Translate

Sunday, 16 July 2023

Northern goshawk, Goshawk - Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758) Διπλoσάϊvo, Διπλοσιάχινο - Cyprus

See also

All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο


List of Cyprus birds of prey on this blog - Λίστα Αρπαχτικών πουλιών της Κύπρου σε αυτό το ιστολόγιο

 - Αρπαχτικά πουλιά της Κύπρου

Below in English

Κείμενο: Γιώργος Κωνσταντίνου

Φωτογραφίες: Γιώργος Κωνσταντίνου και Κωνσταντίνος Αντωνίου

Το διπλοσιάχινο

Το διπλοσιάχινο, γνωστό και ως διπλοσάινο, είναι ένα ισχυρόσωμο ημερόβιο αρπακτικό πτηνό της οικογένειας Accipitridae. Η παραδοσιακή επιστημονική ονομασία του είναι Accipiter gentilis, ενώ σε νεότερες ταξινομικές κατατάξεις το ευρασιατικό είδος τοποθετείται στο γένος Astur και αναφέρεται ως Astur gentilis.

Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τους αετούς, τις γερακίνες, τους κίρκους και άλλα αρπακτικά πτηνά. Είναι μεγαλύτερο και ισχυρότερο από το συγγενικό ξεφτέρι, Accipiter nisus, και διαθέτει μορφολογικά χαρακτηριστικά κατάλληλα για γρήγορο και ευέλικτο κυνήγι μέσα σε δασώδεις περιοχές.

Η αρχική επιστημονική περιγραφή του είδους έγινε από τον Carl Linnaeus το 1758, στη δέκατη έκδοση του έργου Systema Naturae, με την ονομασία Falco gentilis.

Η λέξη Accipiter είναι λατινική ονομασία για το γεράκι και συνδέεται με το ρήμα accipere, που σημαίνει «αρπάζω» ή «συλλαμβάνω». Η ειδική ονομασία gentilis σημαίνει «ευγενής» και έχει συσχετιστεί με την ιστορική χρήση του πουλιού στη γερακοθηρία.

Εμφάνιση και σωματικές αναλογίες

Το διπλοσιάχινο είναι μεσαίου έως μεγάλου μεγέθους αρπακτικό με σχετικά κοντές και πλατιές πτέρυγες, μακριά ουρά και ισχυρά πόδια. Ο συνδυασμός αυτός το βοηθά να επιταχύνει γρήγορα, να αλλάζει απότομα κατεύθυνση και να κινείται ανάμεσα σε δέντρα και πυκνή βλάστηση.

Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό ως προς το μέγεθος. Το θηλυκό είναι αισθητά μεγαλύτερο και βαρύτερο από το αρσενικό. Τα αρσενικά έχουν συνήθως μήκος περίπου 49–57 εκατοστά και άνοιγμα πτερύγων 93–105 εκατοστά, ενώ τα θηλυκά μπορούν να φτάσουν σε μήκος 58–64 εκατοστά και άνοιγμα πτερύγων μεγαλύτερο από 120 εκατοστά.

Ο ενήλικος έχει γκριζωπή έως γκριζοκάστανη άνω επιφάνεια. Η κάτω επιφάνεια είναι ανοιχτόχρωμη και καλύπτεται από λεπτές, σκούρες εγκάρσιες ραβδώσεις. Πάνω από το μάτι διακρίνεται έντονο λευκό φρύδι, το οποίο αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα του είδους.

Τα μάτια των ενηλίκων είναι συνήθως πορτοκαλί έως βαθιά κόκκινα. Το αγκιστροειδές ράμφος είναι ισχυρό, ενώ τα πόδια καταλήγουν σε μακριά δάκτυλα και αιχμηρά νύχια, κατάλληλα για την αρπαγή και ακινητοποίηση της λείας.

Το νεαρό πτέρωμα

Τα νεαρά διπλοσιάχινα διαφέρουν εμφανώς από τα ενήλικα. Η άνω επιφάνειά τους είναι καστανή, με ανοιχτόχρωμα περιθώρια στα φτερά, ενώ η κάτω επιφάνεια φέρει επιμήκεις καστανές ραβδώσεις αντί για τις λεπτές εγκάρσιες γραμμές των ενηλίκων.

