Translate

Saturday, 13 July 2019

Κοινός καστανός αρουραίος - Brown rat - Rattus norvegicus (Berkenhout, 1769) - Cyprus

See also


Below in English

Κείμενο George Konstantinou

Ο κοινός καστανός αρουραίος, με επιστημονική ονομασία Rattus norvegicus, είναι ένα μεγαλόσωμο, εξαιρετικά προσαρμοστικό τρωκτικό της οικογένειας Muridae. Είναι επίσης γνωστός ως καστανή ποντίκα, νορβηγικός αρουραίος, αρουραίος των υπονόμων ή κοινός αρουραίος.

Σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο διαδεδομένα θηλαστικά του κόσμου. Η παγκόσμια εξάπλωσή του οφείλεται κυρίως στις ανθρώπινες μεταφορές, ιδιαίτερα στα πλοία και στη διακίνηση εμπορευμάτων. Δεν αποτελεί γηγενές είδος της Κύπρου, αλλά ξενικό είδος που έφτασε στο νησί με ανθρώπινη βοήθεια.

Παρουσία στην Κύπρο

Για μεγάλο χρονικό διάστημα η παρουσία του Rattus norvegicus στην Κύπρο αναφερόταν χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και υπήρχε σύγχυση με τον μαύρο αρουραίο, Rattus rattus.

Κυπριακές γεωργικές πηγές ανέφεραν ότι ο καστανός αρουραίος είχε αρχικά εντοπιστεί στο λιμάνι της Λεμεσού και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε άλλες περιοχές. Ωστόσο, η πρώτη δημοσιευμένη επιβεβαίωση της παρουσίας του είδους στην Κύπρο με συνδυασμό μορφολογικής εξέτασης και ανάλυσης μιτοχονδριακού DNA παρουσιάστηκε σε επιστημονική εργασία το 2020.

Στη συγκεκριμένη μελέτη εξετάστηκαν δείγματα από το Γέρι και το Νέο Χωριό κοντά στην Κυθρέα. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι επρόκειτο πράγματι για Rattus norvegicus. Η ανακάλυψη είχε ιδιαίτερη σημασία επειδή τεκμηρίωσε την παρουσία ενός ακόμη ξενικού και δυνητικά εισβλητικού τρωκτικού στο νησί.

Αναγνώριση

Ο καστανός αρουραίος έχει δυνατό και σχετικά βαρύ σώμα, με καστανόγκριζη ή γκριζοκάστανη ράχη και πιο ανοιχτόχρωμη κοιλιά. Το ρύγχος του είναι συνήθως πιο αμβλύ από εκείνο του μαύρου αρουραίου και τα αυτιά του είναι σχετικά μικρά.

Η ουρά του είναι γυμνή, φολιδωτή και συνήθως μικρότερη από το συνολικό μήκος του κεφαλιού και του σώματος. Αντίθετα, στον μαύρο αρουραίο η ουρά είναι συνήθως λεπτότερη και μεγαλύτερη από το μήκος κεφαλιού και σώματος.

Τα ενήλικα άτομα έχουν συνήθως μήκος κεφαλιού και σώματος περίπου 20–27 εκατοστά, χωρίς να υπολογίζεται η ουρά. Το μέγεθος και το βάρος παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, τη διατροφή και τις συνθήκες του περιβάλλοντος.

Διαφορές από τον μαύρο αρουραίο

Οι δύο αρουραίοι μπορεί να συγχέονται, αλλά παρουσιάζουν ορισμένες χαρακτηριστικές διαφορές:

  • Ο καστανός αρουραίος έχει βαρύτερο και πιο συμπαγές σώμα.
  • Το ρύγχος του είναι πιο κοντό και αμβλύ.
  • Τα αυτιά του είναι μικρότερα σε σχέση με το κεφάλι.
  • Η ουρά του είναι συνήθως μικρότερη από το μήκος κεφαλιού και σώματος.
  • Ζει συχνότερα στο έδαφος, μέσα σε λαγούμια, υπονόμους και υγρά σημεία.
  • Ο μαύρος αρουραίος είναι συνήθως πιο λεπτός, έχει μεγαλύτερα αυτιά και είναι ικανότερος αναρριχητής.

