist.
The Need for Integrated Management
No single method is likely to solve the problem permanently throughout Cyprus.
Integrated management must combine:
- frequent plant inspection,
- immediate treatment of initial colonies,
- prevention of infested-material movement,
- tool and vehicle hygiene,
- appropriate pruning,
- legal targeted treatments where necessary,
- protection of existing natural enemies,
- establishment of specialised biological agents,
- recording of new outbreaks,
- cooperation among growers, communities and government authorities.
Biological control does not immediately replace every other measure. The natural enemy needs time to establish and increase its population.
The Initial Attempt with Cryptolaemus montrouzieri
Cryptolaemus montrouzieri is a predatory lady beetle used internationally against several mealybugs.
It is already present in Cyprus and was considered as a potential natural enemy of Dactylopius opuntiae. Generalist predators, however, are not always sufficiently effective against dense Dactylopius colonies.
Mass releases of commercially reared Cryptolaemus montrouzieri during the early Israeli outbreak failed to provide the expected level of control. This experience reinforced the need to locate more specialised natural enemies within the pest’s region of origin.
The Israeli Experience
Dactylopius opuntiae was detected in Israel in 2013 and spread through Galilee and other regions, causing extensive destruction.
Israel developed a classical biological-control programme using natural enemies from Mexico. Two specialised predators studied and introduced were:
- the predatory lady beetle Hyperaspis trifurcata,
- the predatory fly Leucopina bellula, named Leucopis bellula in earlier publications.
The predators became established and contributed to a substantial reduction of the cochineal. Hyperaspis trifurcata did not spread equally rapidly everywhere and required assisted distribution in some regions.
This success did not eliminate Dactylopius opuntiae. It established a new biological balance in which predators rapidly suppress many outbreaks.
Hyperaspis trifurcata
Hyperaspis trifurcata is a small lady beetle belonging to Coccinellidae and originating in the Americas.
Both larvae and adults consume Dactylopius. The larvae may possess white waxy secretions and superficially resemble their prey.
According to information publicised by the Cypriot authorities in 2026, an individual may consume as many as approximately 5,000 young cochineal nymphs during its lifetime.
Its greatest value lies not only in the number consumed. If it establishes and reproduces in Cyprus, it can form a permanent population capable of following the pest and suppressing new colonies.
The Cyprus–Israel Operation of 2026
In 2026, the Republic of Cyprus requested assistance from Israel’s Ministry of Agriculture and Food Security and the Volcani Center Agricultural Research Organization.
The Israeli assistance was led by Professor Zvi Mendel, an emeritus Volcani researcher involved in controlling the same pest in Israel. Dr Shahar Samra also participated in collecting and preparing the insects.
Approximately 200 adult Hyperaspis trifurcata were collected in Israel and subjected to laboratory examination and treatment to reduce the risk of carrying other unwanted organisms.
They were transported to Cyprus and released at selected infested sites in two phases during May–July 2026. Available reports indicate that the assistance was provided without financial charge to Cyprus.
Initial Results
Inspection approximately five weeks after the first releases produced indications that Hyperaspis trifurcata had:
- survived,
- begun consuming the cochineal,
- reproduced,
- appeared beyond certain original release points.
These results are encouraging but do not yet prove definitive success across Cyprus.
The programme must monitor:
- seasonal survival,
- reproduction and overwintering,
- natural dispersal rate,
- reduction of Dactylopius opuntiae populations,
- recovery of infested plants,
- effectiveness in different climatic zones,
- any unexpected ecological interactions.
Reports published in August 2026 stated that another mission and additional releases were being considered for September. As this was still planned when the article was written, it should not be presented as completed.
Expected Outcome of Biological Control
Complete disappearance of the pest is not the objective. Following such extensive spread, eradication is considered practically impossible.
The realistic goal is a stable predator population that suppresses Dactylopius opuntiae sufficiently to allow:
- prickly pears to survive,
- fruit production to continue,
- natural suppression of new outbreaks,
- reduced dependence upon frequent spraying,
- restoration of plantations and traditional hedges.