Τα μάτια των νεαρών είναι αρχικά κιτρινωπά και αποκτούν σταδιακά πορτοκαλί ή κοκκινωπό χρώμα καθώς το πουλί ωριμάζει.

Η μακριά ουρά παρουσιάζει πλατιές σκούρες ζώνες. Σε συνδυασμό με τις σχετικά κοντές πτέρυγες, αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό αναγνώρισης τόσο όταν το πουλί κάθεται όσο και όταν πετά.

Η αναγνώριση ενός νεαρού ατόμου χρειάζεται προσοχή, επειδή μπορεί να συγχυστεί με μεγάλο θηλυκό ξεφτέρι. Το διπλοσιάχινο είναι όμως πιο ογκώδες, έχει ισχυρότερα πόδια, πλατύτερο στήθος, πιο προτεταμένο κεφάλι κατά την πτήση και γενικά βαρύτερη εμφάνιση.

Πτήση και τρόπος κυνηγιού

Το διπλοσιάχινο είναι εξαιρετικά ευέλικτος κυνηγός των δασών. Συχνά κινείται με διαδοχικά γρήγορα χτυπήματα των πτερύγων, τα οποία εναλλάσσονται με σύντομα διαστήματα ολίσθησης.

Όταν κυνηγά, μπορεί να χρησιμοποιεί δέντρα, θάμνους, βράχους και τις ανωμαλίες του εδάφους ως κάλυψη. Επιχειρεί συχνά αιφνιδιαστικές επιθέσεις από χαμηλό ύψος και επιταχύνει απότομα μόλις πλησιάσει τη λεία.

Η μακριά ουρά λειτουργεί ως πηδάλιο και του επιτρέπει να πραγματοποιεί απότομες στροφές. Οι κοντές και στρογγυλεμένες πτέρυγες προσφέρουν επιτάχυνση και έλεγχο μέσα σε περιορισμένο χώρο.

Σε ανοικτές περιοχές μπορεί επίσης να κυνηγήσει με παρατεταμένη καταδίωξη. Παρά το μέγεθός του, είναι ικανό να περνά με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα σε κορμούς και κλαδιά, ακολουθώντας πουλιά που προσπαθούν να διαφύγουν μέσα στο δάσος.

Διατροφή

Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από πουλιά και μεσαίου μεγέθους θηλαστικά. Τα είδη που καταναλώνει διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή, την εποχή και τη διαθεσιμότητα της λείας.

Μπορεί να κυνηγήσει περιστέρια, κορακοειδή, τσίχλες, δρυοκολάπτες, πέρδικες και άλλα δασικά ή αγροτικά πουλιά. Από τα θηλαστικά συλλαμβάνει σκίουρους, λαγόμορφα και διάφορα τρωκτικά. Τα ισχυρότερα θηλυκά μπορούν γενικά να χειριστούν μεγαλύτερη λεία από τα μικρότερα αρσενικά.

Δεν κυνηγά αποκλειστικά στο εσωτερικό συνεχόμενων δασών. Χρησιμοποιεί επίσης δασικά ξέφωτα, όρια βλάστησης, ποτάμιες κοιλάδες, αγροτικές εκτάσεις κοντά σε δέντρα και άλλες περιοχές όπου το δάσος εναλλάσσεται με ανοικτό χώρο.

Η παρουσία του αποτελεί μέρος των φυσικών σχέσεων θηρευτή και λείας. Δεν εξοντώνει αυθαίρετα άλλα πουλιά, αλλά κυνηγά για να επιβιώσει και να αναθρέψει τους νεοσσούς του.

Ενδιαίτημα

Το διπλοσιάχινο συνδέεται κυρίως με δάση κωνοφόρων, φυλλοβόλων ή μικτής σύνθεσης. Περισσότερο από το συγκεκριμένο είδος δέντρου, σημασία έχουν η δομή και η ηλικία του δάσους.