Η αναγνώριση μόνο από μια φωτογραφία δεν είναι πάντοτε ασφαλής. Για μια πλήρως επιβεβαιωμένη επιστημονική καταγραφή μπορεί να απαιτούνται κρανιακά, οδοντικά ή γενετικά χαρακτηριστικά.

Βιότοπος και καταφύγια

Ο καστανός αρουραίος συνδέεται στενά με ανθρώπινους οικισμούς και με περιοχές όπου υπάρχει άφθονη τροφή και νερό. Μπορεί να ζήσει σε:

  • υπονόμους και αποχετευτικά συστήματα,
  • λιμάνια και αποθήκες,
  • κτηνοτροφικές και γεωργικές εγκαταστάσεις,
  • σκυβαλότοπους και χώρους απορριμμάτων,
  • όχθες ποταμών, καναλιών και λιμνών,
  • κήπους, αυλές και εγκαταλελειμμένα κτίρια,
  • περιοχές κοντά σε κοτέτσια ή χώρους φύλαξης ζωοτροφών.

Είναι καλός σκαφέας και δημιουργεί λαγούμια στο έδαφος, συχνά κοντά σε νερό, κτίρια ή σταθερές πηγές τροφής. Είναι επίσης πολύ καλός κολυμβητής και μπορεί να μετακινείται μέσα από υδάτινα και αποχετευτικά δίκτυα.

Νυκτόβια συμπεριφορά

Το είδος δραστηριοποιείται κυρίως τη νύχτα. Διαθέτει πολύ ανεπτυγμένη όσφρηση, ακοή, αφή και ικανότητα προσανατολισμού. Τα μουστάκια του το βοηθούν να αντιλαμβάνεται εμπόδια και στενά περάσματα μέσα στο σκοτάδι.

Ζει συνήθως σε κοινωνικές ομάδες με καθορισμένες περιοχές δραστηριότητας. Ακολουθεί συχνά τις ίδιες διαδρομές μεταξύ καταφυγίου, τροφής και νερού. Όταν υπάρχει μεγάλη αφθονία τροφής ή ο πληθυσμός έχει αυξηθεί σημαντικά, μπορεί να εμφανιστεί και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Ο καστανός αρουραίος είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι σε νέα αντικείμενα και άγνωστες τροφές. Αυτή η συμπεριφορά τον βοηθά να αποφεύγει κινδύνους και κάνει την αντιμετώπιση εγκατεστημένων πληθυσμών δυσκολότερη.

Διατροφή

Είναι παμφάγο και ευκαιριακό είδος. Τρέφεται με μεγάλη ποικιλία φυτικών και ζωικών τροφών, όπως:

  • σπόρους και δημητριακά,
  • καρπούς και φρούτα,
  • λαχανικά και νεαρούς βλαστούς,
  • ζωοτροφές,
  • ανθρώπινα απορρίμματα,
  • έντομα και άλλα ασπόνδυλα,
  • αυγά και νεοσσούς πουλιών,
  • μικρά σπονδυλωτά,
  • νεκρά ζώα.

Η ικανότητά του να αξιοποιεί σχεδόν κάθε διαθέσιμη πηγή τροφής αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους της παγκόσμιας επιτυχίας του.

Αναπαραγωγή

Όταν υπάρχουν διαθέσιμη τροφή, νερό και κατάλληλα καταφύγια, ο καστανός αρουραίος μπορεί να αναπαράγεται πολύ γρήγορα. Στο ήπιο κλίμα της Κύπρου η αναπαραγωγή μπορεί να συνεχίζεται για μεγάλο μέρος του έτους.

Η εγκυμοσύνη διαρκεί περίπου 21–23 ημέρες και μια γέννα μπορεί να περιλαμβάνει αρκετούς νεογνούς, συχνά από έξι μέχρι δώδεκα, αν και ο αριθμός μπορεί να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος. Τα νεογνά γεννιούνται τυφλά, γυμνά και εντελώς εξαρτημένα από τη μητέρα.

Η σύντομη περίοδος κύησης, η γρήγορη ωρίμανση και οι επαναλαμβανόμενες γέννες επιτρέπουν σε έναν μικρό αρχικό πληθυσμό να αυξηθεί γρήγορα όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές.