The process may require years. The predator must establish, overwinter, reproduce and disperse across an island containing many isolated cactus stands.
What the Public Should Do
People finding infestations should avoid moving:
- visibly infested fruit,
- pads intended for propagation,
- whole plants,
- uncovered infested waste,
- tools that have not been cleaned.
New infestations in previously unaffected areas should be reported to the relevant District Agricultural Office.
Sites where Hyperaspis trifurcata has been released or observed should not be sprayed indiscriminately. A broad-spectrum insecticide may kill both pest and predator.
Neither Dactylopius opuntiae nor Hyperaspis trifurcata should be privately transferred between areas. Distribution of biological agents must occur only within an authorised scientific programme.
Dactylopius opuntiae and Carmine
Species of Dactylopius contain carminic acid and have historically been associated with red dyes.
An important distinction is necessary: the principal insect traditionally and commercially reared for cochineal and carmine production is Dactylopius coccus, not the destructive Dactylopius opuntiae occurring in Cyprus.
Commercial dye is produced from dried female Dactylopius coccus. Carminic acid is extracted and processed into cochineal extract or carmine.
This natural colourant is or has been used in:
- textiles,
- cosmetics,
- lipstick,
- pharmaceutical products,
- food and beverages,
- histological and microscopic stains.
On food labels it may appear as carmine, cochineal, carminic acid, Natural Red 4 or E120.
Dactylopius opuntiae also contains carminic acid and is being investigated as a possible source of colourant and other products. It is not, however, the principal traditional commercial carmine species, and collecting it from Cypriot prickly pears is not currently an authorised control method or organised economic use.
Deliberate Use in Other Countries
The same organism destroying prickly pears in Cyprus is used elsewhere as a biological-control agent against invasive cacti.
Opuntia species introduced to other continents have invaded rangelands, savannas and protected areas. Dense growth can:
- displace native vegetation,
- restrict animal access to water and grazing,
- injure animals with spines,
- reduce land productivity,
- obstruct the movement of people and wildlife.
Specialised biotypes or lineages of Dactylopius opuntiae have been released against particular invasive Opuntia in Australia, South Africa and Kenya.
In Kenya, an appropriate biotype was released from 2014 to suppress invasive Opuntia stricta in Laikipia County. In South Africa it has also been used to control O. stricta, including within protected natural areas.
Effectiveness depends upon matching the insect biotype to the cactus species or genetic lineage. A population capable of killing one Opuntia may be much less effective against another.
Beneficial in One Place and Destructive in Another
Whether an organism is described as beneficial or harmful depends upon its ecological and agricultural context.
In Cyprus, Israel, Morocco and other Mediterranean countries where Opuntia ficus-indica is grown for fruit, the insect is a devastating pest.
Where Opuntia stricta and other cacti have become invasive weeds, an appropriate Dactylopius opuntiae may be a valuable biological-control agent.
This dual role explains why some countries invest in protecting cacti from the insect, while others deliberately release it to destroy them.
Its use as a biological-control agent requires rigorous scientific assessment. An uncontrolled or incorrect introduction may threaten cultivated cacti, local varieties and related plants of ecological or economic importance.
Classification
Kingdom: Animalia
Phylum: Arthropoda
Class: Insecta
Order: Hemiptera
Suborder: Sternorrhyncha
Superfamily: Coccoidea
Family: Dactylopiidae
Genus: Dactylopius Costa, 1829
Species: Dactylopius opuntiae (Cockerell, 1896)
Common names: Prickly pear cochineal / Cactus cochineal scale / Wild cochineal
Sources
- Biodiversity of Cyprus – Dactylopius opuntiae
- ScaleNet – Dactylopius opuntiae
- IPPC – First confirmation in Cyprus
- Cyprus House of Representatives – Ministry of Agriculture response
- Mendel et al. – Biological control in Israel
- Politis – Introduction of Hyperaspis trifurcata into Cyprus
- AlphaNews – Initial biological-control results
- Ynet – The Israeli mission to Cyprus
- Research on Dactylopius opuntiae as a possible source of carminic acid
- Use against invasive Opuntia stricta in Kenya
No comments:
Post a Comment