Για τη φωλεοποίηση προτιμά συνήθως ώριμες συστάδες με ψηλά δέντρα, αρκετή κάλυψη από την κόμη και σχετικά ανοικτό χώρο κάτω από αυτήν. Η διαμόρφωση αυτή επιτρέπει στο μεγάλο αρπακτικό να προσεγγίζει τη φωλιά και να κινείται μέσα στο δάσος.

Τα ξέφωτα, οι δασικοί δρόμοι, οι κοιλάδες, οι άκρες του δάσους και οι ανοικτές εκτάσεις κοντά στη φωλιά προσφέρουν ευκαιρίες κυνηγιού. Ένα κατάλληλο έδαφος επικράτειας περιλαμβάνει επομένως συνδυασμό ασφαλών θέσεων φωλεοποίησης και διαφορετικών κυνηγετικών περιοχών.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες το είδος έχει εγκατασταθεί και σε περιαστικά δάση ή μεγάλους χώρους πρασίνου, εφόσον υπάρχουν ώριμα δέντρα, επαρκής λεία και περιοχές με περιορισμένη ανθρώπινη ενόχληση.

Αναπαραγωγή και φωλιά

Η αναπαραγωγική δραστηριότητα αρχίζει συνήθως στα τέλη του χειμώνα ή στις αρχές της άνοιξης. Τα ζευγάρια πραγματοποιούν πτήσεις επίδειξης πάνω από το δάσος, συνοδευόμενες συχνά από χαρακτηριστικές φωνές.

Η φωλιά είναι μεγάλη και κατασκευάζεται από κλαδιά. Τοποθετείται συνήθως σε ψηλό και ώριμο δέντρο, κοντά στον κύριο κορμό ή σε ισχυρή διχάλα. Το εσωτερικό μπορεί να επενδύεται με λεπτότερα κλαδιά, φλοιό και φρέσκα πράσινα κλαδάκια.

Ένα ζευγάρι μπορεί να διατηρεί περισσότερες από μία φωλιές μέσα στην επικράτειά του και να χρησιμοποιεί διαφορετική φωλιά σε διαδοχικές χρονιές. Παλαιές φωλιές επισκευάζονται και μπορεί να αποκτήσουν μεγάλες διαστάσεις έπειτα από επανειλημμένη χρήση.

Η γέννα περιλαμβάνει συνήθως δύο έως τέσσερα αυγά. Η επώαση πραγματοποιείται κυρίως από το θηλυκό και διαρκεί περίπου πέντε εβδομάδες. Κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου, το αρσενικό φέρνει τροφή στο θηλυκό.

Μετά την εκκόλαψη, το θηλυκό παραμένει αρχικά κοντά στους νεοσσούς, τους προστατεύει και μοιράζει τη λεία που μεταφέρει το αρσενικό. Καθώς οι νεοσσοί μεγαλώνουν, και οι δύο γονείς συμμετέχουν περισσότερο στην εξασφάλιση τροφής.

Τα νεαρά εγκαταλείπουν τη φωλιά περίπου πέντε έως έξι εβδομάδες μετά την εκκόλαψη. Παραμένουν όμως για αρκετό διάστημα κοντά στην περιοχή της φωλιάς και εξαρτώνται από τους γονείς τους μέχρι να αναπτύξουν τις ικανότητες που απαιτούνται για ανεξάρτητο κυνήγι.

Κατανομή στον κόσμο

Το είδος έχει ευρεία εξάπλωση στις εύκρατες και βόρειες περιοχές της Ευρασίας. Απαντά από την Ευρώπη και τη Μεσόγειο μέχρι τη Ρωσία, τη Σιβηρία, την Κεντρική και Ανατολική Ασία και την Ιαπωνία.

Οι περισσότεροι πληθυσμοί είναι επιδημητικοί ή πραγματοποιούν περιορισμένες τοπικές μετακινήσεις. Πουλιά από ψυχρότερες και βορειότερες περιοχές μπορεί να μετακινηθούν νοτιότερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ιδιαίτερα όταν η τροφή είναι περιορισμένη.