Οικολογικές επιπτώσεις

Σε νησιωτικά οικοσυστήματα ο καστανός αρουραίος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις. Τρέφεται με σπόρους, καρπούς και νεαρά φυτά, περιορίζοντας τη φυσική αναγέννηση ορισμένων φυτικών ειδών. Μπορεί επίσης να θηρεύει:

  • αυγά και νεοσσούς πουλιών που φωλιάζουν χαμηλά ή στο έδαφος,
  • μικρά ερπετά,
  • αμφίβια,
  • σαλιγκάρια και άλλα ασπόνδυλα,
  • μικρά θηλαστικά.

Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές σε μικρά νησιά και βραχονησίδες, όπου τα γηγενή είδη μπορεί να μην έχουν αναπτύξει αποτελεσματικούς μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε εισαγόμενα θηλαστικά.

Η έκταση των επιπτώσεων στην Κύπρο χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση, καθώς δεν γνωρίζουμε πλήρως τη σημερινή κατανομή και την πυκνότητα του είδους σε όλους τους βιότοπους.

Ζημιές σε καλλιέργειες και εγκαταστάσεις

Ο καστανός αρουραίος μπορεί να προκαλέσει σημαντικές οικονομικές ζημιές. Καταναλώνει και μολύνει αποθηκευμένους σπόρους, αλεύρι, ζωοτροφές και άλλα τρόφιμα με ούρα, περιττώματα και τρίχες.

Τα δόντια των τρωκτικών αναπτύσσονται συνεχώς και χρειάζονται διαρκή φθορά. Για τον λόγο αυτό ροκανίζουν ξύλο, πλαστικά, σωλήνες άρδευσης, υλικά συσκευασίας και ηλεκτρικά καλώδια. Η καταστροφή ηλεκτρικών καλωδίων μπορεί να προκαλέσει βλάβες ή ακόμη και πυρκαγιές.

Στις γεωργικές περιοχές μπορεί να καταστρέψει καρπούς, σπόρους, λαχανικά, νεαρούς βλαστούς και άλλα φυτικά μέρη.

Δημόσια υγεία

Οι αρουραίοι μπορούν να φιλοξενούν παθογόνους μικροοργανισμούς και παράσιτα. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο σχετίζεται κυρίως με τη μόλυνση τροφίμων και επιφανειών από ούρα ή περιττώματα, με επαφή σε μολυσμένο νερό και με εξωπαράσιτα όπως ψύλλοι.

Δεν σημαίνει ότι κάθε αρουραίος είναι φορέας κάποιας ασθένειας. Ωστόσο, η παρουσία μεγάλων πληθυσμών κοντά σε κατοικίες, αποθήκες τροφίμων, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις ή αποχετευτικά συστήματα αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας και χρειάζεται σωστή διαχείριση.

Φυσικοί θηρευτές στην Κύπρο

Οι αρουραίοι αποτελούν τροφή για αρκετά είδη άγριας ζωής. Στους φυσικούς θηρευτές τους περιλαμβάνονται φίδια, αλεπούδες και αρπακτικά πουλιά, ιδιαίτερα το ανθρωποπούλι (Tyto alba), καθώς και κουκουβάγιες και ημερόβια αρπακτικά.

Οι θηρευτές συμβάλλουν στον φυσικό περιορισμό των τρωκτικών, αλλά συνήθως δεν μπορούν να εξαλείψουν μεγάλους πληθυσμούς όταν υπάρχουν συνεχώς διαθέσιμα απορρίμματα, ζωοτροφές και τεχνητά καταφύγια.

Η αλόγιστη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων μπορεί να προκαλέσει δευτερογενή δηλητηρίαση σε φίδια, κουκουβάγιες, αλεπούδες, γάτες και άλλα ζώα που τρέφονται με δηλητηριασμένους αρουραίους.

Πρόληψη και υπεύθυνη αντιμετώπιση

Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση βασίζεται πρώτα στην πρόληψη:

  • απομάκρυνση απορριμμάτων και υπολειμμάτων τροφής,
  • φύλαξη ζωοτροφών και σπόρων σε ανθεκτικά, κλειστά δοχεία,
  • κλείσιμο οπών και ρωγμών στα κτίρια,
  • καθαρισμός εγκαταλελειμμένων υλικών και πυκνής βλάστησης κοντά σε υποστατικά,
  • επισκευή διαρροών νερού,
  • περιορισμός της πρόσβασης σε κάδους και αποχετεύσεις,
  • τακτική παρακολούθηση για ίχνη, λαγούμια και περιττώματα.