Οι πληθυσμοί της Βόρειας Αμερικής θεωρούνταν παραδοσιακά μέρος του Accipiter gentilis. Νεότερες ταξινομικές μελέτες τούς αντιμετωπίζουν ως χωριστό είδος, το αμερικανικό διπλοσιάχινο Astur atricapillus. Με αυτή την ταξινομική προσέγγιση, το Astur gentilis αναφέρεται στο ευρασιατικό είδος.

Το διπλοσιάχινο στην Κύπρο

Στην Κύπρο το διπλοσιάχινο είναι σπάνιο και τοπικό επιδημητικό αναπαραγόμενο είδος. Ο μικρός πληθυσμός του συνδέεται κυρίως με τα ώριμα δάση και τις δασωμένες κοιλάδες του Τροόδους.

Η παρουσία νεαρών πουλιών κοντά σε φωλιές αποτελεί σημαντική ένδειξη επιτυχούς αναπαραγωγής. Λόγω του περιορισμένου αριθμού ζευγαριών και της δυσκολίας εντοπισμού τους μέσα σε εκτεταμένα δάση, κάθε τεκμηριωμένη αναπαραγωγική παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία.

Στις 18 Ιουνίου 2021, ο Γιώργος Κωνσταντίνου φωτογράφισε ένα νεαρό διπλοσιάχινο έξω από τη φωλιά του, στην κοιλάδα του ποταμού Διάριζου, στον εκδρομικό χώρο Κομιτιτζή, κοντά στο χωριό Μυλικούρι.

Στην αρχική ανάρτηση περιλαμβάνονται επίσης φωτογραφίες από το Αρμυρολίβαδο το 2022 και από την κοιλάδα της Μαραθάσας το 2023, οι οποίες τραβήχτηκαν από τον Κωνσταντίνο Αντωνίου.

Οι καταγραφές αυτές επιβεβαιώνουν τη σύνδεση του είδους με τα ορεινά δάση και τις βαθιές δασωμένες κοιλάδες της Κύπρου. Δεν πρέπει όμως να δημοσιοποιούνται ακριβείς ενεργές θέσεις φωλιών, καθώς η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση ή εγκατάλειψη της αναπαραγωγικής προσπάθειας.

Οικολογική σημασία

Ως κορυφαίος δασικός θηρευτής, το διπλοσιάχινο συμμετέχει στη ρύθμιση πληθυσμών πουλιών και μικρών ή μεσαίων θηλαστικών. Η επίδρασή του δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα, αλλά ως μέρος ενός πολύπλοκου δασικού τροφικού πλέγματος.

Η παρουσία αναπαραγόμενων ζευγαριών συνδέεται συχνά με δασικά οικοσυστήματα που διαθέτουν ώριμα δέντρα, κατάλληλη δομή βλάστησης, επαρκή τροφή και σχετικά χαμηλό επίπεδο ενόχλησης.

Η διατήρησή του ωφελεί παράλληλα πολλά άλλα είδη που εξαρτώνται από ώριμα δάση, παλαιά δέντρα, δασικά ξέφωτα και φυσικές ποτάμιες κοιλάδες.

Απειλές και προστασία

Σε παγκόσμιο επίπεδο το διπλοσιάχινο κατατάσσεται από την IUCN στην κατηγορία Ελάχιστης Ανησυχίας – Least Concern. Η παγκόσμια αυτή αξιολόγηση δεν σημαίνει ότι όλοι οι τοπικοί πληθυσμοί είναι εξίσου ασφαλείς.

Στην Κύπρο ο αναπαραγόμενος πληθυσμός είναι μικρός και περιορισμένος. Για τον λόγο αυτό, η προστασία των γνωστών και πιθανών περιοχών φωλεοποίησης έχει ιδιαίτερη σημασία.

Οι σημαντικότερες πιέσεις περιλαμβάνουν:

  • την καταστροφή ή υποβάθμιση ώριμων δασικών συστάδων,
  • την απομάκρυνση μεγάλων δέντρων κατάλληλων για φωλεοποίηση,
  • την έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα κοντά σε ενεργές φωλιές,
  • τις πυρκαγιές και τη μεγάλης κλίμακας αλλοίωση του δασικού ενδιαιτήματος,
  • την παράνομη θανάτωση και παγίδευση αρπακτικών πουλιών,
  • τη δηλητηρίαση ή τη δευτερογενή έκθεση σε τοξικές ουσίες,
  • τις προσκρούσεις σε ανθρώπινες κατασκευές.

Η προστασία του απαιτεί διατήρηση ώριμων δέντρων, περιορισμό των δασικών εργασιών κοντά σε ενεργές φωλιές κατά την αναπαραγωγική περίοδο και αποφυγή της δημοσιοποίησης ευαίσθητων τοποθεσιών.

Υπεύθυνη παρατήρηση

Κατά την παρατήρηση ή φωτογράφιση ενός διπλοσιάχινου κοντά σε πιθανή φωλιά πρέπει να διατηρείται μεγάλη απόσταση. Επαναλαμβανόμενες φωνές συναγερμού, χαμηλές πτήσεις πάνω από τον παρατηρητή ή επίμονη παρουσία των ενηλίκων αποτελούν ενδείξεις ότι τα πουλιά έχουν ενοχληθεί.

Δεν πρέπει να πλησιάζουμε τη φωλιά, να απομακρύνουμε βλάστηση για καλύτερη φωτογραφία, να χρησιμοποιούμε ηχογραφημένες φωνές ή να παραμένουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή.

Οι ακριβείς συντεταγμένες μιας ενεργής φωλιάς πρέπει να κοινοποιούνται μόνο σε αρμόδιους επιστήμονες ή υπηρεσίες προστασίας της φύσης. Η ασφάλεια των πουλιών και η επιτυχία της αναπαραγωγής έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε φωτογραφική καταγραφή.

Ταξινόμηση

Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Chordata
Ομοταξία: Aves
Τάξη: Accipitriformes
Οικογένεια: Accipitridae
Γένος: Accipiter Brisson, 1760
Είδος: Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758)
Νεότερος ταξινομικός συνδυασμός: Astur gentilis (Linnaeus, 1758)
Ελληνικές κοινές ονομασίες: Διπλοσιάχινο / Διπλοσάινο
Αγγλική κοινή ονομασία: Northern Goshawk / Eurasian Goshawk
Κατάσταση στην Κύπρο: Σπάνιο επιδημητικό αναπαραγόμενο είδος
Κατάσταση IUCN: Ελάχιστης Ανησυχίας – Least Concern

Πηγές




Νεαρό έξω από την φωλιά του. Φωτογραφίες στον ποταμό Διάριζο  στον εκδρομικό χώρο Κομιτιτζή κοντά στο χωριό Μυλικούρι στις 18/6/2021

Photos Milikouri 18/6/2021 by George Konstantinou






 Eggs


Subspecies
Accipiter gentilis albidus
Accipiter gentilis apache
Accipiter gentilis arrigonii
Accipiter gentilis atricapillus
Accipiter gentilis buteoides
Accipiter gentilis fujiyamae
Accipiter gentilis gentilis
Accipiter gentilis laingi
Accipiter gentilis marginatus
Accipiter gentilis schvedowi (eastern goshawk)

Photos Armirolivado 2022 and  Marathasa valley 2023 by Constantinos Antoniou


Northern Goshawk – Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758) – Cyprus

Text by George Konstantinou

Photographs: George Konstantinou and Constantinos Antoniou

The Northern Goshawk

The Northern Goshawk, also known as the Eurasian Goshawk, is a powerful diurnal bird of prey belonging to the family Accipitridae. Its traditional scientific name is Accipiter gentilis, while newer taxonomic classifications place the Eurasian species in the genus Astur under the name Astur gentilis.

It belongs to the same family as eagles, buzzards, harriers and other birds of prey. It is larger and more powerful than the related Eurasian Sparrowhawk, Accipiter nisus, and possesses morphological characteristics suited to fast and agile hunting within wooded environments.

The species was originally described by Carl Linnaeus in 1758, in the tenth edition of his Systema Naturae, under the name Falco gentilis.