Όταν απαιτείται έλεγχος πληθυσμού, πρέπει να εφαρμόζεται από αρμόδια ή κατάλληλα εκπαιδευμένα άτομα. Τα τρωκτικοκτόνα δεν πρέπει να τοποθετούνται εκτεθειμένα, επειδή μπορεί να δηλητηριάσουν παιδιά, κατοικίδια και άγρια ζώα.

Ταξινόμηση

  • Κοινή ονομασία: Κοινός καστανός αρουραίος
  • Βασίλειο: Animalia
  • Συνομοταξία: Chordata
  • Ομοταξία: Mammalia
  • Τάξη: Rodentia
  • Οικογένεια: Muridae
  • Υποοικογένεια: Murinae
  • Γένος: Rattus
  • Είδος: Rattus norvegicus
  • Επιστημονική ονομασία: Rattus norvegicus (Berkenhout, 1769)
  • Κατάσταση στην Κύπρο: Ξενικό, εισαγμένο είδος
  • Παγκόσμια κατάσταση διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας

Βίντεο

Brown rat – Rattus norvegicus – Cyprus

Βίντεο and photos: George Konstantinou

Πηγές



Photos and videos Geri by George Konstantinou

Common Brown Rat – Rattus norvegicus (Berkenhout, 1769) – Cyprus

Text by George Konstantinou

The common brown rat, scientifically named Rattus norvegicus, is a large and highly adaptable rodent belonging to the family Muridae. It is also known as the Norway rat, sewer rat or common rat.

It is now among the most widely distributed mammals in the world. Its global expansion resulted mainly from human transportation, particularly ships and the movement of goods. It is not native to Cyprus but is an alien species that reached the island through human activity.

Presence in Cyprus

For a long time, the presence of Rattus norvegicus in Cyprus was reported without sufficient scientific documentation, and confusion existed between this species and the black rat, Rattus rattus.

Cypriot agricultural sources stated that the brown rat was initially detected at Limassol Port and subsequently spread to other areas. However, the first published confirmation of the species’ presence in Cyprus using a combination of morphological examination and mitochondrial DNA analysis appeared in a scientific paper in 2020.

The study examined specimens from Geri and Neo Chorio near Kythrea. The results confirmed that they were indeed Rattus norvegicus. The discovery was particularly significant because it documented the presence of another alien and potentially invasive rodent on the island.

Identification

The brown rat has a strong, relatively heavy body, with brownish-grey or greyish-brown upperparts and a paler underside. Its muzzle is generally blunter than that of the black rat, and its ears are comparatively small.

Its tail is hairless, scaly and usually shorter than the combined length of its head and body. In contrast, the black rat generally has a more slender tail that is longer than its head and body combined.

Adults generally have a head-and-body length of approximately 20–27 centimetres, excluding the tail. Size and weight vary considerably according to sex, age, diet and environmental conditions.

Differences from the black rat

The two rats may be confused, but they display several characteristic differences:

  • The brown rat has a heavier and more robust body.
  • Its muzzle is shorter and blunter.
  • Its ears are smaller in proportion to its head.
  • Its tail is generally shorter than its head-and-body length.
  • It more commonly lives at ground level, in burrows, sewers and damp places.
  • The black rat is usually more slender, has larger ears and is a more capable climber.

Identification from a photograph alone is not always reliable. Cranial, dental or genetic characteristics may be required for a fully confirmed scientific record.

Habitat and shelters

The brown rat is closely associated with human settlements and places providing abundant food and water. It may live in:

  • sewers and drainage systems,
  • ports and warehouses,
  • livestock and agricultural facilities,
  • rubbish dumps and waste-disposal areas,
  • the banks of rivers, canals and lakes,
  • gardens, yards and abandoned buildings,
  • areas near poultry enclosures or stored animal feed.

It is an accomplished burrower and constructs underground shelters, often close to water, buildings or reliable food sources. It is also a very capable swimmer and can move through aquatic environments and drainage networks.

Nocturnal behaviour

The species is mainly active at night. It possesses highly developed senses of smell, hearing and touch, as well as a strong ability to navigate. Its whiskers help it detect obstacles and confined passages in darkness.

It generally lives in social groups with established activity areas. Individuals often follow the same routes between shelter, food and water. When food is extremely abundant or the population has increased considerably, brown rats may also appear during daylight.

The brown rat is particularly cautious towards new objects and unfamiliar food. This behaviour helps it avoid danger and makes established populations more difficult to control.

Diet

It is an omnivorous and opportunistic species. It consumes a wide variety of plant and animal material, including:

  • seeds and cereals,
  • fruits,
  • vegetables and young shoots,
  • animal feed,
  • human food waste,
  • insects and other invertebrates,
  • birds’ eggs and chicks,
  • small vertebrates,
  • animal carcasses.

Its ability to exploit almost every available source of food is one of the main reasons for its worldwide success.

Reproduction

When food, water and suitable shelter are available, the brown rat can reproduce very rapidly. Under the mild climatic conditions of Cyprus, breeding may continue throughout much of the year.

Gestation lasts approximately 21–23 days, and a litter may contain several young, commonly between six and twelve, although the number can be lower or higher. The young are born blind, hairless and completely dependent on their mother.

The short gestation period, rapid maturation and repeated litters allow a small founding population to increase quickly when conditions are favourable.

Ecological impacts

The brown rat can have serious effects on island ecosystems. It consumes seeds, fruits and young plants, potentially restricting the natural regeneration of certain plant species. It may also prey upon:

  • the eggs and chicks of birds nesting on or near the ground,
  • small reptiles,
  • amphibians,
  • snails and other invertebrates,
  • small mammals.

Its effects can be especially severe on small islands and islets, where native species may not have developed effective defences against introduced mammals.

The full extent of its effects in Cyprus requires systematic monitoring because its present distribution and population density across all habitats are not completely known.

Damage to crops and infrastructure

The brown rat can cause substantial economic losses. It consumes and contaminates stored seeds, flour, animal feed and other food products with urine, droppings and hair.

Rodent teeth grow continuously and require constant wear. Brown rats therefore gnaw wood, plastics, irrigation pipes, packaging materials and electrical cables. Damage to electrical wiring may cause equipment failure or even fires.

In agricultural areas, the species may damage fruits, seeds, vegetables, young shoots and other plant material.

Public health

Rats may host pathogenic microorganisms and parasites. Human risk is mainly associated with contamination of food and surfaces by urine or faeces, contact with contaminated water and ectoparasites such as fleas.

This does not mean that every rat carries a disease. Nevertheless, large populations around homes, food-storage facilities, livestock units or sewer systems represent a public-health concern and require appropriate management.

Natural predators in Cyprus

Rats are prey for several wildlife species. Their natural predators include snakes, foxes and birds of prey, particularly the barn owl (Tyto alba), as well as other owls and diurnal raptors.

Predators contribute to the natural regulation of rodent populations, but they generally cannot eliminate large populations when rubbish, animal feed and artificial shelters remain continuously available.

Indiscriminate use of poisoned bait may cause secondary poisoning in snakes, owls, foxes, cats and other animals that consume poisoned rats.

Prevention and responsible control

The most effective form of management begins with prevention:

  • removing rubbish and food remains,
  • storing animal feed and seeds in strong, sealed containers,
  • closing holes and cracks in buildings,
  • clearing abandoned materials and dense vegetation near structures,
  • repairing leaking water systems,
  • preventing access to rubbish bins and drains,
  • regularly checking for tracks, burrows and droppings.

When population control is necessary, it should be undertaken by competent or properly trained individuals. Rodenticides must never be left exposed because they may poison children, domestic animals and wildlife.

Classification

  • Common name: Common brown rat
  • Kingdom: Animalia
  • Phylum: Chordata
  • Class: Mammalia
  • Order: Rodentia
  • Family: Muridae
  • Subfamily: Murinae
  • Genus: Rattus
  • Species: Rattus norvegicus
  • Scientific name: Rattus norvegicus (Berkenhout, 1769)
  • Status in Cyprus: Alien, introduced species
  • Global conservation status: Least Concern

Video

Brown rat – Rattus norvegicus – Cyprus

Video by George Konstantinou

Sources

No comments:

Post a Comment