The word Accipiter is a Latin name for a hawk and is associated with the verb accipere, meaning “to seize” or “to grasp”. The specific name gentilis means “noble” and has been associated with the historical use of the bird in falconry.

Appearance and Body Proportions

The Northern Goshawk is a medium-sized to large raptor with comparatively short, broad wings, a long tail and powerful legs. This combination allows it to accelerate rapidly, change direction abruptly and manoeuvre between trees and dense vegetation.

The species displays pronounced sexual size dimorphism. The female is noticeably larger and heavier than the male. Males are generally about 49–57 centimetres long, with a wingspan of 93–105 centimetres, whereas females may reach 58–64 centimetres in length and have a wingspan exceeding 120 centimetres.

Adults have greyish to grey-brown upperparts. The underparts are pale and covered with fine, dark horizontal barring. A prominent white supercilium above the eye is one of the species’ most distinctive features.

The eyes of adults are generally orange to deep red. The hooked bill is strong, while the feet possess long toes and sharp talons adapted for seizing and restraining prey.

Juvenile Plumage

Juvenile Northern Goshawks differ conspicuously from adults. Their upperparts are brown, with pale edges to the feathers, while their underparts have longitudinal brown streaks instead of the fine horizontal barring of adults.

The eyes of young birds are initially yellowish and gradually become orange or reddish as the bird matures.

The long tail bears broad dark bands. Together with the comparatively short wings, it is an important identification feature both when the bird is perched and in flight.

Identifying a juvenile requires care because it may be confused with a large female Eurasian Sparrowhawk. The Northern Goshawk is, however, bulkier, with stronger legs, a broader chest, a more projecting head in flight and an overall heavier appearance.

Flight and Hunting Behaviour

The Northern Goshawk is an exceptionally agile woodland hunter. It frequently moves with a series of rapid wingbeats alternating with short glides.

While hunting, it may use trees, bushes, rocks and irregularities in the ground as cover. It frequently launches surprise attacks from low height and accelerates sharply when it approaches its prey.

The long tail acts as a rudder, allowing abrupt turns. The short, rounded wings provide acceleration and control within confined spaces.

In open areas, it may also hunt through sustained pursuit. Despite its size, it can pass at great speed between trunks and branches while following birds attempting to escape through woodland.

Diet

Its diet consists mainly of birds and medium-sized mammals. The prey taken varies according to region, season and local availability.

It may hunt pigeons, corvids, thrushes, woodpeckers, gamebirds and other woodland or farmland birds. Mammalian prey includes squirrels, lagomorphs and various rodents. The more powerful females can generally handle larger prey than the smaller males.

It does not hunt exclusively within continuous forest. It also uses woodland clearings, vegetation boundaries, river valleys, agricultural land near trees and other areas where forest alternates with open ground.

Its presence forms part of natural predator–prey relationships. It does not kill other birds indiscriminately but hunts to survive and raise its young.

Habitat

The Northern Goshawk is principally associated with coniferous, deciduous and mixed forests. The structure and age of a forest are generally more important than the particular tree species present.

For nesting, it commonly favours mature stands containing tall trees, substantial canopy cover and comparatively open space beneath the canopy. This structure allows the large raptor to approach its nest and move through the forest.

Clearings, forest roads, valleys, woodland edges and open areas near the nesting stand provide hunting opportunities. A suitable territory therefore contains a combination of secure nesting sites and different hunting habitats.

In several European countries, the species has also established itself in suburban forests and large urban green spaces where mature trees, sufficient prey and areas with limited human disturbance remain available.

Breeding and Nesting

Breeding activity usually begins in late winter or early spring. Pairs perform display flights above the forest, often accompanied by characteristic calls.

The nest is a large structure made of sticks. It is normally placed in a tall, mature tree, close to the main trunk or within a strong fork. The interior may be lined with smaller twigs, bark and fresh green branches.

A pair may maintain more than one nest within its territory and use different nests in successive years. Old nests are repaired and may become very large following repeated use.

The clutch generally consists of two to four eggs. Incubation is performed mainly by the female and lasts for approximately five weeks. During most of this period, the male supplies the female with food.

Following hatching, the female initially remains close to the nestlings, protects them and divides the prey delivered by the male. As the young grow, both parents become increasingly involved in supplying food.

The young leave the nest approximately five to six weeks after hatching. They nevertheless remain near the nesting area for some time and continue to depend upon their parents until they develop the skills required for independent hunting.

Global Distribution

The species has a broad distribution across the temperate and northern regions of Eurasia. It occurs from Europe and the Mediterranean eastwards through Russia, Siberia, Central and Eastern Asia and Japan.

Most populations are resident or undertake limited local movements. Birds from colder and more northerly regions may move south during winter, particularly when food becomes scarce.

North American populations were traditionally treated as part of Accipiter gentilis. More recent taxonomic studies recognise them as a separate species, the American Goshawk, Astur atricapillus. Under this treatment, Astur gentilis refers to the Eurasian species.

The Northern Goshawk in Cyprus

In Cyprus, the Northern Goshawk is a rare and localised resident breeding species. Its small population is associated principally with the mature forests and wooded valleys of the Troodos Mountains.

The presence of young birds close to nests provides important evidence of successful breeding. Because of the limited number of pairs and the difficulty of locating them within extensive forests, every documented breeding observation is particularly valuable.

On 18 June 2021, George Konstantinou photographed a young Northern Goshawk outside its nest in the valley of the Diarizos River, at the Komititzi picnic site, near the village of Mylikouri.

The original post also contains photographs taken at Armirolivado in 2022 and in the Marathasa Valley in 2023 by Constantinos Antoniou.

These records confirm the association of the species with the mountain forests and deep wooded valleys of Cyprus. Exact locations of active nests should not be made public, however, because human presence may cause disturbance or the abandonment of a breeding attempt.

Ecological Importance

As a top woodland predator, the Northern Goshawk contributes to the regulation of bird and small- to medium-sized mammal populations. Its influence should not be considered in isolation but as part of a complex forest food web.

The presence of breeding pairs is often associated with forest ecosystems containing mature trees, suitable vegetation structure, sufficient prey and comparatively low levels of disturbance.

Its conservation also benefits many other species dependent upon mature forests, old trees, woodland clearings and natural river valleys.

Threats and Conservation

At the global level, the Northern Goshawk is classified by the IUCN as Least Concern. This global assessment does not mean that every local population is equally secure.

The breeding population in Cyprus is small and restricted. The protection of known and potential nesting areas is therefore particularly important.

The principal pressures include:

  • destruction or degradation of mature forest stands,
  • removal of large trees suitable for nesting,
  • intensive human activity close to active nests,
  • wildfires and large-scale alteration of forest habitat,
  • illegal killing and trapping of birds of prey,
  • poisoning or secondary exposure to toxic substances,
  • collisions with human-made structures.

Its conservation requires the retention of mature trees, restrictions on forestry operations close to active nests during the breeding season and avoidance of publishing sensitive locations.

Responsible Observation

A considerable distance should be maintained when observing or photographing a Northern Goshawk near a possible nest. Repeated alarm calls, low flights over an observer or the persistent presence of adults are indications that the birds have been disturbed.

Observers should not approach the nest, remove vegetation to obtain a better photograph, use recorded calls or remain in the area for prolonged periods.

The exact coordinates of an active nest should be shared only with responsible scientists or nature-conservation authorities. The safety of the birds and the success of their breeding attempt are more important than any photographic record.

Classification

Kingdom: Animalia
Phylum: Chordata
Class: Aves
Order: Accipitriformes
Family: Accipitridae
Genus: Accipiter Brisson, 1760
Species: Accipiter gentilis (Linnaeus, 1758)
More recent taxonomic combination: Astur gentilis (Linnaeus, 1758)
Greek common names: Διπλοσιάχινο / Διπλοσάινο
English common names: Northern Goshawk / Eurasian Goshawk
Status in Cyprus: Rare resident breeding species
IUCN status: Least Concern

Sources



No comments:

Post a Comment